ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ "Δέν είμαι λουλούδι", είπα ανατριχιάζοντας, σάν κάποιο χέρι νά μάς πλησίαζε, ενώ λίγο ψηλότερα ένα μισοτελειω- μένο μπουκέτο έδειχνε τήν φθορά στήν οποία η αισθητική τού τόπου είχε καταφέρει μέ τή βία νά παρασύρει τό πλάσμα που ζούσε εκεί καί απο τρυφερός ερωμένος, όπως θά ήταν δυνατόν νά είχε ξεκινήσει, μάς σημάδευε τώρα μέ τόν σου- γιά του. "ΚάΓΙΑ"
ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ (221) (26-5-1995) Ακόμα κι εμείς, γλυκό μου, ακόμα κι εμείς όταν συναντιόμαστε νοιώθουμε πάλι καί πάλι, άν καί τόσο προφυλαγμένοι ο ένας μέσα στόν άλλον, τό γκρίζο του τρίχωμα νά ανασηκώνεται κι ο αληθινός του εαυτός νά σπρώχνει αυτό που ήταν γύρω μας μιά στιγμή πρίν, τόσο ήρεμο, τόσο σάν νά μήν μάς είχε ακούσει καί νά μήν κινδύνευε από τά μυστικά που ψιθυρίζαμε μετά από τό- σον καιρό, νά τό προειδοποιεί, νά τό θυμώνει, νά στρέφει τήν προσοχή του στήν επιφάνεια, “θέλει νά τό κάνει ν’ ανθίσει”, μού είπες κοιτώντας μέ λίγο φόβο αυτό που είχε ετοιμαστεί νά γίνει τώρα σάν περιβάλλον. “Είναι η Άνοιξη”, είπα καί σφί- χτηκα πιό πολύ κοντά σου. Τί τήν προειδοποιεί αυτή τήν Φύση ότι τά πλάσματά της έχουν συναντηθεί, ανοίγει τά μεγάλα της μάτια νά τά δεί, προσέχει μέ τά μεγάλα της αφτιά τούς θορύβους τους, μάς έχει μπερδέψει μαζύ τους, είναι αδύνατον νά φύγουμε από δώ. “Μοιάζουμε τό- σο πολύ μέ τά λουλούδια της”, είπες. “Δέν είμαι λουλούδι”, είπα ανατριχιάζοντας, σάν κάποιο χέρι νά μάς πλησίαζε, ενώ λίγο ψηλότερα ένα μισοτελειωμένο μπου- κέτο έδειχνε τήν φθορά στήν οποία η αισθητική τού τόπου είχε καταφέρει μέ τή βία νά παρασύρει τό πλάσμα που ζούσε εκεί καί απο τρυφερός ερωμένος, όπως θά ήταν δυνατόν νά είχε ξε- κινήσει, μάς σημάδευε τώρα μέ τόν σουγιά του. “Άν εξηγούσαμε στά λουλούδια... Όπου νάναι θά φτάσουν”, εί- πες. Τά λουλούδια μάς πλησίασαν. (“Δέν θά υποκύψω στόν εκβιασμό σου”, είπα στό πλάσμα που κυλιόνταν στά πόδια μου καί που πάνω του είχα σκοντάψει κιόλας. Η αισθητική που είχε επιβάλλει μέ τή βία τήν ηθική της σ’ αυτόν τόν τόπο προσπαθούσε νά τού δώσει μορφή, τό είχε πεί- σει σχεδόν καί οι γωνίες του είχαν αρχίσει νά σκληραίνουν, έ- ψαχνα νά βρώ τά μέρη που ήταν ακόμα μαλακό γιά νά τό α- γκαλιάσω, “μήν αφίνεις τήν Άνοιξη νά σέ παρασύρει”, είπα λαχανιάζοντας). Τό πράγμα κυλίστηκε ξαφνικά στά πόδια μας, άν δέν μέ κρα- τούσε τό χέρι σου θά ‘χα πέσει, γύρω μας οι αισθητικές βούϊζαν, “δέν θέλω ν’ ανθίσω”, έφτασε η αδύναμη φωνή του στ’ αφτιά μας. “Δέν θέλει ν’ ανθίσει”, είπα στήν αισθητική που μάς περίμενε τυλιγμένη στα πέπλα της, λίγα βήματα πιό κεί, καθισμένη σέ μιά μεγάλη στρογγυλή πέτρα. Μάς κοίταξε ήρεμα, η σεβάσμια μορφή της έδειχνε μιά βαθειά σοφία καί μιά αποφασιστικότητα που μάς έκανε νά κοντοσταθούμε. “Κάντε πιό ‘κεί σάς παρακα- λώ”, είπε: μέ δυό βήματα είχε αρπάξει κιόλας τό πράγμα που έ- τρεμε μπροστά μας καί μέ μιά ξαφνική λύσσα άρχισε νά τό χτυ- πάει στήν πέτρα που κάθονταν πρίν. “Πρέπει νά μαλακώσει πρώτα”, είπε καί μικρές σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στό μέτωπό της. Δέν θά νομίσουμε ότι η Αισθητική που είχε επιβάλλει μέ τή βία τήν ηθική της σ’ αυτόν τόν τόπο τό έκανε από εκδίκηση. Κάθε άλλο. Η αποστολή της ήταν νά προσθέτει έναν αληθινό χαρα- κτήρα στά πράγματα. Άν τά πράγματα αντιστέκονταν, δέν εί- χαν προειδοποιηθεί εγκαίρως. (Άφισε ξέφραγο ένα αισθητήριο που, παρ’ όλη τήν αυστηρή εκπαίδευση, ευκαιρία ζητάει, χωρίς νά προειδοποιεί συνέχεια, καί δέν θά γνωρίζεις ούτε τό πηγάδι τού χωριού σου). Μόνο στήν αγανάκτηση από τήν ύπουλη τα- κτική ορισμένων άλλων συγγενών Αισθητικών που περιτριγύ- ριζαν τόν χώρο της κι είχαν προλάβει νά παρασύρουν κάποιο πράγμα που περιδιάβαζε αφηρημένο χωρίς τόν αληθινό του χα- ρακτήρα νά τό προστατεύει θά μπορούσαμε νά αποδώσουμε τήν σκληρότητά της επάνω τους. Βέβαια είναι αξιολύπητη. Όπως όλες τους. Τά πράγματα θά μέ- νουν πάντα χωρίς χαρακτήρα. Εμείς που είμαστε φίλοι τους τό ξέρουμε πολύ καλά. Όσο γιά τίς πέτρες που πάνω τους κάθο- νται στή μέση τού δρόμου περιμένοντας, αυτές πράγματι μαλα- κώνουν. Τελικά έχουν δίκιο. Ο αληθινός εαυτός τών πραγμά- των ανθίζει σ’ ένα μυαλό που τό μεταχειρίστηκαν μέ τέτοιο πά- θος. Εμείς που κάποτε κάποια Αισθητική είχε διαλέξει τό μυαλό μας γιά νά ξεκουραστεί στή μέση τού δρόμου, τό ξέρουμε πολύ καλά. Μέχρι τό τέλος θά τά βλέπουμε όλα λουλούδια. __________ Ο Χειμώνας ήταν πολύ φιλικός. Άν καί τάχε σκεπάσει όλα μέ χιόνια κι είχε σκοτώσει πολλούς από μάς, σάν ένα καλάθι μέ λουλούδια τής Άνοιξης μάς ακολουθούσε, περασμένο στό λεπτό μπράτσο τής μικρής ανηψιάς του που αναστέναζε πίσω μας τουρτουρίζοντας. Τί τρέχεις; Τί τρέχεις; Είδα τά ερείπια τών εποχών. Είδα τά ερείπια τών εποχών. __________ “Είναι ζωντανό!”, είπες, καί μιά μικρή φρίκη τρίφτηκε σάν γά- τα στά πόδια μας, στρέφοντας εντελώς τό κεφάλι μας πρός αυτό τό παράξενο πλάσμα που έμοιαζε μέ Φθινόπωρο. “Δέν θέλω ν’ ανθίσω”, έφτασε η αδύναμη φωνή του στ’ αφτιά μας. Τό Φθινόπωρο τρίφτηκε σάν μιά παχειά γάτα στά πόδια μας. “Δέν θέλω ν’ ανθίσω Γιάννη”, είπε αναστενάζοντας. Γύρω μας ακόμα καί τά Φθινόπωρα άνθιζαν, η Φύση δέν άφινε κανέναν στήν ησυχία του, παράσερνε ακόμα κι εμάς μ’ αυτή τήν τυφλή ορμή που θά χαρακτήριζε ίσως ένα πλάσμα της στίς ανεξέλεγκτες περιόδους τών οργασμών του, ενώ εκείνη, μέ τό ι- διαίτερο χάρισμα τής μικρής εξουσίας επάνω του, θά μπορούσε νά είχε απαλλαγεί από τήν υποχρέωση νά τού μοιάζει, καθώς τό παρακολουθεί καί αντιγράφει μιά τέτοια συμπεριφορά ψά- χνοντας γιά τό μυστικό που πιθανόν τυχαία έχει προικίσει εκεί- νο μέ μιά προσωπικότητα. Είναι πιά γνωστό καί μάς στερεί έναν σύντροφο τό ότι η Φύση δέν έχει προσωπικότητα. Παρά τήν ιδιαίτερη συμφωνία μας, που άν καί μπορεί νά μήν θυμόταν κάν πιά ωστόσο δέν είχε τεθεί ποτέ ζήτημα καλής ή κακής μνήμης γιά τήν υποχρέωση που είχε αναλάβει εκείνη α- πό τήν δικιά της μεριά -όπως κι απ’ τήν δικιά μας εμείς άλλω- στε, παραβλέποντας τήν ύπουλη φαινομενικότητα τού πράγμα- τος που επέμενε νά θέλει εμάς σάν τό πιό αδύναμο μέρος (η επι- λογή τού μέτρου καί η ιεράρχηση δέν ήταν καθόλου προφανές από ποιόν είχε γίνει, αλλά κι άν ήταν αυτό τό σπουδαίο πράγ- μα γνωστό, μήπως θά μπορούσε κανείς εξ αιτίας του νά έχει ε- μπιστοσύνη στην σταθερότητα τής απόφασης εκείνου;) καί άρα τό προστατευόμενο(;)-, παρά τήν ιδιαίτερη συμφωνία μας λοι- πόν, έπρεπε εκ τών υστέρων νά αναγνωρίσουμε τήν αθωότητά της, τήν αφέλεια της, τούς απλούς της πόθους, τούς πόνους απ’ τά τεράστια στήθη της που πρέπει νά τά κουβαλάει παντού, τά δάκρυα που φέρνει στά μάτια η εικόνα της όταν υπέγραφε: η γλώσσα έξω, δαγκωμένη, λίγο σάλιο νά τρέχει, τό στυλό στό πελώριο χέρι της, τό τρεμουλιαστό Χ... Τίποτα, τίποτα δέν μάς χρωστάς. Τίποτα δέν μπορούμε νά επι- καλεσθούμε. __________ “Πώς μπορεί καί τά αντέχει όλα αυτά;”, μέ ρώτησες καθώς τό Καλοκαίρι μπροστά μας σέρνονταν μέ κόπο πάνω στή σκόνη τού δρόμου ανάμεσα στίς σαύρες, τό χώμα έμπαινε στά ρουθού- νια του, η γλώσσα του στεγνή έγλυφε τά ξερά του χείλια κι ο ι- δρώτας έσταζε πάνω στά όμορφα παράξενά του μάτια μέ τά πυ- κνά γυριστά τσίνουρα που αθώες μαθητριούλες τ’ αγαπούν καί σιωπηλοί ποιητές (Καββαδίας), περιμένοντας νά ‘ρθεί η νύχτα νά δροσίσει, ν’ ανοίξει η πρησμένη του κοιλιά, ν’ αρχίσουν νά βγαίνουν τά ζώα γιά κυνήγι, τά βελούδινα αιλουροειδή μ’ αυ- τές τίς νωχελικές θανάσιμες κινήσεις τους, παραμονεύοντας κοντά στήν πηγή τίς γαζέλες μέ τά λεπτά πόδια, τά ελάφια καί τούς νεροβούβαλους, όλα όσα πάχαιναν απ’ τό χορτάρι τήν ημέ- ρα... Όλα όσα πάχυναν απ’ τό χορτάρι τήν ημέρα. Έσερνε τό βήμα του στήν άκρη τού χαμηλού τοίχου: ένας ψηλός αδύνατος άνθρωπος, ο ήλιος τόν χτυπούσε γλυκά, σάν νά τόν χάιδευε, σάν ένας έρωτας μοιραίος τόν είχε στεγνώσει, τό ανά- στημά του καθώς προχωρούσε χώριζε τό τοπίο στά δυό, μπροστά του νερά καί πράσινα φύλλα έτρεχαν σάν τρελλά, πίσω του προσπαθούσε νά τά προλάβει κάτι ξερό που έτριζε σάν τήν φω- τιά όταν έχει ανοίξει έναν κορμό καί τού τρώει τά σπλάχνα, κάπου κάπου έσκυβε καί μάζευε κάτι αχαμνά χόρτα που ζούσαν όλον τόν χρόνο στή ρίζα τού τοίχου, στήν σκιά, καί τά μάσαγε μέ κόπο: “θά παχύνει”, είπες. Μάς είχε παρασύρει τό Καλοκαίρι, σέ κοιτούσα καί δέν πίστευα στά μάτια μου. Τό χορτάρι μάς πάχαινε, πάχαινε τίς γάτες καί τ’ άλλα αιλου- ροειδή, τό λίπος κρέμονταν από τά δέντρα, ο αέρας φυσούσε α- νάμεσά τους σάν ένα γρήγορο κοντσέρτο τού Vivaldi, τήν ζέστη κανείς δέν τήν σκέφτονταν, όποτε θέλαμε βουτούσαμε στά νερά τής δροσερής πηγής -γιά τό χατίρι τό δικό μας είχε ανοίξει δρό- μο απ’ τά ψηλά χιονισμένα βουνά καί ξεπετάγονταν τώρα χα- ρούμενη στήν μικρή λιμνούλα τού ξέφωτου-, ο υπηρέτης μας στέκονταν διαρκώς σέ στάση προσοχής κάτω απ’ τόν ήλιο -έτσι τόν είχαμε διατάξει- κι έτρεχε αμέσως στό πρώτο μας νεύμα - σάν υπηρέτης δέν είχε πιό πολλές απαιτήσεις (ίσα ίσα)-, έκανε μιά υπόκλιση καί ρωτούσε πoιά ήταν η επιθυμία μας, συνήθως επρόκειτο γιά ασήμαντες επιθυμίες, λίγο άν απλώναμε τό χέρι μας θά είχαμε φτάσει π.