ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟ Τέτοιο σώμα έχει γίνει γιά νά τρέξει, νά αναζητήσει, νά βρεί αυτόν που φωνάζουμε κι όχι τό χώμα. Πηδούσες νά πιαστείς απ' τόν αέρα που μάς τριγύριζε σάν νάταν αυτός ακριβώς καί μάς άφινε μέ καλωσύνη νά περνάμε από μέσα του, τά χέ- ρια μας, τά νύχια μας, τά δόντια μας έσχιζαν τήν σάρκα του, ήταν πολύ τρυφερός, βαρύτερο γύρναγε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει τό κορμί μας, τό χώμα πρόθυμο προσπαθούσε νά τό αγκαλιάσει ξανά, λίγη σκόνη γέμιζε τό στόμα μας που ά- νοιγε γιά νά φωνάξει κάποιον άλλον... "ΚάΓΙΑ"

ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟ (222) 7-3-1996 Είμαστε οι μουσικοί. “Γιατί όταν είναι χαρούμενη μεγαλώνει πιό γρήγορα;”. 21-3-1996 “” 20-4-1996 Τέτοιο σώμα έχει γίνει γιά νά τρέξει, νά αναζητήσει, νά βρεί αυτόν που φωνάζουμε κι όχι τό χώμα. Πηδούσες νά πιαστείς απ' τόν αέρα που μάς τριγύριζε σάν νάταν αυτός ακριβώς καί μάς άφινε μέ καλωσύνη νά περνάμε από μέσα του, τά χέ- ρια μας, τά νύχια μας, τά δόντια μας έσχιζαν τήν σάρκα του, ήταν πολύ τρυφερός, βαρύτερο γύρναγε εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει τό κορμί μας, τό χώμα πρόθυμο προσπαθούσε νά τό αγκαλιάσει ξανά, λίγη σκόνη γέμιζε τό στόμα μας που ά- νοιγε γιά νά φωνάξει κάποιον άλλον... Τέτοιο σώμα έχει γίνει γιά νά τρέξει, νά αναζητήσει, νά βρεί αυτόν που φωνάζουμε κι όχι τό χώμα. Πηδούσες νά πιαστείς απ' τόν αέρα που μάς τριγύριζε σάν νάταν αυτός ακριβώς καί μάς άφινε μέ καλωσύνη νά περνάμε από μέσα του, τά χέ- ρια μας, τά νύχια μας, τά δόντια μας έσχιζαν τήν σάρκα του, ήταν πολύ τρυφερός, βαρύ ξαναγύρναγε τό κορμί μας, τό χώμα προσπαθούσε νά τό αγκαλιάσει, λίγη σκόνη γέμιζε τό στόμα μας που άνοιγε γιά νά φωνάξει κάποιον άλλον... Προσπαθώ νά σού κλείσω τό στόμα όταν κοιμάσαι, προσπα- θώ νά σού κλείσω τό στόμα όταν ξυπνάς, αλλά καί μέ κλει- στό τό στόμα φωνάζεις, η σκόνη, απ’ τίς μεγάλες σου ανά- σες, ανακατεύεται μέ τό αίμα σου, φτάνει ώς τά νύχια τών ποδιών σου, τρίζει στά δόντια σου, θά σέ πάρω απ’ τό χέρι, στήν αμμουδιά, στά βράχια, στό νερό. Στήν αμμουδιά, στά βράχια, στό νερό, σέ ακολουθούσα, τά πνευμόνια μου είχαν γεμίσει σκόνη, βαθειά ανάσαινα σάν νά προετοίμαζα μιά φωνή, έστρεφα κιόλας τό κεφάλι πρός τά ‘κεί που μέ περίμεναν, είχα αργήσει αλλά μέ βοηθούσε ο αέ- ρας, ευχαριστώ, ευχαριστώ, τί θά γινόμασταν χωρίς τό λε- πτό του κορμί, χωρίς τήν τρυφερή του σάρκα, μέ νύχια καί μέ δόντια αρπαζόταν η γλώσσα μας από πάνω του, έβαζε τά χείλια μας νά τόν σχίσουν, ένα σφύριγμα, ένας μικρός λιγμός πρίν από κάθε λέξη, ευχαριστώ, ευχαριστώ, λίγο σάλιο στό τραύμα καθώς μιά φράση μού κόβει τήν φλέβα τού μυαλού, έχω γυρίσει κιόλας τό κεφάλι πρός τά ‘κεί που μέ περίμεναν, αργώ, αργώ, αλλά πόσο μέ βοηθάει τό χέρι σου στήν αμμου- διά, στά βράχια, στό νερό νά σέ ακολουθήσω. Περπατούσαμε χαρούμενα πάνω στό νερό, η στεριά κόντευε κιόλας νά χαθεί, δέν θά τήν ξεχώριζες από ένα άσπρο σύννε- φο που είχε ακουμπήσει νά ξεκουραστεί στό χώμα, σιγά σιγά τόχε πάρει ο ύπνος καί βούλιαζε κι αυτό μέσα του, κουνήσα- με πάνω κάτω τά πιασμένα μας χέρια κι άλλαξα βήμα γιά νά ταιριάξω μέ τό δικό σου: άσ' το νά βράζει απ' τό κακό του, εμείς τούχαμε ξεφύγει, κανείς εδώ δέν θ' άνοιγε μιά λακκού- βα νά μάς καταπιεί, κανείς δέν ήταν ύπουλος όπως εκείνο, δροσερές σταγόνες χάϊδευαν τούς αστραγάλους μας καθώς μόλις καί βυθίζονταν λίγο τά δάχτυλά μας στήν αστραφτερή επιφάνεια, “κοίταξε πόσο εύκολο ήταν!” μού είπες καί συμ- φώνησα. “Πόσα πλάσματα ζούν μέσα του!”, είπες γεμάτος θαυμασμό, γονατίζοντας καί κοιτάζοντας βαθειά μέσα στά διάφανα νερά που φαίνονταν σάν νά μάς στήριζαν στήν αστραφτερή τους επιφάνεια. “Πώς είναι δυνατόν νά υπάρχει μόνο καλωσύνη σ’ αυτόν τόν κόσμο; Ακόμα καί μέσα στό χώμα, που τόσο μάς είχε κουράσει προσπαθώντας νά μάς τό δείξει, δέν ζεί παρά μόνο η καλωσύνη. Κοίταξε τώρα αυτός ο αέρας πώς μάς κρατάει, χωρίς κάν καλά καλά νά τού τό ζητήσουμε δυό φορές, χωρίς κάν καλά καλά ούτε οι αστράγαλοί μας νά βρέ- χονται, ίσα ίσα τά δάχτυλά μας βυθίζονται καί λίγος αφρός μάς δροσίζει τό πρόσωπο, κι άν μάς έχει παρασύρει τόσο μα- κρυά απ’ τήν στεριά ο περίπατός μας δέν φαίνεται νά μετα- νοιώνει γιά τήν απόφασή του, ακόμη καί μέχρι τήν μέση τής θάλασσας που ξεκινούν τά μεγάλα κύματα θά μάς πήγαινε γιά νά μάς κάνει τό χατίρι...”