ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
15-11-1997 Από πάνω μας κρατιέται ο ουρανός. Μέ 41 πυρετό στήν ανη- φόρα. Μέ 40 στό ίσιωμα. Στήν κατηφόρα τό σαγώνι του χτυπά στό κεφάλι μας. Τού σφίγγουμε τά χέρια. Κλαίει κάπου κάπου. Όχι! Όχι κλάμα! Θαμπώνουνε καί τά δικά μας τά μάτια! Τά χαλίκια μυτερά. Χάσκει μιά ερημιά στ' αγκωνάρια. Τ' αγκάθια χύνουν δηλητήριο στό πετσί. Ξεδιψάς στίς δύσκολες ηδονές. Βρίσκεις τόν δρόμο από τίς εύκολες. Όχι! Όχι παράπονα! Όχι φαρμάκι στά πηγάδια! 40 στό ίσιωμα. 41 στήν ανηφόρα. Μήν κλαίς στίς κατηφόρες αγάπη μου. Σ' αυτόν τόν κόσμο πέσαμε. Κάπου κάπου βρέχει. Από πού, από πού έρχεται η βροχή; Βή- χω κρατώντας σφιχτά τά χέρια σου. Πλατσουρίζουμε στίς λά- σπες τής κτήσης. Μπροστά μας ο όγκος τής ημέρας. Τίς νύχτες η τρυφερή φυματίωση. Στό ίσιωμα 40. Στήν ανηφόρα 41. Ανέ- βα στούς ώμους μου. Κράτα μου τά χέρια στήν κατηφόρα. 17-11-1997 Μάς προσήγαγον. Τών μαρτύρων αποσυρθέντων εκλήθημεν. Τό καθήκον μου είναι νά δικάσω, φέρτε μου τούς ενόχους. Έ σύ, ένοχε! Τήν χόρτον διά τών οδόντων ημών αποκόψαντες εκ πείνης, τάς ρίζας αναμένομεν φιλοτιμηθείναι εκ νέου. Κτυπώμεν όθεν συν- θηματικώς τάς οπλάς επί τού αποψιλωθέντος εδάφους - επεί- γουσα αίτησην διά καινουργή βλάστησην εγχειρίζοντες εις τό υγρόν χώμα-, αναμένομεν έτι επ' ολίγον τήν βραδείαν εξέλιξην τού φαινομένου, είτα περισυλλέγομεν τά διασκορπισθέντα πρός ανεύρεσην τροφής ανυπόμονα τέκνα καί μεταναστεύομεν, ε- γκαταλείποντες μετά δακρύων, άλλος τήν γηραιάν αυτού μητέ- ρα, άλλος τόν ασθενή αυτού αδελφόν, βορρά εις τά περιβάλλο- ντα ημάς αιλουροειδή, τών οποίων ο κύκλος πρό πολλού ήδη, καί μάλιστα κατά τάς νύκτας, μετά βρυχυθμών καί πλαταγι- σμών τής γλώσσης, καί συγκρούσεως επί τή υποτιθεμένη τρυ- φερά σαρκί τών οδόντων, ηλαττούτο. Τίς τούς ρυθμούς τής χόρτου επιβραδύνει καί τήν άμυνα ημών ανεπαρκή κατέστησεν, έτι σκοτεινόν καί αβάσταχτον υποφέ- ρειν τή διανεία. Τούς αγαπώντας ημάς στερούμεθα, εις τό οδυ- νηρόν αυτών τέλος μή δυνάμενοι αντιστείναι, μικράν δέ νεότη- τα καί μικρόν γήρας καί ημείς διεξελθείναι προόρισται, τραυ- ματισμόν καί ασθένειαν καί ισχυράν θλίψιν απευχόμενοι αλλή- λοις επί τό ευτυχέστερον, κατά δέ τήν μετανάστευσιν σύρομεν μεθ' εαυτών τά εν τώ βάθει συστατικά τής ημετέρας κατασκευ- ής, τά οποία επί παραγγελία κληροδοτούμεν εις τά