χ. τήν πετσέτα πού είχε σκεπάσει η σκιά καί δέν στέγνωνε γρήγορα, μπορεί νά τού δίναμε καί κανένα φρούτο μέ τήν εντολή νά τό φάει αμέσως γιά νά μήν πάθει αφι- δάτωση, τού επιτρέπονταν όμως νά αρνηθεί ευγενικά -είχε φτιάξει κιόλας έναν σωρό στό μέρος του-, πράγμα που γενικότε- ρα μάς συνέφερε καί άν καί τόν διώχναμε αυστηρά μετά απ’ αυτό, ωστόσο ξέραμε ότι είχε κάνει τό καθήκον του -η υπερβολι- κή φροντίδα γιά τό υπηρετικό προσωπικό είναι μιά συνήθεια που μπορεί νά τό διαφθείρει γρήγορα καί πρέπει αυτό τό ίδιο νά αντιστέκεται σέ τέτοιου είδους επιπολαιότητες-, μπορούσε ε- ντούτοις νά φάει όσο λίπος ήθελε από τά δέντρα καθώς μάζευε τό δικό μας, αλλά αρκετά ασχοληθήκαμε μαζύ του, εμάς τά αι- λουροειδή μάς ενδιαφέρουν, οι βελούδινες θανάσιμες κινήσεις τους που μάς έχουν ξεπαστρέψει -τούς υπηρέτες δέν τούς κατα- δέχονται-, όταν τό βράδυ βγαίνουν κυνήγι κι η μυρουδιά μας τά ξετρελλαίνει. __________ Η μεγάλη άσπρη μας γάτα, μετά από διακόσιες τόσες ώρες ύ- πνου, τεντώθηκε, μάς έρριξε μιά ματιά (“τόσο λίπος, άχ!”), τρί- φτηκε σάν Φθινόπωρο στά πόδια μας, έδωσε μιά <<αστεία>> δα- γκωνίτσα στό μικρό μας δαχτυλάκι, καί κατέβηκε στόν κήπο ό- που συνέβαιναν πιό συναρπαστικά πράγματα στό δικό της μέ- γεθος. Τό σπίτι μας δέν είναι καθόλου περίεργο. Είναι ακριβώς ίδιο μέ όλα τά άλλα. Έχει κι αυτό τέσσερις Εξώπορτες. Δέν θά μπορού- σε νά έχει πέντε. Ούτε τρείς. Έχει ακριβώς όσες είναι ο σωστός αριθμός: τέσσερις. Βέβαια τό εσωτερικό δέν μοιάζει μέ κανένα. Έχει, όπως ο καθένας στόν κόσμο μας, τήν δική του προσωπικό- τητα. Ωστόσο οι Εξώπορτές του, τό ξαναλέω, είναι όσες πρέπει νά είναι: τέσσερις. Τέσσερις είναι καί οι εποχές τού χρόνου μας. Κάθε Εξώπορτα βγάζει καί σέ μιάν εποχή. Άς πούμε άν βγείς α- πό τήν Εξώπορτα τού Χειμώνα, όλα γύρω είναι κάτασπρα. Μέ- χρις εκεί πού φτάνει τό μάτι σου, δέντρα, λόφοι καί κοιλάδες είναι σκεπασμένα μέ πυκνό χιόνι. Καπνός βγαίνει από τίς κα- μινάδες τών σπιτιών κι ένας παγωμένος λυσσασμένος άνεμος σέ κάνει νά διπλοκουμπώνεσαι στό παλτό σου. Όποιος δέν έχει κάπου νά μπεί καί ν’ ανάψει μιά ζεστή φωτιά, είναι χαμένος. Υπάρχουν καί τέτοιοι άνθρωποι. Ο Χειμώνας είναι καλός. Άν βγείς απ’ τήν Εξώπορτα τής Άνοιξης, όλα είναι γεμάτα πα- παρούνες. Τό κρύο έχει φύγει κι ο ήλιος ζεσταίνει τήν γή. Όσοι δέν πέθαναν τόν Χειμώνα, ακόμα καί οι γέροι, θά ζήσουν άλ- λον έναν χρόνο. Η Άνοιξη γεμίζει δύναμη καί χαρά τούς ανθρώ- πους. Τά ζώα, εκτός από τίς γάτες, ζευγαρώνουν. Ξέχασα νά πώ ότι αυτές ζευγαρώνουν στή μέση τού Χειμώνα. Ουρλιάζουν φρι- χτά. Απ’ τήν Εξώπορτα τού Καλοκαιριού η μαμά μου βγαίνει μέ ο- μπρέλλα. Όχι βέβαια γιά τήν βροχή -άν καί αυτό συμβαίνει καμμιά φορά καί είναι πολύ διασκεδαστικό-, αλλά γιά τόν ή- λιο. Ο ήλιος καίει τίς μαμάδες γι’ αυτό φοβούνται μήν κάψει καί τά παιδιά τους καί διαρκώς τούς φωνάζουν νά φοράνε τό καπέλλο τους. Τά παιδιά δέν φοβούνται τόν ήλιο καί τούς αρέ- σει νά τρέχουν μέ γυμνό κεφάλι. Τά καπέλλα καί ιδίως αυτά τών παιδιών είναι απαίσια. Μιλάμε γιά τόν παλιό ήλιο βέβαια που ήταν φίλος τού ανθρώπου. Γιά μιά φορά οι μαμάδες έχουν δίκιο. Αυτοί οι βλάκες που διαρκώς θέλουν νά βγάζουν λεφτά έχουν ανοίξει μιά τρύπα στήν ατμόσφαιρα τής Γής. Έτσι ο ήλιος έγινε πολύ καφτερός, Πρέπει όλοι νά φοράμε καπέλλα. Θά πε- θάνουμε μέ τό καπέλλο μας στό κεφάλι. Αυτή είναι η μοίρα μας. Η μαμά μου λέει ότι θά γίνω συγγραφέας. Άν μού άρεσε νά βγαίνω απ’ τήν Εξώπορτα τής Άνοιξης θά γινόμουν ζωγράφος. Μά τήν Εξώπορτα τού Φθινοπώρου δέν τήν αλλάζω μέ τίποτα. Τά χρώματα δέν σέ χτυπάνε στά μάτια μέ τήν ζωηράδα τους. Μπαίνουν βαθειά μέσα σου. Οι τρυφερές αποχρώσεις τους μόλις αγγίζουν μέ λίγο φόβο τά πράγματα, και η εξοχή καί η θάλασ- σα μοιάζουν νά μάς επισκέπτονται από έναν άλλον κόσμο, όχι τόσο φωτεινό καί σκληρό όσο τού Καλοκαιριού, ούτε τόσο λυ- πητερά γκρίζο όσο τού Χειμώνα, αλλά απ’ αυτόν που ζεί η γλυ- κιά καί παχειά καί λίγο σκοτεινή μητέρα τών πλασμάτων. Θά ήθελα νά υπάρχει άλλη μιά εποχή. Τά σπίτια θά είχαν πέ- ντε Εξώπορτες καί κανείς δέν θάξερε πού βγαίνει αυτή η τελευ- ταία. Ίσως στόν Παράδεισο. Οποιανού δέν τού φέρονταν καλά θά σηκώνονταν καί θά έβγαινε απ’ αυτή. Καί θά τήν κοπάναγε καί πίσω του. Εδώ τελειώνω μέ τά σπίτια, τίς Εξώπορτες, τίς εποχές καί τούς χρόνους. Ακόμα δέν μπορώ νά καταλάβω ποιός τά έφτιαξε τόσο τέλεια. Η μαμά λέει ότι όλα έγιναν σιγά σιγά μόνα τους από τό Χάος. Αλλά κι άν είχαν γίνει εντελώς διαφορετικά, πάλι τέ- λεια θά μάς φαίνονταν. Ακόμα κι αυτός ο ζητιάνος που χτύπησε χτές τήν Εξώπορτά μας τού Χειμώνα ήταν πολύ τέλειος. Ρώτη- σα τήν μαμά γι’ αυτό καί μούπε ότι αυτόν δέν τόν είχε φτιάξει τό Χάος αλλά οι άνθρωποι. Ακόμα κι εμείς τόν είχαμε φτιάξει. Κι ότι αυτός που είναι δυστυχισμένος ή άρρωστος δέν τά βλέπει καθόλου τέλεια. Θυμήθηκα κι εγώ τήν μεγάλη μου αρρώστια περυσι τό καλοκαίρι. Ήταν μιά τέλεια αρρώστια. Αλλά εγώ ή- μουν δυστυχισμένος γιατί πόναγα καί γιατί δέν μπορούσα νά κάνω μπάνιο μέ τούς φίλους μου. Τώρα που τό σκέφτομαι θά έ- δινα όλον τόν τέλειο κόσμο γιά νά πάψω νά πονάω μιά στιγμή. Είπα στήν μαμά τήν σκέψη μου γιά τήν πέμπτη Εξώπορτα. Μέ φίλησε καί μού είπε ότι αυτή θά προτιμούσε νά βασανίζεται εδώ παρά νά τήν περάσει. Τελικά είναι τέλειος αυτός ο κόσμος. Τέ- λειος! __________ Η μεγάλη άσπρη μας γάτα έχει τήν δική της εξώπορτα. Είναι έ- να μικρό τετράγωνο παραθυράκι στό κάτω μέρος τής πόρτας τής κουζίνας, χωρίς σύρτες καί κλειδαρειές, που τό ανοίγει σπρώ- χνοντάς το μέ τό κεφάλι της. Έχει μεγάλη δύναμη καί τά παι- διά της τά κουβαλάει δαγκώνοντάς τα στό σβέρκο -χωρίς όμως νά τούς κάνει κακό-. Άν ήτανε πιό μεγάλη, σίγουρα θά είχαμε προβλήματα. Εμείς γιά ν’ ανοίξουμε τήν εξώπορτά μας, πρέπει νά τήν ξεκλει- δώσουμε δυό φορές όταν ερχόμαστε απ’ έξω καί νά στρίψουμε τό μεγάλο της πόμολο όταν θέλουμε νά βγούμε απ’ τό σπίτι. Οπωσ- δήποτε υπάρχει διαφορά, Τό σπίτι μας, όπως όλα άλλωστε, έχει μιά όμορφα σκαλισμένη εξώπορτα. Άν τήν ανοίξεις, όταν είσαι μέσα, θά συναντήσεις κάποια εποχή τού χρόνου. Ο χρόνος έχει τέσσερις εποχές καί στρίβει αργά γύρω απ’ τά σπίτια. Παλιότερα ο χρόνος ήταν α- κίνητος καί τότε τά σπίτια είχαν τέσσερις εξώπορτες γιά νά μπορούν οι άνθρωποι νά βγαίνουν στίς τέσσερις εποχές του. Τό- τε οι άνθρωποι είχαν περισσότερη πρωτοβουλία. Τώρα, άν σ’ α- ρέσει π.χ. τό Φθινόπωρο, πρέπει νά περιμένεις νά κάνει έναν ο- λόκληρο κύκλο γιά να έρθει ξανά στήν πόρτα σου. Κινείται βα- σανιστικά αργά μέχρι νά φτάσει, ενώ περνάει απελπιστικά γρήγορα σάν νά τό κυνηγάει ο Χειμώνας που έρχεται πίσω του. Η Άνοιξη δέν μπορεί νά κυνηγήσει τόν Χειμώνα. Αυτός είναι η πιό βαρειά εποχή. Μερικές φορές κολλάει βαθειά στήν λάσπη. Όλοι έχουν τήν ίδια εποχή ταυτόχρονα. Δέν έχει σημασία πρός τά πού βλέπει η εξώπορτά τους. Π.