Βήματα

του Λάμπρου Πορφύρα (1879-1932)

 

Των κοριτσιών βήματα πέρα

που ένα σκοπό μέσ΄ στον αγέρα

γοργό σκορπάτε κι αλαφρό,

που πάτε κι αλαφροπατάτε

και λέει κανείς χαμοπετάτε

ή πως θυμάστε ένα χορό.

 

Βήματα ενός θολού διαβάτη

τ΄ απόβραδο, ενός γέρου εργάτη

βαρειά στη γη· και παρακεί

εσείς αργά κι αποσταμένα

που σέρνεστε βασανισμένα

σε μέσ΄ σε μαύρη φυλακή.

 

Κι ακόμα κι όταν ξεκινάνε

τα τραίνα και βαρυβογκάνε

βήματα σ΄ έρημους σταθμούς,

σε χωρισμούς, που πάτε μόνα.

Και βήματα μέσ΄ στο χειμώνα

σε λείψανα, σαν τους λυγμούς.

 

Όλα· μ΄ απ΄ όλα έχω αγαπήσει

τα βήματα πούχουνε σβύσει,

πούχουνε λείψει από τη γη,

πούρχονται πάλι να μας βρούνε.

Και δε μιλούνε, δεν χτυπούνε,

γεμάτα απόκοσμη σιγή.

 

Εκείνα πούρχονται κοντά μας,

γιατί τα κάλεσε η καρδιά μας

τα φώναξε και τα πονά,

που στέκουν και μας συμπονάνε

και φεύγουν ύστερα και πάνε

θλιμμένα κι άφωνα ξανά...

 

Περιοδικό Αργώ, Τόμος 3, τεύχος 3 (1926), σ. 81-82.