τέκνα, τής καρδίας ημών αδούσης, μετά τού συνοδοιπορούντος ουρανού εν μελαγχολία, τό άσμα πρός τιμήν τού αναποφεύκτου. Τό κοπάδι έπινε νερό. Στήν μέση τά μικρά. Μετά οι μανάδες. Ύστερα τ' αρσενικά, πρίν απ' τίς γριές καί τούς γέρους. Ο νό- μος φαίνεται σκληρός, αλλά πόση αγάπη τόν έφτιαξε! Οι νέοι πρέπει νά προστατευτούν. Η γριά που δέν μπορεί νά κάνει παι- διά πιά, ο γέρος που δέν μπορεί νά σκαρφαλώσει στήν ράχη τών θηλικών τήν εποχή τής γονιμότητας καί καθυστερεί τό κο- πάδι σκυφτός μέ τά γόνατα τσακισμένα, είναι οι γονείς τών γο- νιών μας, κλείνουν τό κοπάδι μέ τήν σοφία τους, μέ τήν λίγη, αλλίμονο, δύναμή τους, μέ τήν σάρκα τους όταν χρειαστεί νά χορτάσει ένας πολύ πεινασμένος εχθρός. Αλλά η αληθινή προ- στασία είμαστε εμείς. Οι πιό γρήγοροι. Οι πιό αποφασισμένοι. Τό καμάρι τής φυλής μας. Βγαίνουμε ξαφνικά απ' τό κοπάδι. Τά μεγάλα σαρκοβόρα, οι εχθροί τής πλάσης, τό τριγυρίζουν πεινασμένα. Πίσω τους οι τσανακογλύφτες. Εδώ είμαστε λοι- πόν! Πιάστε μας! Τά αγριόσκυλα, οι ύαινες, τό αρσενικό λιο- ντάρι, σηκώνονται ξαφνιασμένα. Δυστυχισμένα! Ποιός είναι αυτός που αποφασίζει; Σάς στέρησαν τήν ευγένεια τής ράτσας μας. Δέν ζητήσατε ποτέ συγγνώμη. Δέν χαιρετήσατε. Δέν πε- ριμένατε νά σάς επιτρέψουν... Τρυφερά βόσκουμε, καθώς δια- σχίζουμε ήρεμα τό λειβάδι. Τά χείλια μας σάν νά φιλούν μα- ζεύουν τά φύλα. Ποτέ όλα απ' τό ίδιο φυτό. Στό πέρασμά μας δέν μένει ποτέ γυμνή η γή. Ποτέ οι ρίζες δέν πληγώνονται. Λι- παίνουμε τήν κατοικία τών φίλων που μάς τρέφουν, τό χώμα, μέ τούς προσεκτικά φτιαγμένους ζεστούς σβώλους στό εσωτερι- κό μας ώστε νά σκορπίζονται καθώς περπατάμε. Ο ήλιος θά τούς ξεράνει, θά τούς ανοίξει σέ μικρά ελαφριά τρίματα. Ο αέ- ρας θά τά απλώσει εύκολα τριγύρω. Η βροχή θά τά λειώσει μέ τό νερό της. Ό,τι δανειστήκαμε θά επιστραφεί μέ ευγνωμοσύ- νη. Δέν θέλω νά πώ τί φτιάχνει τό δικό σας εσωτερικό από τήν σάρκα μας. Σάν τόν άνεμο τρέχουμε ανάμεσά σας. Ο μεγάλος πάνθηρας, τό μικρό τσιτά, οι κομψές λέαινες, ξεχύνονται στό κυνήγι. Όταν μάς έχουν αποκόψει απ' τό κοπάδι, όταν μάς έχουν σπρώξει στά περήφανα αρσενικά λιοντάρια, σταματούν αποκαμωμένα. Εκείνα τινάζουν τίς χαίτες τους. Τά τρομερά, κίτρινα σάν τό χρυσάφι μάτια τους, ήρεμα όπως ο θάνατος, αναζητούν τά δικά μας. Αργά, μεγαλόπρεπα, μάς πλησιάζουν. Πόσοι από μάς θά γυρίσουν ζωντανοί; Πόσοι