Σαρωνικός

του Λάμπρου Πορφύρα (1879-1932)

 

Δεν τραγουδώ τη δόξα σου. Στην πρωινή γαλήνη

ο κρουσταλλένιος φλοίσβος σου την κελαϊδεί τερπνά,

και πάλι όταν βυθίζεται ο ήλιος κι όταν χύνει

τους μενεξέδες σε γιαλούς και γραμμωτά βουνά,

 

Στης Σαλαμίνος το νησί τριγύρω πλημμυρίζει

απάνω από το γαλανό και διάφανο νερό,

μια λάμψη, μόλις ρόδινη, τη μέρα να θυμίζει

που σ΄ είχε βάψει άλικο το αίμα το ιερό.

 

Τα καραβάκια τραγουδώ που πάνε για τα ξένα,

κι ως δείχνουνε στο βάθος σου φαντάσματα πανιών,

σα στοιχειωμένα φαίνονται, κι όσα είδα εγώ σβυμμένα

λέω πως τα σέρνουν στη σιωπή των έρμων λιμανιών

 

τις βάρκες με τα δίχτυα τους και με τα πεταχτάρια,

και κάτω από τη τέντα τους τη φτώχεια του ψαρά,

κι ακόμα μες στα δίχτυα τους φανταχτερά τα ψάρια

να σπαρταρούνε κωμικά μαζί και θλιβερά.

 

Με παίρνει του Σιρόκου σου εμένα η άγρια Λάμια,

όταν ανοίγει έτσι βαθιά το κύμα και κυλά

για μια στιγμή το λίγο φως στα σκοτεινά θαλάμια,

και πάει τη νύχτα του βυθού στα σύννεφα ψηλά.

 

Και τότε ακούω του κύματος τρελλούς τραγουδιστάδες

να παίρνουν την αόριστη και μυστική πνοή

που κρύβουνε στους κύκλους των θαμένη, οι αχιβάδες

και μιαν ατέλειωτη απ΄αυτή να φτιάνουνε βοή...

 

Περιοδικό Ο Νουμάς, Τόμος 1, αρ. 22 (1903), σ. 2.