του Πέτρου Βασιλικού
|
Είμαι ο μαύρος ίσκιος που περνάει και πάει, που περνάει και πάει μες στην ερμιά, είμαι ο μαύρος ίσκιος πόχω στοιχειωμένο το παλιό το σπίτι μες στη λαγκαδιά. |
|
Είμαι ο μαύρος ίσκιος που το δρόμο κόβει, που το δρόμο φράζει κατά το γιαλό, είμαι ο μαύρος ίσκιος που τα ρόδα πνίγει πριν ναν τα ξυπνήσει το πουρνό. |
|
Ω αδερφή του πόνου, στέρεψεν η βρύση που τον κήπο ξύπναε μια φορά, το έρμο το κατόφλι τόπνιξαν λειχήνες, ― ω το νεκρό σπίτι μες στη λαγκαδιά! ― |
|
Ω αδερφή του πόνου, που ζητάς τα ρόδα, της αυγής τα ρόδα στην αχνή βραδιά, είμαι ο μαύρος ίσκιος που τα ρόδα πνίγει, και ξυπνάει το γκιόνη μες στη σκοτεινιά. |
|
Ω φτωχή νεράιδα, που το κλάμα σέρνεις μες στα κρύα τα δάση που περνάς, είμαι ο κρυφός ίσκιος πόχω σου κλεμένο τον παλιό αρεβώνα που ζητάς. |
|
Είμαι ο μαύρος ίσκιος που περνάει και πάει, που βουβός περνάει μες στην ερμιά, είμαι ο μαύρος ίσκιος πόχω στοιχειωμένο το παλιό το σπίτι μες στη λαγκαδιά.- |
|
Από «Τα Ελεγεία και τα
Ειδύλλια» |
Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη»
Επιστροφή
στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»