ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΤΟ

Musica antiqua Προσκαλεσμένοι είμαστε αγάπη μου. Έλα νά πάρουμε τό τραίνο. Έλα νά πάρουμε τό λεωφορείο. ((((Ωόν Άνθρωπος. Ανέβηκα στό κάστρο. Μιά θλίψη μού έτρωγε τήν καρδιά καθώς κοιτούσα τά γκρεμισμένα τείχη. Γιατί είχαμε ζήσει, γιά νά βάζουμε πέτρες τήν μιά πάνω απ' τήν άλλη; Μιά οχιά είχε βγεί κυνήγι, παραμόνευε πίσω από ένα κοτρώνι μέ τά μάτια της καρφωμένα σέ μιά τρύπα στό χώμα, έκανα έναν κύκλο νά μή τήν τρομάξω. "Τί κυνηγάς μικρή οχιά;", ρώ- τησα μόλις μέ είδε. "Τί σέ νοιάζει εσένα απροστάτευτο πλά- σμα μέ τά χμμ... όπλα που δέν φαίνονται;" (γιατί έτσι έλεγαν όλα τά ζώα τόν άνθρωπο), απάντησε. "Δέν σού λέω αφού δέν μπορείς νά τό μοιραστείς μαζύ μου". "Αυτό είναι αλή- θεια", είπα στεναχωρημένος. "Πώς θά τολμούσα ποτέ νά κά- τσω στό ίδιο τραπέζι μέ σένα, έστω κι άν μού πρόσφερες τό καλλίτερο κομμάτι, όταν θά τό είχαν χαϊδέψει πρώτα τά δό- ντια σου;". "Κι όμως δέν εννοούσα καθόλου αυτό!", είπε μέ τήν σφυριχτή φωνή της που όταν δέν ήταν θυμωμένη έμοια- ζε μέ τίς γλυκές ψηλές νότες τής φλογέρας τών βοσκών. "Α- ντίθετα, τό δικό μου δηλητήριο μόνο όταν μπεί στό αίμα σκοτώνει τήν καρδιά. Ενώ η δική σου πλεονεξία γυρίζει ε- φτά φορές τόν ουρανό χωρίς η δύναμή της νά λιγοστέψει. Σκοτώνει τίς καρδιές από μακρυά. Καί πιό πολύ αυτών που αγαπάς. Ποιός τολμά νά γίνει φίλος σου; Έλα δώσ' μου νά σού φιλήσω λίγο τό χέρι. Απ' τή στιγμή που φάνηκες στά μέρη μας κανείς δέν είναι ασφαλής". "Μά εγώ δέν θέλω νά κάνω κακό σέ κανέναν", είπα, κρύβοντας τά χέρια μου. "Μήπως σέ παρασύρει ο φόβος σου, μικρή οχιά; Άν καί εί- σαι σοφή, ξεχνάς ότι όλοι οι άνθρωποι δέν είναι ίδιοι". "Γιά κοίτα, γιά κοίτα, ένας άνθρωπος!", είπε μέ τήν ψιλή φωνί- τσα του ένα τόσο δά ποντικάκι κι έβγαλε τό κεφάλι του από τήν τρύπα. "Μή μέ σκοτώσεις πριγκίπισσα τών φιδιών, όσο κι άν πεινάνε τά παιδιά σου, γιατί πρέπει νά ειδοποιήσω τ' αδέρφια μου". "Δέν σέ σκοτώνω, όσο κι άν πεινάνε τά παι- διά μου μικρό ποντικάκι, άν καί θά είσουνα καλός μεζές, μό- νο τρέξε γρήγορα νά ειδοποιήσεις τ' αδέρφια σου ότι ένας άνθρωπος ανέβηκε στό κάστρο μας κι ότι όλοι κινδυνεύου- με. Θά τό σφυρίξω κι εγώ στίς αδερφές μου νάχουν τόν νού τους". Τό ποντικάκι εξαφανίστηκε στήν τρύπα καί η οχιά σύρθηκε στήν κορφή τής πέτρας, κουλουριάστηκε καί ση- κώνοντας τό κεφάλι της άφισε τρία δυνατά σφυρίγματα. "Αυτά σημαίνουν 'άνθρωπος'", είπε καί πήρε μιά αμυντική στάση. "Πόσοι από μάς άραγε θά χάσουν τήν ζωή τους χω- ρίς λόγο; Έλα άσε με νά σού φιλήσω τό χέρι. Δέν θά πονέ- σεις ούτε σταλιά καί θά σωθούν τόσα πλάσματα από έναν παράλογο θάνατο. Αυτή η Γή δέν σέ χρειάζονταν καθόλου, παράξενο τέρας μέ τό τρυφερό κρέας καί τό μυαλό που δέν ξέρει τί θέλει. Μόνο κακό τής έχεις κάνει. Δέν σέ φώναξε κα- νείς. Γιατί ήρθες; Πιό αυγό σ' έβγαλε καί δέν μπορείς νά βρείς ησυχία;". "Ευγενική πριγκίπισσα", είπα πραγματικά συντετριμμένος, "τίς απαντήσεις στίς ερωτήσεις σου είμαι ο τελευταίος που θά μπορούσα νά σού τίς δώσω. Είμαστε δυ- στυχισμένα απροστάτευτα πλάσματα, κλαίμε διαρκώς γιά μιά χαμένη πατρίδα, αργούμε τόσο πολύ νά μεγαλώσουμε καί τήν καρδιά μας προλαβαίνει νά τήν γεμίσει ο φόβος γι' αυτόν τόν μυστηριώδη κόσμο που μάς τριγυρίζει. Δέν είναι ο φόβος τού κότσυφα που τινάζει τό κεφάλι του καί τά μά- τια του σαρώνουν τήν γή καί τόν ουρανό γιά νά ανακαλύψει τίς παγίδες που τού έχουν στήσει, γιατί ο κότσυφας δέν απο- ρεί γιά τόν κόσμο καί γιά τόν θάνατό του μέσα σ' αυτόν, άν καί αγωνίζεται νά ζήσει μέχρι τό τέλος. Ούτε καί τό μικρό ποντικάκι που σέ παρακάλεσε νά τό αφίσεις νά ζήσει γιά νά ειδοποιήσει τ' αδέρφια του φοβόταν μέ τόν τρόπο τόν δικό μας, κι άν ακόμα τό έπιανα στή φούχτα μου κι η μικρή του καρδούλα χτυπούσε ώσπου νά σπάσει. Ούτε κι εσύ που είσαι τόσο σοφή μπορείς νά φοβηθείς μέ τόν περίεργο τρόπο που φοβίζει τούς ανθρώπους ο θάνατος. Κι όπως όλα τά πλάσμα- τα σ' αυτόν τόν κόσμο, δέν θά κάνεις τίποτα γιά νά τόν κα- θυστερήσεις, δέν θά φάς ειδικά φαγητά γιά νά γίνεις πιό δυ- νατή, δέν θά ντυθείς μέ τίποτ' άλλο εκτός απ' τό δέρμα σου, δέν θά θελήσεις ποτέ ν' αλλάξεις τό χωματένιο σπίτι σου... )))) Τά τυφλά πουλιά Ποιός ξέρει τί συμβαίνει στόν Ουρανό. Σκοτεινές κουρτίνες τραβιούνται χαμηλά πάνω απ' τά κεφάλια μας, βογκητά με- γάλων αρσενικών ζώων δεμένων σέ ξυλοκρέββατα βασανι- στηρίων που τρίζουν καθώς η βαρειά μάζα διπλώνεται απ' τό χτύπημα μάς γεμίζουν θλίψη, ακούμε αλαφιασμένοι τόν σφυριχτό ήχο τού μαστιγίου, τόν κακό μουντό κρότο τής φάλαγγας, λάμψεις πυροβολισμών στό βάθος σημαίνουν ί- σως ομαδικές εκτελέσεις αυτών που έχουν ήδη καταδικασ- θεί, κάπου κάπου μιά χαριστική βολή σέ κάποιον δραπέτη μάς ξεκουφαίνει, πόρτες δικαστηρίων ανοιγοκλείνουν δη- μιουργώντας δυνατά ρεύματα, βλέπει κανείς άν σηκώσει τό κεφάλι ομάδες δικηγόρων μέ μαύρες ρόμπες νά τρέχουν πί- σω από κάποιον εισαγγελέα, πρόσωπα συγγενών στίς γωνιές κλαίνε σιωπηλά πάνω στά φύλλα τών δέντρων, στά χορτά- ρια, στή γυμνή γή... Ποιός ξέρει τί συμβαίνει στόν Ουρανό. Ελεύθεροι σκοπευτές εκτελούν τυφλά πουλιά. Αποσπάσματα καρφώνουν μέ τά σφυριά τους τά δάχτυλα τών μαρτύρων. Κανείς δέν ξέρει τί συμβαίνει στόν Ουρανό. Από πάνω μας δέν συμβαίνει τίποτα, αλλά από κάτω μας ποιός ξέρει τί θά βλέπαμε άν μπορούσαμε νά μετακινήσουμε τήν γή. Σκύβουμε πιό κοντά στήν γή, μεγάλες σκιές περασμένων πο- λιτισμών κολυμπούν μέσα της, ίσα ίσα που μάς κρατάει τό χώμα, μερικοί υπερβολικά ευαίσθητοι έχουν αρχίσει νά βυ- θίζονται κιόλας, απλώνουμε τίς κουβέρτες απ' τά κρεββάτια μας καί τούς τραβάμε απάνω νά στεγνώσουν. Σέ μιά λεπτή επιφάνεια βαδίζουμε, από πάνω μας ο ουρανός, από κάτω μας η γή, άν αυτά τά δυό μεγάλα ζώα δέν είχαν δι- δαχτεί μέ τόση επιμέλεια νά διατηρούν προσεκτικά τήν από- στασή τους θά μάς είχαν συνθλίψει. Καθώς προχωράμε στήν γή, ακίνητα σύννεφα κλαίνε στόν ουρανό παρακαλώντας νά τά πάρουμε μαζύ μας. Σηκώνουμε τά χέρια μας από λύπη. Απαγορεύεται νά φυσήξει σέ ορισμένες περιοχές τού ουρα- νού. Καθώς περνάμε από κάτω τους μιά λύπη μάς συνεπαίρ- νει. Σηκώνουμε τά χέρια προσπαθώντας νά χαϊδέψουμε τά ακίνητα σύννεφα. Μάς διέταξαν νά φύγουμε. Δέν έχουμε αντίρρηση. Τά σύννε- φα σάν μεγάλες άσπρες γάτες άρχισαν τό κλάμα. Τά πήραμε κι αυτά στούς ώμους μας. Μοιράσαμε τίς αποσκευές μας. Τά σύννεφα κλαίγανε, ζητού- σαν νά τά