χ. η δικιά μας βλέπει πρός τήν Ανατολή. Τού σπιτιού, ακριβώς απέναντι, στήν Δύση. Α- διάφορο. Η εποχή καί γιά τούς δυό μας είναι η ίδια. Όλη τήν πρωτοβουλία τήν έχει πάρει ο χρόνος. Στήν πίσω μεριά τής Γής, οι εποχές είναι ανάποδα. Αλλά κι ε- κεί συμβαίνει τό ίδιο. Βέβαια μπορείς νά πάρεις ένα αεροπλάνο καί νά πάς στήν πίσω μεριά. Τότε θ’ αλλάξεις εποχή. Αλλά δέν θά είσαι πιά στόν τόπο σου. Δέν ξέρω άν θά μ’ άρεσε τό Φθινό- πωρο σ’ έναν άλλον τόπο. Ο τόπος που έχεις μεγαλώσει σέ δέ- νει μέ περίεργα σχοινιά: (η Μαμά, όταν τό διάβασε αυτό, είπε ό- τι οπωσδήποτε θά γίνω συγγραφέας). __________ Τού έπλενα τά πόδια, η σκόνη τού δρόμου είχε παχύνει σάν πέ- τρα επάνω τους καί δέν μ’ άφινε νά τόν φτάσω, πόσο τήν επιθυ- μούσαμε κι οι δυό αυτή τήν επαφή, ένοιωθα τήν τραχειά τους ε- πιφάνεια νά προσπαθεί νά αγγίξει τό μαλακό δέρμα τών χεριών μου, τό νερό νά απομακρύνει τρυφερά μπροστά σέ τέτοιον πόθο τίς μικρές πέτρες καί τά ξύλα καί τό λεπτό χώμα που είχαν ζή- σει τόσον καιρό μέ τόν ιδρώτα του και πιά είχαν δικό τους αυτό τό κορμί, βούτηξα τίς παλάμες μου άλλη μιά φορά ζητώντας βο- ήθεια, η υγρή μάζα τίς αγκάλιασε, μέ άφισε νά πάρω ένα κομ- μάτι της καί νά τυλίξω τά γόνατά του, τό χέρι του ακούμπησε τό σκυμένο μου κεφάλι... Κανείς δέν μέ υποχρέωσε νά τού πλύνω τά πόδια. Μόνος μου τό αποφάσισα. Τό νερό ούτε κάν ήθελε νά τόν αγγίξει. Έπρεπε νά τό καλοπιάσω ώστε νά μή σκληρύνει από κάποιο ξαφνικό πεί- σμα, είχε αχρηστευτεί επίτηδες τόσες φορές, θυμάμαι πόσες ώρες είχε χρειαστεί νά περιμένω τίς μέρες που κάτι τό είχε τρομάξει μόνο καί μόνο γιά νά μού βράσει λίγο φαΐ, “βοήθησέ με νά τό ξεγελάσω”, τού είπα καί έφερα μέ προσοχή κοντά στήν καρέ- κλα μιά γεμάτη λεκάνη απ’ τό πρωΐ χωρίς νά ταραχτεί, είχε η- συχάσει πιά καί κοιμόταν βαθειά, κάπου κάπου κάτι μικρές στρογγυλές ρυτίδες έδειχναν ότι ονειρεύεται, μπορούσες τέτοιες στιγμές νά βυθήσεις ακόμα καί πράγματα ζωντανά μέσα του χωρίς νά ξυπνήσει, τόσα καί τόσα καράβια βούλιαξαν σέ ήσυχα νερά, η θάλασσα, λάδι, ούτε είχε καταλάβει καθώς μεγάλα χέ- ρια τά έσπρωχναν μέσα της, μ’ έναν μικρό αναστεναγμό είχε γυρίσει απ’ τήν άλλη μεριά, ποτέ ποτέ δέν θά τού ζητούσα τόσο πολλά, τήν λάσπη μόνο νά καθάριζε, αυτά τά μικρά κομματά- κια χώμα ανακατεμένα μέ ξυλαράκια καί πέτρες καί ιδρώτα καί αίμα που μπορεί νά μήν σ’ αφίνουν νά ανασάνεις, “κρατή- σου λίγο ακόμα”, ψιθύρισα, καί μετά έχουμε τήν λάσπη που λέ- γεται ψυχή, καί που ποιός ξέρει τί είχε ιδρώσει, ποιός ξέρει σέ τί δρόμους περπάταγε καί τήν είχε κολλημένη επάνω του, ποιός ξέρει από πού τήν είχε παρασύρει μέ τό αίμα του καί είχε τόση κακία μέσα της εδώ που τήν κατέβασε, αυτή δέν πλένεται μέ νερό, αυτή πρέπει νά τήν χαιδέυεις μέ μιάν αρρώστια γιά νά βγεί, ν’ ανθίσει, επιτέλους, επιτέλους, τήν είχες τόσον καιρό μέ- σα σου, άς υποδεχτούμε τόν απεσταλμένο, άς περποιηθούμε αυ- τόν που περπάτησε τόσους δρόμους γιά νά τήν βρεί, νά τήν ξα- ναπάρει στό σπίτι της, ξεσκίστηκε καί μάτωσε από τά ξύλα καί τίς πέτρες τού κόσμου μας, ο ιδρώτας του ανακατεύτηκε μέ τή σκόνη καί τό χώμα στά μεγάλα σταυροδρόμια που είχε στρίψει ο καθένας από ’μάς, τό νοιώθουμε, αυτή είναι η εντελώς δικιά μας, θά μάς ανοίξει, θά περάσει ένα κατώφλι, θά σκοτώσει μιά ζωή: “αφίστε με νά σάς πλύνω τά πόδια”, είπα. Η λάσπη είχε ξεραθεί στά ματωμένα του πόδια. “Αφίστε με νά σάς τά πλύνω”, είπα. “Μέ λένε Καλοκαίρι”, άκουσα ξαφνικά στ’ αφτί μου. Η φωνή του σιγανή σάν νά χαμήλωνε τό βλέμμα, σάν νάχε μετανοιώσει που είχε αφίσει νά τού δώσουν ένα τέτοιο όνομα, τό ψηλό του α- νάστημα σκυφτό έκρυβε στήν σκιά τά χαρακτηριστικά τού προ- σώπου του, αλλά δέν μ’ ενδιέφερε καθόλου νά τόν δώ. Εκείνο που μέ γοήτευε ήταν τά πόδια του. “Αφίστε με νά σάς τά πλύ- νω”, είπα. Δέν ήταν βέβαια τά πόδια του που μέ είχαν γοητεύσει. Ήταν η επιθυμία νά τά πλύνω. Δέν θά μπορούσε νά ισχυρισθεί κανείς, άν βέβαια είχε τήν ικα- νότητα νά μέ κοιτάξει λίγο βαθύτερα, ότι η επιθυμία νά πλύνω τά πόδια του είχε ξεκινήσει από τό υπόλοιπο τής μάζας κάποιας αισθητικής που περιπλανιόταν εδώ κι εκεί μέσα μου, καί που α- νακαλύπτοντας μιά ξαφνική έξοδο στήν συγκίνηση τής συνά- ντησής μας, απαιτούσε τώρα για νά εκφραστεί τόν αλγόριθμο π.χ. τής καθαριότητος, βυθίζοντας μιά ερωτική χειρονομία στόν κουβά ενός ηθικού απορρυπαντικού. Τόσο μακρυά, τόσο μακρυά είμαστε ακόμα. __________ 24-9-1995 Τό περιβάλλον όπως πάντα ήταν εχθρικό, καί τώρα μάλιστα που είμαστε βέβαιοι ότι οι εποχές δέν χρειάστηκε ποτέ νά απο- φασίσουν, αμολιόντουσαν έτσι, σάν τά σκυλιά που έχουν ξεχά- σει ποιός τούς μάθαινε τόσα χρόνια καί πιά δέν αναγνωρίζουν παρά ορισμένες κινήσεις, ερεθίζονται από ορισμένες μυρουδιές, καί δέν έχουν καμμιά επίγνωση από τό πόσο πρόστυχος είναι ο τρόπος τους που τό αναγκάζει, παρ’ όλο που στήν αρχή προσπα- θεί ν’ αγκαλιάσει αυτά που έχει τήν τύχη νά τό ξεχωρίσουν καί τρέχουν χαρούμενα πρός τό μέρος του, νά μήν μάς προειδοποιεί, τά δόντια του τρίζουν κιόλας, κάτι πράγμα σάν σάλιο μάς λε- ρώνει, μόλις προλαβαίνουμε νά γυρίσουμε στά ασφαλισμένα ξα- δέρφια μας, ακόμα κι από μακρυά τά ουρλιαχτά του δέν μάς α- φίνουν νά κοιμηθούμε, τά βράδυα μάς μυρίζει, τό νοιώθουμε, προσπαθεί νά στρέψει τόν έναν ενάντια στόν άλλον, μαρτυράει τίς κρυψώνες μας, τήν ευαισθησία μας τήν σπρώχνει νά χωρέ- σει στήν ηθική κάποιας Αισθητικής, δέν τίς θέλουμε, τίς περι- φρονούμε, ποιός τίς χρειάζεται, η Άνοιξη μάς προξενεί τόση α- ποστροφή, τό Καλοκαίρι τόση θλίψη, ο Χειμώνας κολλάει στίς λάσπες, μάς αναγκάζει νά κρατιόμαστε σφιχτά ο ένας απ’ τό κρύο δέρμα τού άλλου γιά νά ζεσταθούμε, μόνο τό ευγενικό Φθι- νόπωρο δέν καταλαβαίνουμε πώς μπλέχτηκε ανάμεσά τους, πώς τό έχουν παρασύρει καί τίς ακολουθεί, αλλά τί θά γινόμαστε χωρίς αυτό, αυτό μάς ξεκουράζει, αυτό μάς παρηγορεί, τά λεπτά του χρώματα αγγίζουν τρυφερά καί λυπημένα τίς υγρές επιφά- νειες καί η εξοχή καί η θάλασσα μάς θυμίζουν τήν μακρυνή συγγένεια που μάς δένει μέ τήν γλυκειά καί παχειά καί λίγο σκοτεινή μητέρα τών πλασμάτων. Πρέπει νά ζούμε μέσα σέ κάποιο περιβάλλον; Τήν φυλή μας πο- τέ δέν τήν είχε απασχολήσει ένα τέτοιο ερώτημα -φαινόταν τό- σο φυσικό νά μήν μπορεί νά συμβαίνει αλλοιώς-, αλλά εμείς καλό μου, κρατώντας σφιχτά ο ένας τό χέρι τού άλλου, είναι μήπως λίγες οι φορές που, όταν εκείνοι κοιτούσαν φοβισμένοι γύρω τους, γλυστρούσαμε, χωρίς κανείς νά μάς προσέχει, πίσω απ’ τίς πλάτες τους, εγώ μέσα σέ σένα κι εσύ, άν καί τό ίδιο, μέσα σέ μένα, εκεί όπου κανένα περιβάλλον όσο κι άν φώναζε δέν ήταν δυνατόν ν’ ακουστεί καί τίποτα δέν υπήρχε νά μάς τρομάξει, κι όπου μπορούσε ν’ απλωθεί κανείς γεμίζοντας όλον τόν χώρο χωρίς νά τόν εμποδίζουν; Ακόμα καί οι ξαφνικές στροφές δέν έκρυβαν κανένα απ’ όσα σ’ έκαναν παλιότερα ν’ αναπηδάς ακουγοντας τήν καρδιά σου στήν απόλυτη ησυχία νά σού φωνάζει μέ αγωνία νά προσέχεις, αλλά ό,τι σέ περίμενε πί- σω τους ήταν σάν νά σέ είχε προηγουμένως ρωτήσει γιά τό άν τού επιτρέπονταν νά υπάρχει μ’ αυτή τήν μορφή καί τήν στιγμή ακριβώς εκείνη κι όσο κι άν ήταν παράξενο καί άγνωστο ήταν κι αυτό εμείς, που, σάν νά παίζαμε κρυφτό είχε προλάβει νά τρέξει πιό γρήγορα καί μέ τήν καρδιά τρελλή από ανυπομονη- σία ήταν έτοιμο νά ριχτεί ξαφνικά στήν αγκαλιά μου επειδή εί- χαμε λείψει τόσο ο ένας απ’ τόν άλλον καί πόσο σέ περίμενα α- γάπη μου άκουσα νά μού λές αφού επιτέλους σέ φιλούσα πίσω απ’ τήν γωνία περνώντας τά χέρια μου στόν λαιμό σου. Είχαμε συγκρουστεί, τό καταλάβαινα, μέσα μου φώναζες απελ- πισμένα, αυτό που μέχρι μιά στιγμή πρίν σέ πλησίαζε χαμογε- λώντας ήμουν εγώ;. Κάτι είχε γλυστρήσει στίς λάσπες, άνοιξα τήν αγκαλιά μου, μπορεί νά ήταν ένας ολόκληρος κόσμος εκεί- νο, παραπατάνε διαρκώς καί μέσα μας βρέχει, είμαστε όλο λά- σπη από τότε που μάς κυνηγάει τό περιβάλλον σ’ αυτά τά χώ- ματα. Δέν θά πάψω, Κύριοι, ν’ αγωνίζομαι εναντίον του περιβάλλο- ντος. Ιδιαίτερα όταν μάς έχει πετάξει μέσα