. “Τίποτα, τίποτα δέν λογαριάζει τόν άνθρωπο”, είπες καί χτύ- πησες τό πόδι σου μέ δύναμη στήν γυαλιστερή επιφάνεια. Τά πρόσωπά μας που καθρεφτίζονταν ήρεμα επάνω της μέ- χρι εκείνη τήν στιγμή τρεμούλιασαν -είμασταν στή μέση τής θάλασσας, σχεδόν στήν καρδιά της, που ανέβαινε τώρα απ’ τόν βυθό νά μάς συναντήσει όπως θά ταίριαζε άλλωστε σέ έ- ναν ευγενικό οικοδεσπότη ακόμα κι όταν οι καλεσμένοι του φτάνουν ξαφνικά: ορμάει πρός τήν πόρτα, παραμερίζει τόν θυρωρό που επιμένει νά ζητάει εξηγήσεις καί δίνει χαρούμε- να τό χέρι του νά τό φιλήσουν- καί τό μεγάλο σώμα της δι- πλώθηκε απ’ τόν πόνο, ένα βαρύ κύμα, σάν κύκλος, σηκώ- θηκε κι έπεσε αδύναμα, τά νερά χαμήλωσαν πρός τίς μακρυ- νές ακτές... Κοίταξα τόν ορίζοντα: ένας γκρίζος τοίχος έφευ- γε γρήγορα σάν λιγμός. “Τσουνάμι!”, ψιθύρισα ανατριχιάζο- ντας. “Τσουνάμι!”, είπες καί αναπήδησες. Τό μεγάλο κύμα, γεμά- το καλωσύνη, έτρεχε ν’ αγκαλιάσει κιόλας, χάϊδεψε τά μικρά μας χέρια που προσπάθησαν νά τό κλείσουν, χαρούμενοι γλάροι τό συνόδευαν, ένα δελφίνι έπαιξε στήν κορφή του, “πρόσεχε τά μάτια σου” είπα καί γύρισα νά δώ τόν ήλιο. “Πρόσεχε τά μάτια σου”, είπα. Ο γλάρος σάλταρε ίσα στό νερό, οι φτερούγες του τό ακούμπησαν καί σηκώθηκε κό- ντρα στόν ήλιο αφίνοντας τήν σκιά του πίσω, η γαλάζια ρά- χη τόν έκρυβε απ’ αυτά τά στρογγυλά ήρεμα υγρά μάτια, γε- μάτος αγάπη έσκυψε, τό κόκκινό του ράμφος μέ δυό γρήγο- ρες κινήσεις τά φίλησε, είδα τήν απελπισία, τό σκοτάδι, νά τυλίγουν μέ καλωσύνη τό τυφλό πλάσμα... Η απελπισία καί τό σκοτάδι τύλιξαν μέ καλωσύνη τόν τυφλό αδελφό μας, Νίκο, φώναξε τόν θερμαστή σου μέ τό πελώριο χέρι του καί τήν αθώα καρδιά νά τό αποτελειώσει καί νά μοιράσει τά κομμάτια του στούς αδελφούς μας τούς γλά- ρους, πρέπει ν’ αφίνουμε τά όργανά μας στούς αδερφούς μας, ίσως κάποιος ζήσει λίγο παραπάνω μέ τήν καλωσύνη του νά σχίζει σάν φτερούγα τόν ουρανό, ίσα στό νερό θά σαλτάρει νά στραβώσει μ’ αγάπη τ’ αδέλφια μας τά δελφίνια καθώς παίζουν χαρούμενα στήν κορφή τών μεγάλων κυμά- των τρώγοντας μέ καλωσύνη τά μικρά ψάρια που τούς δί- νουν πρόθυμα όπως πρέπει τά όργανά τους. Πώς είναι δυνα- τόν νά υπάρχει μόνο αυτός ο κόσμος, Νίκο, πώς είναι δυνα- τόν νά μήν υπάρχει παρά μόνο καλωσύνη στά υγρά παράξε- νά του μάτια που ακόμη καί τά αδέξια χέρια μας όταν μάς σκοτώνουν σκύβει νά χαϊδέψει τρυφερά, ακόμα κι σ’ εμάς ό- λους τούς σκοτωμένους όταν σαλτάρουμε νά στραβώσουμε τ’ αδέλφια μας πλένει τά πόδια μας στά νερά του, οι φτερού- γες μας σημαδεύουν τόν ουρανό του, ίσα στό κύμα βουτάμε σχίζοντας μέ τά χείλη μας τόν αέρα, λίγο σάλιο στάζει στήν πληγή καθώς μιά φράση κόβει τήν φλέβα τού μυαλού, η γκρίζα ράχη μας κρύβει τήν σκιά κόντρα στόν ήλιο, δυό γρήγορα ξαφνικά φιλιά, η απελπισία καί τό σκοτάδι, μ’ ευ- γνωμοσύνη πέφτουμε ξανά στήν αγκαλιά σου τά τυφλά πλά- σματα. 14-5-1996 Μ’ ευγνωμοσύνη έπεσα ξανά στήν αγκαλιά σου, άπλωσα τά χέρια μου, τά δάχτυλά μου σέ αναγνώρισαν σέ χίλιες μεριές, τί τά χρειαζόμουν τά μάτια, εχθές προχθές σέ φώναζα, σέ εί- χα ανάγκη, πίστευα στά μάτια μου που δέν μπορούσαν νά σέ δούν, ακόμα καί σήμερα θά εξακολουθούσα νά σέ φωνάζω, ακόμα καί σήμερα δέν θά μπορούσα νά σέ βρώ άν δέν είχε πέσει ίσα στό νερό ο γλάρος νά μέ στραβώσει, η γκρίζα μου ράχη έκρυβε τήν σκιά του, δυό κόκκινα φιλιά μέ βύθισαν στό σκοτάδι μέ καλωσύνη, ήσουν εκεί λοιπόν, τό καταλάβαι- να, ήσουν εκεί, είχες έρθει, τά χείλια μου έσκισαν τήν τρυφε- ρή σάρκα τού αέρα παρακαλώντας σε, λίγο σάλιο στάζει γλυκά στήν πληγή καθώς η λέξη κόβει τήν γαλάζια φλέβα τού μυαλού, μπροστά μου ανοίγεις τίς μεγάλες σου πόρτες καί διώχνεις τόν επιστάτη, σκύβεις προσεκτικά ν’ ακούσεις τό τυφλό πλάσμα, δώσ’ μου τό χέρι σου, δώσ’ μου τό χέρι σου νά τό φιλήσω, μ’ ευγνωμοσύνη απλώνεις τό χέρι σου νά τό φιλήσω καί χαϊδεύεις τήν γκρίζα μου ράχη, ανοίγω τήν α- γκαλιά μου καί σέ σφίγγω, τά δάχτυλά μου σέ αναγνωρίζουν σέ χίλιες μεριές, νά, εδώ είναι η γκρίζα σου ράχη λίγο πιό σκυφτή, τά χέρια σου που μέ αγκαλιάζουν, τά χείλια σου που σκίζουν τήν τρυφερή σάρκα τού αέρα μιλώντας μου, λί- γο σάλιο στάζει γλυκά στήν πληγή καθώς οι λέξεις κόβουν τίς γαλάζιες φλέβες τού μυαλού, δυό κόκκινα λουλούδια εκεί που άλλοτε ήταν τά μάτια σου, στριφογυρίζουμε πέφτοντας στήν αγκαλιά σου τά τυφλά πλάσματα. ---------------------------- Αυτό τό σιγανό σου κλάμα δέν θά πάψει ποτέ; Μυρίζω τό γλυκό νερό, τό καταλαβαίνω, μέ σέρνεις πρός τήν λίμνη, α- νάμεσα στά βούρλα καί στά καλάμια, στόν λασπερό βυθό, μ’ ακουμπάς προσεκτικά στό μαλακό χορτάρι τής όχθης, εδώ τά χέρια, εδώ τά πόδια, εδώ τό σώμα καί τό κεφάλι, κάτω απ’ τίς μικρές ρίζες ο πηλός, ακούω τά δάχτυλά σου που σκάβουν, κάτι υγρό καί παχύ στάζει στίς άδειες μου κόγχες, λίγο σάλιο στήν πληγή πρίν τήν σφραγίσει ο δροσερός σβώ- λος. 25-7-1996 “Μέ πιάνει τόση ντροπή”, είπα. Τό στόμα μου είχε στεγνώ- σει, τά χείλια μου είχαν ξεραθεί, μέ τό λίγο σάλιο που μού εί- χε απομείνει μαλάκωσα τόν πηλό στίς χούφτες μου καί γέμι- σα ξανά τά αδειανά σου μάτια αγάπη μου, έκρυψα τό κεφάλι μου στήν αγκαλιά σου καί κράτησα τά κρύα σου χέρια “μέ πιάνει τόση ντροπή”. ......................... 