πάρουμε μαζύ μας. Ήταν αδύνατον. Δεξιά κι αριστερά, σύννεφα έχουν πέσει στή γή κοιτώντας μας μέ θλίψη. Τό βάρος τους μάς τρόμαζε. Ήταν αδύνατον νά τά πάρουμε μαζύ μας. Μερικά δάκρυζαν. Αφίσαμε κάτω τίς αποσκευές καί τρέξαμε κοντά τους. Έχω διαταχθεί νά φύγω. Δέν έχω αποσκευές. Έτσι μπορώ νά σηκώσω μερικά σύννεφα. Είναι βαρειά. Ορισμένα τυφλά πουλιά βρίσκονται μέσα τους. Γιά τήν ακρίβεια είναι γεμά- τα. Τί θά γίνονταν τά τυφλά πουλιά; Ο αγγελιαφόρος μπήκε μέ- σα κατάχλωμος. Τόν περικυκλώσαμε. "Θά εκτελεστούν", εί- πε. Μού είχαν αναθέσει νά υπερασπιστώ τά τυφλά πουλιά. Πή- ρα τό όπλο μου καί πήγα κοντά τους. Μέ περικύκλωσαν. "Είσαι ο υπερασπιστής μας", μού είπαν. Μέ χάϊδευαν μέ τίς φτερούγες τους. Χτυπήσαμε σέ μιά ξαφνική καταιγίδα στήν θάλασσα. Έρρι- χνε χοντρό χαλάζι καί τό σμήνος διατάχτηκε ν' ανέβει πάνω απ' τά σύννεφα. Εκτέλεσα τήν διαταγή. Σήκωσα τό ράμφος σύμφωνα μέ τίς καινούργιες συντεταγμένες. Αλλά πέσαμε σέ μιά σπάνια περιδίνηση που κατέβαζε τήν κύρια μάζα τού αέ- ρα πρός τά κάτω. Η ταχύτητα διαφυγής σχεδόν μηδενίστη- κε. Οποιοσδήποτε ελιγμός θά μάς έρριχνε στά μαύρα νερά. Διατηρήσαμε τήν κατακόρυφη θέση. Δέν μπορώ νά μετρή- σω τόν ακριβή χρόνο τού φαινομένου, αλλά ο πόνος απ' τά διαρκή χτυπήματα τού χαλαζιού στά μάτια μέ εξουθένωσε. Όταν ο ήλιος έρριξε τό φώς του επάνω μας, σημάδι ότι τά σύννεφα είχαν ξεπεραστεί, κι άρχισε νά λειώνει τόν πάγο στά φτερά μας, ο πλοηγός ζήτησε νά μάθει πόσοι απ' τό σμήνος έβλεπαν. Ευτυχισμένοι όσοι ο αέρας πρόφτασε νά ρίξει στά νερά. Άν δέν υπήρχες, ευγενικέ ξένε, νά μάς οδηγήσεις σ' αυ- τό τό ελληνικό νησί, θά πέφταμε ένας ένας. Ίσως ήταν καλ- λίτερα. Ίσως όχι. Όταν πετάμε βγάζουμε άγριες κραυγές. Παραμερίστε! Έρχονται τά τυφλά πουλιά! Άν βρείς στόν δρόμο σου κάποιο τυφλό πουλί μέ τσακισμένα τά φτερά, διαβάτη, συλλογίσου πως δέν πέθανε σάν ένα δει- λό πλάσμα παρακαλώντας τόν Ουρανό γιά τήν ζωή του, αλ- λά πολέμησε μέ τήν καταιγίδα. Μήν τό σπρώξεις περιφρο- νητικά στήν άκρη, φτιάξ' του έναν μικρό τάφο καί κάνε καί σύ τό ίδιο άν μπορείς. Μήν μέ σπρώξεις περιφρονητικά στήν άκρη, διαβάτη. Ο Ουρανός μού έβγαλε τά μάτια καί μού τσάκισε τά φτερά, αλλά τόν πολέμησα. Δέν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν νά τόν νικήσουν. Δέν είμαστε ίδιοι, ξένε. Όταν εσύ έτρεχες στό χώμα νά κρυ- φτείς, εγώ ορμούσα στήν καρδιά τής καταιγίδας. Τώρα που έπεσα εδώ κάτω, τυφλό καί μέ τσακισμένα φτερά, είναι επει- δή μέ σταμάτησε η γή σου. Πρόλαβα όμως νά πεθάνω στόν ουρανό. Σκάψε ένα λάκκο γιά μένα, διαβάτη, άν καί δέν σύρθηκα ε- γώ στά πόδια σου. Όταν θά πέσεις στόν ουρανό, τυφλός καί μέ τσακισμένες τίς φτερούγες, κάποιος αδερφός μου θά στό ανταποδώσει. Ατέλειωτες στρατειές απ' τούς δικούς σου, τυφλοί καί μέ τσακισμένα φτερά, πέφτουν στόν ουρανό μας, διαβάτη. Κά- νε γιά μένα ό,τι όχι λίγες φορές έχω κάνει κι εγώ στό σκληρό χώμα τού ουρανού γιά σάς. Σκάψε μου έναν τάφο, αφού ξε- πλύνεις τό τυφλό καί τσακισμένο κορμί μου από τίς λάσπες. Άν εγώ σκόνταψα στόν ουρανό κι έπεσα, άγνωστε, θά 'ρθεί καί γιά σένα η ώρα που τό πόδι σου δέν θά σηκωθεί όταν τό διατάξεις. Δίπλα δίπλα θά βρεθούν μέσα στή σκόνη, εμένα οι τσακισμένες μου φτερούγες κι εσένα τό τσακισμένο σου πρόσωπο. Γράψε στόν λαό σου τών νεκροθαφτών, νά μάς φερθούν όπως ταιριάζει. Μαρκέλλα 9-4-1997 Ποιός νομίζει ότι μπορεί νά κρατήσει ακίνητη τήν ζωή; Άς έρθει νά γνωρίσει τήν μικρή μου φίλη Μαρκέλλα τά ποδαράκια σάν τόν άνεμο. Ποιός νομίζει ότι μπορεί νά κρατήσει τήν ζωή σιωπηλή; Άς έρθει στό σπίτι μου ν' ακούσει τά ποδαράκια σάν τόν ά- νεμο νά παίζουν κάθε πρωί τήν μουσική τους. Ποιός γέροντας ντυμένος μέ γούνες καί παλτά τήν Άνοιξη που όταν μπαίνει τό χρυσό Καλοκαίρι φοράει καί τά γάντια του παραπονιέται γιά τά ξυπόλυτα ποδαράκια όταν τρέχουν πάνω απ' τό σκουφί του; Άχ, δέν είναι κακός, μά τά ζηλεύει λίγο. Πολλές φορές ανησυχεί όταν δέν τ' ακούει αλλά κουράζεται γρήγορα νά τρέχει μαζύ τους γιατί τόν αφίνουν πολύ μακρυά αποκοιμισμένο κι έπειτα που καί που τόν ξυπνάνε ξαφνικά. Άς τόν συγχωρήσουμε. Μικρά ποδαράκια όλων τών παιδιών άς ήτανε νά τρέχατε μέ τήν ίδια ζωντάνια μέ τήν ίδια ξέφρενη χαρά όπως τά ποδαράκια σάν τόν άνεμο τής μικρής μου φίλης, τής Μαρκέλλας. Ο πραγματικός θρήνος τών συγγενών 10-4-1997 Έλα νά σέ σκοτώσω αγάπη μου. Είναι τόσο στενά σ' αυτό τό κορμί. Τίποτα δέν είναι αρκετό σ' αυτόν τόν κόσμο. Ακόμα κι ο θά- νατος δέν είναι αρκετός. Έτσι η ζωή ξεχειλίζει, αλλά δέν ξε- χειλίζει γιατί περισσεύει, παρά μόνο γιατί ο θάνατος δέν εί- ναι αρκετός. Η ζωή μπορεί νά γίνει τέτοιο μαρτύριο, ώστε νά είναι αμφί- βολο άν ο θάνατος είναι ικανός νά μάς απαλλάξει απ' αυτή. Ακόμα καί οι τέσσερις εποχές είναι αδύνατον νά χωρέσουν σέ έναν χρόνο. Τίς βλέπουμε νά βασανίζονται, σπρώχνονται γιά λίγο χώρο, κάπου κάπου βυθίζουν η μιά τά δόντια τους στήν άλλη κόβοντας μεγάλα κομμάτια... Εδώ καί πόσον καιρό περισσεύουν κομμάτια απ' τό κορμί μας αγάπη μου; Ή μάλλον δέν είναι κομμάτια, είναι ο νούς που σκλήρυνε καί φαίνεται, είναι τό πνεύμα που βάρυνε καί κρέμασε, είναι ο θάνατος που επιστρέφει γεμίζοντάς μας ξα- νά, είναι κι αυτά τά άλλα, που πετούσαν γύρω απ' τό κορμί μας χωρίς ποτέ νά τά έχουμε νοιώσει τόσα χρόνια, δεμένα τό καθένα στόν σπάγγο του, καί που τώρα, έχοντας πιά τυλιχτεί σχεδόν εντελώς, κλαίγοντας ξαναγυρίζουν. Κλονίζεται τό πνεύμα μας από κάθε βήμα, ιδιαίτερα από αυ- τό τό στρατιωτικό που κάνουμε πρός κάποιον άλλον άνθρω- πο που μάς αγαπά, ή από εκείνο τό γεμάτο λαχτάρα όταν προχωρούμε -βιαστικοί, όχι γιατί φοβόμαστε μήπως έχει κιόλας φύγει, αλλά γιά νά δούμε άν είναι πράγματι αυτός που μάς περιμένει- νά συναντήσουμε αυτόν που αγαπάμε ε- μείς, ισορροπεί δύσκολα μόλις, ενώ έχουμε ανοίξει τήν πόρ- τα, στεκόμαστε ξαφνικά, τίς μακρυές εκείνες περιόδους όταν κανένας απ' αυτούς δέν υπάρχει πιά, καί μένουμε έτσι χωρίς νά λυπόμαστε γιά τήν απουσία τους που προκαλεί τήν ακι- νησία, αλλά απορώντας μέ ευγνωμοσύνη γιά τό ποιός έχει πάρει τήν πρωτοβουλία γιά λογαριασμό μας νά ντύσει αυτό τό σώμα καί νά τό βγάλει έξω, κινδυνεύει από ένα απότομο πέσιμο στήν μαλακή γή που δέν μπορεί νά αντέξει τό βάρος του, όπως όταν ανήκει σέ ένα μικρό παιδί, μέ λίγα λόγια εί- ναι τελείως εκτεθειμένο στό ύπαιθρο, γιατί βέβαια δέν βρί- σκεται μέσα μας όπου όλα τά όργανα περιβάλλονται από ι- μάντες που τά συγκρατούν, αυτό δέν είναι όργανο, δέν έχει προβλεφθεί γι' αυτό από τήν Φύση ειδικό σημείο στηρίξε- ως, αρπάζεται λοιπόν απ' όπου μπορεί στήν προσπάθειά του νά μάς ακολουθήσει, π.