Τα ρόδα της Παρθενιάςτου Σωτήρη Σκίπη (1881-1952) |
|
|
|
Κάτου το πλυσταριό πλακόστρωτο, στο τζάκι το καζάνι βράζει, φλομώζει από καπνόν ολόπυκνο και τους φεγγίτες μ΄ άχνη φράζει. Πιο πέρα η σκάφη στ΄ από σίδερα δυο στρίποδα στητή πιο πέρα, κι η πλύστρα ξεζωνάτη, ξέστηθη, ολόδρωτη, ανασκουμποχέρα, Λευκαίνει την με μοσκοσάπουνο και με γλαυκό λουλάκι πλένει, της νιόπαντρης εψές κυράτσας της την αλλαξά τη λερωμένη. Και λίγο – λίγο τ΄ αφριστά νερά θολώνουνε και κοκκινίζουν, κι από το νεροχύτη χύνονται αιμάτινα και πλημμυρίζουν, Κόκκινοι Πόθοι τανυφτέρουγοι μες στα νερά τ΄ άλικα πλένε, και της Αγάπης λιανοτράγουδα με των νερών τους φλοίσβους λένε. Και τα νερά τώρα ξεχύνονται σαν ηχοσκόπια από σουραύλια, και πάνε – πάνε λουλουδίζοντας προς τ΄ αλουλούδιαστα πισαύλια. Ροδακινιές όπου περάσουνε, μηλιές, τρανταφυλλιές φυτρώνουν, τα ροδομήλα, τα ροδάκινα τα κλώνια ματωμένα ζώνουν. Καλοκυράδες Παρθενιές στους ίσκιους
τους, σύγκορμα τα δεντρά τινάζουν, τα μήλα – μήλα, τα ροδάκινα, που πέφτουνε τ΄ απλοχεριάζουν Και τα τραντάφυλλα, ματώνοντας τα δάχτυλά τους απ΄ τ΄ αγκάθια, τα κόβουνε και ωριοπλουμίζονται και λεν της Ερωτιάς τα πάθια. Και από τους φράχτες τα πουλιά τα
κοκκινόφτερα ακούραστα το κελαϊδάνε : – Έτσι να ξημερώνει ατέλιωτα κι όλες οι μέρες έτσι νάναι! |
|
|
|
Από τη συλλογή Silentii dissolutio, Αθήνα
1903, σ. 49-51. |