Νοσταλγία

του Μιλτιάδη Μαλακάση

 

 

1

Πέρα που χάνεται η ματιά

Σε τρίσβαθα πελάγη,

Μη ζούνε οι Λωτοφάγοι,

Ω φτωχή καρδιά;

Μη ζούνε Λωτοφάγοι,

φτωχή καρδιά,

πέρα που χάνεται η ματιά

σε τρίσβαθα πελάγη;

2

Στη φυκόστρωτη αμουδιά

το κύμα σπάζει,

στη θλιμένη μου καρδιά

το δάκρυο στάζει·

Στη σκοταδερή αμουδιά

το κύμα σβύνει·

μνήμα μαύρη μου καρδιά

έχεις γίνει.

3

Πού τάχα σας απάντησα,

ω Μάτια, ω θεία Μάτια;

Ω μαγεμένοι ανθότοποι!

Ω απόκοσμα παλάτια!

Λέω κάποτε τ΄ αντίκρυσα,

λέω κάποτε και τάειδα,

τάχα σε μια που πέθαινε,

τάχα σε μια Ανεράιδα.

4

Μέσα στα δάση τα πουλιά

μόλις με δούνε κελαδούνε·

μέσα στα δάση τα πουλιά

χίλια τραγούδια θα μου πούνε.

Κι ο στίχος μου κι η ρίμα μου

θα πιάσει ν΄ αραδιάσει,

όσα τραγούδια τα πουλιά

μου λένε μέσ’ στα δάση.

5

Κρυμένο στα κλαδόφυλλα

θρηνολογεί τ΄ αηδόνι,

ταράζει ο κύκνος τα νερά

που η λίμνη αργυροστρώνει.

Ψηλά τα διάπλατα ο αετός

ανοιγοκλεί φτερά του,

και ζευγαρώνουν τ΄ άφοβα

περιστεράκια κάτου.

6

Ένα θαμπό αντιλάρισμα

μέσ’ στην ψυχή μου πέφτει

και την ψυχή μου νιώθω την

σα μαγικό καθρέφτη,

και βλέπω στ΄ αργοφώτισμα

του μακρυσμένου απείρου,

του νου το νυχτοπάλεμα

και το χαμό του ονείρου!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη»

 

 

Επιστροφή στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»