χ. από τά ρούχα μας χαλώντας σέ κά- ποιο σημείο μιά ιδιαίτερα προσεγμένη γραμμή, από μιά ξαφνική ερωτική επιθυμία πρός τόν διπλανό μας, από μιά σκέψη που έχει καθυστερήσει νά σχηματισθεί αλλά υπάρχει ακόμα η θέση της που τήν περιμένει χωρίς νά μπορεί νά κα- ταργηθεί, επειδή εκεί ίσα ίσα απ' όπου λείπει θά έπρεπε κιό- λας νά έχει συμπληρωθεί ένα κενό λόγου... Σκόνταψα κι έπεσα στό πλάϊ, τό πνεύμα μου ξαφνιασμένο βρόντησε στό χώμα, δίπλα, ανοίγοντας μιά πελώρια λακκού- βα στήν μαλακή γή, σύρθηκα στά χείλια της καί κοίταξα μέ- σα. Δέν είχε μείνει τίποτα. Λίγος καπνός στό βάθος κατακά- θονταν σιγά σιγά. Γύρισα ανάσκελα χτυπώντας χαρούμενα τά χέρια μου στόν ουρανό. Ήμουν ελεύθερος, ελεύθερος, τό- σα χρόνια κρέμονταν πάνω απ' τό κορμί μου, είχα φτάσει νά γονατίζω παρακαλώντας το νά μέ σκοτώσει, τό κεφάλι μου έγερνε απ' τήν μεγάλη μάζα που έπρεπε νά σηκώνει, τ' α- φτιά μου είχαν κλείσει απ' τό βούϊσμα τού αέρα καθώς προ- σπαθούσε νά περάσει από μέσα του γιά νά φτάσει στά πνευ- μόνια μου, μέ θολωμένα μάτια απ' τήν σκιά του είχα παρα- μερίσει τά πλάσματα που αγάπησα, τρέμοντας απ' τό βάρος του σωριαζόμουν πάνω σ' αυτούς που μέ είχαν αγαπήσει, άρχισα νά ρίχνω μέ τίς φούχτες στήν λακκούβα τό χώμα, πό- σο θά μού έπαιρνε νά τήν γεμίσω, μπές γρήγορα ανάμεσα σ' εμένα καί σ' εκείνο γλυκειά γή, βάλε τούς σβώλους σου νά τό χώσουν πιό βαθειά, φώναξε τήν καρπερή βροχή, νά φυ- τρώσει απάνω του τό χορτάρι, νά τό δέσουν μέ τίς ρίζες τους τά ευγενικά σου δέντρα, ελαφρύς καί χαρούμενος εγώ, πη- γαίνοντας από τήν σκιά του στό φώς, θά τραγουδήσω τό τραγούδι που τά μεγαλώνει. Ειδοποιήστε: απ' τό πρωί είναι απόγευμα. 17-4-1997/26-4-1997 Απ' τό πρωί είναι απόγευμα, καί δέν πρόλαβα νά σέ ειδοποι- ήσω αγάπη μου. Άν καί δέν μάς ειδοποίησε κανείς, τό έχουμε καταλάβει. Ο ήλιος κατηφορίζει, τά ερωτικά πουλιά πηγαίνουν γιά ύπνο, η ζωή λιγοστεύει μέσα μας, χαρωπό τό φεγγάρι ετοιμάζεται νά ανατείλει κι ο ουρανός έχει κοκκινήσει απ' τό περίσσευμα τής ημέρας... Μόλις προλαβαίνουμε νά στρώσουμε τό τρα- πέζι, τά καλλίτερα μαχαιροπήρουνα αστράφτουν, απομα- κρύνουμε τά παιδιά γιά νά μήν κινδυνεύουν, δέν είναι κρό- τος αλόγων αυτός; Άν καί δέν κατάγομαι, ωστόσο υπάρχει μιά κληρονομική ευγένεια. Από πόσο μακρυά έρχομαι γιά νά σέ ειδοποιήσω αγάπη μου, είναι απόγευμα κιόλας. Δέν κατάγομαι. Ωστόσο υπάρχει μιά κληρονομική ευγένεια. Λείπει τό πρωί. Οι καλλίτεροι ανάμεσά μας προσπαθούν νά τό κατανοήσουν, αλλά δέν είναι οι καλλίτεροι που κατανο- ούν. Ωστόσο υπάρχει μιά ανάμνηση χαράς. Γιατί όμως νά τήν αφίσουμε νά μάς συγκινήσει; Επειδή τό νά συγκινηθούμε είναι τόσο εύκολο, γι' αυτό εί- μαστε τόσο σκληροί. Από πού όμως έχουμε αντλήσει τήν σκληρότητά μας; Απ' τήν ευσυγκινησία μας. Σάν ήμερο ζώο τού δάσους ξαπλώνει στά πόδια μας τό από- γευμα. Ανήκει στήν οικογένειά μας. Μήν προσπαθείτε νά μάς πείσετε ότι υπάρχει πρωί. Μπορεί νά υπάρχει βέβαια, αυτό όμως δέν έχει καμιά σημασία γιά 'μάς. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δέν θέλουμε νά μάς πείσετε. Καί τό ότι επιμένετε να προσπαθείτε, κάνει πιό δύ- σκολη τήν θέση σας απέναντί μας. Μ' αυτό, δέν σημαίνει ότι είμαστε ακλόνητοι στήν δικιά μας θέση. Κάθε άλλο. "Ού γάρ σοφόν τό επί ξηρού ακμής βαδίζειν γυμνόπους. Εί δέ θησαυρόν εόρακας έναντι, άφες αυτόν τοίς υποδεδημέ- νοις". Δέν μπορούμε νά βαδίσουμε πρός τό ακατανόητο παρά μέ τά μικρά αδύναμα βήματα τής διαίσθησης, σάν τυφλά πουλιά, κι αυτό εξ αιτίας τής μοχθηρίας τού κατανοητού. Μπροστά στήν επιθυμία νά τό ξεπεράσουμε, φοράμε τά γυαλιά μας. Όμως τότε τό κατανοητό γίνεται τόσο έντονα διακριτό καί χωρίζει μέ τόση κακία τήν θέση του από τό ακατανόητο, ώ- στε είναι αδύνατον πιά νά ξεπεράσουμε τήν σπαρμένη μέ κο- φτερά καρφιά μάντρα. Βγάζουμε τότε τά γυαλιά μας, καί μέ γυμνά μάτια αφινόμαστε χαρούμενοι νά κολυμπήσουμε ξανά στό τόσο γνώριμο καί καθησυχαστικό περιβάλλον. Τό κατα- νοητό αγωνίζεται σάν μκρό ψαράκι, όλο παιχνίδια καί χά- δια, νά μάς συγκινήσει, αλλά ο μεγάλος, φιλικός ωκεανός τού ακατανόητου είναι αυτός που μάς κρατάει σώους στήν τρυφερή του αγκαλιά. Δέν μπορούμε, βέβαια, μέσα της νά καταλάβουμε. Αλλά μπορούμε νά απολαύσουμε. Αυτό ακρι- βώς όμως είναι τά μικρά αδύναμα βήματα τής διαίσθησης πρός τήν κατανόηση. Οι ευχές είναι μιά προτροπή πρός απόλαυσιν. Άς ήταν η α- πάντησις νά είναι μιά πρόσκλησις πρός τήν κοινήν τέρψιν! Αλλά δυστυχώς είναι επίσης μιά προτροπή πρός απόλαυσιν. Ένα βήμα λείπει ν' αγκαλιαστούμε. Αλλά έχοντας ήδη απο- κρούσει τόν άλλον μέ τήν δικιά μας ευχή, είμαστε πιά τόσο μακρυά καί τόσο μόνοι. Παρ' όλα αυτά, επιτρέψτε μου νά σάς ευχηθώ: Καλή Ανά- σταση! 30-4-1997 Αφίστε με νά σάς μιλήσω γιά μένα. Είμαι μιά ρίζα. Δέν ξέ- ρω τί έχω από πάνω μου. Ένας βαρύς κορμός μέ σπρώχνει βαθειά στό χώμα. Τί είναι; Κάποιο έλατο τού δάσους μέ τά κλαριά του απλωμένα στόν βορριά; Ένα πεύκο στήν άκρη τής κοιλάδας πλάι στό ποτάμι μέ τίς μεγάλες πέστροφες; Μιά κερασιά σέ κάποιον κήπο φροντισμένο από επιδέξια χέ- ρια; Ένα παράξενο φυτό στή σκόνη τής ερήμου; Ένα χορτά- ρι στή μέση τού δρόμου που έχει τσακίσει τήν πέτρα;... Δέν ξέρω. Δέν μπορώ νά καταλάβω. Αισθάνομαι τό βάρος, τήν ορμή τού αέρα από τά πλάγια, τήν αντίσταση τού χώματος, τήν έλξη τών νερών. Μιά διεύθυνση μέ τυφλώνει. Μιά εντο- λή μέ συγκλονίζει. Ένας σκοπός μέ συναρπάζει. Νοιώθω τίς αδερφές μου καρφωμένες κι αυτές στά μυαλά τής Γής. Υ- πάρχει ένα κέντρο. Πρέπει νά τό φτάσουμε. Εσείς τί έχετε α- πό πάνω σας; Πού θέλετε νά φτάσετε; Φυτρώνω από έναν κορμό λίγο μετά από κεί που αρχίζει τό χώμα. Δέν ξέρω πού στηρίζεται. Από κάτω μου είναι ο ου- ρανός. Κάπου κάπου τόν βλέπω από τίς τρύπες που σκάβουν τά ζώα γιά τίς φωλιές τους. Σούρχεται νά κάνεις μιά βουτιά σ' αυτό τό μπλέ μέ τούς άσπρους βάλτους. Κλείνω τά μάτια καί κρατιέμαι σφιχτά. Από πάνω μου είναι ο γλυκός θόλος τής γής. Όλες οι τρυφερές αποχρώσεις τού κόκκινου, τού μαύρου, τών σκούρων πολύχρωμων γραμμών τών πετρωμά- των που τραβάνε κυματιστές όσο φτάνει τό μάτι ταξιδεύο- ντας, μέ κάνουν καί ρεμβάζω ατέλειωτα ξαπλωμένη στά μα- λακά μαξιλάρια τών βράχων. Νοιώθω τήν ψυχή μιάς ποιή- τριας νά