από μάς θά σκοντάψουν, δέν θά υ- πολογίσον σωστά ένα άλμα, θά γλιστρήσουν σέ μιά στροφή; Ό- μως τό κοπάδι θά έχει τώρα πιεί νερό. Θά αρχίσει πάλι τήν μα- κρυά πορεία του στά μεγάλα λειβάδια. Στό κέντρο τά μικρά χο- ροπηδώντας. Γύρω τους οι μανάδες μέ τό γλυκό γάλα. Ύστερα τ' αρσενικά μέ τά στριφογυριστά κέρατα καί τ' αθώα μάτια. Μετά οι σοφοί, σκυμένοι από τά χρόνια πρόγονοί μας, που κα- νονίζουν τήν τάξη. Τρυφερά βόσκουν. Ποτέ δέν μένει η γή γυ- μνή στό πέρασμά τους. Ποτέ δέν μένουν πληγωμένες οι ρίζες. Όταν μετά από χρόνια κλείσει ο κύκλος καί τό κοπάδι περάσει ξανά από 'δώ, θά βρεί πλατειά φύλλα νά τό περιμένουν. Κι ό- ταν μαζευτεί στά ρηχά τού ποταμού νά πιεί νερό, σάν κι εμάς, τότε, οι πιό γρήγοροι, οι πιό αποφασισμένοι, θά πεταχτούν ανά- λαφροι, σάν τόν άνεμο, νά τραβήξουν μακρυά τά μεγάλα σαρ- κοβόρα, τούς μικρούς αιμοβόρους σκύλους τους, νά τά κουρά- σουν, νά πάρουν τήν πνοή απ' τό στόμα τους, γιά νά μήν επιτε- θούν στό διψασμένο πλήθος. Πόσοι απ' αυτούς θά γυρίσουν πί- σω; Πόσοι από εμάς γύρισαν; Ξένε που θά βρεθείς στόν δρόμο τού κοπαδιού μας, άν βόσκεις τρυφερά όπως εμείς τό χορτάρι, έλα σάν ένας δικός μας καί μπές ανάμεσά μας. Άν είσαι γρή- γορος καί αποφασισμένος, πετάξου σάν τόν άνεμο μαζύ μας, νά κρατήσουμε μακρυά τά θηρία όταν τό κοπάδι μας πίνει νε- ρό. Ίσως εσύ γυρίσεις νά πείς τήν ιστορία μας. Μ' άν είσαι απ' τούς άλλους, τότε κράτα μέ περίσκεψη τό όπλο σου. Μήν σκο- τώσεις περισσότερο. Μήν πληγώσεις άδικα. Μήν χαλάσεις τήν ρίζα. Βόσκησε καί σύ τρυφερά. Τραγούδησε τό τραγούδι τού Χιαγουάθα. 24-11-1997 Όλα είναι δυνατά σ' αυτόν τόν κόσμο. Καί όλα δέν είναι δυνα- τά. Προσπαθούσα νά προφυλαχτώ απ' τό δυνατό πίσω απ' τίς μεγάλες πέτρες που τό αδύνατο είχε βάλει μέ καλωσύνη στό δρόμο μου, εγώ ποτέ δέν είχα φοβηθεί τό αδύνατο, τρυφερά χά- ϊδευα τό θλιμμένο του πρόσωπο καί προσπαθούσα νά τό παρη- γορήσω, όσο περνούσαν τά χρόνια τόσο περισσότερο καταλά- βαινα τί τού χρωστούσα, από πόσες φοβερές παγίδες τού δυνα- τού μέ είχε γλυτώσει, π.