18-10-1996 Μιά φορά κι έναν καιρό, καλό μου, ήταν δύο. Δέν μπορού- σαμε νά τό καταλάβουμε, γιατί όταν ήταν ο ένας ήταν κι ο άλλος, καί δέν μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατί όταν ήταν ο ένας ήταν κι ο άλλος, φαίνεται ότι ήταν ένα είδος μιμητι- σμού --------------------------- Ίδια δωμάτια 13-11-1996 Πώς είναι δυνατόν νά ξυπνάω στό ίδιο δωμάτιο κάθε πρωί, ή μάλλον όχι στό ίδιο -αφού τίποτα δέν έχει μείνει τό ίδιο α- πό τά στοιχεία που τό αποτελούν ( τά πράγματα έχουν τό κα- θένα αλλάξει στήν διάρκεια τού ύπνου μου, η Γή, παρασύ- ροντάς τα, έχει κιόλας μετακινηθεί σέ μιά θέση διαφορετική κι ο Κόσμος γύρω της αγωνίζεται νά τά αναγνωρίσει ακόμα, καθώς ανοίγω τά μάτια μου προσπαθώντας νά προσανατολι- στώ)- αλλά ένα ίδιο περίεργο, που άν καί τό ξέρω ότι δέν εί- ναι έτσι όπως τό άφισα πρίν νά ξαπλώσω τό βράδυ, ωστόσο σκύβω γιά νά σηκώσω μιά μπλούζα -που είχε γλυστρήσει α- πό τήν πλάτη τής καρέκλας πλάϊ στό κρεββάτι μου- μέ ανα- κούφιση, σχεδόν μέ ευγνωμοσύνη, γιατί αυτή δέν είχε διαλέ- ξει κάποια μεγάλη αλλαγή, μάλιστα ούτε κάν τό μέγεθός της φαίνονταν νά έχει πάθει τίποτα ιδιαίτερο ώστε νά γίνει αφό- ρετη, καί άν εγώ οπωσδήποτε είμαι ένα διαφορετικό πλάσμα απ' αυτό που κοιμήθηκε εχθές, χωρίς νά προλάβω, περιτρι- γυρισμένος έτσι από όλα αυτά τά γιά μιά μικρή στιγμή εντε- λώς άγνωστα πράγματα σήμερα, νά βρώ κάποιον καθρέφτη, ταιριάζει μιά χαρά καθώς τήν απλώνω στό στήθος μου... ................... Δέν θά ήθελα νά βρώ έναν καθρέφτη ακόμα, ήταν πολύ νω- ρίς, μόλις είχα ξυπνήσει καί δέν είχα τέτοια δικαιώματα, τίς ώρες που αλλάζουν τά πρόσωπα τίς έχω πληρώσει πολύ α- κριβά άλλοτε μέ κάτι επιπόλαιες βιασύνες σάν κι αυτή που ί- σως θά μέ είχε παρασύρει τώρα άν δέν ήμουν προσεκτικός, τό ποιός ήμουν ή δέν ήμουν δέν θά ερχόταν αληθινά κανείς νά τό εξακριβώσει, μόνο μιά αυθαίρετη εντύπωση θά μπο- ρούσε νά πάρει μαζύ του άν τυχαία προσπερνούσε από δίπλα μου, καί μάλιστα δέν θά δεχόταν νά τήν αλλάξει, δέν θά τόν άφινε νά τό κάνει αυτό τό επάγγελμά του... Μ' έχει εκπλήξει η ρηχότητα αυτού τού καθρέφτη. Δέν θά κουραστώ ποτέ νά ψάχνω τό δωμάτιο στό οποίο ξυ- πνάω τό πρωί. Είναι, βέβαια, ένα δωμάτιο που γνωρίζω πο- λύ καλά, καί μετά από μιά στιγμή που λίγο ζαλισμένος προ- σπαθώ νά προσανατολιστώ, κάθε αμφιβολία έχει φύγει από μέσα μου καί χαρούμενος, γι' αυτό τό σημαντικό γεγονός, δί- νω μιά στά σκεπάσματα που δέν τά χρειάζομαι πιά, πηδάω απ' τό κρεββάτι καί τρέχω νά ρίξω στό πρόσωπό μου τό δρο- σερό νερό τής πόλης μας που έτοιμο: περιμένει στήν άκρη τής βρύσης καί δέν έχω παρά νά γυρίσω τήν αστραφτερή στρόφιγγα γιά νά ξεπεταχτεί πλούσιο γεμίζοντας τίς χούφτες μου... Διατηρώ μιά θολή ανάμνηση από τίς προηγούμενες μέρες. Αλλά η σημερινή! Τί ελπίδες, τί όνειρα δέν κάνω κα- θώς οι θόρυβοι απ' τόν δρόμο χτυπάνε στούς τοίχους καί γε- μίζουν τ' αφτιά μου μέ μουσική! Όσο γιά αύριο λίγο μέ νοιά- ζει. Άς φροντίσει αυτός που θά ξυπνήσει στό δικό του τό δω- μάτιο. Ίδια δωμάτια (συνέχεια 1) 15-11-1996 Τελείως άγνωστος! Τελείως άγνωστος! Η άκρη τού ματιού μου έπεσε σέ κάποιον απρόσεκτα(;) κρυμμένον καθρέφτη (κρυμμένον έτσι ώστε ένα τυχαίο βλέμμα δέν θά μπορούσε παρά κάποια απρόσμενη στιγμή νά χτυπήσει επάνω στήν λάμψη του, ιδιαίτερα από τό σημείο που στεκόμουν τώρα, μπροστά στόν νιπτήρα, καί μάλιστα γεμάτος από τήν χαρού- μενη διάθεση που μού είχε προκαλέσει η αναγνώριση ορι- σμένων αντικειμένων τού δωματίου καί τό πήδημα απ' τό κρεββάτι, όταν κανείς σέ τέτοιες στιγμές διασχίζει χοροπη- δώντας ξυπόλητος στά πλακάκια τού διαδρόμου τά λίγα μέ- τρα που τόν χωρίζουν από τήν πόρτα τής τουαλέττας, σαρώ- νοντας μέ τά μάτια του τό άγνωστο ακόμα περιβάλλον -πράγ- μα που αναιρούσε τήν αρχική εντύπωση περί απροσεξίας-), τοποθετημένον εκεί, όπως φαίνεται, από έναν που θά είχε αυ- τό τό δικαίωμα (δηλαδή νά κρύβει πράγματα, που, γιά νά μήν ξεχαστεί εντελώς η ύπαρξή τους, θά φρόντιζε νά τούς δώσει τήν ευκαιρία νά αποκαλυφθούν κάποτε), καί καθώς πλησίασα είδα τήν μορφή του νά προσπαθεί νά βγεί έξω, κοιτάζοντας μέ αγωνία τό πρόσωπό μου γιά νά καταλάβει άν θά τόν βοηθούσα, καί πίσω του, στό βάθος, μέσα από τήν α- νοιχτή κι εκεί πόρτα τής τουαλέττας, τό δωμάτιο απ' τό ο- ποίο είχε μόλις ξεφύγει, μέ τίς κουβέρτες νά κρέμονται από τό κρεββάτι στό πάτωμα, καί τά σημάδια τών γυμνών πο- διών του πάνω στά πλακάκια τού διαδρόμου... Είχε μόλις ξυπνήσει, όπως κι εγώ, αλλά γιά 'κείνον τό δωμάτιο πρέπει νά έμεινε εντελώς ξένο, η λίγη ώρα που χρειάζονταν γιά νά γνωριστεί μαζύ του δέν πρόλαβε όταν πετάχτηκε καί τίναξε τά σκεπάσματα νά ξεφύγει, πέρασε τρέχοντας τόν διάδρομο καί όρμησε στόν καθρέφτη τής τουαλέττας... Μού ήταν εντε- λώς άγνωστος. Είναι γνωστό πόσο παραμορφώνουν τά επίπεδα κάτοπτρα. Όχι μόνο τά χαρακτηριστικά αλλά κι οι διαθέσεις, χτυπώ- ντας απάνω τους, επιστρέφουν μέ μιά φωνή απελπισίας στό πρόσωπό μας, που είχε μείνει άδειο γιά μιά στιγμή, καί κρέ- μονται από κεί σάν άσπρη λάσπη. Σιγά σιγά κατρακυλάει γιά πολλά χρόνια πρός