ανηφορίζει αργά μαζύ μου πρός τό κέντρο του. Ί- σως δέν θά τό φτάσω ποτέ, αλλά τί σημασία έχει. Δέν ξέρω πότε θά πεθάνει ο κορμός. Πότε θά πάψει νά μέ τρέφει. Συ- χνά τρίζει καί κουνάει τά κλαδιά του. Οι καρποί του δέν α- νεβαίνουν πιά τόσο συχνά. Αλλά φύτρωσα κι είδα τά θαύμα- τα τής γής απ' αυτόν. Δέν θά τόν κατηγορήσω ποτέ. Ίσως χαμηλά, τά πλάσματα τού κάτω κόσμου, βασανίζονται, υπο- φέρουν απ' τόν σκληρό ουρανό, καί μάς γεννούν μέ πόνους προσπαθώντας νά δραπετεύσουν πρός τήν γή, στέλνουν τά παιδιά τους νά ζήσουν γιά λίγο μέσα στό χώμα τής ελευθερί- ας, καί μετά, σιωπηλοί γονείς, νεκροί, αλλά αγκαλιασμένοι μέ τήν λάμψη μιάς έστω καί φευγαλέας στιγμής μεγαλείου, πετούν νά μάς συναντήσουν σάν τήν βροχή που ανεβαίνει πρός τό έδαφος, απολυμένη, ελεύθερη. Ουρλιαχτό γέννας. Βαρειά ανάσα. Σχίσιμο, σχίσιμο στά δύο. Ανεβαίνω. Κατεβαίνω. Ανεβαίνει ο κορμός. Κατεβαίνει η ρί- ζα. Δέν θέλω που σχίζομαι. Αλλά δέν είναι δικιά μου η θέλη- ση. Δέν είναι δικό μου εγώ που σχίζεται. Είναι δικό μου υ- ποφέρω. Είναι δικό μου πονάω. Είναι δικό μου αίσθημα, νοιώσιμο, όχι φορέας. Φορέας ξένος, αναίσθητος, τίποτα, κι όμως πονάει, σχίζεται, αλλά ο πόνος είμαι εγώ, νοιώθω τό σχίσιμο, ατέλειωτα, ατέλειωτος κορμός, ατέλειωτη ρίζα, δέν λέω σχίστε με, όχι, εγώ είμαι τό σχίσιμο, εγώ κάνω τόν φο- ρέα νά πονάει, αλλά ο πόνος είμαι εγώ, ο φορέας ξένος, ά- γνωστος, αναίσθητος, όχι ύλη, όχι επιφάνεια, αλλά διαχωρι- σμός, άνω: κορμός, κάτω: ρίζα, άνω κάτω έν, όμως επιμένω: τό αίσθημα είμαι εγώ, εγώ είμαι τό αίσθημα, ο φορέας γεν- νάει, ο ανύπαρκτος γεννάει τό υπαρκτό, άνω: κορμός, κάτω: ρίζα, κορμός: ανηφορίζει στόν ουρανό, ρίζα: σκάβει τό χώ- μα, πόνος: εγώ, πλημμυρίζω τό σύμπαν, δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, δίπλα μου άλλος πόνος, πιό δίπλα άλλος, λίγο πιό πέρα: σχίσιμο, πόνος πλημμυρίζει τό σύμπαν, πόνος εί- ναι τό σύμπαν, δέν τό ήθελα, δέν τό θέλω, δέν μέ νοιάζουν τά δέντρα, ατέλειωτο σχίσιμο, πάνω: κορμός, κάτω: ρίζα, ουρανός, λάσπη, γλυκύτατος θάνατος, μία ξερή αχλαδιά στό χωράφι λίγο πιό μακρυά απ' τό παράθυρό μου, τόσα χρόνια αγάπη μου, τόσα χρόνια έβλεπα τά λουλούδια σου τήν άνοι- ξη, τί σέ πήρε καί ξεράθηκες, ποιός πέρασε καί σέ κοίταξε κι άρχισε τό κακό νά τρώει τή ρίζα σου, τόσα χρόνια γέμιζες τό παράθυρό μου μέ τήν ζωή σου, κι άς χρειάζονταν ο σπόρος σου νά σχίζεται, νά πονάει γιά νά βγάζει πάνω: τόν κορμό σου, κάτω: τήν ρίζα σου, νά πονάω εγώ γιά τά λουλούδια σου, νά σχίζομαι εγώ γιά τά φύλλα σου αγάπη μου, αγαπού- λες μου, όμορφο δέντρο, όμορφα δέντρα... 3-5-1997 Αφοσιωμένοι ως προσφιλείς. Έξοδος Βγάλε με λίγο έξω. Δέν μπορώ στό δωμάτιο. Μέ κυνηγάνε τά χέρια μου. Πίσω τους τρέχουν γρήγορα γιά νά τά φτά- σουν τά ανυπόμονα πόδια μου. Τό σώμα μου, εντάξει, δέν θά περίμενα καί τίποτ' άλλο, τά ακολουθεί, ο λαιμός μου καί τό κεφάλι μου (τό κεφάλι μου!) αντιστέκονται, μένουν πίσω στήν αρχή, αναστενάζω μέ ανακούφιση, αλλά μετά υποκύ- πτουν στήν προδοσία, τά όργανα που κλείνει μέσα του τό δέρμα μου είναι τελείως άβουλα: τρέχουν μαζύ τους ανε- βοκατεβαίνοντας, βρίζονται, τό ένα χτυπάει μαλακά στό άλ- λο αλλά αυτό είναι αρκετό γιά νά τό θυμώσει, η χολή σφίγ- γει τά λεπτά της τοιχώματα, η καρδιά ξέφρενη, τά πνευμό- νια ανασαίνουν βαθειά, καλά, θά σού τό 'λεγα αλλά τό κα- ταλαβαίνεις, δέν έχεις πού νά πάς μόνος σου, λίγο έξω μαζύ σου θέλουν νά βγούν κι αυτά, τά χέρια μου αρπάζονται από τό περβάζι τού παραθύρου, προσπαθούν νά χωρίσουν από τά υπόλοιπα γιά νά σέ ακολουθήσουν, αλλά δέν είν' εύκολο νά ξεγελάσουν τά πόδια, τό υπόλοιπο κορμί ίσως νά προσπερ- νούσε αλλά τό κεφάλι μου αφίνει τήν κραυγή τής προδοσί- ας, στρέφονται όλα πρός τά 'κει, προσπαθώ νά τά σταματή- σω όσο είναι νωρίς, μά ποιός είμαι εγώ γιά νά μπορώ νά διατάξω τά χέρια μου, τά δάχτυλά τους έχουν σφίξει γερά, τό ένα πόδι σηκώνεται στήν ανυπομονησία του, σάν αθλη- τής ξεπερνάει τό εμπόδιο τού παραθύρου, τό σώμα μέ τό κε- φάλι σέ μιά περήφανη κίνηση τό ακολουθούν, τό δεύτερο πόδι ολοκληρώνει τό χαρούμενο άλμα... 8/5/1997 Επιστροφή Είχα βγεί έξω ώς τό βράδυ. Συνήθως κανένας δέν μέ αναζη- τά, γιατί παρ' όλο που μέ συμπληρώνουν όλοι μαζύ, εγώ δέν συμπληρώνω κανέναν χωριστά, κανείς δέν νοιώθει τήν έλ- λειψή μου άν τυχόν -όπως τώρα- απουσιάσω γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα, κανείς δέν μπαίνει στόν κόπο νά μέ ρωτήσει πού ήμουνα, είναι παραδομένοι όλοι στίς ασχολίες τους, άλλωστε κι εγώ δέν θέλω νά γίνω ενοχλητικός, τό μυα- λό μου π.χ. είναι τόσο συγκεντρωμένο στό κέντρο τής ηδο- νής γιά νά τό ανησυχήσω, τό νευρικό μου σύστημα μπαλώ- νει μέ προσοχή τό δίχτυ του από τίς τρύπες που τού άνοιξε απόψε η συμπεριφορά τών ανθρώπων, τό πρόσωπό μου πα- σαλείβεται μέ κρέμες στόν καθρέφτη ετοιμάζοντας μιά συ- νταγή γιά νά αναιρέσει τό σημερινό που, άν διατηρηθεί, αύ- ριο, καθώς θά ξημερώνει μέ μιά νέα αισθητική νά έχει επι- βάλλει κιόλας τά πρότυπά της, θά τού φαίνεται γελοίο, τά μάτια μου ανοιγοκλείνουν γεμάτα δάκρυα ξεπλένοντας τήν φρίκη που μάζεψαν, τό στόμα μου προσπαθεί νά ουρλιάξει ύστερα από μιά μέρα σιωπής, τ' αφτιά μου αναπαύονται τε- λείως κλειστά από τά ουρλιαχτά τών άλλων, δέν θά ασχολη- θώ τώρα μέ τά διάφορα εσωτερικά μου όργανα εφ' όσον έ- χουν πέσει σ' έναν λειτουργικό λήθαργο πράγμα που σημαί- νει ότι είναι καλά, τά γεννητικά πάντως, πανέμορφα, θά άξι- ζαν ένα χάδι αλλά τά χέρια μου ενωμένα σφιχτά προσεύχο- νται, τά πόδια μου ξεκουράζονται από τόν κόπο που έκαναν ν' ανοίξουν έναν δρόμο γιά όλους μας πάνω στήν γή, όλη μου η οικογένεια είναι λοιπόν εδώ, ξαπλώνω μ' έναν στεναγ- μό ανακούφισης στόν μεγάλο καναπέ στήν μέση τού δωμα- τίου καί απολαμβάνω τήν ευτυχία νά είμαι πάλι ανάμεσα στούς δικούς μου... Ώριμον φάος 4/5/1997 Ούτε ένας δούλος. Βόσκαμε στό παχύ χορτάρι, ο ήλιος μάς ζέσταινε, είχαμε προσκαλέσει καί τόν Δημιουργό στό πλούσιο τραπέζι μας, ή- τανε ενθουσιασμένος, τόν οδηγούσαμε στά πιό όμορφα μέ- ρη, μάς έπαιρνε αγκαλιά καί μάς έδινε υποσχέσεις, ρωτούσε τά ονόματά μας, χάιδευε τά παιδιά πού μπερδεύονταν στά πόδια μας, γενικά η συμπεριφορά του ήταν πολύ καλή, όλοι μείναμε ευχαριστημένοι, ανανεώσαμε τήν πρόσκλησή μας γιά τού χρόνου άν ήταν εδώ. Έτρεμα μπροστά στόν θρόνο τού Δημιουργού, δεξιά κι αρι- στερά αρχάγγελοι μέ πυρωμένες ρομφαίες τόν παράστεκαν, γλυκές φωνές