χ. αλλάζοντας τήν τελευταία στιγμή τήν βιαστική απόφαση που είχα πάρει, κάτω απ' τήν επίδραση μιάς, όπως φαινόταν εκ τών υστέρων, επιπόλαιας σκέψης, κα- θώς μέ κλειστά τά μάτια φανταζόμουν κιόλας τό αποτέλεσμα καί καθυστερώντας μόνο απ' τήν γοητεία μιάς σχεδόν εκτελε- σμένης πράξης... Πηδούσα πάνω απ' τίς παγίδες τού δυνατού, τό αδύνατο μού έ- δειχνε τόν δρόμο χαμογελώντας. Τό αδύνατο θά μάς έκανε επίσκεψη στό σπίτι. Στρώσαμε τά καλλίτερα σερβίτσια. Όλοι ήταν τρομαγμένοι, αλλά εγώ προχώ- ρησα χαρούμενα στήν πόρτα σάν νά συναντούσα έναν παλιό φίλο. "Τί θέλεις νά σού προσφέρουμε;", ρώτησα. Μέ μιά χειρονομία έδειξα τά πράγματα που ανάμεσα στούς αν- θρώπους ησύχαζαν. Έδειξα τούς ανθρώπους που ησύχαζαν ανάμεσα στά πράγματα. "Τί θές νά σού προσφέρουμε;", ρώτησα. Συμβαίνει μιά διαρκής μετατροπή τού αδύνατου σέ δυνατό. Τό αδύνατο εξαντλείται, μέ κόπο άπλώνει τό χέρι στίς ανθρώπινες σχέσεις όπου βρίσκεται η τελευταία ελπίδα. Μόνο εκ τών υστέρων μπορούμε νά αντιληφθούμε τό αδύνατο. Όταν κοιτάζουμε τό πρόσωπο τού δυνατού. Τί θλίψη κρύβει μέσα του τό πρόσωπο τού δυνατού! Η ανοιξιά- τικη φύση, ο ήλιος που βασιλεύει πάνω από μιά γαληνεμένη θάλασσα, τό βλέμμα κάποιου που μάς αγαπά, τά πράγματα κα- θώς κοιμούνται τό βράδυ... Αυτό που έχει πραγματοποιηθεί, αυτό που λειτουργεί όντας πραγματοποιημένο, αυτό που πραγματοποιήται χάρις στήν δια- δικασία μιάς λειτουργίας, είναι αυτό που βλέπουμε μέ θλίψη γυρνώντας τό πρόσωπό μας, όταν σταματάμε γιά μιάν ανάσα, στά μάτια εκείνου που τά δροσερά του δάχτυλα κρατούν σφι- χτά τό χέρι μας καθώς τρέχουμε μαζύ στά χωράφια, καί τό μά- γουλό σου συμβαίνει νά μέ αγγίζει τρυφερά αγάπη μου;, η ανά- σα σου μού ψιθυρίζει νά τής έχω εμπιστοσύνη; Δέν υπάρχει τίποτα δυνατό. Αυτό πού νομίζουμε δυνατό είναι τό αδύνατο μεταμορφωμένο σέ λιγότερο αδύνατο. Πόσοι κό- σμοι, ακόμα κι ο δικός μας, δέν ξεγελάστηκαν έτσι! Γι' αυτό μάς πιάνει τόση θλίψη όταν κοιτάζουμε στά μάτια έ- ναν άλλον άνθρωπο. Επειδή δέν είναι καθόλου δυνατό νά συμ- βαίνει. Μόνο είναι λιγότερο αδύνατο. Τρέχαμε στά χωράφια, μού κρατούσες σφιχτά τό χέρι, σέ κοι- τούσα στά μάτια μόλις σταματούσαμε νά πάρουμε μιάν ανά- σα... Είναι τόσο δύσκολο νά σέ φέρω πάλι κοντά μου αγάπη μου. Ω- στόσο χτυπάω τρείς φορές τό μαγικό ραβδάκι καί λέω τά μυστι- κά λόγια. Νοιώθω τό χέρι σου νά κρατά σφιχτά τό δικό μου, τό μάγουλό σου μ' αγγίζει τρυφερά, η ανάσα σου ψιθυρίζει νά τής έχω εμπιστοσύνη. Τά πράγματα τού κόσμου! Μόνο εγώ ξέρω πως τό αδύνατο, α- πό καλωσύνη, έχει υποχωρήσει λίγο συμβαίνει τό φύλλο τής ε- λιάς τώρα, σχεδόν υπάρχουν τά ζωηρά χρώματα τής πεταλού- δας, τά δροσερά σου