στίς λάσπες όπως αυτό. Δέν αναγνωρίζουμε πιά ούτε τόν βαθύτερο εαυτό μας. Πολλές φορές τρακάρουμε μέ τίς εξωτερικές επιφάνειες άλλων ανθρώπων -εξαιρετικά σκληρές-, που μάς ανοίγουν τήν αγκα- λιά τους λές καί είμαστε τό δικό τους εσωτερικό. Περιττό νά σάς περιγράψω τό αποτέλεσμα. Κανείς απ’ αυτούς δέν πιστεύει ότι έκανε λάθος. Προσπαθεί νά μάς καθαρίσει, μάς γλύφει μέ τήν γλώσσα του, κόβει κάπου κάπου ένα κομμάτι που νομίζει ό- τι περισσεύει, ράβει μερικά που λείπουν, τό σφυρί καί τό καλέ- μι δέν διστάζει νά τά χρησιμοποιήσει μπροστά σέ κάποια δύ- σκολα εξογκώματα, αδιαφορεί γιά τίς φωνές μας -ίσως στ’ α- φτιά του ακούγονται σάν αναστεναγμοί ηδονής-, τελικά αρχίζει νά μάς αρέσει κι εμάς, σιγά σιγά έχουμε ξεχάσει τί είμασταν κάποτε, γιά τό από πού ερχόμαστε δέν τό συζητάμε, αντίθετα, κάνουμε στήν αρχή μικρές υποδείξεις γιά τήν γενική πορεία τής σχέσης μας, μάς ακούει μέ ενδιαφέρον, γινόμαστε όπως είναι φυσικό πιό τολμηροί, μετά από λίγο έχουμε κερδίσει τήν εμπι- στοσύνη του, μπορεί πιά νά ξεκουραστεί, κανείς δέν είναι δυνα- τόν νά διακρίνει τήν διαφορά... Έχω συναίσθηση αυτού τού έργου. Έχω φτάσει νά ζηλεύω τήν τέχνη που ήδη κατέχω. Αλλά ποιός είμαι; Πρίν από λίγο κά- ποιος γλύστρησε. Άνοιξα τήν αγκαλιά μου. Εγώ δέν τόν έχω ξε- χάσει. Πού ήταν τόσον καιρό; “Πού ήσουν τόσον καιρό αγαπη μου;”, σού είπα. Κι όλες αυτές οι λάσπες! Είναι η μόνη τέχνη που μάς έχει απομείνει. Η μόνη. Καί τήν λέ- ω τέχνη! Επιτρέψτε μου. Είναι μιά φτωχή δραστηριότητα ορι- σμένων ανθρώπων. Τό αίμα τους δεν πρόλαβε νά φτιαχτεί σω- στά. Κάποιο σπουδαίο συστατικό παραπάτησε στόν δρόμο. Τά άλλα προχώρησαν. Εκείνο κουτσαίνει ακόμα σέ κάποιο χαντά- κι ψάχνοντας μέσα στίς λάσπες. Είναι κάτι σάν Μοίρα. Όσο για τούς ίδιους... Μέ κόπο κινούν τά μέλη τους. Θέλουν νά διώ- ξουν κάτι μπροστά απ’ τό μέτωπό τους. Τό χέρι τους υψώνεται, μετά σταματά. Είναι τόση η προσπάθεια. Γιατί μάς κουράζουν έτσι; Δέν φτάνει αυτή η αναγκαστική επίγνωση τής ύπαρξής μας; Η αναγκαστική επίγνωση τής ύπαρξής μας μπορεί νά είναι δυ- σάρεστη, μπορεί νά εξασκείται επάνω μας, αλλά τί Τέχνη! Νοιώθει κανείς νά ανατριχιάζει από υπερηφάνεια. Κι όλοι αυ- τοί οι αξιοπρεπείς συνάδελφοι στό πάθος! Σχεδόν κανείς δέν διαμαρτύρεται. Μόνο κάτι πλάσματα που θαρείς ότι τά έσυραν απ’ τήν λάσπη -δέν τά λέω ανθρώπους, δέν τό δικαιούνται -, έ- χουν αντιρρήσεις, μάς εκθέτουν, δέν σκουπίζουν ποτέ τά πόδια τους, στάζουν στό πάτωμα που οι υπηρέτες μας φροντίζουν πά- ντα νά διατηρούν καθαρό (διαρκώς έχουμε απασχολημένον κά- ποιον απ’ αυτούς νά τρέχει από πίσω τους), κι αντί νά μαζεύο- νται τέλος πάντων ήσυχα σέ μιά γωνιά συζητώντας τίς φιλοσο- φικές τους αντιθέσεις, αλωνίζουν όλον τόν χώρο, ούτε καλημέ- ρα δέν λένε μέταξύ τους -από ’μάς βέβαια όλοι προσέχουν νά τραβηχτούν απ’ τόν δρόμο τους-, φτύνουν από κακία γιά νά κουράζουν διαρκώς τόν υπηρέτη μας που τούς ακολουθεί, βρί- σκουν τόν τρόπο νά τού ψιθυρίσουν έτσι κάτι ανατρεπτικό σπρώχνοντάς τον ίσως στήν ανταρσία, καί μέ λίγα λόγια εκδι- κούνται γι’ αυτό που τούς συμβαίνει χωρίς νά ενδιαφέρονται καθόλου νά εκτιμήσουν, σέ μιά έστω από τίς τόσες παραλλαγές του, αυτό που όλοι μας θαυμάζουμε: τήν υψηλή Αισθητική που μάς έχει διαλέξει σάν υλικό γιά τήν τελευταία creation (νά μήν ξεχνάμε τήν ρίζα τής λέξης: κρέας) τού Γαλαξία. Όσο γιά τίς επιστήμες, άλλοι τίς κατέχουν. Άς πούμε, γι’ αυτή τήν επιστήμη τής λάσπης. Ποιός συνέλαβε τίς βασικές της αρ- χές; Τά συγκεκριμένα υλικά ήσαν τά μόνα διαθέσιμα; Καί γιατί διάλεξε αυτή τήν αργή διαδικασία; Δέν υπήρχε ταχύτερος τρό- πος εξέλιξης σύμφωνα μέ τό ημερολογιακόν έτος; Ήταν ανάγκη νά κινούνται όλα όπως σέ μιά αργή ταινία; Έπρεπε νά περιμέ- νουμε τόσο πολύ; Καί εκ τών υστέρων γιατί νά μήν μπορεί νά διορθωθεί ο γενικότερος τρόπος παραγωγής; Ορισμένες απόψεις θά μπορούσαν νά συζητηθούν. Από τήν μεριά μας είμαστε έτοι- μοι γιά κάθε είδους παραχώρηση. Αλλά τίθεται εδω επί τάπητος ένα σκοτεινό ερώτημα: είναι δυνατόν νά τόν συναντήσει κα- νείς; Πώς θά τόν αναγνωρίσει εάν ναί; Ποιός απ’ τούς δυό κιν- δυνεύει περισσότερο από μιά τέτοια συνάντηση και ποιός έχει συμφέρον νά τήν αποφύγει;: ένας μέ τέτοιον τρόπο αναιμικός, όπως περιγράψαμε τόν εαυτό μας πιό πάνω, ή ένας, γιά τά δικά μας δεδομένα, πλήρης, άλλου είδους, που εδώ καί τόσους αιώ- νες προσπαθούμε μάταια, ίσως μέ μιάν υπεροψία, νά περιγρά- ψουμε ο ένας στόν άλλον; Κι απ’ τήν άλλη μεριά μήπως τόν συ- ναντούμε συνεχώς, πιθανόν μέ μιά μικρή καθυστέρηση ο ένας α- πό τόν άλλον, ώστε, νά είναι αδύνατον καί νά μήν θέλει βέ- βαια ο Α, μετά από μιά τέτοια συνάντηση, νά δεχθεί τούς ισχυ- ρισμούς τού Β γιά τήν δική του; Εγώ, άς πούμε. Μήπως τόν έχω συναντήσει κιόλας; Μήπως είμαι έτσι επειδή τόν συνάντησα; Μήπως, ενώ έπρεπε, είμαι έτσι επειδή δέν τόν συνάντησα ακό- μα; Μπορώ νά ελπίζω σέ κάποια μελλοντική βοήθεια από τό περιβάλλον τήν κατάλληλη εποχή; Μιά απότομη σπρωξιά π.χ. Ένα ξαφνικό γλύστρημα. Μιά βουτιά στίς λάσπες του; Ο Χειμώνας είναι καλός. Άν κι έχει σκοτώσει πολλούς από ’μάς καί πρέπει νά βρείς ένα μέρος που νά εμποδίζει τόν λυσ- σασμένο άνεμο νά σέ φτάσει, ανάβεις μιά καλή φωτιά καί τρώς μιά ζεστή σούπα τήν ώρα που τά συλλογίζεσαι όλα αυτά, ενώ έ- ξω τό χιόνι έχει σκεπάσει τά βήματά σου, σκεπάζει σιγά σιγά τίς πατημασιές καί τών άλλων που χάθηκαν βαθειά βουλιαγμέ- νοι στή λάσπη, σκεπάζει καί τήν ίδια την λάσπη, κι αυτόν που έχει διπλοκουμπώσει τό παλτό του, ο λυσσασμένος άνεμος τόν τρυπάει πέρα πέρα κι αναγκάζεται νά χτυπήσει τήν πόρτα σου, δειλά στήν αρχή, βροντοκοπώντας καί φωνάζοντας μετά από λίγο, αλλά μήν διστάζεις, είναι φανερό ότι τήν έχει απαρνηθεί, σάν ένα παραλίγο θύμα της πρέπει νά του φερθείς, άνοιξέ του, ίσως είναι έτσι επειδή δέν σέ έχει συναντήσει ακόμα, αλλά κι άν κάποτε έτυχε νά συναντηθείτε δέν είχε καιρό, ήταν Άνοιξη άν θυμάμαι καλά, ή Καλοκαίρι, ποιός θά ενδιαφέρονταν γιά σέ- να τότε, μόλις σέ είχε προσπεράσει καθώς σκυφτός σέ μιά γω- νιά έτρωγες κάτι χόρτα που φύτρωναν στή ρίζα ενός χαμηλού τοίχου περιμένοντας τό Φθινόπωρο, “αφίστε με νά σάς πλύνω τά πόδια”, είπα καθώς είδα τά ματωμένα του δάχτυλα μέσ’ από κάτι λασπωμένα παλιοσάνδαλα που φορούσε. 1-10-1995 Τήν γάτα μας τήν σκότωσε αυτοκίνητο. Ήταν πολύ έξυπνη καί είχε περάσει τήν περίοδο που οι γάτες τρέχουν μόνες τους κάτω απ’ τίς ρόδες σάν νά θέλουν ν’ αυτοκτονίσουν. Έπεσε όμως πά- νω σ’ έναν πιό έξυπνο οδηγό που οδηγούσε ένα μοντέρνο χαμη- λό αμάξι, απ’ αυτά που έχουν σπουδαία αντανακλαστικά κι ό- ταν είσαι μέσα τους νομίζεις ότι πάς μέ 30 ενώ τρέχεις μέ 100. Ο οδηγός τήν είδε καί φρενάρησε γιά νά μήν λερώσει τό αμάξι του μέ αίματα. Η γάτα μας, όπως είχε κάνει κι άλλες φορές ό- ταν καταλάβαινε ότι δέν προλάβαινε νά φτάσει απέναντι, χα- μήλωσε κι έμεινε ακίνητη, αλλά τό αμάξι φρενάρισε τόσο καλά ώστε σύρθηκε μέ τήν κοιλιά μόλις λίγο ψηλότερα απ’ τήν ά- σφαλτο καί τήν χτύπησε στό κεφάλι. Έτσι λερώθηκε. Ο οδηγός κατέβηκε λυπημένος, τήν έπιασε απ’ τήν ουρά καί τήν τράβηξε στήν άκρη τού δρόμου αφίνοντας πίσω του μιά κόκκινη γραμμή. Μετά έφυγε. Ήταν ένας οικολογικός οδηγός, αλλά είχε χαμηλό αμάξι. Κατεβήκαμε απ’ τό μπαλκόνι καί τήν θάψαμε στό οικόπεδο που είχαμε θάψει τά παιδιά της από τέσσερις γέννες. Τό μεγαλύτερο πρόλαβε νά φτάσει δύο χρονών. Ήταν η πιό έξυπνη καί πιό πα- θιασμένη γάτα που υπήρχε. Ο μαύρος Άμλετ, ο γάτος μας που χάθηκε, τήν είχε φέρει μαζύ του πάνω στό σπίτι, ακόμα μικρού- λα καί ντροπαλή, από τό μακρύ ξύλο πού είχαμε στερεώσει στό απέναντι δέντρο. Έπρεπε νά σκαρφαλώσεις στό δέντρο, νά κά- νεις ισορροπία δυό μέτρα καί μετά έφτανες στό μπαλκόνι. Στούς μεγάλους τους έρωτες τόν είχα δεί νά τήν σέρνει σ’ όλα τά δωμάτια τού σπιτιού από τό σβέρκο, μουγγρίζοντας, ενώ ε- κείνη ούρλιαζε σιγανά σάν λάμια καί κουνούσε τό ωραίο της σώμα : ένα φίδι τυλιγμένο επάνω του. Τήν λέγανε Αλήτα. Γεν- νούσε τήν Άνοιξη σ’ ένα χαρτόκουτο που τής βάζαμε στό μπαλ- κόνι καί τό στρώναμε μέσα μέ μιά παλιά πετσέτα. Τίς δυό πρώ- τες φορές γέννησε στό κρεββάτι τής Σαπφώς πού ήταν χαμηλό. Τήν πρώτη φορά έκανε μόνο ένα αρσενικό. Περιμέναμε μιά βδο- μάδα νά βγάλει καί τ’ άλλα. Τελικά τό πήραμε απόφαση. Περ- ποιώταν τά παιδιά της, τά έγλυφε καί τά θήλαζε καί έτρεχε σέ κάθε φωνίτσα τους. Ήταν πολύ καλή μάνα. Όταν μεγάλωναν λίγο τούς έφερνε ζωντανά ποντίκια καί τά μάθαινε νά κυνηγά- νε. Όταν όμως μεγάλωναν ακόμα καί προσπαθούσαν νά τήν πλησιάσουν τά έδωχνε άσπλαχνα. Έπρεπε νά μάθουν νά ζούνε μόνα τους. Πάντα μάς παρεξένευε τόση σκληράδα μετά από τό- ση αγάπη. Αλλά μετά τήν δεύτερη γέννα τό μυαλό της έπαθε μιά σύγχυση. Εξακολουθούσε νά φέρνει ποντίκια από τό χωράφι απέναντι καί νά ψάχνει νά τά βρεί στό μπαλκόνι όπως έκανε όταν ήταν μικρά γιά νά τούς τά δώσει. Μετά έψαχνε όλο τό σπίτι, κάτω απ’ τά κρεββάτια, μέ τό ποντίκι στό στόμα ζωντα- νό, κι όταν δέν έβρισε κανένα παράταγε τό ποντίκι όπου νάναι κι έφευγε ζαλισμένη. Τρέχαμε τότε σάν τρελλοί νά πιάσουμε τό ποντίκι που τάχε χάσει πιό πολύ καί νά τό πάμε στό χωράφι. Μέ κάθε γέννα, τρελλαίνονταν πιό πολύ, ξέχναγε εντελώς ότι τά παιδιά της μεγάλωσαν καί τά ’διωξε κι ήταν νά τήν λυπά- σαι όπως νιαούριζε. Καλλίτερα ο άνθρωπος που αργεί νά μεγα- λώσει καί που τά παιδιά διώχνουν τούς γονείς. Στήν γειτονιά μας υπάρχει ένα τέτοιο ίδρυμα. Πήγαινα καμμιά φορά καί πα- ρακολουθούσα τούς γέρους που έφερναν βολτες ζαλισμένοι στήν αυλή. Ήταν κι αυτοί σάν τήν Αλήτα. Έψαχναν τά παιδιά τους. Δέν φαντάζομαι νά αναγνώριζαν αυτούς που τούς επισκέπτο- νταν κάπου κάπου. Τά αυτοκίνητα, πρίν καμμιά σαρανταριά χρόνια, είχαν αρχίσει νά σκοτώνουν τά σκυλιά στούς μεγάλους δρόμους, μετά είχαν χτυπήσει καί τίς γάτες στίς γειτονιές, τώρα σκοτώνουν συνέ- χεια ανθρώπους. Έχουν γεμίσει τούς δρόμους μέ νεκρά καί πλη- γωμένα πλάσματα όλων τών ειδών. Συνέχεια ανοίγονται δρό- μοι. Εγώ πάτησα μιά φορά ένα σαλιγκάρι. Τό κρέας του έλειω- σε κάτω απ’ τό παπούτσι μου καί τό κέλυφός του κομματιάστη- κε. Από τότε όταν έχει υγρασία κοιτάζω κάτω. Αλλά, όσο κι άν προσέχω, έχω πατήσει κι άλλες φορές. Καί ούτε μπορώ νά υπο- λογίσω πόσα πολύ μικρά πλάσματα έχω σκοτώσει περπατώντας όλα τά χρόνια μου. Ακόμα καί μέσα μου σκοτώνονται συνέχεια μικρά όντα. Βέβαια τίποτα δέν χάνεται. Τά μικρότερα ζώα τρέ- φονται μέ τά πτώματα τών μεγαλύτερων, τά μεγάλα μέ τά σώ- ματα τών μικρότερων, κι ό,τι περισσεύει γίνεται λίπασμα γιά τό χορτάρι που τρέφει τά χορτοφάγα. Τελικά όλα τρώνε. Τρωγό- μαστε. Μόνο ο πόνος περισσεύει καί οι συνειδήσεις που δέν έ- χουν πού νά πάνε. Αυτά όλα τά καταλαβαίνω. Είναι δυστυχήματα. Ακόμα κι όταν οι άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους, ακόμα καί οι πόλεμοι, α- κόμα κι όταν ένας άνθρωπος σκοτώνει έναν άλλον από μίσος, ή τόν καταδικάζει σέ αργό θάνατο, σέ μιά ζωή δουλείας, γιά νά τόν εκμεταλλευθεί, όλα αυτά είναι δυστυχήματα. Υπάρχουν πο- λύ δυνατοί μέ μεγάλη εξουσία καί πλούσιοι άνθρωποι. Ολόκλη- ροι λαοί, μεγάλες ομάδες ανθρώπων, έθνη, όλος ο πλανήτης, ί- σως κι άλλα που δέν μπορώ νά φανταστώ, κυβερνιούνται απ’ αυτούς. Αυτό είναι δυστύχημα. Όλοι είμαστε δυστυχισμένοι για- τί ζούμε μέσα στά δυστυχήματα. Υπάρχουν οι φτωχοί δυστυχι- σμένοι. Είναι υποχρεωμένοι νά δουλεύουν καί νά υπακούουν στούς πλούσιους δυστυχισμένους. Οι πλούσιοι δυστυχισμένοι ζη- λεύουν λιγάκι τούς φτωχούς δυστυχισμένους από πλεονεξία. Τε- λικά είναι πολύ βλάκας αυτός που έφτιαξε τόν κόσμο. 4-10-1995 Δέν τίθεται θέμα εξυπνάδας -είμαστε ανίκανοι νά καθορίσουμε ένα οποιοδήποτε μέτρο-, αντίθετα, είμαστε εξαιρετικά ικανοί (σάν τό “ενεργητικό περιεχόμενο” ενός ευρυτέρου περιέχοντος “παθητικού” συνόλου), νά προσθέτουμε μικρά κομμάτια νοήμα- τος (καταλαβαίνουμε μόνο μία πράξη: τήν πρόσθεση) από τίς παρατηρήσεις μας, σ’ αυτό που ήδη αισθανόμαστε (χωρίς κατ’ α- νάγκην νά μπορούμε νά τό εκφράσουμε μέ κάποιον τρόπο), συ- γκεντρώνοντας έτσι τίς ελαφριές μάζες τους κι αφίνοντάς τες ελεύθερες νά περιδιαβαίνουν σ’ αυτό τό ανεξήγητο πάρκο (έναν τόσο μυστηριώδη τόπο), όπου ακολουθώντας πιθανόν κάποιο σχέδιο που δέν θά ήταν δυνατόν νά γνωρίζουμε εκ τών προτέ- ρων, ελπίζουμε ότι ξαφνικά μπορεί νά τον μεγενθύνουν (θά συ- νεργασθουν μ’ αυτό που αισθανόμαστε έχοντας ίσως κάποιο συ- γκεκριμένο στόχο που, εμείς, μόνο σάν μεγέθυνση μπορούμε νά αντιληφθούμε), κάνοντας και τίς πιό ασήμαντες λεπτομέρειές του καθαρές, ακόμη καί σέ ένα αδύναμο βλέμμα όπως είναι συ- νήθως τό δικό μας. Τήν Άνοιξη συλλαμβάνουμε νοήματα που έχουν μόνο κεφάλι, βιαστικά χάνονται στίς τσέπες μας σάν νομίσματα, γρήγορα βγάζουνε ρίζες καί ανθίζουν -τά ποτίζουμε άλλωστε μ’ ένα πο- τιστήρι-, μ’ αυτά πληρώνουμε ακριβά συναισθήματα, κι ύστερα φτωχοί αναπολούμε τά περασμένα τόν Χειμώνα, χτυπώντας κά- που κάπου ελαφριά τό κεφάλι μας στό χιόνι που τρίζει αναστε- νάζοντας. Ο Καλοκαιρινός λίβας ξεραίνει τά χόρτα καί μάς δυσκολεύει στό περπάτημα, νοσταλγούμε τίς βροχές τού Φθινοπώρου κι ε- πειδή τίς νοσταλγούμε φτάνουν, κοντεύουμε νά πνιγούμε στά νερά, προτιμότερα τό απαλό χιόνι, αλλά γιατί νά μάς κάνει τό χατίρι ο Χειμώνας, ο Χειμώνας δέν κάνει χατίρια, άς φωνάξου- με καλλίτερα τήν γαλανομάτα Άνοιξη, δέν επιτρέπεται νά τήν προδώσουμε όμως αυτήν, μπορεί τά μάτια της νά γεμίσουν πρά- σινο μίσος. Ξαναγυρίζουμε στήν σιωπή. “Μπορώ ακόμα νά αισθάνομαι!”, μού είπες, “κι αυτό είναι στ’ αλήθεια ένα θαύμα όσο τό συνειδητοποιείς, όσο καταλαβαίνεις ότι αυτά τά μικρά νοήματα που κολλάνε υγρά απ’ τήν Φθινο- πωρινή βροχή στό πρόσωπό σου ή φυτρώνουν μέσα σέ μιάν Α- νοιξιάτικη νύχτα, ζηλεύοντας τά μπουμπούκια που θ’ ανθίσουν τό πρωΐ, στό δέρμα σου, καί ζημώνονται μέ τήν λάσπη καί τόν ιδρώτα στά ματωμένα από τά πρόχειρα πέδιλα πόδια σου καθώς στρίβεις βιαστικά τά μονοπάτια που παίρνουμε αναζητώντας τόν δρόμο μας τό Καλοκαίρι -μήπως κι άν δέν προφτάσεις νά ξεκρεμάσεις τό παλτό σου απ’ τήν κρεμάστρα σού παγώσουν τά στήθεια όταν σέ χτυπήσει ο λυσσασμένος άνεμος τού Χειμώνα-, προλαβαίνουν, όσα δέν είναι υπεβολικά βαρειά ώστε νά χαθούν σέ κάποια λακκούβα τής σύντομης διαδρομής που τούς μένει νά διανύσουν ακόμα ή δέν έχει παραμορφωθεί τό εσωτερικό τους σέ έναν τέτοιο βαθμό που έστω καί μετά από μιά εύκολη προ- σπάθεια νά φτάσουν νά μήν έχει μείνει παρά ο θόρυβος τών ά- γνωστων συστατικών τους καθώς διαλύονται λίγο πρίν απ’ τό τέλος, προλαβαίνουν λοιπόν νά χτυπήσουν τήν εξώπορτά σου καί νά ζητήσουν νά τά φιλοξενήσεις -πράγμα που δέν σού επι- τρέπεται νά αρνηθείς, ούτε ακόμα νά έχεις αντιρρήσεις γιά τόν τόπο που θά διαλέξουν, μόλις συνηθίσουν τό χαμηλό φώς κι αυ- τό τό απόλυτο ένστικτο που τά διακρίνει τά οδηγήσει σέ κάποιο δωμάτιο, τό οποίο ίσως θά ήθελες νά μείνει ελεύθερο γιά κάτι πιό φανταχτερό αλλά που συμβαίνει νά είναι τό δικό τους-... Επειδή δέν είναι δυνατόν νά γνωρίζουμε από πρίν τί θά συμβεί σ’ αυτό που αισθανόμαστε άν συνεχίσουμε νά τού προσθέτουμε μικρά νοήματα, όπως αναγκαζόμαστε νά κάνουμε ερεθισμένοι διαρκώς από τό περιβάλλον (αρχίζει νά περιπλανιέται ψάχνο- ντας μέ αγωνία κάποιον τρόπο νά εκφραστεί, ανοίγοντας έναν δρόμο πρός τά έξω μέσα από τά στρώματα λίπους που τό πνί- γουν, φωνάζοντας κάποιον νά τό βοηθήσει, αλλά, αλλοίμονο, ποιός άλλος υπάρχει εδώ εκτός από ’μάς; Δέν ξέρουμε πού δη- μιουργήθηκε, πότε κατάλαβε ότι κάπου είναι κλεισμένο, μόνο τήν φωνή του ακούμε, αλλά είναι μήπως αρκετή αυτή γιά νά μάς οδηγήσει, τόσο σιγανή, μεσ’ από τόσο βάθος, έχοντας σχε- δόν ξεψυχήσει από τήν προσπάθεια, σκάβουμε λοιπόν μέ τήν ί- δια αγωνία εδώ κι εκεί νά τό βρούμε, όλο λακκούβες έχουμε γε- μίσει τό σώμα μας, ο ήχος απ’ αυτή τήν μοναδική γεμάτη λα- χτάρα φωνή χτυπάει μέσα τους καί στρίβει, κάπου κάπου στεκό- μαστε ν’ αφουγγραστούμε, πώς είναι δυνατόν νά είμαστε βέ- βαιοι ότι πρόκειται μόνο γιά μιά φωνή, εδώ χιλιάδες ζητούν νά απελευθερωθούν, τό δέρμα μας γεμίζει σπυριά σέ μιά νύχτα τήν Άνοιξη...)