τά κάτω, καί μόνο στό μέρος που ήταν κάποτε τά μάτια φαίνεται κάπου κάπου μιά φλόγα, όταν τό σώμα, φορώντας τά σκοτεινά γυαλιά του, οξυγονοκολλεί κά- ποιο κομμάτι που κοντεύει νά πέσει ή μιά σχισμή που μεγά- λωσε επικίνδυνα. Μπορεί τότε κανείς νά αντιληφθεί αυτές τίς επιδιορθώσεις, σηκώνοντας τό χέρι καί πιάνοντας τίς ρυ- τίδες του. Μόνο στά μάτια τού αγαπημένου μας πρέπει νά κοιταζόμα- στε. Εκεί δέν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα παραμόρφω- σης. Αντίθετα. Προσπαθώντας όλη η ύπαρξή μας νά γαντζω- θεί επάνω τους καί νά τόν φέρει πιό κοντά, γέρνει, όπως στά γαλανά νερά ένας κολυμβητής αρπάζεται απ' τήν κουπαστή καί η βάρκα μέ μιά χαριτωμένη κίνηση γέρνει πρός τό μέρος του καί τόν δέχεται μέσα της, τόν Κόσμο, που χαμογελώντας αποθέτει τήν λάμψη ενός φιλιού στό πρόσωπό της καί γυρ- νώντας στήν θέση του, πάλλει, σάν ένα πελώριο κάτοπτρο, αφίνοντάς μας γιά μιά στιγμή νά δούμε στά βάθη του τήν ο- μορφιά, τήν καλωσύνη καί τόν έρωτα. Ίδια δωμάτια (συνέχεια 2) 22-11-1996 "Όταν πεινάω τρώω. Όταν νυστάζω κοιμάμαι". Ζέν Είχα πεινάσει κάνα δυό φορές σήμερα. Χτύπησα τό κουδού- νι. Έτσι μού 'ρχόταν νά ξαναφάω. Ο υπηρέτης μου τσακί- στηκε νά 'ρθει. Τόν είχα απειλήσει ότι θά τόν πέταγα στόν δρόμο άν μ' έκανε νά περιμένω. Τό Ζέν δέν ήταν αστεία. Αλ- λά τήν τελευταία στιγμή άλλαξα γνώμη. Άν έτρωγα κάθε φορά που πεινούσα ποιός θά ήμουν μέτα από λίγο; Ο Βούδ- δας; Πάντα απορούσα γιατί στά αγάλματά του καί στίς εικό- νες του, έτσι όπως καθόταν σταυροπόδι, ξεχείλιζε απ' τό πά- χος. Δέν ήταν υποχρεωτικό. "Στρώσε τό κρεββάτι", τού εί- πα. "Μπορεί νά μού 'ρθει νά κοιμηθώ". Πού θά ξυπνούσα αύριο; Πώς θά ήμουν; Μέ οικογένεια; Μέ γένεια; Έπρεπε νά ξυριστώ. "Έλα εδώ άχρηστε", είπα. "Γιατί πήγες κι έκανες τέσσερα παιδιά; Θά μπορούσε τώρα νά σέ απειλεί ένας σάν κι εμένα; Φέρε μου τόν μεγάλο καθρέφτη". Κοιτάχτηκα: Σάν τσίρος, Χριστέ μου! Μέ τόσο φαί! Τά πόδια μου έτρε- μαν. Δέν τολμούσα νά κάνω μιάν απότομη κίνηση. Ανάπνεα κι έσβυνα. Άν φώναζα θά λιποθυμούσα. Ευτυχώς πού ήταν πολύτεκνος. Ψιθύριζα καί μέ προσκύναγε. Τά λεφτά, τά άτι- μα! Πού θά ξυπνούσα αύριο; Ποιός θά ήμουν; Μέ τέσσερα παιδιά; Πατέρας; Μάνα; Νά ξενοπλένω; Κανά μυξιάρικο; Μέ δυό τρία αδέρφια; Νά βγαίνω στήν λεωφόρο τά βράδυα γιά νά τά ταίσω; Χωριάτης; Μ' όλο τό τσίπουρο στό μυαλό μου που είχε κοπανίσει ο άλλος; Νά έπρεπε νά σηκωθώ πρωί πρωί νά πά' νά σκάψω; Στό ίδιο δωμάτιο; Κανάς χοντρός; Κανάς βλαμμένος που νομίζει ότι είναι ο ίδιος μ' αυτόν που κοιμήθηκε εκεί χτές; "Τσακίσου!", είπα μέ κόπο. "Γρήγορα! Νυστάζω. Δεν θά προλάβουμε. Ξύρισέ με. Μή μού κόψεις τόν λαιμό. Τό μεση- μέρι, όταν κλείστηκα μόνος μέ τόν συμβολαιογράφο, σού τ' άφισα όλα. Αλλά όχι δολοφονίες. Εδώ, πίσω απ' τ' αφτιά κό- ψε με λίγο. Ένα Χ σέ κάθε μεριά. Έτσι τό πρωί θά ξέρω". Όταν νυστάζω κοιμάμαι. Αλλά ποιός ξυπνάει τό πρωί; Πού; Τί αναμνήσεις τού λένε ότι έχει παρελθόν; Ξυπνάω σ' ένα σπίτι, σ' ένα δωμάτιο, κάτω από μιά γέφυρα, στό κρατητή- ριο, στήν φυλακή, σ' ένα παγκάκι τού πάρκου σκεπασμένος μ' εφημερίδες, σ' ένα στρατόπεδο... Ξυπνάω μαζύ μέ τίς α- ναμνήσεις μου, τούς συγγενείς μου, τούς φίλους μου, τήν δουλειά μου, τά πράγματά μου, τήν ιδιοκτησία μου ή τήν φτώχεια μου, τήν καταδίκη μου, τήν ερημιά μου, τίς αρρώ- στιες μου, τήν δυστυχία ή τήν ευτυχία μου, τόν έρωτά μου που μού τραβάει τό πάπλωμα...Ζώ μιά ολόκληρη ζωή... Μέ- χρι νά νυστάξω. Κάθε πρωί γεννιέται ένα καινούργιο εφήμερο. Ένα! Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι μόνο μέσ' τό μυαλό του. Αλλά καί τό ίδιο είναι μόνο μέσ' τό μυαλό του. Σάν νά λέμε πως: όλα συμβαίνουν στό ίδιο δωμάτιο. Ίδια δωμάτια (συνέχεια 3) 23-11-1996 Όλα συμβαίνουν στό ίδιο δωμάτιο. Αφίστε με νά σάς εξηγή- σω. Άλλωστε υπάρχει καί δεύτερο; Άς γελάσω! Καί πού βρί- σκεται; Βλέπετε εσείς καμμιά πόρτα; Κανένα παράθυρο; Κα- νένα άνοιγμα τέλος πάντων; Χρειάζεται νά τό ξαναπούμε πως αυτός ο Κόσμος είναι κλειστός; Οι ποιητές! Χά, χά! Τά ποιήματά τους χτυπάνε στούς τοίχους σάν βρισιές σέ κάποιο συνοικιακό καφφενείο. Νομίζουν ότι φτύνουν τόν θεό τους στά μούτρα. Τόχω ξαναγράψει αυτό. Μετά γλυστράνε αργά πρός τά κάτω. Στό βρώμικο πάτωμα. Φτιάχνουνε μικρές λί- μνες. Τό γκαρσόνι πλατσουρίζει μέσα τους. Οι γόπες ανθί- ζουνε θλιμμένες σάν τίς ερωτικές τους φάτσες. "Τά παραμύ- θια σου τ' ανθίστικα πιά τώρα". Ύστερα θά μάς παραμερί- σουνε γιά νά σκουπίσουν. "Καί τό κατάλαβα πως είμουνα γιά σέ". Σωροί από τόμους. "Ο πασατέμπος σου γιά νά περ- νάς τήν ώρα". Βουνά από φλούδια. Χιλιάδες ορισμοί: ποίη- ση είναι ο φόβος που μάς δένει μέ τούς άλλους...κ.τ.