δάχτυλα κρατούν σφιχτά τό χέρι μου κα- θώς τρέχουμε, η αναπνοή σου ψιθυρίζει στό μάγουλό μου νά τής έχω εμπιστοσύνη, κοιτάζω τά μάτια σου μόλις σταματάμε γιά μιάν ανάσα... Καθώς σκοτώνουμε ο ένας τόν άλλον, τό αδύνατο αγωνίζεται νά δυναμώσει ξανά πού πάς μικρό αδύνατο; 28-11-1997 Μάς βασάνιζαν. Τίποτα, τίποτα δέν μπορούμε ν' αγγίξουμε χωρίς νά τό βασανί- σουμε. "Ελάτε από 'δώ αρχόντισσά μου. Εδώ που έχουμε πιό πολλή η- συχία. Έχετε μεγάλο πόνο στήν καρδιά. Γιά πέστε μου δικά σας είναι αυτά τά παλληκάρια; Πάψτε νά κλαίτε τόσο πολύ". "Δικά μου, δικά μου καλέ μου πατέρα. Γιοί μου. Παιδιά απ' τήν σάρκα μου". "Κι ο μεγάλος;, τούς βλέπω τόσον καιρό τώρα, τί κάνει ο μεγά- λος, γράφει; Ο μικρός κάθεται πιό πίσω καί τόν προσέχει". "Γράφει, γράφει, άγιε πατέρα μου, είναι συγγραφέας. Γι' αυτόν στερέψανε τά μάτια μου, τριάντα χρόνια κλαίω. Κι όταν τά μά- τια μου είναι στεγνά κλαίω από μέσα μου". "Μά ελάτε καλή μου. Μήν κλαίτε πιά τόσο πολύ νά σάς μιλή- σω. Τί έχει γιά πέστε μου, είναι άρρωστος;, δέν τού φαίνεται". "Έχει επιληψία, πατερούλη μου, επιληψία. Γι' αυτό τόν προσέ- χει ο αδερφός του τόσο πολύ". "Έ μά νά, πού είναι όρθιος καί γράφει. Δεν είναι τόσο βαρειά". "Είναι! Είναι! Δέν έχει γλιτωμό". "Μή χάνετε τό θάρρος σας γλυκειά μου. Εδώ άλλες μανάδες εί- δαν τά παιδιά τους τόσο χειρότερα. Παρακαλέστε. Καμμιά φο- ρά ο πόνος τής καρδιάς ακούγεται". "Είναι η αμαρτία μου, πατερούλη μου, νομίζω ότι είμαι η πιό α- δικημένη, ότι άξιζα πιό πολλά". "Όλοι τό νομίζουμε αυτό αρχόντισσά μου. Τί νά πούν αυτές που δέν έχουν; Άς είχα ένα κι άς ήταν άρρωστο. Έ, τόχω ακού- σει κι αυτό. Εσείς έχετε δύο, καί τό ένα παλληκάρι σας είναι γερό. Άλλωστε φαίνεται ν' αγαπιούνται τόσο πολύ". "Άχ τίς σκέφτομαι κι αυτές. Τήν ερημιά που φωνάζει στά σπλάχνα τους. Καημένες, καημένες. Γιατί υπάρχει τόσος πόνος πάνω στή ζωή πατέρα μου;". "Γιατί αγάπη μου; Αυτό συλλογίζομαι πολλές φορές κι εγώ. Δέν θά μπορούσε νά 'ταν λιγότερος; Είναι πάρα πολλά τά σκα- λοπάτια τής δυστυχίας μας". "Όταν στήν δικιά σας σοφία δέν αποκαλύπτεται αυτό, τί πρέπει νά κάνουμε τότε εμείς οι συνηθισμένοι άνθρωποι;". "Μήν καταδεχτείτε καρδούλα μου. Μήν καταδεχτείτε ούτε έναν πικρό λόγο. Δέν αλλάζει τίποτα, μόνο μάς σπρώχνει στήν απελ- πισία. Νά, αυτή είναι η σοφία μου. Μέχρι εκεί φτάνει τό μυαλό μου. Καί τί σάς