πίσω από τά μεγάλα παραβάν έψελναν ύμνους στήν παντοδυναμία του, κάπου κάπου έγλειφα τά ξερά μου χείλη, "τί θέλεις αμαρτωλέ;", μέ ρώτησε απότομα, "μίλα γρήγορα, δέν υπάρχει χρόνος", "είστε πράγματι ο Δημιουρ- γός;", είπα, "θέλω νά κόψω κάτι σύκα". ((Οι Αρχάγγελοι, ώς γνωστόν κι απ' τίς αρχαίες φωτογραφί- ες τών Βυζαντινών, δεξιά κι αριστερά απ' τόν Θρόνο, δέν εί- ναι παρά τά ψηλά λευκά δροσερά λουλούδια που ο λαός μας τά λέει "κρίνα τής Παναγιάς", καί που φυτρώνουν όλον τόν χρόνο μέσα στά κλιμακωτά παρτέρια απ' τούς πυκνούς φλο- γερούς θάμνους καί τά αγριολούλουδα που τόν περιστοιχί- ζουν ανεβαίνοντας πρός τόν ουρανό. Κυκλωμένα απ' τά πε- λώρια σάν φτερούγες φύλλα τους, αφίνουν όχι μόνο νά φανεί η αγνή τους καρδιά, αλλά καί τό μακρύ σάν κίτρινη γλώσσα φωτιάς στέλεχός της: ένα ξίφος φρουρός τής ουράνιας παρ- θενίας μά καί τής αενάου γονιμότητος τής Φύσης, μέ τήν ο- ποία κάπου κάπου πρέπει νά μάς τό θυμίζουν ότι από τήν μιά πλευρά μας τουλάχιστον είμαστε συγγενείς. Όσο γιά τούς ύμνους πίσω απ' τό παραβάν, δέν είναι παρά ο βαρύς ήχος από τό φτεροκόπημα τών μεγάλων αποδημητι- κών πουλιών που κρατά τό ίσο, καί τά γλυκά χαρούμενα τι- τιβίσματα τών μικροτέρων που κουβαλούν στά φτερά τους που δίνει τήν μελωδία, καθώς, πάνω απ' τά σύννεφα, πετούν αδιάκοπα πρός τήν μεριά τού ήλιου. Όπως βλέπετε δέν υπάρχει υπηρετικό προσωπικό, παρά μό- νο γιά τά τρομαγμένα -όπως τά δικά μας- μάτια.)) Κόβαμε σύκα μέ τόν Δημιουργό από ένα περιβόλι στή Γή, είχε ανέβει ψηλά που ήταν καί τά καλλίτερα, "πρόσεξε", τού είπα, τό κλαδί που έγερνε δέν ήταν τόσο γερό, μ' ένα φοβερό κρότο τσακίστηκε μαζύ του στό χώμα, μούγκρισε, κι ο ου- ρανός παρά λίγο νά μάς πέσει στό κεφάλι, ο ήλιος ήρθε κο- ντά νά βοηθήσει, θά μάς έβαζε φωτιά άν δέν προλάβαινε νά τόν σταματήσει μέ μιά κίνηση, "τράβα στήν θέση σου χαζο- χαρούμενε!", ούρλιαξε σιγά, "θά μάς πάρει μυρουδιά ο φύ- λακας", γύρισε ανάσκελα κρατώντας τόν αστράγαλό του, "ώχ!", έκανε, "φέρε λίγη ζεστή κοπριά από τίς αγελάδες πιό κεί, θά μάς βγούν ξυνά τά φετεινά σύκα στό τέλος", πρίν προλάβω νά κινηθώ, παραμερίζοντας τά χαμηλά κλαδιά μέ τό ένα του χέρι φάνηκε ο φύλακας μέ τό όπλο του έτοιμο, αλλά μόλις μάς κοίταξε καλά τό χαμήλωσε στά πόδια του "τί βλέπει κανείς στίς μέρες μας!", είπε κουνώντας τό κεφά- λι. Ο Δημιουργός ήταν κάτω στόν κήπο καί κλάδευε τά δέντρα μας. "Φέρε μου λίγο νερό, δίψασα", είπε καί κάθησε βαρειά στό χορτάρι. Κατέβηκα τρέχοντας τά σκαλιά, γέμισα ένα πο- τήρι νερό καί πετάχτηκα έξω χύνοντας τό μισό απ' τήν βια- σύνη μου. Μέ κοίταξε θυμωμένα: "ήρθες γρήγορα αλλά έ- κανες μισή δουλειά", παρατήρησε. "Τί θά γινόταν άν έφτια- χνα κι εγώ μέ τόν ίδιο τρόπο τόν κόσμο;". "Καθήσατε πάνω σέ μιά σαλιγγαρομάνα", είπα καθώς τού έδινα τό ποτήρι. Ήτανε ένα γλυκό βράδυ, στόν κήπο είχαμε αφίσει δυό πολυ- θρόνες κι ένα τραπεζάκι τής εξοχής κάτω από μιά μεγάλη ο- μπρέλλα, ψιλόβρεχε, ο Δημιουργός μόνος του καθόνταν καί κάπνιζε ένα βαρύ τσιμπούκι κι είχε φλομώσει τόν αέρα, οι άγγελοι είχαν από ώρα τραβηχτεί μακρυά βήχοντας, βρήκα τήν ευκαιρία καί πλησίασα μέ τήν γάτα μου καί κάθησα κο- ντά του. "Πώς τό λένε αυτό τό πανέμορφο πλάσμα που κρατάς στήν αγκαλιά σου;", μέ ρώτησε ευχαριστημένος από τό έργο τών χεριών του. "Αλήτα", είπα ευχαριστημένος κι εγώ γιά τό ό- νομα. Η Αλήτα έδωσε έναν πήδο καί θρονιάστηκε στήν αγκαλιά του, βύθισε τά νύχια της στήν μεγάλη του γενειάδα κι άρχισε νά γουργουρίζει. "Έχετε φτειάξει ωραία πλάσματα στά νειάτα σας", είπα, "κι ήταν πολύ έξυπνο νά τούς δώσετε εντολή νά συνεχίζονται. Μόνο μέ τόν άνθρωπο κάτι πήγε στραβά". "Ναί", μουρμούρισε μέ θλίψη, "δέν μπορώ ούτε κι εγώ ο ίδιος νά τόν καταλάβω τώρα. Αισθάνομαι λίγο ένο- χος, αλλά ήμουν πολύ νέος τότε. Ήθελα νά τόν κάνω ίδιο μ' εμένα -νοιώθω πολύ μοναξιά κάπου κάπου-, ήθελα ένα πλά- σμα κοντά μου που νά μπορώ νά συζητώ μαζύ του, νά έχει δικιά του γνώμη δηλαδή, κι αυτή ήταν η εντολή στό υλικό του: νά μού μοιάσει, νά γίνει ανεξάρτητος. Έτσι αυτός δέν μπορεί νά συνεχίζεται μένοντας ίδιος. Αλλάζει διαρκώς προ- σπαθώντας νά γίνει σάν κι εμένα, είναι διαρκώς ανικανοποί- ητος καί δυστυχισμένος γιατί δέν μπορεί νά μάθει πώς είμαι αφού ούτε κι εγώ δέν τό ξέρω εντελώς αυτό. Καί τό χειρότε- ρο, δέν μπορώ πιά νά αναιρέσω αυτή τήν εντολή". "Γιατί δέν μπορείτε;", ρώτησα λυπημένος. "Μά ήμουν καί τότε, ό- ταν τήν έδωσα, παντοδύναμος", είπε καί αναστέναξε βαθειά. Παρακάλεσα τόν Δημιουργό νά ξαναζωντανέψει τήν αχλαδιά μπροστά στό παράθυρό μου, που είχε ξεραθεί εδώ καί χρό- νια. "Ήταν ένα καταπράσινο χαρούμενο δέντρο που είχε φέ- ρει κοντά μου τήν ομορφιά", είπα, "αφού εγώ δέν μπορώ πιά νά περπατήσω. Τί είναι γιά τήν παντοδυναμία σας μιά μικρή λέξη;". "Μά είναι υπέροχο κι έτσι ξερό όπως είναι τώρα", απάντησε. "Γιά ποιόν λόγο νά επέμβω; Μού ζητάς νά ταράξω τήν Φύση γιά ένα θέμα αισθητικής;". "Δέν μπο- ρώ νά τό αγαπήσω ξερό", είπα. "Μπορώ νά παρατηρώ ξαφ- νιασμένος απ' τήν αλλαγή, ιδιαίτερα τό Φθινόπωρο, τά χρώ- ματα καί τά σχήματα τών ξερών κλαδιών του καθώς, χρόνο μέ τόν χρόνο, καμπυλώνουν καί γεμίζουν κόμπους καί σκα- σίματα έτσι που καί τά μυρμήγκια ακόμα τά εγκαταλείπουν σιγά σιγά γιατί έχουν χάσει πιά τό εσωτερικό τους, καί τόν κορμό του που ολοένα γέρνει παράξενα σάν νά αναζητάει κά- τι πολύτιμο στήν βρεμένη γή, χωρίς όμως νά μπορεί νά ανα- σηκώσει ύστερα τελείως, παρ' όλη τήν βοήθεια τού αέρα, τήν ράχη του, αλλά είναι σάν νά βλέπω έναν πίνακα μέ δυό διαστάσεις μέσα στό βαθύ φόντο του τοπίου, που δέν θά μέ πείραζε καί πολύ άν δέν ήταν εκεί τήν επόμενη φορά που θά σήκωνα τά μάτια μου καί άφινε τό κομμάτι που χανόταν μέ- χρι τώρα εξ αιτίας του νά έρθει αθόρυβα μπροστά. Ενώ ό- ταν ήταν ζωντανό είχε εκείνη τήν διάσταση που χωρίς νά έ- χει νά κάνει μέ χρώματα καί αλλαγές σχημάτων, τό πρόβαλ- λε στόν χώρο σάν νά μήν ανήκε παρά μόνο ελαφρά σ' αυτόν, ίσα ίσα γιά νά αντιληφθεί τίς τρείς διαστάσεις του τό βλέμ- μα, κι ύστερα μετέφερε μέσα μου τήν ζωή του καί τήν ένωνε μέ τήν δική μου, όπως τό ίδιο ηδονικά τήν ένωνε μέ τόν κό- σμο, μέ τίς ζωές που τό περιτριγύριζαν, αφίνοντάς μας νά σμίγουμε στά φύλλα του, στά άνθη του τήν Άνοιξη, καί στούς καρπούς του τό Καλοκαίρι, μέ τό δικό σας σώμα, τα- ράζοντας τήν Φύση, όχι γιά θέματα αισθητικής, αλλά επειδή δέν εξηγείται ο έρωτας". Ώριμον φάος (συνέχεια 1) 