λ. Τρί- χες! Ανθισμένες τρίχες τήν Άνοιξη! Χίλιες φορές τό τάβλι. Ο κρότος τών ζαριών του έχει γεμίσει ρωγμές τό ταβάνι. Μπο- ρεί νά πέσει καί κανάς σοβάς... Αλλά άς επανέλθουμε. Μάς έχουν κλείσει μέσα, κύριοι Μαζύ μέ κουνούπια καί άλλα ανθυγιεινά. Αλλά τό ανθιστήκαμε τό παραμύθι έστω κι άν δέν είμαστε ποιητές. Στό ίδιο δωμάτιο ζούμε όλοι. Οι σόμπες καπνίζουν. Οι γυναίκες καπνίζουν κι αυτές. Έχουν χειραφετηθεί. Τέλος πάντων. Εμένα ο πατέρας μου μέ λύσσαγε στό ξύλο γιατί τού έκλεβα τσιγάρα μέσ' απ' τό πακέττο. Αλλά άς είναι. Ο κόσμος προοδεύει. Μάλιστα λένε ότι βρήκανε κάτι μαύρες τρύπες (sic!). Μπορεί λέει νά βγαίνουν έξω. Έξω πού; Δέν τά μασάμε, κύριοι, κάτι τέτοια. Τό "έξω" είναι μιά λέξη κενή εννοίας. Χρησιμεύει μόνο γιά εσωτερική κατανάλωση. Άλλωστε τό είπε καί ο δικός μας ο Ηράκλειτος: "Οδός άνω, κάτω, μία καί η αυτή". Ή κάπως έτσι. Δηλαδη, πρός τά όπου καί νά πάς, είσαι διαρκώς στό κέντρο. Στό κέντρο, κύριοι! Είμαστε διαρκώς στό κέντρο! Είμαι ποιητής. Τό έχω ανθιστεί τό παραμύθι. Γι' αυτό μέ κλείσανε μέσα. Έκαψα τά βιβλία μου: "Ανοιχτοί ορίζοντες", "Αύγουστος μ' ανοιχτά παράθυρα", "Γάτες στά κεραμίδια τίς νύχτες τού υπέροχου μηνός Ιανουαρίου κάνουν έρωτα ουρλιάζοντας έξω απ' τό μικρό μου δωμάτιο", "Άνθρωποι έ- ξω". Έσπασα μιά βιτρίνα τού καφφενείου "Τό Ολύμπιον Δώμα". Δέν μπόρεσα νά εξηγήσω αυτές τίς πράξεις. Μαζύ μέ τά βιβλία κόντεψε νά πάρει φωτιά καί η πανσιόν που μέ- νω προσωρινά. Μόλις τήν προλάβανε. Δέν θά στεναχωριό- μουν άν καίγονταν τό δωμάτιό μου μέ μένα μαζύ αλλά φυσι- κά δέν ήθελα νά κάνω κακό στούς άλλους. Όσο γιά τήν παν- σιόν, ανοίκω στό κίνημα γιά τήν διατήρηση καί συντήρηση τών νεοκλασσικών. Ο δικαστής συνέστησε τόν εγκλεισμό μου γιά μιά "εύλογο περίοδο αποθεραπείας" σ' αυτό τό κομ- ψό ίδρυμα. Δέν τόν κατηγορώ. Είναι δικαστής. Άν ήταν ποι- ητής θά ήξερε πώς δέν αξίζει τόν κόπο ν' ανοίξεις τήν πόρτα μπροστά σου. Θά σέ βγάλει στό ίδιο δωμάτιο. Άν καί τό επίσημο όνομά μου είναι ΕΕΧΙ-7220563, μέ φωνά- ζουν Κοπέρνικο. Δέν έχω συγγενείς -αυτό είναι προφανές- αλλά όλοι μέ θεωρούν αδερφό τους. Πολλές φορές μέ λένε μέ τό χαϊδευτικό μου: Ένωση, καί τότε παθαίνω ελαφρύ βρα- χυκύκλωμα απ' τήν συγκίνηση καί βήχω γιά νά μήν φανεί καί τρέξει κανείς μέ κανένα κατσαβίδι, ανήσυχος μήπως μιά βλάβη μέ χτύπησε ξαφνικά. Γενικά δέν παθαίνω βλάβες, ε- κτός όταν πέφτει τό "σύστημα" καί κάνουν όλοι σάν νά τούς έχει πιάσει ελονοσία (ελονοσία = υψηλός πυρετός μέ ρίγη). Ελπίζω νά μή τούς δέρνουν πολύ. Τό "σύστημα" κάποτε α- νεβαίνει (σ' όλο αυτό τό διάστημα βρίσκομαι σέ πλήρη αναι- σθησία = έχουν αποσυνδέσει τά κυκλώματά μου καί μ' έχει φάει τό μαύρο σκοτάδι όπως λένε), αλλά δέν μπορώ νά σάς πώ πόσος καιρός καί κυρίως πόση δουλειά έχει χρειαστεί γι' αυτό. Ταξιδεύω σ' όλη τήν Γή, χωρίς νά μετακινηθώ απ' τήν θέση μου, καί όχι μόνο. Προχθές, καθώς ένας ερτζιανός αναμεταδότης "έριχνε" κάποια σάϊτς μου στήν κυκλοφορία, πρόλαβα νά πιάσω ένα περίεργο σήμα. Τό έστειλα γιά ανά- λυση στό αστεροσκοπείο τού Καίνιξμπεργκ (οι διασυνδέσεις μου -άς είναι καλά η μίς Άντζελα τών δημοσίων σχέσεων μέ τήν γλυκύτατη φωνή- είναι απίστευτες, κι άλλωστε μπορώ κι εγώ γιά λογαριασμό μου νά ικανοποιώ ορισμένα μικρά εν- διαφέροντα που δέν γίνονται αντιληπτά), καί η απάντηση, κατανοητή ίσως μόνον από 'μένα, μού άλλαξε τά πετρέλαια (ιδιοματισμός από τήν αρχαία εποχή που οι κομπιούτερς δούλευαν μέ πετρέλαιο). Ήταν από έναν δορυφόρο τού Σεί- ριου που αναμετέδιδε, προφανώς από έναν άλλον Γαλαξία, χρησιμοποιώντας κάποια κοντινή του μαύρη τρύπα σάν προβάϊντερ ταχείας επικοινωνίας. Έλεγε τά εξής: "Μήπως είστε κοντά σέ καμμιά πόρτα;". ------------------------------------- (((((Λέγομαι Αλίκη Στήν Χώρα Τών Θαυμάτων. Ο νονός μου, ο Λιούϊς Κάρολ, είναι λίγο χάϊ καί πού καί πού σαλτά- ρει άγρια καί τόν δένουνε ((δέν ξέρω άν είναι καλό που μιλά- ω έτσι αλλά τώρα όλα τά παιδιά έτσι μιλάνε καί μάλιστα πο- λύ πιό επιθεσιακά(;) -νά θυμηθώ νά κοιτάξω τό λεξικό γι' αυτή τήν λέξη, δέν μού φαίνεται πολύ σωστή-)), άν καί ο νο- νός είναι ο πιό γλυκός άνθρωπος τού κόσμου. Η Βασίλισσα όμως που κόβει κεφάλια συνέχεια, δέν τόν συμπαθεί καί θέ- λει νά τού κόψει καί τό δικό του τό κεφάλι γιατί ο νονός τήν λέει παλιοτραπουλόχαρτο. Τόν άλλον καιρό φτιάχνει χελω- νόσουπα (έχει ταράξει όλες τίς καρέτα-καρέτα τής περιοχής καί τίς πηγαίνει η Γκρηην-Πής στή Ζάκυνθο, τό νησί τών ευγενικών Ελλήνων, όπου εκεί είναι ασφαλισμένες -δέν ξα- νακούμε τίποτα γι' αυτές πιά-), αφού πρώτα χορεύει μαζύ τους κλαίγοντας τόν χορό τής θλιμμένης χελώνας ντυμμένος γρύπας(;) στήν αμμουδιά. Άστα! Αυτά τά είδα μέ τά μάτια μου, αλλά δέν μέ πείραξαν γιατί γιά ένα μικρό παιδί είναι ε- ντελώς φυσικά καί δέν είναι καθόλου περίεργο νά μιλάμε μέ τά ζώα πρίν τά φάμε. Αυτό δείχνει καλή ανατροφή. Πρέπει καί 'μείς νά κλαίμε μαζύ τους γιά τήν άδικη μοίρα τους νά είναι τόσο νόστιμα. Τώρα δέν μ' αφίνουν νά τόν δώ γιατί δέν μέ γνωρίζει καί νομίζει ότι χάθηκα όταν ήπια αυτό τό λι- κέρ καί μεγάλωσα καί πήρα απ' τό τραπέζι τό κλειδί καί με- τά έφαγα