λέει ο γιόκας σας;". "Μού λέει πως ό,τι αγγίζουμε τό βασανίζουμε, αλλοιώς δέν τό έχουμε αγγίξει ποτέ. Είναι βασανιστήριο η αγάπη τής μάνας; Έχει έναν σκύλο που τόν λατρεύει. Είναι βασανιστήριο η αγά- πη του γι' αυτόν; Κι ο αδερφός του, που δίνει καί τήν ψυχή του γιά χάρη του, τόν βασανίζει; Έχ, δέν καταλαβαίνω πιά, μερικές φορές είναι τόσο σκληρός. Μά είναι η αρρώστια του, γλυκέ μου πατέρα. Είναι η αρρώστια του. Έτσι δέν είναι;". "Ναί, είναι, βέβαια, μά νά, αρχόντισσά μου, δέν έχει καί πολύ άδικο. Δέν προσέχουμε όταν αγγίζουμε κάτι. Καί ιδιαίτερα τούς ανθρώπους. Ίσως τούς ανθρώπους πολύ περισσότερο". "Καί τί εννοεί, αλλοιώς δέν τούς έχουμε αγγίξει ποτέ;". "Έ, νά, ίσως ότι δέν τούς έχουμε αγαπήσει αληθινά, καρδούλα μου ότι έχουμε περάσει από τό πλάϊ τους χωρίς νά τούς δούμε. Αλλά μήν πονάτε τόσο. Ίσως νά εννοεί πως σάς έχει βασανίσει πολύ μέ τήν αρρώστια του. Καί σάς καί τόν αδερφό του". "Πέστε μου τί νά κάνω πατέρα μου. Αυτός είναι τόσο ήρεμος. Όταν μέ κοιτάζει τά μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα. Εκείνος σκύβει τό κεφάλι. Άχ, μάνα, λέει. Άχ, μάνα". "Λυπάται που δέν μπορεί νά σάς κάνει ευτυχισμένη". "Μά δέν μού ρίχνει τό φταίξιμο; Δέν μέ κατηγορεί γιά τήν δι- κιά του δυστυχια;". "Έ, μήν τά σκέπτεσθε αυτά.Δέν νομίζω ότι κατηγορεί κανέναν. ΄Ισως έχει καταλάβει ότι δέν φταίει κανείς γιά κανέναν. Γι' αυ- τό είναι τόσο ήρεμος". "Εσείς τό πιστεύετε αυτό πατερούλη μου; Πιστεύετε ότι κανείς δέν φταίει γιά τήν δυστυχία τού άλλου;". "Ναί, ναί, τό πιστεύω, αλλά δέν μπορώ νά τό εξηγήσω αρχό- ντισσά μου.Είναι δυνατόν κάποιος που μάς πλήγωσε, που μάς έσυρε σ' έναν δρόμο συμφοράς καί καταστροφής, νά μήν φταίει γιά τήν δυστυχία μας; Έ, ίσως ο γιόκας σας που έχει υποφέρει τόσο νά μπορεί νά τό πεί καί σέ μάς". "Όχι, όχι πατέρα μου. Μήν μού τόν καταδικάζετε έτσι. Ποιός άνθρωπος πάνω στόν κόσμο θά μπορούσε νά τό καταλάβει αυ- τό καί νά μείνει ζωντανός; Απαλλάξτε τον, δέν βλέπετε πώς κλαίω στά πόδια σας, απαλλάξτε τον". "Σηκωθείτε αρχόντισσά μου. Ποιός είμαι εγώ γιά νά καταδικά- ζω καί νά απαλλάσσω; Ελάτε. Εδώ σάς φώναξα γιά νά σάς δώ- σω λίγη παρηγοριά. Είσασταν τόσο θλιμμένη. Μήν παρασύρε- τε καί τήν δικιά μου καρδιά στήν θλίψη σας. Καθήστε νά στε- γνώσουν τά δάκρυά σας". 