20/5/1997 (Παρένθεσις) [[[[ (52)/15-2-1976 Θέλω νά μιλήσω γιά τά πράγματα απόψε. Γιά τά πράγματα που ευγενικά, κάνοντας τά λίγα βήματα που έχουν απομείνει, σηκώνονται στίς μύτες τών δακτύλων κι αφίνουν τήν τελευ- ταία τους κραυγή. Ευγενικά καί μέ χάρη μά ωστόσο μέ μιάν αποφασιστικότητα καί μέ μιά θλιμένη τόλμη σπρώ- χνοντας τά χέρια πρός τά κάτω, σφιχτά στούς γοφούς, τε- ντώνοντας τόν λαιμό, μέ τήν επίγνωση πως έχουν ήδη εγκα- ταληφθεί, πως έχουν κιόλας τελειώσει αυτό που η άκρη τού διαζώματος σχεδόν πάντα προκαλεί, μέ τήν εκκίνηση. Μέ μιάν εκκίνηση εσωτερική, προσφέροντας προτιμότερα τόν ε- αυτό τους. "Τό ότι μού έχει απαγορευθεί η επαφή", είπα, "τό ότι μού έ- χει απαγορευθεί η επαφή είναι ίσως πολύ προτιμότερο. Για- τί είν' αλήθεια πως σ' αυτή τήν άρνηση στηρίζω όλες μου τίς ελπίδες. Κοίταξε πόσο έντονα, παρ' όλα αυτά, φτάνουν στ' αυτιά μας οι αδύνατες φωνές που τόσο πολύ σέ συγκι- νούν. Μ' ένα μικρό ξυλάκι θά τίς καρφώσω γιά τό χατίρι σου. Άν καί πάντα ξεκινάς όταν τό θέμα έχει κιόλας εξαντλη- θεί καί μετανοιωμένος πιά έχω γυρίσει τό κεφάλι, άν καί προβάλλεις σχεδόν πάντα μέ τήν μελέτη μιάς βίαιης χειρονο- μίας στό κέντρο σου, δέν μπορώ παρά νά σέ δεχτώ. Γιά μιά λοιπόν ακόμα φορά σού εύχομαι τό καλώς όρισες. ]]]] Ώριμον φάος (συνέχεια 2) 20/5/1997 Χιόνιζε! Ή ήταν οι ιτιές που άφιναν νά πάρει τά μπαμπακιέ- νια τους λουλούδια ο αέρας; Έκανε ζέστη, λαχάνιαζα, τό στόμα μου είχε στεγνώσει απ' τήν γρήγορη αναπνοή, η γλώσσα μου γδέρνονταν πάνω σ' έναν σκληρό ουρανίσκο, περπατούσαμε μέ κόπο σέ μιάν πράσινη υγρή εξοχή σάν ζού- γκλα, λαχάνιαζε κι αυτός, ανησύχησα: "πρέπει νά πιείτε λίγο νερό", είπα ξεκρεμώντας τό παγούρι από τήν ζώνη μου. "Κράτα τό νερό σου", απάντησε. "Όπου νά 'ναι θά βγούμε στήν έρημο". Κοίταξα τόν ήλιο. Μέσα απ' τά πυκνά φυλλώματα φαινόταν καρφωμένος στήν μέση τού πράσινου θόλου, χωρισμένος σέ μικρά ακίνδυνα λαμπερά κομμάτια. Τόν σκέφτηκα σ' έναν γυμνό ουρανό νά ορμάει πάνω στά κεφάλια μας χωρίς εμπό- διο νά τόν σταματήσει καί ξαφνικά έβγαλα μιά κραυγή. Σάν πυρωμένη βελόνα μού' καψε απότομα τά μάτια. Ο κόκκινος δίσκος του είχε μπεί στριφογυρίζοντας μέσ' τό μυαλό μου καί προβάλλονταν στά κλειστά μου βλέφαρα βάζοντας φω- τιά στήν τρυφερή εσωτερική τους επιφάνεια. Γονάτισα απ' τόν πόνο κι άπλωσα τά τυφλά μου χέρια γιά νά κόψω μιά φούχτα δροσερό χορτάρι καί νά τ' απλώσω πάνω τους. Εί- χαν όλα τελειώσει εκεί. Όλο τό δροσερό χορτάρι τού κό- σμου, όλα τά δέντρα του, όλη η μέχρι πρίν βασανιστική υ- γρασία καί τά μουλιασμένα φύλλα που πατούσαμε. Τά δά- χτυλά μου χτύπησαν στήν σκληρή φωλιδωτή πλάκα ενός ε- δάφους, ψημένου σέ κάποιον τεράστιο φούρνο. Έσκαψα ένα κομμάτι. Τρίφτηκε στήν παλάμη μου τρέχοντας σάν τό ξερό ζεστό χώμα ενός σβώλου κάποιου πεθαμένου χωραφιού. Ά- νοιξα τά μάτια μου καί τό φώς δέν έμπαινε πιά όπως πρίν, ρέοντας σάν κοπάδι μαλακά υγρά φωνήεντα τής γλώσσας μέ τήν οποία μιλά συνήθως σ' αυτά τά έκθαμβα όργανα, αλλά τά χτυπούσε απότομα τώρα, σέρνονταν καί ξέσπαγε σέ μι- κρές εκρήξεις μέσα τους, αφυδατωμένο, στεγνό σάν έρημος. Η έρημος! Ο Δημιουργός προχωρούσε πάνω της κιόλας μέ μεγάλα βήματα. Γύρισε καί μού έγνεψε. Χωρίς νά κοιτάξω πίσω μου, τόν ακολούθησα. Δίψαγε. Τό καταλάβαινα. Είχε σηκώσει τήν ουρά του καί περίμενε νά πιεί. Τά γυαλιστερά, μαύρα του μάτια. ήταν καρφωμένα όχι στό πόδι μου που πάταγε, αλλά στό άλλο που έπλεε στόν αέρα, έτοιμο νά πέσει γιά νά μέ στηρίξει λί- γους πόντους πιό κεί απ' τό σώμα του. Οι κοκκινωπές του δαγκάνες ανοιχτές σάν αγκαλιές. Τό μυαλό του φώναζε τ' ό- νομά μου μέσ' στό μυαλό μου, τό κατέβαζε μέ τό αίμα τών φλεβών στή σάρκα τής γάμπας, στά μικρά αγγεία τών μυών της, στά τριχοειδή τού δέρματος, τό μάζευε στόν εκτεθειμέ- νο χώρο τού αστραγάλου, όχι, όχι, δέν ήταν πιά τό όνομά μου, δέν εξέφραζε πιά τήν δική μου οντότητα, ήταν τό όνο- μα αυτού τού έτοιμου νά χτυπήσει τό έδαφος λίγο πιό κεί απ' τό σώμα του πέλματος, νά στηρίξει όλο αυτό τό άλλο πε- λώριο ξένο κορμί γιά τό επόμενο βήμα, καί πόσο γλυκά, πό- σο διψασμένα ψιθύριζε τούς φθόγγους στή δική του γλώσ- σα, καλώντας το, ακίνητος. Μ' είχε μαγέψει. Τό πόδι μου, άν μετακινιώνταν δυό πόντους πιό κεί, θά τόν σύντριβε, κι όμως ήξερα πως ήμουν δικός του. Τόν αγαπούσα. Είδα τήν ουρά του νά καμπυλώνει έχοντας κιόλας φαρμακώσει τό μέλλον... Ένα θυμωμένο φτάρνισμα ακούστηκε μέσ' στό πρόσωπό μου, μιά πελώρια πατούσα σήκωσε ένα σύνεφο σκόνη πλάϊ στό πόδι μου που κατέβαινε στά τυφλά, καί υψώνοντας τά μάτια απ' τόν θάνατο είδα νά μού χαμογελά τό πιό όμορφο πλάσμα που είχε περιφρονήσει ποτέ τήν φοβισμένη αισθητι- κή αυτού τού κόσμου. Η Αλήτα! "Διάλεξε τήν γκαμήλα σου!", ακούστηκε από μακρυά η φωνή τού Δημιουργού, κα- θώς είχε σπρώξει κιόλας ένα κοπάδι ελεύθερες δρομάδες πρός τό μέρος μου. "Μέ διάλεξε εκείνη", μουρμούρισα καί τεντώνοντας τά χέρια μου αγκάλιασα τόν χνουδωτό της λαι- μό. 22/5/1997 "Νόμιζα ότι η Αλήτα ήταν γάτα", είπε ο Δημιουργός καθώς πλέαμε πάνω στίς γκαμήλες μας στήν βαθειά έρημο. "Είναι τό όνομα μιάς αγαπημένης", απάντησα χαϊδεύοντας τήν δρομάδα μου. "Τί σημασία έχει τό είδος ή τό μέγεθος ή τό σχήμα; Λίγες μέρες πρίν τό ψιθύριζα σχεδόν, σέ κάποιο άλλο απ' τά καταπληκτικά σας κατασκευάσματα, όταν εκείνη μπήκε στή μέση καί μέ γλίτωσε απ' τόν αργό βασανιστικό θάνατο τής αγάπης του. Εσείς τήν στείλατε, έτσι δέν είναι;". "Κανένα ζώο δέν κάνει τέτοιου είδους ελεημοσύνες από μό- νο του, ακόμα καί μετά από μιά δική μου προτροπή -μέ τήν άλλωστε όχι καί πολλή δύναμη μέσα της, αφού μόνο τήν εκ- κίνηση πρός κάποια κατεύθυνση θά μπορουσα νά ευχηθώ-, εκτός απ' τόν άνθρωπο, πού παίρνει απάνω του ανόητα τήν υπόθεση σάν προσωπική του υποχρέωση", είπε μ' ένα είδος γέλιου όχι καί τόσο κολακευτικού γιά τό γένος μας. "Εγώ τήν έστειλα πρός τά 'κεί, είν' αλήθεια, μήπως προλάβω τήν περίεργη αυτή 'ερωτική' τών δηλητηρίων, αλλά άν δέν ήταν θηλυκός ο σκορπιός, μήν νομίσεις ότι δέν θά είχε στρίψει α- διάφορα. Δέν ήταν δουλειά της νά ανακατευτεί στό κυνήγι ενός άλλου. Όμως η ζήλεια, όταν σέ είδε έτοιμο νά παραδο- θείς στήν μικρή μαύρη κόλαση μέ τήν φαρμακερή της γοη- τεία, ήταν αρκετή νά τήν αλλάξει σέ πολεμιστή. Βλέπεις, μέ- χρι νά σέ φτάσει, καθώς έτρεχε πρός τό μέρος σου, σέ είχε κιόλας αγαπήσει". "Χμμ...", είπε ο Δημιουργός, σκιάζοντας μέ τό χέρι τά μάτια του γιά νά