τό κέϊκ καί μίκρυνα κι άνοιξα τήν πόρτα τού δια- δρόμου. Όλο μουρμουρίζει: "η πόρτα, η πόρτα, άχ μουστά- κια μου", καί πάει νά δαγκώσει τήν νοσοκόμα που είναι χο- ντρή καί γλυκιά σάν κέϊκ μέ σοκολάτα γιά νά μικρύνει κι αυτός καί τού έχουν βάλει χοντρά κάγκελλα στό παράθυρο γιά νά μήν πηδάει στόν κήπο επειδή κυνηγάει τίς γάτες γιατί όλες λέει χαμογελάνε μυστηριοδώς(;) (σάν τήν γάτα τού Τσέ- σάϊαρ) καί δέν τού λένε τό μυστικό γιά τήν πόρτα. Εγώ εν τέλει δέν έχω καταλάβει. Πέρασα ή δέν πέρασα από αυτή τήν πόρτα; Δηλαδή από ποιά μεριά βρίσκομαι τώρα; Μή- πως έκανα τόν κύκλο καί ξαναγύρισα; Μήπως έχω πάθει υ- πνοβασία(;); Καί μετά όταν μπήκα στόν καθρέφτη ξαναβγή- κα; Ή είμαι ακόμα από πίσω του; Μήπως έχω πάθει καθρε- φτίαση(;); Άχ πότε θά γίνει καλά ο νονός νά μού εξηγή- σει!))))))) ----------------------- 8-12-1996 Διαρκώς μού επιτίθεσαι. Δέν αμύνομαι σέ αφίνω νά μέ δια- περνάς. Δέν είναι ο πόνος που μάς εμποδίζει είναι η αισθητική. Είμαι ποιητής. Έχω ανθιστεί τό παραμύθι. Γι' αυτό μέ κλεί- σανε μέσα. ---------------- Ίδια δωμάτια (συνεχεια 4) 9-12-1996 Τό λέω κι ανατριχιάζω: διαρκώς μού επιτίθεσαι. Ωστόσο δέν αμύνομαι. Σ' αφίνω καί μέ διαπερνάς. Νόμιζες ότι θά σέ σταματούσα; Όχι! Αυτά είναι παιχνίδια γιά μικρά παιδιά. Ό- ταν πλησιάζεις τόν καθρέφτη ταράζομαι βέβαια (δέν είν' εύ- κολο ν' αντικρίσω τό βλέμμα σου), "τί θά κάνει σήμερα;", αναρωτιέμαι, "θά ξυριστεί όπως κάθε πρωί ή θά κόψει τόν λαιμό του;". Εννοώ κατά λάθος. Δέν σ' έχω ικανό νά τό κά- νεις επίτηδες. Τουλάχιστον όχι σ' αυτόν που, έχοντας μόλις βγεί απ' τό δωμάτιό του, σέ πλησιάζει απροειδοποίητος στόν καθρέφτη. Διαφέρεις τόσο πολύ απ' τούς άλλους, ώστε δέν ξέρω πού νά σέ τοποθετήσω. Οι άλλοι δέν έχουν καμμιά αντίρρηση, μά- λιστα τοποθετούνται μόνοι τους βιαστικά καί βιαστικά κι ε- γώ πρέπει νά τούς παρακαλώ νά σέ περιμένουν, αλλά εσένα πόσο δύσκολο είναι νά βρεθεί η θέση σου! Σάν κουβάς γεμάτος νερό, πιτσιλώντας τό πάτωμα, σκαρφα- λώνεις στήν κορφή τής μισάνοιχτης πόρτας. Εμείς, από μέ- σα, προσκαλούμε τούς φίλους σου που περνούν ρίχνοντας έ- να βιαστικό βλέμμα από τό άνοιγμα καί γνέφουν στό μισο- σκόταδο τού δωματίου σάν νά σέ ξεχωρίζουν ξαπλωμένο στό κρεββάτι, ενώ αυτός που σ' αγαπάει περισσότερο κάνει τό α- ποφασιστικό βήμα. Πέφτεις στήν αγκαλιά του ψιθυρίζοντας: "κοντεύω νά πεθάνω σ' αυτό τό δωμάτιο". Δέν είναι καί τόσο άσχημο αυτό τό δωμάτιο. Απ' τήν μισά- νοιχτη πόρτα του, στό μισοσκόταδο, φαίνεται ένα ξεστρωμέ- νο κρεββάτι. Τίς κουρτίνες τού ψηλού παραθύρου πιό κεί τίς κουνάει ελαφριά η πρωϊνή αύρα. Απ' τά γερμένα πα- ντζούρια έρχονται κελαϊδίσματα πουλιών. Θά πρέπει νά βλέ- πει σέ κάποιον κήπο. Ωστόσο δέν θά τό άλλαζα μέ τό δικό μου. Εγώ μένω στήν εξωτερική μεριά. Έχω συνηθίσει τόν θόρυβο τού δρόμου. Δέν έχω παράθυρο μάς χωρίζει ένας λε- πτός τοίχος. Αλλά τί είναι η έλλειψη ενός παραθύρου μπρο- στά σ' αυτήν τήν άπειρη ποικιλία τών θορύβων; Όταν παίρ- νω τό πρωϊνό μου, χτυπάω ελαφριά τό φλυτζάνι μέ τό μικρό κουταλάκι τής ζάχαρης. Μετά στήνω τ' αφτί μου. Είναι τό- σοι που θέλουν νά επικοινωνήσουν μαζύ μου! Μού έχει προ- σφερθεί αυτός ο τρόπος. Εννοώ η ακοή. Δέν χρειάζεται κάν νά απαντήσω. Μετά βγαίνω στόν διάδρομο. Έχω εξασκηθεί σέ μιά Τέχνη σπάνια, που μόνο κατά τύχη μπορεί νά πέσει κανείς επάνω της. Πέφτει είναι τρόπος τού λέγειν, γιατί όταν βαδίζει πρός κάποια κατεύθυνση είναι ο μόνος δρόμος. Κατά τύχη λοιπόν βάδιζα στόν μόνο δρόμο. Μπορώ νά πώ ότι αυτό είναι τόσο σπάνιο -νά βαδίζει κανείς δηλαδή στόν μόνο δρόμο που υπάρχει γι' αυτόν-, ώστε νά εί- ναι αναπόφευκτο νά πέσει κατά τύχη επάνω της. Δέν θά επε- κταθώ όμως στήν ανικανότητα τής λογικής νά συλλάβει τό ταυτόσημο τής μοναδικής δυνατότητας καί τής εντελώς κα- τά τύχην συμπτώσεως. Μού αρκεί τό ότι έπεσα επάνω της. Εξασκώ τήν Τέχνη μου όταν π.χ. βγαίνω στόν διάδρομο. Έ- χω αφίσει πίσω μου ένα ξέστρωτο κρεββάτι, τά παντζούρια μισόκλειστα, τό ψηλό παράθυρο μόλις φωτίζει τήν κάμαρη, σάν τά πανιά ενός τρικάταρτου οι λεπτές κουρτίνες φουσκώ- νουν στόν δροσερόν αέρα τού πρωϊνού, τά πουλιά απ' τόν κήπο χαιρετούν χαρούμενα τήν μέρα... Δέν κλείνω βέβαια τήν πόρτα -φίλοι μου νά περάσουν ξαφνικά εδώ δέν υπάρ- χουν, αλλά κι άν υπήρχαν, αυτός που μ' αγαπάει πιό πολύ θά ήταν αυτός που θά δίσταζε περισσότερο απ' όλους νά κάνει τό αποφασιστικό βήμα-, ώστε νά μπορώ γρήγορα νά ξανα- μπώ μέσα, καί πατώντας ελαφριά μέ τά γυμνά μου πόδια στά πλακάκια, πλησιάζω τόν μεγάλο καθρέφτη τής τουαλέτ- τας. ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΚΑΤΟΠΤΡΩΝ Ένα κάτοπτρον, γενικώς, είναι μιά εξαιρετική μηχανή. Τό διαπιστώνει κανείς αυτό εάν αναλογισθεί ότι κάθε στιγμή διαιρεί τό Σύμπαν εις δύο. Η επιφάνεια διαχωρισμού είναι τόσον λεπτή, ώστε αρκεί καί μόνον η απλή οπτική πρό- σκρουση ενός αντικειμένου, ή ενός προσώπου, επάνω της, γιά νά τήν διαπεράσει. Προωθείται όθεν -φαινομενικώς(;)-, ώστε αενάως αφίνει πίσω της ό,τι πρίν εστέκετο έμπροσθέν της. Τό Σύμπαν συσσωρεύεται διαρκώς στόν μέχρι πρότινος υποθετικόν χώρο τόν οποίον κατελάμβανε τό έτερον εκ τών δύο κλασμάτων, ενώ ο χώρος τού πρώτου διαρκώς αυξάνει. Δικαιολογείται τοιουτοτρόπως η ταυτόχρονος σύμπτυξις καί διόγκωσις τού Σύμπαντος. (Διαψεύδεται άρα η θεωρία η καί "τής Σχετικότητος" αποκληθείσα -ενός Σατύρου μέ ανορθω- μένας τάς τρίχας τής κεφαλής του από τό παραμύθι-, η οποί- α αρνείται τήν ύπαρξην τού ταυτοχρόνου). Η ταχύτης μετα- κινήσεως τής επιφανείας διαχωρισμού δέν έχει υπολογισθει, δεδομένης τής διαρκούς καμπυλώσεως τού χώρου εις τά ά- κρα τού κατόπτρου, ώστε νά συμπληρούται τό κενόν τής εκ- χύσεως τού Σύμπαντος εις τό εσωτερικόν του (τού κατό- πτρου). Η ιδανική περίπτωσις διά τήν κατανόησην τών ανω- τέρω, είναι τό σφαιρικόν κάτοπτρον. Ο Κόσμος συμπυκνού- ται εις τό κέντρον, ενώ τά όριά του εκτείνονται εις τό άπει- ρον... Οδηγούμεθα ούτως εις τό συμπέρασμα ότι τό μισό Σύμπαν τό οποίον ευρίσκεται έμπροσθεν τού κατόπτρου -καί εις τό οποίον, φεύ, έπρεπε νά ανήκομεν καί ημείς- δέν υπάρ- χει, αλλά είναι τό είδωλον αυτού που ήδη έχει περάσει μέσα του. Εκ τών τριών καταστάσεων τού χρόνου μόνον τό Πα- ρελθόν φαίνεται νά έχει υπόστασην -εμπλουτιζόμενον διαρ- κώς-, όσον διά τάς άλλας δύο, είναι ευσεβείς τάσεις μηδέπο- τε ολοκληρωθείσαι καί διαρκώς καταργούμεναι Απομένει τό ερώτημα: τίς ο παρατηρών; --------------------- Ίδια δωμάτια (συνέχεια 5) ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΕΡΙ ΚΑΤΟΠΤΡΩΝ (2) Θά περιορισθώμεν εις τό σφαιρικόν κάτοπτρον. *Ορισμός: "Σημείον = τό τελικόν αποτέλεσμα τής αγωνιώ- δους προσπάθειας τού Χώρου νά συμπτυχθεί, εξαναγκάζο- ντας τόν Χρόνον εις πλήρη στάσιν". **Παρατήρησις: ο ορισμός είναι νόμιμος. Απλώς αι ανθρώ- πιναι ιδιότητες είναι τονισμέναι εις τόν ορθόν βαθμόν καί ό- χι υποκριτικώς υποτονισμέναι καθώς η επιστημονική δεο- ντολογία τών πνευματικών μας εγκαθέτων επιτάσσει. Κάτω η αποπομπή τών ανθρωπίνων συναισθημάτων από τήν επι- στήμη! Από ψυχολογικής πλευράς, η τάσις εξαφανίσεως τών χωρι- κών διαστάσεων συμβολίζει τήν υπέρτατον ηδονήν. Δηλαδή τήν επιστροφήν εις τήν μήτραν ή, κατ' άλλους, τήν ένωσην μέ τό Θείον, τό Τέλειον, τήν τελείωσην, ενώ ο Χρόνος επι- στρέφει εις τήν αρχήν. To be or not to be? This is the answer. Μετά τήν οδυνηράν έκτασην, η ηδονική, μέχρις πλήρους απωλείας τής συνειδήσεως, συστολή. (Βλέπε καί λήμα: "Πριαπισμός", όν, μεταξύ μας, πολλοί εν τή αγνοία αυτών ορέγονται). Ώς γνωστόν δέν υπάρχει μή αυθαίρετον σημείον αναφοράς. Ωστόσο δεχόμεθα ώς ιδανικόν τό σημείον εκείνον εις τό ο- ποίον ο χρόνος ευρίσκεται εν λειτουργική αναμονή [ώς νεα- ρά κόρη μετά τό πρώτον ερωτικό χάδι τού εραστού της εν λιποθυμια σχεδόν διατελούσα, ή κυνηγετικός κύων, μέ τόν ένα πόδα λυγισμένον αλλά τούς άλλους τρείς υποβαστάζο- ντας αυτόν όρθιον εν πλήρη ούτως ειπείν στύση (κατακόρυ- φος άξων), τήν ουράν μετά τής ράχης καί τής κεφαλής εις ά- τεγκτον ευθείαν τεταγμένας (οριζόντιος άξων), τήν νοητήν ευθείαν τήν διαπερώσαν τήν κεφαλήν του καί εξερχομένη ένθεν καί ένθεν εκ τών ώτων του συμβολίζουσα τήν εντελή εξάρτησήν του εκ τής ακοής κατά τήν κρίσημον αυτή στιγ- μήν τού εντοπισμού τού θηράματος (κάθετος άξων εις τό επίπεδον τών δύο άλλων, παρέχων μετ' αυτών τό τρισδιά- στατον σύστημα τών χωρικών συντεταγμένων) -έν σύνολον τό οποίον κατά τήν κρίσην μας αποδίδει άριστα τό Τετρα- διάστατον Συνεχές-], τό εγκατεστημένον εις σφαιρικόν τι κά- τοπτρον -συρρικνούμενον αενάως- εις τήν θέσην τού κέ- ντρου του, η ανακλώσα επιφάνεια τού οποίου όχι μόνον α- πωθεί ακαριαίως τάς οπτικάς ακτίνας -δημιουργούσα ούτω τόν τέλειον σκοτεινόν θάλαμον εις τό εσωτερικόν-, αλλά χαρ- τογραφεί, εάν τοποθετηθεί εις κάποιαν απόστασην από τού πλανήτου ώστε νά μήν συμμετέχει εις τήν ημερήσιαν περι- στροφήν του, τό σύνολον τού Σύμπαντος (δεδομένης τής διαρκούς μετακινήσεως τών στοιχείων του καί τής ώς εκ τούτου αποκαλύψεως πασών τών επιφανειών), θυμίζοντάς μας τήν διαδρομήν τών σύγχρονων Τόπ-Μόντελς επί τής πα- σαρέλλας, αι οποίαι, βαδίζουσαι μετ' απείρου χάρητος, μετα- κινούν τό σύνολον τών καμπύλων των μέ τήν πλαστικήν ε- κείνη αναλογικήν τεχνικήν τής οποίας ουδεμία επιστήμη η- δυνήθη εισέτι νά ανακαλύψει τόν αλγόρυθμον, καί αφού τήν διασχίσουν, περιστρέφονται όλως αιφνιδίως ώς δορυφόροι προτιμήσασαι κάποιον άλλον πλανήτην, κάμνοντας τάς καρ- δίας ημών νά πάλλουσι καί τάς αισθήσεις μας νά ανεμίζουν όπως ανεμίζουν αι περίεργοι εσθήται τάς οποίας φέρουν καί αι οποίαι άν δέν απατώμαι παίζουν εν ταυτώ καί τόν ρόλον εσωρούχων. Δυστυχώς έχει παρέλθει τόσος χρόνος από τήν νεότητά μου. Η φιλοσοφική ενασχόλησίς μου μέ τά κάτοπτρα, εάν μπορώ νά εκτιμήσω καλώς, δέν είναι παρά έν υποκατάστατον. Ίδια