του Ιωάννη Γρυπάρη (1870-1942)
|
Στο αίμα πλέει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης του κακού αν του κράζουν: Έβγα να μας κρίνεις! Στις πορφύρες μέσα της Αυγής γεννάται, της κακίας η κνίσσα ολημερίς τον θρέφει και θυμούς χορτάτος μες στα σκότια νέφη |
|
|
γέρνει και κοιμάται. |
|
|
Το βουβό μου πείσμα παίρνω προβασκάνι και ασκητής, του κόσμου φεύγοντας την πλάνη, στης Σιγής τον Πύργο – γράφω δε ξεγράφω – μοναχός μου εμένα διπλομανταλώνω· το χρουσό κλειδί του με στερνό μου πόνο |
|
|
ρίχτω μες στον τράφο. |
|
|
Κι ο Καιρός διαβαίνει ο πετροκαταλύτης και βροντάει την πόρτα της κουφής μου σκήτης, κοσμογυριστάδες, νυχτοστρατοκόποι Ήλιοι και φεγγάρια πάνε και γυρνάνε – του χαμού κοπάδια τρώνε, και πεινάνε, |
|
|
στέρφο βοσκοτόπι! – |
|
|
Θα με βρει η στερνή μου η μέρα νεκροθάφτη, το δικό του μνήμα μόνος του που σκάφτει με τα δέκα νύχια – μόνος μου, από τότε που ένοιωσα στα σπλάχνα μέσα την καρδιά μου σαν χαραμοφάδες σε τραπέζι γάμου, |
|
|
πόνοι, να μου τρώτε. |
|
|
Με τη ψυχή στα δόντια μόνος μου θα γείρω το κορμί το σάπιο μες στο λάκκο· γύρω θα πετούν, θα σκούζουν λιμασμένα αγρίμια, κι ίσως μες στου Χάρου τα κοπάδια νάβρω τ΄απονύχτερό μου τ΄όνειρο, το μαύρο, |
|
|
σαν στερνή βλαστήμια, |
|
|
Να μου κράζει: – Σήκω! των σαλπίγγων ήχοι της Ιεριχώς σου ζώνουνε τα τείχη, Κάστρο, που προσμένεις σφαλιχτό από χρόνια, Κάστρο, που έχουν δέσει με γητιές και μάγια, ήλθα να σ΄ ανοίξω με μυρτιές και βάγια |
|
|
και με δάφνης κλώνια! |
|
Το ποίημα
αυτό δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη»
Επιστροφή στην ανθολογία
από το περιοδικό «Η τέχνη»