... Αυτό που αισθανόμαστε είναι αδύνατον νά εκφραστεί, τά Κα- λοκαιρινά βράδυα δίπλα στήν θάλασσα φουσκώνει καί μέ τήν χαριτωμένη κίνηση ενός απαλού κύματος πάνω στά χαλίκια τής αμμουδιάς τσακίζει σέ χίλια μικρά νοήματα, αστραφτερά κάτω απ’ τό φώς τής Σελήνης, σάν κι αυτά που χαμογελώντας φωτίζει τό ίδιο γλυκά εκείνη στούς κύκλους απ’ τό βότσαλο που έχει αφίσει νά πέσει στό νερό η Σαπφώ ψιθυρίζοντας: “κέ- λομαί σε Γογγύλα”. Κόντευε σχεδόν νά ξημερώσει, κοιτούσα τό σώμα μου, μέσα στίς χίλιες μυρωδιές τής νύχτας γυάλιζε τό φώς τών άστρων στήν κοιλιά του, τό στήθος του ανάσαινε ήσυχα, κάπου κάπου ανα- στέναζε, ήταν φανερό ότι άλλαζε χωρίς νά μπορώ νά τό εμποδί- σω, σέ λίγο δέν θά τό αναγνώριζα, μού τόπαιρναν, τί είχε μπεί έτσι όπως ξάπλωσε απροστάτευτο μέσα του από τήν γή, όσο ή- ταν μέρα τό προφύλαγα: άνοιγα τά μάτια του κάθε φορά μόλις ένοιωθα τό κεφάλι του νά γέρνει, στ’ αφτιά του που άκουγαν τυφλά απ’ τούς απίστευτους θορύβους της φώναζα τό όνομά μου νά μή μέ ξεχάσει: “έ ’σύ!”, καί πάλι: “έ ’σύ!”, χτυπούσα τό χώμα τρυφερά μέ τό πόδι μου πρίν τό αφίσω νά κάνει τό δικό του βή- μα (τό χώμα πρέπει νά τό προειδοποιούμε νά μείνει εδώ χαϊδεύ- οντας το μέ τό γυμνό μας πόδι, αλλοιώς μπορεί νά θυμηθεί πε- ρασμένες δικές του βιαστικές δουλειές -νά στηρίξει π.χ. κά- ποιον που τρέχει ν’ αγκαλιάσει έναν αγαπημένο-, καί νά έχει φύγει ξαφνικά σάν ζαλισμένη μεγάλη γάτα που ψάχνει τά μι- κρά της), οπισθοχωρούσα μέ σύνεση καθώς ερχόταν κατά πάνω μου, ορμούσα τό κατόπι του όταν μέ ξεπερνούσε, ξέπλενα τόν ι- δρώτα στό μέτωπό του, δοκίμαζα μικρά κομμάτια απ’ τήν τροφή του πρίν τήν αγγίξει, κάπου κάπου τό ακουμπούσα, τό άφινα νά ανασάνει δίπλα μου προσέχοντας τά χέρια του που έκλειναν στόν αέρα ψάχνοντας νά κρατηθούν, τά μέσημέρια τό έβαζα νά σταθεί μέ τίς μύτες τών δακτύλων του πάνω στόν βράχο (μισό μέτρο έβγαινε απ’ τήν θάλασσα αλλά ποιός μπορεί νά μετρήσει τόν τρόμο ενός βήματος στό κενό;, κι αυτό αγαπούσε τόν τρό- μο...). Τί είχα παραλείψει; Τί μού ξέφυγε; Μήπως τό παράντησα; Μήπως τό ξέχασα γυμνό; Είχε πετάξει τά σκεπάσματα γιά νά μέ σκοτώσει; Ήταν η Άνοιξη που φαρμακώνει τίς καρδιές; Από πού μπήκε αυτό που θά μέ ξημερώσει αντίς γιά κείνο; Τί θά μέ ανθίσει ξανά; Μπορώ ν’ ανθίσω σέ οποιαδήποτε εποχή. Στήν αρχή, ιδίως όταν κάνει κρύο, τό χώμα είναι σκληρό, αλλά μετά, όταν τού προ- σφέρω τά δώρα που μού χάρισες, μαλακώνει από απληστία κι αυτό, άν καί δείχνει έναν αδύναμο χαρακτήρα, δέν μ’ εμποδίζει νά γίνω αργότερα φίλος του άλλωστε κι εγώ είμαι άπληστος, δύο μού δίνεις καί τέσσερα θέλω, αλλά καί ένα άν μούδινες θά σού φίλαγα τά πόδια, όχι εσύ που μού δίνεις ό,τι σού ζητήσω! Μπορείς νά μού δώσεις έστω καί ένα απ’ ό,τι σού ζήτησα; Όχι, δέν μπορείς, μ’ αφίνεις εδώ στό σκληρό χώμα πού οι ρίζες μου δέν μπορούν νά περάσουν, νά σέρνομαι σάν τό σαλιγγάρι, ενώ ξέρεις πως πρέπει νά μπώ βαθειά τί νά μού κάνουν εμένα οι βροχές που θά τό μαλακώσουν άν δέν έχω τήν δικιά σου ευχή. Μπορείς τάχα νά μού δώσεις έστω καί ένα απ’ ό,τι σού ζήτησα; Όχι, δέν μπορείς, μ’ αφίνεις εδώ νά βλέπω τό σκληρό χώμα, τό δοκιμάζω μέ τό πόδι μου, γονατίζω καί τό χαϊδεύω, ακόμα καί οι πιό δυνατοί βράχοι είναι γεμάτοι καλωσύνη ακόμα καί οι χειρότερες λάσπες, αλλά εγώ δέν έχω ρίζες νά τό περάσω καί νά τραφώ απ’ αυτό, δέν μιλάω τήν δικιά του γλώσσα, σέρνομαι σάν τό σαλιγγάρι επάνω του, κάπου κάπου, όταν ο ήλιος γίνε- ται αβάσταχτος, προσπαθώ ν’ ανοίξω μιά τρύπα μέσα του, όμως καί μέσα στήν πιό βαθειά τρύπα που μπορώ ν’ ανοίξω τό σώμα μου περισσεύει ματωμένο περιμένοντας... ενώ μ’ εσένα που μι- λάω τήν ίδια γλώσσα, που ακόμα κι ένα απ’ ό,τι σού ζήτησα άν μού ’δινες, αυτό, τό μεγαλύτερο θηρίο, δέν θά είχε μήπως πάψει νά φοβάται;, δέν θά μπορούσε κανείς νά ξαπλώσει επάνω του χωρίς νά ματώσει; τί νά μού κάνουν εμένα οι βροχές που θά τό μαλακώσουν άν δέν έχω τήν δικιά σου ευχή. Μέ τήν ευχή σου φορτωμένη στήν πλάτη μου σέρνομαι σάν τό σαλιγγάρι πάνω στό χώμα, μέ τό ζόρι τήν κρατάω στήν θέση της καθώς αρχίζει νά γλυστράει όταν γέρνω πρός τό μέρος σου, πού πάς αλήθεια περπατώντας έτσι βιαστικά σ’ αυτόν τόν ά- γριο τόπο, πώς τήν ακούμπησες έτσι απρόσεκτα χαμογελώντας σ’ αυτό που σέ προσκαλούσε επάνω μου, “κράτησέ τη μιά στιγ- μή” ακούω τόν αέρα νά προσπαθεί νά συλλαβίσει στό αυτί μου, μά εγώ δέν ήμουν ζωντανός πρίν μέ αγγίξει εκείνη, είναι σω- στό επειδή μάς έγνεψε κάποιος που τόν επιθυμούμε, επειδή μάς προσκάλεσαν μέ μιά ευγενική χειρονομία στό πλάϊ του, νά δί- νουμε τήν ευχή μας στόν διπλανό μας -ένα κουβαρι που δέν έχει ακόμα ψυχή μέσα του, που ακομα δέν τόν έχουνε τελειώσει-, νά τού δίνουμε αυτήν τή βαρειά, βασανιστική παράκληση νά μάς βοηθήσει, καί νά περπατάμε τόσο βιαστικά σκύβοντας ελαφριά όπως πάντα από τό βάρος της που ίσως έχουμε ξεχάσει αμέσως κιόλας από τήν χαρά μας γι’ αυτή τήν αναπάντεχη πρόσκληση ότι τώρα πιά τό ακουμπήσαμε επάνω του, φυσώντας λίγον αέρα στό αυτί του, αγγίζοντας τά δάχτυλά του τρυφερά, φιλώντας τον στά χείλια γλυκά καί ζωντανεύοντάς τον, καί περπατάμε τώρα τόσο βιαστικά ώστε νά μάς χάνει, ώστε νά μήν μπορεί νά σκεφτεί παρά πώς θά ανακαλύψει τήν διεύθυνση που τόν στρέ- φει, πώς θά κάνει τό βήμα που τόν φέρνει πιό κοντά, μέσα σ’ αυτόν τόν άγριο χώρο, πρίν περάσει εκείνη η <στιγμή> καί τήν χρειαστείς πάλι. Πρίν περάσει <εκείνη> η στιγμή σφίγγω τήν ευχή σου στό στήθος μου γιατί ακολουθώ τά βήματά σου σ’ αυτούς τούς άγριους τό- πους; μήπως εσύ ενδιαφέρεσαι γιά μένα; μήπως άν είχα σκο- ντάψει θά γύριζες πίσω νά μέ σηκώσεις; θά σκούπιζες τό αίμα απ’ τήν πληγή μου μέ τήν γλώσσα σου; θά έσκιζες ένα κομμάτι απ’ τό πολύτιμο ρούχο σου γιά νά μού τήν δέσεις; θά μ’ έπαιρ- νες απ’ τό χέρι νά συνεχίζαμε μαζύ;. Όχι δέν θά τά ’κανες όλα αυτά. Ποιός είμαι εγώ λοιπόν που χύνω τό αίμα μου γιά σένα; Μάζεψα από κάτω ένα κουρέλι, αυτό είναι αλήθεια, τό σφίγγω στό στήθος μου, ίσως είναι κάτι πολύτιμο, δέν είν’ εύκολο νά καταλάβεις όταν τριγυρνάς γυμνός από δώ κι εκεί, γιατί νά μού τό πάρουν; Τρέχω στά χωράφια ακούγοντας τό βήμα σου πί- σω μου, τά πολύτιμα ρούχα σου μ’ εμποδίζουν, σάν πολεμικές σημαίες πλαταγίζουν στόν αέρα, τό ξέρω, έχεις εξαπολύσει τόν στρατό σου νά μέ βρεί, νά μέ σταματήσει, τά άλογα τσακίζουν μέ τίς σιδερένιες τους οπλές τούς σκληρούς σβώλους δίπλα μου, οι ιππότες σου μέ παραμερίζουν γελώντας κι ορμούν μπροστά, μόνο επειδή σκόνταψα κάπου, μόνο επειδή γδάρθηκα σέ κάτι α- γκάθια που δέν πρόλαβαν νά παραμερίσουν από συμπόνια έχω ματώσει, μακρυά βλέπω νά φεύγουν τά τρομερά σου τάγματα, ποιός είμαι εγώ που χύνω τό αίμα μου γιά σένα; Κι όμως έχεις γυρίσει όχι από λύπη, όχι από κατανόηση, όχι γιά νά διασκεδάσεις, αλλά από έρωτα. Σ’ αγκαλιάζω καί σέ σφίγγω στό στήθος μου, στούς τσακισμένους σβώλους ξαπλώ- νουμε καί μέ φιλάς γλυκά στό στόμα ζωντανεύοντάς με, η ανά- σα σου στ’ αυτιά μου ψιθυρίζει: “γιά πάντα, γιά πάντα”, πιό ’κεί ο στρατός σου μάς κοιτάζει μέ θαυμασμό, “μή σκοτώνεις πιά” προφταίνω νά πώ εκείνη την <στιγμή>. 