8-12-1997 Στήν Σελήνη Χρυσούλη Ανάμεσα στά πράγματα οι άνθρωποι ησύχαζαν. Πεθαίνοντας, τά πράγματα άφιναν μιά κραυγή. Θλιμένoι τά κοιτάζαμε μέσα απ' τά μισόκλειστα βλέφαρά μας. Γλιστρώντας απ' τά μισόκλειστα βλέφαρά μας, τά πράγματα ά- φιναν μιά κραυγή. Περιμέναμε μέ θλίψη ν' ακούσουμε τόν γδούπο μέσα μας. (Εντός αχανούς ανακτόρου, εις τό εσωτερικόν ημών, τά κατα- βυθισθέντα αντικείμενα...) Πώς μετακινώ αυτό τό σώμα; Γεμάτο πληγές είναι από τά πράγματα που έχουν πέσει μέσα του. Τά πράγματα μέ σημάδευαν μέ τ' όνομά τους. Σήκωσα τά χέ- ρια νά προφυλαχτώ. "Μήν μού φεύγεις μικρό πράγμα", ψιθύρισα καθώς έσκυβα νά τό αγγίξω. Μάς άφιναν τά πράγματα. Μέ θλιμένες μικρές κραυγές μάς α- ποχαιρετούσαν καθώς περνούσαν από μπρός μας. "Πώς σέ λέ- γαν λοιπόν εσένα;", έσκυψα νά ρωτήσω τό επόμενο. "Καί πού ζούσες;". Μάς έλεγαν τό όνομά τους. Αποχαιρετιστήκαμε κλαίγοντας. Από αμέλεια είχα καταστρέψει ορισμένα πράγματα. Περίλυπος κοιτούσα τό θρυματισμένο τους πρόσωπο. (((Από αμέλεια είχα καταστρέψει ορισμένα πράγματα. Περίλυ- πος κοιτούσα τό θρυματισμένο τους πρόσωπο. Είχα τοποθετή- σει, στό παρελθόν, μέ τέτοιαν ακρίβεια τήν ολοκληρωμένη τους μορφή στό εσωτερικό μου, ώστε τό βλέμμα μου είχε συνηθίσει νά τ' αναζητά ανάμεσα στά άλλα -που η τυχαία τους διάταξη δέν συμπλήρωνε παρά έναν καθημερινό τρόπο νά επιβιώνει αι- σθητικά κάποιος καί που η αλλαγή τής θέσης ενός απ' αυτά δέν μπορούσε νά μέ ταράξει-, μάλιστα ούτε κάν τά αναζητούσε ύ- στερα από λίγο: ένοιωθε τήν παρουσία τους καί πετούσε από πάνω τους ησυχάζοντάς με. Ήταν π.χ. η λέξη 'θάλασσα', γραμμένη μέ κόκκινο μελάνι πάνω σ' ένα κοχύλι στό βάθος ενός συρταριού. Έπρεπε, παλιά, ν' α- νοίξω αυτό τό συρτάρι γιά νά τήν δώ δυό καί τρείς φορές τήν ημέρα. ...Ήταν τότε εντελώς αδύνατον νά πώ ποιός περιείχε τόν άλλον: ήμουν εγώ που από τό χάρις σ' αυτά, όχι μόνο γνώριμο, όχι μό- νο κατασταλλαγμένο, αλλά καί εναρμονισμένο, μετά από τόσες δοκιμές, μέ μιάν επί τέλους δική μου τελική αισθητική, εσωτερι- κό, άπλωνα τό χέρι μου νά ξαναγγίξω τόν κόσμο, ή ήταν αυτά που γέμιζαν τό περιβάλλον, στό οποίο ζούσα, μέ τίς συνεχείς τους αναδιατάξεις, σάν νά αναζητούσαν τήν μαγική συνταγή που θά τους έδινε τό δικαίωμα νά πλησιάσουν μ' αυτές -όπως μέ μιάν μυστική γλώσσα- κάποιον που θά τά τακτοποιούσε ορι- στικά από δώ καί πέρα παρασύροντας καί τήν δικιά μου ζωή μαζύ τους, ή ακόμα μέ τήν ξαφνική απόφασή τους νά ακινητο- ποιηθούν, κλείνοντας προσωρινά κάποιον κύκλο, σέ κάποια πα- ράξενη στάση καί μέ τά πιό χαλαρά απ' αυτά νά υποχωρούν διαρκώς καθώς τά έσπρωχνα χωρίς νά θέλω, ώστε νά μού κά- νουν χώρο, σμίγοντας ανήσυχα πίσω μου τήν μακρυά σειρά τους σάν νά μήν είχαν θυμώσει εντελώς... ...