του Γεωργίου Σουρή
|
Στον ουρανό κρεμιέται το αργυρό φεγγάρι, και πού και πού αέρι δροσάτο με φυσά, η Μούσα κι ο Απόλλων, αγαπητό ζευγάρι για μια στιγμή με παίρνει μ΄ ονείρατα χρυσά. Ακούσετε τραγούδια, ακούτε μουσική, Ντουέτο κι οι γαϊδάροι, μαζί κι οι βαθρακοί. Μ΄ ακούστε τι φωνάζουν οι μάγκες συμπολίται, κινήθηκε και πάλι, φωνάζουν, ο στρατόςּ είναι παλιό χαμπέρι… δεν πάει να κινείται; Με τις πολλές κινήσεις κουράστηκε κι αυτός. Έ! καφετζή, για φέρε ένα νερό δροσάτο, να πιούμε και λιγάκι, να παν τα ντέρτια κάτω. Αλήθεια κι ο Βελέντζας κι οι φίλοι μας τις κάνουν; Θε να στενοχωριούνται πολύ στη φυλακήּ αλλά γιατί καμπόσους μεγάλους δεν τους πιάνουν; Καλέ νομίζω όλοι πως είναι παστρικοί. ΤΙ κλέφτες, μα τι κλέφτες!… ω! είναι φοβερό!… Έ, καφετζή, δεν φέρνεις και δεύτερο νερό; |
Μη Χάνεσαι, Τόμος 2, αρ. 163 (1881), σ. 4-5.