14-11-1995 Τήν Άνοιξη τό χώμα είναι σκληρό, οι κατάδικοι τό πριονίζουν σέ μεγάλα κομμάτια μέ ειδικά πριόνια, χαμογελάνε σάν παιδιά μέ τήν άκρη τών χειλιών τους, “πώς σέ λένε εσένα;” ρωτάω, “Φιοντόρ”, “κι εσένα;”, “Φιοντόρ είμαστε δίδυμοι καλέ μου κύριε καί τήν ευγενία σας πώς τήν λένε;”. “Φιοντόρ”, είπα, “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ είμαι κι εγώ δίδυμος”. “Πώς σέ λένε κατάδικε;”, ρώτησα. “Φιοντόρ”, απάντησε κοιτά- ζοντάς με στά μάτια. “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ”. “Είμαστε δίδυ- μοι”, είπα. “Καλλίτερα νά μήν μιλάμε γιά τόν Χειμώνα σ’ αυτά τά μέρη”, είπε δυσαρεστημένα ο Λοχαγός. Τά μάτια του στένεψαν σάν νά τόν τύφλωσε τό χιόνι. “Ρίξε ακόμα λίγα ξύλα στήν σόμπα Φιο- ντόρ”, ψιθύρισε τόσο σιγά που δσκολεύτηκα νά τόν ακούσω. “Τί λέτε;”, ρώτησα. Έδειξε μέ τό δάχτυλο μιά σκιά στό βάθος τής καλύβας, κοντά στόν σωρό τά ξύλα, καθισμένη σ’ ένα σκα- μνί δίπλα στήν μαντεμένια σόμπα. “Μήν τόν φοβάστε”, είπε υ- ψώνοντας τήν φωνή του. “Είναι κουφός. Γυρίστε του τήν πλάτη γιά νά μήν μπορεί νά διαβάσει τά χείλια σας. Είμαστε δίδυμοι”. Χτύπησε τό πόδι του κάτω. “Είμαι δίδυμος μέ μιά φρίκη!”, μού- γκρισε. “Είμαι κάθε βράδυ δίδυμος”. Έβγαλα τό μπλοκάκι μου καί τράβηξα από τήν ειδική θήκη που είχε στό πλάι του τό στυ- λό. Ήταν ένα κομψό δώρο. “Πέστε μου τό επώνυμό σας”, είπα κι έγραψα επάνω επάνω στήν άκρη: ΕΠΩΝΥΜΟ:. “Ντοστο- γιέφσκυ”, είπε. “Σκοπεύετε νά τόν σκοτώσετε;”, ρώτησα. Οι κατάδικοι είχαν κόψει τό χώμα σέ τετράγωνα κομμάτια μέ ειδικά πριόνια, καί τώρα κάθονταν καπνίζοντας, στηριγμένοι ο ένας στήν ράχη τού άλλου, χαμογελώντας σάν μικρά παιδιά “μή μού πείτε ότι όλους σάς λένε Φιοντόρ”, είπα χαμογελώντας κι εγώ. “Μάλιστα κύριε”, απάντησε πρόθυμα ο μεγαλύτερος. “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ. Είμαστε δίδυμοι”. “Καί γιατί κατη- γορείσθε;”. “Δέν μπορούμε νά απαντάμε στόν καθένα γιά τόσο σοβαρά πράγματα”, είπε ο νεότερος επιθετικά. “Δέν φοράμε α- λυσσίδες γιά νά μάς ειρωνεύονται. Καί γιατί ενδιαφέρεσθε;”. Δέν ξέρω άν θά μπορούσα νά συνεχίσω χωρίς αλυσσίδες. Καί γιατί θέλετε νά μού τίς βγάλετε; Μέ ειδικά πριόνια κόβαμε τό χώμα σέ μεγάλα τετράγωνα κομ- μάτια προσπαθώντας νά τό χωρίσουμε από τήν Φύση που τό βα- σάνιζε σάν μητριά -μάς δυσκόλευε, ήταν Άνοιξη καί όπως κάθε τέτοια εποχή είχε σκληρύνει από ένα τυφλό πείσμα ακόμα καί σ’ εμάς που δέν είχαμε φυτρώσει μέσα του, που ήμασταν τόσο πολύ διαφορετικοί απ’ αυτό ώστε νά περπατάμε επάνω του μέ εμπιστοσύνη (δέν συζητάμε γιά τό νερό, δέν συζητάμε γιά τήν θάλασσα που ήταν ένας πυκνός δηλητηριασμένος αέρας, γέμιζε τά πνευμόνια μας φαρμάκι, άν δέν προλάβαιναν νά σέ τραβή- ξουν έξω καί νά στό βγάλουν ήσουν χαμένος), που γνώριζε τόσο καλά τό βήμα μας, τού χτυπούσαμε συνθηματικά: έν-δυό έν-δυό, αμέσως άνοιγε, πόσοι καί πόσοι κουρασμένοι δέν είχαν ξαπλώ- σει επάνω του, δέν είχαν τυλιχτει σφιχτά μέσα στά ζεστά στρώ- ματά του, δέν είχαν κοιμηθεί βαθειά, προφυλαγμένοι από τίς ξαφνικές αλλαγές που ταράζουν τό μυαλό τού ανθρώπου, δέν είχαν πάρει δύναμη τήν Άνοιξη, όπως τώρα, που προσπαθούσε ξανά νά αντισταθεί στήν ταπείνωση (η Φύση τό είχε χρησιμο- ποιήσει γιά νά σπείρει, τό Φθινόπωρο ((μιά άγρια συμπεριφορά που τήν είχαμε νοιώσει καλά κι εμείς στό πετσί μας όταν μάς μπέρδευε μέ τά λουλούδια της))), ακόμα καί σ’ εμάς λοιπόν δυ- σπιστούσε, διαρκώς σκοντάφταμε, οι πιό πολλοί είχαν δεθεί μέ αλυσσίδες γιά νά μήν μπορεί νά τούς χωρίσει καθώς τό μεγάλο κορμί του αναδεύονταν μέ αγωνία, εκτελούσαν όμως κι αυτοί τό σχέδιο χαμογελώντας σάν μικρά παιδιά καί καπνίζοντας στά διαλείμματα ακουμπισμένοι πλάτη πλάτη πλάϊ στα ειδικά πριόνια τους, μόνο τό όνομά τους μπορούσες νά τούς αποσπά- σεις σέ τέτοιες στιγμές, “πώς σέ λένε κατάδικε;”, “Φιοντόρ, κύ- ριε καί τήν ευγενία σας;”-, εμείς δέν είμαστε δικοί της όπως αυτό, κι άν μάς παγίδευε κάπου κάπου εκτελώντας υποχρεωτι- κά τίς διαταγές της, καμμιά κακία δέν τού κρατούσαμε, ίσα ίσα η καρδιά μας σφίγγονταν όταν ακούγαμε τά ουρλιαχτά της κα- θώς τό μαστίγωνε μαλακώνοντάς το μέσα σέ κάποια καταιγίδα τού Χειμώνα, γύριζε τά σπλάχνα του πρός τά ’πάνω, τό ξέσχιζε μ’ έναν σεισμό, τό κόκκινο αίμα του, σάν κρασί, ήταν μιά λύπη νά τό βλέπεις νά χύνεται, πώς μπορούσαμε νά μείνουμε ασυγκί- νητοι, οι καλλίτεροί μας κατάστρωσαν ένα σχέδιο... “Φιοντόρ”, είπα, “θά μάθει ποτέ πόσο τό αγαπάμε;”. 26-11-1995 Κόβαμε τό χώμα σέ μεγάλα κομμάτια, τό κρέας του κάπου κά- που μάτωνε, έβλεπες εδώ μιά φλέβα νά στάζει κόκκινο αίμα σάν κρασί, πιό κεί νερά νά τρέχουν νά κρυφτούν απ’ τόν φόβο τους, μόλις προλαβαίναμε νά βρέξουμε τά χείλη μας πρίν τά κα- ταπιεί ξανά η άγρια έρημος, οι καλλίτεροί μας είχαν φτιάξει τά σχέδια, κι άν γίνονταν κανένα λάθος, γρήγορα τό διορθώναμε, χαράζαμε πρώτα τόν μαλακό βράχο μέ τά μικρά μας μαχαίρια καί φέρναμε τά σχοινιά, άν ρίξεις υγρή άμμο από τήν θάλασσα σ’ αυτά τά ρηχά αυλάκια καί τρίψεις ένα τεντωμένο σχοινί όλη τή μέρα, οι σύρτες, τά μεγαλόσωμα αδέρφια μας, τραβούσαν μέ τήν δροσιά τής νύχτας ώς εκεί που έπρεπε ό,τι είχαμε χωρίσει, αυτά ήταν τά ειδικά μας πριόνια, μετά στό διάλειμμα καπνίζα- με πλάτη μέ πλάτη χαμογελώντας σάν παιδιά, κοιτάζοντας λί- γο πιό μακρυά, σύμφωνα μέ τό σχέδιο, βαλμένες μέ τάξη πάνω στή βάση τους, οι μεγάλες τετράγωνες πέτρες, έφτιαχναν σιγά σιγά τό μόνο σχήμα που δέν θά τίς άφινε νά κατρακυλίσουν ξα- νά, κι ακόμη πιό μακρυά, πώς τρυπούσαν τόν ουρανό, οι έτοι- μες, τελειωμένες, αυτές που σύμφωνα μέ τό σχέδιο τών καλλίτε- ρών μας, είχαμε αφίσει πίσω μας: οι Πυραμίδες. “Τριάντα αιώνες σέ παρατηρούν. Κοίταξε πίσω σου κατάδικε!”. Στριφογύρισα ξαφνιασμένος. Ο ήλιος τής ερήμου φαίνονταν σάν κόκκινη τελεία στό μαύρο φόντο τών γυαλιών μου. Μακρυά, κάτι τεράστιοι σωροί από πέτρες που τρυπούσαν τόν ουρανό, έ- καναν τήν μοναξιά αβάσταχτη. “Φιοντόρ;”, ψιθύρισα μέ ελπίδα. “Τριάντα χρόνια πριονίζω τά βράχια, καλέ μου κύριε, τριάντα χρόνια χτίζω τά μέγαρα καί τούς τάφους τους. Χάραζα τό κρέας τής γής, έκοβα μεγάλα κομμάτια γιά νά ξαπλώνουν τό περίεργο σώμα τους που δέν τό θέλει τίποτα μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο”. “Φιοντόρ;”, ψιθύρισα στρίβοντας απότομα. Τό στόμα μου είχε ξεραθεί, οι σαύρες παραμέριζαν χωρίς φόβο -γιατί, γιατί θά έ- πρεπε νά φοβούνται, είμαστε από τήν ίδια ράτσα, σερνόμουνα κι εγώ μέ τήν κοιλιά πάνω στήν άμμο, κρυβόμουνα κάτω απ’ τίς πέτρες, σήκωσε άν τολμάς μιά πέτρα, καθώς τρομαγμένο τό άλογό σου κάνει πίσω σάν νά κατάλαβε, τά ρουθούνια του α- νοίγουν, τό τρίχωμά του ορθώνεται, οι δυνατοί μύες στό στήθος του τρεμουλιάζουν, τό στρογγυλό γυαλιστερό του μάτι βυθίζεται μέσα στό δικό μου βλέφαρο, γιατί, γιατί θά έπρεπε νά φοβάται τήν μυρουδιά μου, είμαστε από τήν ίδια ράτσα, κάλπαζα κι εγώ όλη τή μέρα γυμνός τσακίζοντας τούς ξερούς σβώλους στά χω- ράφια τών ανθρώπων, που καί που μιά οχιά τινάζονταν νά φυ- λάξει τή φωλιά της, σάν λουλούδι άνοιγα τό κεφάλι της πανω στό σκληρό χώμα, γιατί, γιατί νά φοβάται καί νά μαζεύει ο κα- βαλάρης μου τά πόδια του, έσφιγγε τά γόνατά του στά πλευρά μου, ένοιωθα τήν ανάσα του νά κόβεται στά δυό από τό ξαφνικό χτύπημα τού μυαλού, ένας συναγερμός είχε κιόλας ξεκινήσει μέσα στήν μαλακιά μάζα, ούρλιαζε καθώς οι έλικες χάλαγαν τό σχήμα τους γιά νά προσαρμοστούν στήν απότομη αλλαγή, α- πό συνήθεια ζητώντας μιά γρήγορη προστασία έγερνε τόν λαιμό του στόν λαιμό μου, γιατί, γιατί, πιό φαρμάκι μπορούσε νά τού αγγίξει εκείνου τήν καρδιά, μιάς συνείδησης τά δηλητήρια τήν είχαν θρέψει γιά χρόνια, μιάς αθώας συνείδησης σάν τής οχιάς που πήγε νά προστατέψει τά μικρά της μέ τόν μόνο τρόπο που ήξερε: δαγκώνοντας, αθώες, αθώες είναι όλες οι συνειδήσεις, εί- μαι εγώ εδώ γιά νά τίς υποδεχτώ καθώς κατρακυλάνε μεγαλώ- νοντας, πηδάνε βαθειές λακκούβες, αποφεύγουν πεσμένα ξύλα, ίσως επίτηδες αφίνουν νά κολλήσουν επάνω τους πολύτιμα α- ντικείμενα, αστράφτουν στό φώς, αλλά ποιά ενδιαφέρεται νά τά προφυλάξει, ποιά απ’ αυτές βλέπει τήν λάσπη σάν λάσπη, ό- ποια τυχερή τήν συναντήσει στόν δρόμο της βουτάει στόν δροσε- ρό βούρκο χωρίς δισταγμό, κάθομαι καί κοιτάζω χαμογελώντας αυτές τίς παχουλές φιλενάδες νά παίζουν αφίνοντας κραυγές χαράς, κάποιες έχουν βγεί στόν ήλιο νά στεγνώσουν ψάχνοντας τήν καρδιά τους που σάν τίς σαύρες έχει κρυφτεί στήν έρημο κάτω απ’ τίς καυτές πέτρες, μέ τήν ηθική ποιάς αισθητικής θά τίς κρίνει τό περιβάλλον, άλλωστε είμαι εδώ εγώ γιά νά περ- ποιηθώ τά τραύματά τους, είναι όλες παιδιά, όσο κι άν έχουν μεγαλώσει βασανίζοντας τούς δούλους τους-... Είχα διατάξει νά ξαπλώσουν τόν νεαρό δούλο πάνω στό μαρμά- ρινο τραπέζι, οι πιατέλλες μέ τά σπάνια φαγητά που μού είχαν κοστίσει μιά περιουσία απομακρύνθηκαν μέ προσοχή, τό γυμνό σώμα του -άν καί ήταν Ιούλιος- φρικιούσε από τήν επαφή μ’ αυ- τό τό σκληρό, σχεδόν τέλειο υλικό τού οποίου η τάξη τών κρυ- στάλλων στό εσωτερικό του αποβάλλει συνεχώς καί ταχύτατα τήν ζέστη που παράγει ένα ζωντανό σώμα (ήταν μιά ιδιότητά του που ελάχιστα είχε χρησιμοποιηθεί), όταν αυτό τό τελευταίο δέν έχει αρκετά πυκνό τρίχωμα ώστε νά προστατευθεί ή κάποιο παχύ στρώμα λίπους ή ακόμα ψυχρό από τήν φύση του αίμα - παρόλο που καί τέτοιου είδους ζώα ακόμα, όπως έχω παρατηρή- σει, προτιμούν τό χιόνι ή τόν πάγο όπου φαίνεται ότι αισθάνο- νται πιό άνετα καί κοιμούνται πιό ζεστά-. Θά τού ελάττωνε τόν πυρετό που ανέβαινε κιόλας καί θά κρατούσε τεντωμένη τήν σπονδυλική στήλη, επιτρέπονας στά μέλη νά αποθέσουν τό βά- ρος τους στήν επίπεδη δροσερή επιφάνεια, χαλαρώνοντας τούς μύες όπως σέ μιά θέση πρίν απ’ τόν ύπνο, επιβραδύνοντας τήν κυκλοφορία τού αίματος και ηρεμώντας τήν καρδιά. Τό δάγκω- μα τής οχιάς τόν είχε χτυπήσει στό τρυφερό του πέος αντί γιά τό απλωμένο του χέρι καθώς είχε γονατίσει επιπόλαια πάνω απ’ τήν φωλιά της μ’ εκείνη τήν παιδιάστικη βεβαιότητα πως τά δι- κά του συναισθήματα θά μπορούσαν νά διαπεράσουν τόν τοίχο τής δυσπιστίας καί τού φόβου που χτίζεται τόσες χιλιάδες χρό- νια ανάμεσα στόν άνθρωπο καί τά ερπετά, καί ήδη αυτό τό ε- ξαιρετικό μόριο τού ανδρικού σώματος, τό τόσο αναγκαίο γιά τήν αναπαραγωγή τού είδους μας όσο καί γιά τούς δρόμους τής ηδονής που επιλέγει ο κάτοχός του, είχε παραμορφωθεί από τό δυνατό δηλητήριο συγκρατώντας το γιά τήν ώρα μέσα στούς δαιδάλους τών αρτηριών καί τών φλεβών που τό αποτελούν χά- ρις σέ ένα λεπτό λουράκι που είχαμε δέσει στήν βάση του βιά- ζοντάς μας ταυτόχρονα νά πάρουμε μιάν γρήγορη απόφαση. Έ- νας εύκολος ακρωτηριασμός καί θά τού είχαμε σώσει τήν ζωή. Αλλά τί ζωή θά ήταν αυτή η σωσμένη ζωή! Οι όρχεις θά έπρεπε κι αυτοί προληπτικώς νά αφαιρεθούν. Τό ωραίο αυτό πλάσμα που κοίταζα νά ριγεί επάνω στό μαρμάρινο τραπέζι τού κήπου μου αντί γιά τό πλούσιο γεύμα τό οποίο οι δούλοι μου κι εγώ προσφέρουμε στούς εκλεκτούς προσκεκλημένους μας τήν πα- γκόσμια ημέρα τών Ευχαριστιών, θά καταδικάζονταν νά ζήσει τήν ζωή ενός γέρου ανθρώπου. Τό λείο δέρμα τού προσώπου του σύντομα θά γέμιζε απ’ αυτές τίς άτριχες ζάρες που τόσο μάς α- πωθούν σ’ έναν δυστυχή ευνουχισμένο, μιά μαλθακότητα σχεδόν γυναικεία αλλά όχι γυναικεία θά σκέπαζε αυτό τό καλογυμνα- σμένο κορμί αφαιρώντας από τούς μύες τά συστατικά εκείνα που μέ τήν άσκηση, υπακούοντας σέ έναν εσωτερικό σχεδιασμό που δέν έχουμε καταλάβει ακόμη, τούς οδηγούν νά αποκτήσουν τήν θαυμάσια κατατομή που έχουμε αποτυπώσει στά αγάλματά μας μέ τέτοια επιτυχία, ακριβώς γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ. Κι αυτό τό μυαλό, ικανό νά δεχθεί τά παραγγέλματα τής καρδιάς καί νά παραμερίσει τόν φόβο, νά μήν προστάξει ένα πήδημα πρός τά πίσω από φρίκη αλλά μιά κίνηση που έφερνε πιό κοντά καί νά μήν επιτρέψει σέ διδασκαλίες καί απειλές γιά μιά αυ- στηρή τιμωρία νά σταματήσουν αυτή τήν αυθόρμητη παρόρμηση γιά επαφή, αυτό τό προσεκτικό άγγιγμα που λέμε χάδι καί που ανοίγει, όταν προτείνεται, τό χοντρό κέλυφος τής ψυχής μ’ ένα ελαφρύ χτύπημα στό κατάλληλο σημείο ((σάν νά προφέρει έναν μαγικό λόγο στόν πολύπλοκο μηχανισμό μέ τήν εντολή νά στρίψει επιτέλους στίς ρόδες του)), αυτό τό μυαλό λοιπόν δέν θά ήθελα νά τό δώ τυλιγμένο στίς ίδιες λευκές γάζες, στίς ίδιες λωρίδες από λινό πανί που θά διασταυρώνονταν σέ λίγο γύρω απ’ τούς όμορφους νεανικούς γλουτούς βοηθώντας μια πληγή νά κλείσει αλλά όχι ένα κενό νά συμπληρωθεί. Έβγαλα τόν ε- λαφρύ χιτώνα μου που τύλιγε ένα σώμα που είχε δεί καί ακού- σει αρκετά, ο χειρούργος μου, που περίμενε ένα νόημα γιά ν’ αρχίσει τήν επέμβαση, έκανε ένα βήμα πίσω καθώς κατάλαβε τήν πρόθεσή μου, αλλά είχα ολοκληρώσει τίς βαθύτερες επιθυ- μίες μου, τά σημαντικά ερωτήματα που βασανίζουν τόν άνθρω- πο από τότε που καταλαβαίνει τόν εαυτό του θά έμεναν έτσι κι αλοιώς γιά αρκετόν καιρό μετά από ’μένα αναπάντητα, ίσως η απουσία μου από τό σχήμα που είχα σχεδιάσει -καί πρίν από λί- γο τακτόποιήσει τίς τελευταίες του νομικές λεπτομέρειες- νά ή- ταν τό ωραιότερο δώρο σ’ αυτούς που χωρίς τό βάρος της θά έμε- ναν γιά τό ξεκινήσουν, τό τεράστιο χτήμα (κληρονομιά από συ- νετούς προγόνους καί μεγαλωμένο απ’ τίς δικές μου αγορές), φαρδύ στόν χάρτη όσο μιά επαρχία, θά διοικούνταν από τόν θά- νατό μου καί μετά από τό συμβούλιο όσων τό κατοικούσαν μέ αιρετούς από μυστική ψηφοφορία καί ανακλητούς ανά πάσα στιγμή αντιπροσώπους στίς κατά τόπον συνελεύσεις, μέ μιά α- ναφαίρετη ... Ήξερα πως υπήρχαν πληγές στό στόμα μου. Τά στρείδια που εί- χαμε φάει εχτές μέ είχαν μέ τόν τρόπο τους εκδικηθεί. Αυτή η μαλακή, δροσερή σάρκα που αφού τήν περιχύσεις μέ λεμόνι γλυστράει στήν γλώσσα σου μήν μπορώντας πιά νά συγκρατη- θεί στό σκληρό της κέλυφος καί που είναι τόσο ελαφριά γιά τό στομάχι ώστε δεκάδες άδεια όστρακα στίς πιατέλλες μπροστά σου μόλις νά σου θυμίζουν ότι έτρωγες εδώ καί πολλήν ώρα, δέν είναι δυνατόν βέβαια νά χαράξει τό τρυφερό εσωτερικό τού στόματος. Η συνήθειά μας όμως νά τά τρώμε απλώνοντάς τα σέ λεπτές φέτες φρέσκου ανανά, αποδεικνύονταν μοιραία γιαυτό που είχα αποφασίσει: οι σκληρές ίνες τού ανανά, κοφτερές σάν ξυράφια μέσα στήν αρωματισμένη ώριμη μάζα του, είχαν χαρά- ξει, όπως η μυτερή κορυφή τού επεξεργασμένου διαμαντιού όπου συγκλίνουν οι έδρες του χαράζει τό γυαλί, τήν γλώσσα μου καί χωρίς αυτό νά είναι οδυνηρό ιδιαίτερα καί παρ’ όλο ακόμα τού ότι ήξερα πως τό σάλιο γρήγορα θά τήν γιάτρευε, ένοιωθα τήν γεύση τού αίματος νά μέ ανατριχιάζει κι είχα ζητήσει νά υπάρ- χει γιαούρτι στό τραπέζι που μέ ανακούφιζε καί μέ τήν θαυμα- τουργή του ιδιότητα νά αναπλάθει τόν κατεστραμένο ιστό στά εγκαύματα έδιωχνε μακρυά τήν αίσθηση τού καψίματος. Υπήρχαν λοιπόν μικρές ανοιχτές πληγές. Αλλά δέν θά καθυ- στερήσω μέ άλλες περιγραφές τώρα που τό δηλητήριο κυκλοφο- ρεί στίς φλέβες μου, παρά μέ όσα είναι απαραίτητα γιά νά συ- μπληρωθεί η εικόνα αυτού τού τέλους καί όμως, πολύ περισσό- τερο, τής αρχής, μιάς, όπως ελπίζω, ευτυχισμένης καί δημιουρ- γικής εποχής, ίσως όχι τόσο πλούσιας σέ τραχειές συγκινήσεις όπως η δικιά μας, ούτε γεμάτης από τά δικά μας αλλοπρόσαλ- λα συνοθηλεύματα αξιών -ψευδοεκλεπτισμένα σέ κάποιες πε- ριοχές τους-, τόσο αποκλειστικά απομονωμένα από τά γειτονι- κά τους καί γιαυτό καί τόσο απαιτητικά μέσα στόν δικό τους τόν χώρο ώστε νά κερδίζουν τό δικαίωμα νά επιβάλλουν τήν αισθητική τής ηθικής τους, σέ μάς που τύχαινε νά τόν κατοικού- με, γιά όσον καιρό χρειάζονταν νά μεταβληθεί μέσα στά συγχι- σμένα μυαλά μας σέ ηθική τής δικής μας αισθητικής, αλλά προ- ετοιμάζοντας τό μεγάλο άλμα κάποιας σπάνιας μεταβολής τού ανθρώπου. Ζήτησα απ’ τόν χειρούργο μου νά κάνει μιά μικρή σταυρωτή το- μή, μόλις αγγίζοντας τήν μεγάλη φλέβα, στό σημείο όπου δια- κρίνονταν οι δίδυμες μικρές τρυπούλες από τά δόντια τού φι- διού πάνω στό δέρμα. Αυτός ο ικανός άνθρωπος, που είχε περά- σει από τίς σπουδές του στήν υπηρεσία μου προσφέροντας τήν ε- πιδεξιότητα τών χεριών του καί τίς βασικές γνώσεις του στήν αρχή, σέ όλους μέ τόν ίδιο ζήλο καί τό ίδιο ενδιαφέρον, χαϊδεύ- οντας μέ τό νυστέρι του τήν σάρκα, πότε πότε οδηγώντας το βα- θειά μέσα της γιά νά αφαιρέσει κάποιο χαλασμένο τμήμα ενός οργάνου ή ένα κομμάτι από κάποιο ξένο υλικό που είχε μπεί βί- αια στό σώμα καί αργότερα τήν εφυΐα του καί τήν εμπειρία του γιά τίς περισσότερες παθήσεις τού κορμιού καί μερικές τού πνεύματος όπου ο λόγος χειρουργεί καλλίτερα χωρίς νά χρεια- στεί νά σκίσει τήν σάρκα κι ένα βότανο ανιχνεύει σιωπηλά τόν δρόμο πρός τήν βλάβη γιά νά τής επιτεθεί, λές κι αυτή δέν ήταν παρά ένα στραβοπάτημα έξω από τίς ορισμένες συντεταγμένες που δημιουργούν σέ κάθε στιγμή τήν καμπύλη μιάς ευτυχισμέ- νης ζωής, αυτός λοιπόν ο ίδιος που τόσες φορές είχε σταματήσει στό ξεκίνημά της μιά δυσάρεστη επιπλοκή κάποιας φαινομενι- κά αθώας... 19