δεί καλλίτερα τόν ορίζοντα που είχε κοκκινήσει στό βάθος. "Μιά μικρή θύελλα έρχεται πρός τό μέρος μας. Δέν θάταν άσχημο νά ετοιμαστούμε". Οι δρομάδες είχαν μυ- ριστεί κιόλας τόν κίνδυνο κι είχαν σταματήσει. Η Αλήτα λύ- γισε τά μπροστινά της πόδια, έπειτα τά πισινά καί ξαπλώθη- κε στήν κοιλιά της. Πήδησα στήν άμμο κι αγκάλιασα τό κε- φάλι της. Ο Δημιουργός είχε τυλίξει τό πρόσωπό του ώς τά μάτια μέ τήν άκρη τού μανδύα του, έσκισε καί γιά 'μένα ένα μεγάλο κομμάτι καί μού τό πέταξε. "Κράτα γερά τόν λαιμό της καί ξάπλωσε πίσω απ' τήν ράχη της", φώναξε δυνατά μέσ' στόν άνεμο που είχε αρχίσει νά ουρλιάζει στ' αυτιά μας, καθώς ξάπλωνε κι αυτός αγκαλιάζοντας τόν λαιμό τής δι- κιάς του. "Όσο σέ νοιώθει κοντά της δέν θ' αγριέψει". Άφι- σα τό κεφάλι της που τό 'χωσε αμέσως ανάμεσα στά γόνατά της, έδεσα τό σκληρό τρίχινο κομμάτι τού μανδύα στό πρό- σωπό μου αφίνοντας έξω μόνο τά μάτια, αγκάλιασα σφιχτά τόν λαιμό της καί μαζεύτικα πίσω απ' τίς καμπούρες της. "Μήν σηκώσεις γιά τίποτε τό δικό σου κεφάλι!", ήταν τά τελευταία λόγια που άκουσα, κι η αμμοθύελλα έπεσε πάνω μας σάν ένα πελώριο κύμα από τριμμένο γυαλί καί πυρωμέ- νη λάβα, λές κι ο ήλιος είχε σκάσει στόν ουρανό, μόλις λίγα μέτρα πέρα απ' τόν παράξενο ωκεανό τού κόσμου που ταξι- δεύαμε. "Πέστε μου αλήθεια", είπα, αφού είχαμε τινάξει τήν άμμο από πάνω μας κι είχαμε ξανασκαρφαλώσει στίς γκαμήλες, "εσείς τά σκέφτεστε όλα αυτά; Σέ ποιανού τό μυαλό συμβαί- νουν; Άν είναι στό δικό σας, τότε εγώ δέν είμαι παρά ένα πλάσμα τής φαντασίας σας. Καί τό ίδιο βέβαια θά συμβαίνει γιά 'σάς άν είναι τό δικό μου μυαλό που τά σκέφτεται. Πού βρίσκεται η εξοχή, η έρημος, ο θηλυκός σκορπιός κι η Αλή- τα; Πού συνέβει αυτή η αμμοθύελλα που κόντεψε νά μάς πνίξει; Πότε τόν φτιάξατε αυτόν τόν κόσμο που περιπλανιό- μαστε μέσα του; Κι άν είναι τό όνειρο ενός παιδιού που, κουρασμένο απ' τά παιχνίδια του, αφέθηκε νά τό οδηγήσουν στό ζεστό του κρεββάτι τά χάδια καί τά φιλιά τής μητέρας του, ή ο εφιάλτης ενός νέου ακόμα ζητιάνου κάτω απ' τό κρύο τόξο μιάς γέφυρας μιά καί οι γέροι ζητιάνοι δέν βλέ- πουν τίποτα πιά όταν κοιμούνται, ή ο ταραγμένος ύπνος ενός μοναχικού αρρώστου άκρη άκρη στόν μεγάλο θάλαμο τού νοσοκομείου μιάς πόλης πού δέν έχει κανέναν άνθρωπο δικό του μέσα της, ή τό ίδιο ευτυχισμένο καί παράξενο όνειρο που βλέπουν αγκαλιασμένοι σφιχτά δυό άνθρωποι που αγα- πιούνται μέ τό κορμί τους χορτασμένο από έρωτα καί από φόβο ο ένας γιά τόν άλλον, ή, φτάνει, φτάνει, όχι άλλοι άν- θρωποι, πού τό ξέρουμε πως δέν είναι αυτός ο μικρός κόκ- κος τής άμμου που ονειρεύεται, αυτό τό κρύσταλλο αλατιού που στριφογυρίζει στόν ύπνο του, ολόκληρος ο πλανήτης που μάς στηρίζει καί που δέν έχει ξυπνήσει εκατομμυρια χρόνια τώρα, η Φύση, αυτό τό τέρας χωρίς προσωπικότητα, καί... είναι τόσα πολλά, τά μάτια μου κλείνουν, αφίστε με λί- γο νά κοιμηθώ, ίσως σάς δώ στ' όνειρό μου". Ξύπνησα κάτω από φοινικιές, στό χορτάρι, μέσα σ' έναν πα- χύ ίσκιο που μέ τύλιγε σάν δροσερό ρούχο, ο Δημιουργός εί- χε βγάλει τόν χοντρό τρίχινο μανδύα του καί κολύμπαγε σέ μιά μικρή γαλάζια λιμνη, η γενειάδα του άστραφτε πλυμμέ- νη καί πεντακάθαρη καί κάτι γυαλιστερά άσπρα καί κόκκι- να ψάρια πηδούσαν πλαταγίζοντας πάνω απ' τό κεφάλι του, η Αλήτα καί τό ταίρι της αναχάραζαν καθισμένες ήσυχα πιό κεί, ήταν ένας μαγικός κόσμος στή μέση τής ανελέητης άμ- μου, μιά απίστευτη γαλήνη μάς τύλιγε, ποιό ευτυχισμένο πλάσμα, ποιός αθώος Θεός είχε τήν γιορτή του, σέ ποιόν πα- ράδεισο ο Αδάμ καί η Εύα ήταν καλεσμένοι όχι στό τραπέζι ενός εκδικητικού Αφέντη που τούς παραφύλαγε, αλλά ενός ευγενικού Οικοδεσπότη που τούς είχε στρώσει τό πιό λα- μπρό του τραπεζομάντηλο, τά καλλίτερά του σερβίτσια, δέν τούς ταπείνωσε μικρόψυχα πλένοντάς τους ο ίδιος τά πόδια γιά νά διαιωνίσει τήν κυριαρχία του επάνω τους, δέν "εδε- ξιώθη τούς δούλους του" αλλά δέχτηκε σάν ίσο, σάν "ελεύ- θερο καί δυνατό εν μέσω ελευθέρων καί δυνατών" τόν άν- θρωπο, καί όπου η αξιοπρέπεια τού ζώου, τού φυτού καί τού πράγματος δέν απέκλειε τό πάθος, κι ο έρωτας δέν χρειάζονταν νά εξηγηθεί... 27/5/1997 Τό σιωπηλό χορτάρι. Άν καί τά φυτά φλυαρούν διαρκώς, δέν θά μπορούσαμε νά τό πούμε αυτό γιά τό χορτάρι. Τό χορτάρι δέν είχε τήν δυνατότητα νά διαμαρτηρηθεί, δέν μπορούσε ν' αναπνεύσει καλά καθώς στεγνώναμε επάνω του τρώγοντας χουρμάδες. Πρόσβαλλε, βέβαια, μέ τά ασθενή του οξέα τά γυμνά σώματά μας, κοκκινίζοντας εδώ κι εκεί ό- που τό εύρισκε τό τρυφερό μας δέρμα, αλλά τότε χρησιμο- ποιούσαμε τά μακρυά νύχια πού φύτρωναν απ' τά δάχτυλά μας γι' αυτόν ακριβώς τόν σκοπό, σκίζοντας βαθειά τό ερε- θισμένο μέρος ώστε νά φύγει τό δηλητήριο μαζύ μέ τό αίμα, καί μέ γρήγορα χτυπήματα που ανταλλάσαμε ο ένας μέ τόν άλλον ειδοποιούσαμε τούς εσωτερικούς μας αδένες νά ετοι- μαστούν γιά τήν όσο τό δυνατόν ταχύτερη έκκριση τού αντι- δότου. Ήταν ένα παιχνίδι που μάς έκανε νά κυλιώμαστε από τά γέλια. Άλλωστε, τό πυκνό τρίχωμα που μάς σκέπαζε ε- ξουδετέρωνε σχεδόν αυτήν τήν κατά τά άλλα εντελώς κατα- νοητή αντίδραση τού καταπιεσμένου. Οι θάμνοι καί τά δέντρα διαρκώς φλυαρούν μέ τόν άνεμο, δέν θά μπορούσαμε όμως νά τό πούμε αυτό γιά τό χορτάρι. Δέν μπορούμε νά αποφύγουμε τήν υποψία πως αυτό που κα- θορίζει τήν συμπεριφορά μας τελικά, είναι τό χορτάρι. Φλύαρε θάμνε, κι εσύ ακόμα πιό φλύαρο δέντρο, κοιτάξτε τό σιωπηλό χορτάρι. Άν καί βέβαια αυτό δέν μπορεί νά συ- γκριθεί μαζύ σας σέ ύψος, τί μπορείτε εσείς νά πείτε γιά τό πλήθος του; Ακόμα κι εδώ, στίς προστατευμένες από μπετόν, γυαλί καί άσφαλτο πόλεις μας, αυτό που καθορίζει τελικά τήν συμπε- ριφορά μας είναι τό χορτάρι. Η φυγή τών θάμνων. Δέν ήμουν έτοιμος νά πώ ότι σ' ένα πυκνό δάσος οι ρίζες τών θάμνων καί τών δέντρων δέν επικοινωνούν μεταξύ τους. Δέν πιστεύω βέβαια ότι οι θάμνοι ενδιαφέρονται ιδιαί- τερα γιά τά δέντρα, ίσα ίσα δέν ενδιαφέρονται καθόλου, προσπαθούν μάλιστα νά τά αποφύγουν, θά μπορούσαν είν' αλήθεια νά μείνουν κοντά τους καί μέ τ' αγκάθια τους νά προστατεύουν τόν κορμό τους άν εκείνα τούς άφιναν λίγον ήλιο, αλλά όχι, προσπαθούν νά κρατήσουν όλο τόν ήλιο γιά τόν εαυτό τους, απλώνουν σάν τεράστιες ομπρέλλες τά κλα- διά τους γεμάτα πυκνά φύλλα, ο ήλιος σταματά, κάπου κά- που κάποια χλωμή ακτίδα καταφέρνει νά περάσει, είναι ό- μως αρκετή αυτή, καί μάλιστα γιά τόν λίγο χρόνο που διαρ- κεί, είναι