Μιράντα

του Στέφανου Ραμά

 

 

Δε θα βρούνε λιόκαλα

κι άθαμπα διαμάντια

τα τρανά τα μάτια σου

στα δικά μου αγνάντια.

Στην ψυχή μου τρίσβαθα

κρύβω το πετράδι

με την όψη ανέγγιχτη

σα φιλί, σα χάδι.

Της λευκής αγάπης μου

ένα χάδι πάντα,

στην ψυχή μου ολόβαθα

γύρεψε ω Μιράντα.

*

Νοιώθω του χεινόπωρου

την ανατριχίλα,

καταχνιά κι αντάριασμα

και ψυχής μαυρίλα.

Χωρισμός αμάλαγος

― ω το καρδιοχτύπι! ―

και σαν πνίχτης μέσα μου

σφίγγει σφίγγ΄ η λύπη.

Της λαχτάρας τ΄ όνειρο,

τώρα σαν και πάντα,

με το φως το πάλλευκο

σκόρπισε ω Μιράντα.

*

Τη χαρά μας ένοιωσε

κάποια μαύρη Μοίρα,

π΄ άκουσε τον Έρωτα

να δοξάζ’ η λύρα,

Κι άπλωσε χεινόπωρο

στης ψυχής το φως μου,

κι άλλαξε τριγύρω μου

το ρυθμό του κόσμου.

Μα θα νοιώθω μέσα μου

το ρυθμό σου πάντα,

και το φως σου αμάργαρο,

ω ψυχή, Μιράντα!

*

Λεν πως κάποια μάγισσα

θάρθει στο ταξίδι

να σου κλέψει τ΄ άβγαλτο

κι άυλο δαχτυλίδι.

Ή νεράιδα αφρόλουστη,

ή κυρά στα όρη,

ή του κάμπου ανάερη,

ή του ήλιου κόρη,

Όποια αν είναι η μάγισσα,

θα θαμπώσει πάντα,

μπρος στο φως σου, αμάργαρη

ομορφιά! Μιράντα!

 

 

 Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη».

Όπως διηγείται ο Νιρβάνας, για κάποιο λόγο οι δημοσιογράφοι βρήκαν το ποίημα κωμικό και το παρώδησαν.

Ο απόηχος της παρωδίας (Αγόρασα μία τιράντα προς μία και τριάντα, ω άσπλαχνη Μιράντα!) έμεινε καιρό στις επιθεωρήσεις.

 

 

 Επιστροφή στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»