Τρία μικρά ποιήματα στην άπνοια του καιρού Φαίδωνα Θεοφίλου
Ξανθή Μέρα
'Άνοιξε η
πόρτα της άνοιξης
κι είδαμε γαλάζιους επιτάφιους.
Μεσημβρινή
είδηση:
Πυρηνικός πόλεμος εν όψει.
Ακούστηκε 'νας γέρος: Πεινώ .
Ήπιαμε τη
νύχτα σ' ένα ποτήρι.
Στον πάτο του ποτηριού, φάνηκε η μέρα .
Κάθε πρωί
η Χημεία ξυπνά σ' έν' εργοστάσιο
και βρίσκει την Ιστορία πεθαμένη.
Ο χορός
της βροχής συνεχίζεται .
Στο δρόμο δυο ξυπόλητα παπούτσια …
Σχέδιο δεύτερο
Σκοτώθηκαν
παλικάρια στον πόλεμο
κι η θάλασσα ξέβρασε μωρουδίστικα ρούχα.
Τα δάκρυα
της πατρίδας γυάλισαν
τους αμφορείς του παρελθόντος.
Αφανίστηκε
ο θάνατος .
Είναι η λεία του κάλλους.
Αφανίστηκε
το κάλλος .
Είναι η λεία του θάνατου.
Έγινα
τάφος
κι εσύ μου πέθανες .
Σύνθεση για τίποτα και φωνές
Καταδικάστηκε
σε θάνατο
όταν ,
οι γιατροί που ασχολήθηκαν μαζί του ,
διαπίστωσαν
πως τα καρδιογραφήματά του
δεν ήταν παρά στίχοι ,
που δεν μπόρεσαν να διαβάσουν .