αρκετή λοιπόν νά θρέψει έναν μεγάλο θάμνο μέ α- γκάθια ικανά νά προστατέψουν τόν κορμό γύρω απ' τόν ο- ποίο θά ανελάμβανε νά ξαγρυπνά; Ασφαλώς δέν είναι. Τί πε- ριμένουν λοιπόν τά δέντρα; Γιατί παραπονιούνται; Έχουν ά- δικο οι θάμνοι που αποτραβιούνται στά ξέφωτα, στήν έρη- μο, στίς άγονες πλαγιές, στά βράχια, όπου κανείς δέν τούς κλέβει τόν ήλιο, έστω κι άν χρειάζεται νά σκάψουν βαθειά γιά λίγο νέρό, νά αντισταθούν στόν μανιασμένο αέρα που δέρνει αυτά τά απροστάτευτα υψώματα, νά εκτεθούν στήν βουλημία τών άγριων χορτοφάγων, στίς φωτιές τών κεραυ- νών, στήν αλατισμένη αύρα τής θάλασσας... Δέν θυμώνουμε μέ τούς θάμνους που μάς κατηγορούν. Αντί- θετα τούς θυμόμαστε μέ νοσταλγία, σάν τά μικρά μας αδέρ- φια που ανέβηκαν από πείσμα στούς μακρυνούς γυμνούς λό- φους καί μάς λείπουν τόσο πολύ. Νομίζουν ότι από εγωϊσμό καί πλεονεξία κρατάμε τόν ήλιο μακρυά τους; Πόσο άδικο έ- χουν! Εμείς που τόν ξέρουμε από πιό κοντά, που η μεγαλύτε- ρη ανάγκη μας γι' αυτόν μάς έκανε νά τόν αναζητήσουμε σέ τέτοια ύψη, μπορούμε νά πούμε τήν αλήθεια. Τό φώς του εί- ναι τόσο αδύναμο! Είναι σωστό ότι διαχέεται, ότι πλημυρί- ζει τόν κόσμο, αλλά... εδώ δέν έχουμε νά κάνουμε μέ όγκο μά μέ επιφάνεια. Εξηγούμαι αμέσως: τά φύλλα μας κατά τήν διάρκεια τής ημέρας γίνονται αδιαφανή. Όχι από κακία, όπως γιά μιάν άτυχη στιγμή ίσως νά πιστέψει κανείς, αλλά μπορεί από απροσεξία τής Φύσης μέσα στίς τόσες της έ- γνοιες. Ο ήλιος χτυπά, η χλωροφύλλη δεσμεύεται -υπάρχει μιά ακόρεστη πείνα γιά χλωροφύλλη-, τό αρχικά διαφανές φύλλο τήν νύχτα, πρασινίζει, καί.. αυτό είναι: ο ήλιος δέν μπορεί νά τό περάσει πιά. Κάτω, στό έδαφος, φτάνει ένα α- σθενικό φώς που μπορεί νά μεγαλώσει σωστά μόνο μανιτά- ρια. -Δέν θέλουμε νά ζητήσουμε συγγνώμη, δέν τόν διαλέξαμε ε- μείς αυτόν τόν τρόπο, μόνο μιά λύπη κάπου κάπου χτυπά τήν πόρτα τής ευτυχισμένης ζωής μας, ένα παράπονο που φτάνει κάτω απ' τό χώμα ταξιδεύοντας μέσα στίς μικρές ρί- ζες τών χορταριών: χαιρετίσματα! Χαιρετίσματα κι από 'μάς, εσείς που προτιμήσατε τά άγρια φαράγγια καί τίς ανε- μοδαρμένες πλαγιές τών ελεύθερων λόφων από τήν γαλήνη τού δάσους! Κάτω απ' τήν προστασία μας, έστω καί μ' αυτό τό ελάχιστο φώς, τό κορμί σας θά 'ταν ίσιο, τά φύλλα καί τά κλαδιά σας κανονικά, τά παιδιά σας θά μεγάλωναν μπρός στά μάτια σας ήρεμα. Ιδέστε τώρα πώς σάς αρπάζει ο άνε- μος, πώς στρεβλώνει τούς μικρούς σας κορμούς, πώς ξε- πουπουλιάζει τά δύστυχα φύλλα σας, πώς σπρώχνει τά παι- διά σας στήν έρημο... Γυρίστε, γυρίστε...- Σιγά σιγά όμως, καθώς η μέρα κουράζεται όρθια κι ύστερα κλείνει τόν κύκλο της καί τελειώνει, όλα γίνονται όπως πρίν. Οι ακτίνες τού ήλιου γέρνουν, τό στρώμα τής χλωροφύλλης λεπταίνει, δέν είμαστε πιά μιά βαρειά μάζα αλλά μιά ελα- φριά βραδυνή δροσιά, τά φύλλα μας είναι διάφανα σάν τό καθαρό νερό που βρέχει καμμιά φορά τίς ρίζες μας, ακόμα κι ένας νυχτερινός περιπατητής μπορεί άν θέλει νά τραγου- δίσει στά μονοπάτια τού δάσους μας μέ τήν άσπρη σάν σύν- νεφο αναπνοή του, ρίχνει πρός τά πίσω τό κεφάλι του καί τά μάτια του βλέπουν ελεύθερα μέχρι τίς άκρες τού ουρανού τ' αστέρια πίσω απ' τά κλαδιά μας. Ποτίζω τό χώμα. Πόσο έχουν γείρει οι ώμοι μου! Κουράστηκα νά ποτίζω τό χώμα. "Πιάσ' το! Πιάσ' το!", φώναξαν όλα στόν Δημιουργό που κοίταζε παραξενεμένος τό στρουμπουλό χορτασμένο πλα- σματάκι καθώς τριπόδιζε πρός τό μέρος του, αφίνοντας τρίλλιες καί φωνίτσες μαζύ μέ μικρές φουσκάλες γάλα νά ξε- φύγουν απ' τίς άκρες τών τρυφερών του χειλιών, ενώ πίσω του έτρεχαν ξετρελλαμμένες οι κατσίκες. "Από 'σένα φύτρωσε;", ρώτησε απορημένος σκύβοντας πρός τό χώμα ο Δημιουργός, κοιτάζοντας τό ροδαλό πλα- σματάκι που απ' τίς άκρες τών τρυφερών χειλιών του ξεπρό- βαλλαν μικρές φουσκάλες γάλα καί που μπουσούλαγε γρήγο- ρα στά τέσσερα, ενώ πίσω του έτρεχαν ξετρελλαμμένες οι κατσίκες που μέχρι εκείνη τήν ημέρα βοσκούσαν αμέριμνες κάθε πρωί λίγο πιό πέρα απ' τόν θρόνο του στό παχύ χορτά- ρι. Φαίνεται ότι είχε χορτάσει γιατί όταν έφτασε στά πόδια του κουλουριάστηκε ανάμεσά τους, ρεύτηκε παραβιάζοντας όλους τούς κανόνες καλής συμπεριφοράς μπροστά σ' ένα τό- σο υψηλό πρόσωπο, τού χαμογέλασε βγάζοντας μιά φώνί- τσα, έκλεισε τά μάτια καί... είχε κιόλας κοιμηθεί. Ο Δη- μιουργός δέν τόλμησε νά κινηθεί από 'δώ καί πέρα νά μήν τό ξυπνήσει, κι άρχισε νά αποκοιμιέται κι αυτός σιγά σιγά μιά κι έκανε ζέστη, τό κεφάλι του έγειρε στό στήθος του, δί- πλα του χορτασμένες κι αυτές ξάπλωσαν οι κατσίκες κι άρχι- σαν νά αναχαράζουν, οι ταξιαρχίες τών αγγέλων απομακρύν- θηκαν διακριτικά, στό μεγάλο λειβάδι δέν έβλεπες πιά παρά ένα σύννεφο από μικρά εφήμερα νά στριφογυρίζουν ζουζου- νίζοντας στόν ήλιο πάνω απ' τήν πράσινη χλόη, αλλά άν τέ- ντωνες τ' αυτί σου προσεκτικά καί στένευες λίγο τά μάτια σου -πράγμα που όλα τά πλάσματα σέ κάθε κόσμο μπορούν νά τό κάνουν-, θά άκουγες μιάν ανάσα λίγο βαρειά απ' τόν καπνό, τό τρίλισμα μιάς άλλης τόσο ελαφριάς, ώστε σχεδόν τήν φανταζόσουνα μέ τίς άκρες τού μυαλού σου σάν ρυάκι που τραγουδούσε πάνω απ' τά στρογγυλά του βότσαλα, μά- ντευες τά ήμερα δόντια που γλυστρούσαν στό πλάϊ καθώς οι κατσίκες ξαναμάσαγαν τό χορτάρι που είχαν καταπιεί βια- στικά, κι έβλεπες ένα τσιμπούκι που -σβυσμένο τώρα κρέ- μονταν μόλις κρατημένο από κάτι χαλαρά δάχτυλα στό τέ- λος ενός πεσμένου μπράτσου- φαίνονταν νά σέρνεται μαλα- κά, γράφοντας μέ τό κοτσάνι του πάνω στήν γή τήν παράξε- νη γεωμετρία τών ονείρων, αλλάζοντας θέση εδώ σέ κάποιον γαλαξία, βάζοντας μιά τελεία καί μετά μιά παύλα στήν σύ- ντομη ζωή ενός άλλου, χαράζοντας εκεί ένα Χ σάν υπογραφή εγκρίνοντας τήν αισθητική τής ηθικής μιάς αποικίας κοραλ- λιών στά βάθη ενός μακρυνού ωκεανού... Καθόμουν κι έβλεπα τό χέρι τού Δημιουργού, καθώς κρε- μόταν κρατώντας ακόμα τό τσιμπούκι του από τό μπράτσο τής μεγάλης πολυθρόνας, νά πηγαινοέρχεται ακολουθώ- ντας τήν ήσυχη αναπνοή του, ενώ τά χείλια του στό γερμέ- νο από τόν ύπνο κεφάλι του ψιθύριζαν στήν ακατάληπτη γλώσσα τών Δημιουργών γνωστές, αλλά ποιός ξέρει μέ τί περιεχόμενο φράσεις, όπως: "Άρα όλα είναι όμορφα, όλα είναι όμορφα"... Οι κατσίκες, δίπλα, κοιμόντουσαν κι αυ- τές αναχαράζοντας στόν δικό τους ύπνο, σάν νά 'λεγαν καί ξανάλεγαν ατέλειωτα τήν μαγική προσευχή που άλλαζε μέ- σα στό σώμα τους τό χορτάρι σέ γάλα. ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΥ ΠΕΜΤΟΥ