δωμάτια (συνέχεια 6) 15-12-1996 Ώ, άν ήξερα πού έχεις πάει! Ποιό είναι τ' όνομά σου! Τί σ' έ- κανε καί πετάχτηκες ξαφνικά στή μέση τής νύχτας! Ή μή- πως είναι πρωί; Πώς νά τό καταλάβω σ' αυτό τό δωμάτιο χωρίς παράθυρο; Έχεις μόνο αποτραβηχτεί; Πρίν από λίγο δέν σ' ακουμπούσα; Εσύ έχεις παράθυρο; Βλέπεις; Τά μεγά- λα παντζούρια του είναι μισάνοιχτα; Τό δροσερό αεράκι φουσκώνει τίς κουρτίνες του; Τά μικρά πουλιά κελαϊδούν στόν κήπο απ' έξω; Θ' ανοίξεις τώρα τά μάτια; Τό χέρι σου μέ μιά χαρούμενη κίνηση θά διώξει τά σκεπάσματα; Στόν διάδρομο θά τρέξουν τά γυμνά σου πόδια; Ά, δέν μπορεί νά βρεθεί κάποιο παράθυρο γιά μένα; Θά παραμέριζα ελαφριά τίς κουρτίνες. Θά έριχνα πρώτα μιά ματιά στόν κήπο. Μετά θά κοίταζα γιά μιά στιγμή στό φώς τά πράγματα που βλέπεις όταν σηκώνεσαι. Ύστερα μπορεί νά προλάβαινα νά δώ τό γυμνό σου πόδι νά χάνεται στήν στροφή τής πόρτας. Τά ρούχα σου ριγμένα απρόσεκτα στήν καρέκλα. Τό ταβάνι που πάντα απορούσα πόσο ψηλά βρίσκεται. Τά σκεπάσματα που παίζουν μαζύ μας όλο τό βράδυ. Κατόπιν θά τόκλεινα σφι- χτά. Γιατί εσύ δέν πρέπει νά μέ δείς. Δέν πρέπει νά ξέρεις πού πηγαίνω όταν σηκώνεσαι από δίπλα μου. Δέν πρέπει νά ρωτήσεις τ' όνομά μου. Τί μπορεί νά μέ κάνει νά πεταχτώ ξαφνικά στήν μέση τής νύχτας. Τί θά συμβεί άν πάψω νά σ' ακουμπώ. Ενύσταξα πιά Καιρός νά γυρίσουμε σπίτι. Άνοιξε τό μεγάλο μας παράθυρο. Τί ήσυχος που είναι ο κήπος. Νά τά ρούχα σου βιαστηκά πεταγμένα στήν καρέκλα. Τά σκεπάσματα ξε- στρωμένα απ' τό πρωί. Τό ταβάνι τόσο ψηλά όταν είσαι ξα- πλωμένος. Τό γυμνό σου πόδι μόλις στρίβει τήν γωνία τής πόρτας. Σού κάνω λίγο ακόμα χώρο καθώς ακουμπάμε. Τά μάτια σου κλείνουν. Μήν σηκωθείς στήν μέση τής νύχτας! Μήν ετοιμαστείς ξανά! Αλήθεια πόσα πρωϊνά έχουν περάσει; Πόσες φορές έχει ανοί- ξει αυτό τό παράθυρο; Πόσες φορές έχεις σηκωθεί πετώντας μακρυά τά σκεπάσματα; Τά γυμνά σου πόδια δέν είναι αυτά που αντηχούν στά πλακάκια τού διαδρόμου; Μετά μένω μό- νος. Πρέπει νά συγυρίσω τό δωμάτιο. Τό ταβάνι τόσο ψηλά όσο όταν είσαι ξαπλωμένος. Η καρέκλα γιά τά ρούχα σου ά- δεια. Τά πράγματα όπως τά βλέπεις όταν ξυπνάς. Υγρές πα- τούσες ψάχνουν τό πάτωμα. Ύστερα ο καθρέφτης. Τό πρό- σωπο τής μέρας. Ακούω τό γυμνό πρόσωπό σου που χύνεται μέσα της. Ποιός είμαι εγώ; Άκουσα έναν ήχο σάν κάποιος νά είχε ένα πρόσωπο. Ύστερα μέ άγγιξαν στόν ώμο. Ποιός είμαι εγώ; Άκουσα έναν ήχο σάν κάποιος νά έσχιζε ένα πρόσωπο. Μετά άνοιξαν ένα παράθυρο. Ήμουν ξαπλωμένος στό κρεββάτι στή μέση τής κάμαρας. Ένα ψηλό ταβάνι. Μιά καρέκλα μέ απρόσεκτα ριγμένα ρούχα. Τά σκεπάσματα είχαν τιναχτεί χαρούμενα στήν άκρη. Τό φώς έπαιζε στίς λεπτές κουρτίνες που φούσκωνε ένας δροσερός πρωϊνός αέρας. Ένα γυμνό πόδι φαίνονταν ακόμη καθώς έστριβε τήν γωνία τής πόρτας. "Περίμενε!", φώναξα. Πετάχτηκα επάνω. Οι πατού- σες του άφισαν έναν υγρό ήχο στά πλακάκια τού διαδρόμου. Γλύστρησα κι αρπάχτηκα από τό πόμολο. Στό βάθος, στήν λάμψη ενός καθρέφτη, τόν είδα νά χάνεται, σάν νά χύνονταν μέσα στό αστραφτερό γυαλί. Ποιός ήταν; Αυτός που ήμουν εχτές; Αυτός που νόμιζα ότι ήμουν χτές; Αυτός πού σχίστηκε απ' τό πρόσωπο μου; Γύρισα πίσω. Ήταν ένα όμορφο δωμά- τιο. Στήν καρέκλα τά ρούχα ήταν ακατάστατα. Μιά μπλούζα είχε γλυστρίσει απ' τήν ράχη της στό πάτωμα. Τήν άπλωσα στό στήθος μου. Μού ερχόταν καλά. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Τά "Ίδια δωμάτια" τά αφιερώνω στόν Διονύση Λιάλιο. Εί- ναι η ευγένεια καί η μελαγχολία μιάς δικής του φράσης που μέ παρακίνησε νά τά γράψω: "Υπάρχουν πολύ πιό σπουδαία πράγματα. Είναι τά μικρά πράγματα τής ημέρας, που δέν τούς δίνουμε σημασία...". Ή κάπως έτσι. ------------------------------------- --------------------------------------------- 2-1-1997 Πάσχω από ένα σπάνιο είδος Ιμπρεσιονιστικού μιμητισμού. Στίς κρίσεις, που μού συμβαίνουν κάθε τόσο, μετατρέπεται σέ ταύτιση. Ο ερωτισμός πού προστίθεται στήν διάρκειά τους -στοιχείο εντελώς απόν από τόν Ιμπρεσιονισμό- προέρ- χεται από τίς αναπόφευκτες σουρεαλιστικές αποκλίσεις, επει- δή τό υπόβαθρο τών κρίσεων εδράζεται σέ όλο καί λιγότερο καλλιεργημένες περιοχές πρός τά κάτω. Όταν συνέρχομαι, είμαι σάν τήν μακρυνή -καί σχεδόν αδιόρατη- φιγούρα στό βάθος, που μόλις μπαίνει σέ κάποιαν πόρτα τού διαδρόμου μέ τήν ατέλειωτη σειρά τών δωματίων δεξιά κι αριστερά (έ- τσι όπως τήν βλέπουμε στόν πίνακα τού Βάν Γκόγκ, τού ε- σωτερικού τού Ασύλου τής Άρλ, από τό κεφαλόσκαλο τής μεγάλης σκάλας που οδηγεί πρός τ’ απάνω). Έχει ήδη βάλει βιαστικά τό ένα πόδι μέσα στό δωμάτιο, ενώ σπρώχνει τήν πόρτα σάν νά προσπαθεί νά εξαφανιστεί όσο πιό γρήγορα θά ήταν δυνατόν απ’ τά μάτια μας -ένας γερός σωματώδης ά- ντρας μέ μεγάλο διασκελισμό που ξέρει καλά τόν δρόμο του- . "Περιμένετε!", φωνάζω καί πετάω τά σκεπάσματα από πά- νω μου. ΤΕΛΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟΥ