του Κωστή Παλαμά
|
«...Και
μου έδινε την παρθένα και φλογερή ψυχή των
αντρειωμένων αγαπητικών που, μέσ΄ στα παραμύθια, καβαλλάρηδες
πρόβαιναν προς τις αποκοιμισμένες Πεντάμορφες... ...ω
Ποιηταί, κατέχετε την υπέρτατην επιστήμη, την
υπέρτατη του κόσμου δύναμη· το λόγο.» (Από
τις «Παρθένες των βράχων».) |
|
Στη χώρα της Ηλιόκαλης μαρμαρωμένης (Χαίρε, ιερή Κορφή και ιοστέφανα πλάγια!) Ήρθες, Υπέρκαλε, κ΄ εστάθης και διαβαίνεις, και ρίχνεις το χρυσόλογο που λει τα μάγια. |
|
Στο νικητήριον άρμα τους βαρβάρους δένεις, με νέα μοσχοβολιά πέρα στη γη την άγια Του Βιργιλίου τα κρίνα τα γοργανασταίνεις, Και την πολύτροπη Ομορφιά μ΄ άφθαρτα βάγια |
|
Στέφεις· και τα βουβά ω! τα βύθη των μνημάτων, Ω! και τους ύπνους τους λευκούς των αγαλμάτων Κάποιο ταράζει σιγομίλημα· διαβαίνεις, |
|
(Απόμακρα με θάμπωσες!) και λίγο λίγο ματιών γλυκοξημέρωμα σα να ξανοίγω Στην όψη της Ηλιόκαλης μαρμαρωμένης! |
|
21
Ιανουαρίου 1899. |
Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη»
Επιστροφή
στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»