έπρεπε από 'δώ καί πέρα νά γνωρίζω τήν μοναδική διαδρομή ανάμεσά τους; Ίσως ακόμα, τακτοποιούσαν εκείνα τό πλήθος τους σύμφωνα μέ μιάν, άγνωστη καί σέ μένα, δική μου εσωτερική εντολή, όπου μιά τυχαία απουσία στήν καθημερινή επανάληψή της, κόστιζε τήν οδυνηρή αναφορά σέ ένα κενό χωρίς καμμιάν ελπίδα πιά νά αποκτήσει ένα όνομα -επειδή ένα άγνωστο όνομα τό διεκδι- κούσε-, καί βασανιζόμουν τότε νά βρώ ποιό κομμάτι τής ίδιας οικογένειας θά μπορούσε έστω καί προσωρινά, γιά μικρά χρονι- κά διαστήματα μέχρι νά γίνει αντιληπτή η ύπαρξή του σέ μιά θέση που θά έμενε γιά πάντα ξένη, νά ικανοποιήσει τήν επιμο- νή τού περιβάλλοντος νά μένει διαρκώς συμπληρωμένο. ...όσο κι άν προσπαθούσα τώρα νά τά αντικαταστήσω μέ τά συντρίμματά τους... Προσπαθούσα νά κολυμπήσω, τό περιβάλλον ήταν πηχτό από τά πράγματα, τά κύματά τους σάν μεγάλοι λυγμοί ξέσπαγαν ε- πάνω μου, "δέν μπορώ νά ξέρω τά ονόματά σας", φώναξα απελ- πισμένα, "αφίστε με ν' αναπνεύσω", μιά λύπη μέ συνεπήρε γι' αυτά, ορισμένων, που ήξερα από παλιά, τά μικρά κεφαλάκια τους κολυμπούσαν δίπλα μου, άπλωσα τό χέρι μου νά τά χαϊδέ- ψω, ήταν η χαρούμενη λέξη 'θάλασσα', καί η σκληρή φράση 'ε- ντελώς στερημένος', τά έσφιξα στήν αγκαλιά μου, "εσείς", είπα, "εσείς ήσαστε τά πιό αγαπημένα μου, μαζύ σας έχω φτιάξει τά πιό ωραία μου όνειρα, άν κι αυτά καταστραφήκανε στό τέλος καί έπεσαν συντρίμμια εδώ μπροστά στά πόδια μας καί δέν ξε- φύγαμε κι εμείς από τήν θλιβερή μοίρα νά προσπαθούμε νά συ- μπληρώσουμε μέ τά σώματά μας αυτό τό αχόρταγο περιβάλλον, που δέν πήζει ποτέ αρκετά ώστε νά περπατήσει κανείς απάνω του αλλά μένει σκλάβος ριγμένος μέσα στό μαλακό του κορμί, καταπιωμένος κι ανίκανος νά πάει πουθενά, ένα συμπληρωμα- τικό στοιχείο αυτού τού πολτού που κάπου κάπου, όταν συνα- ντιώμαστε σέ κάποιο τυχαίο ξέφωτο καί γνωριζόμαστε, όπως τώρα εσείς κι εγώ αγαπημένα μου, τόν ποτίζουμε μέ τά δάκρυά μας, μέ τήν ανάμνηση τών συντριμμένων μας ονείρων, σκύβου- με τό κεφάλι και αναλογιζόμαστε τί πολύτιμο μάς έχει πάρει καί τό έχει ρίξει μέσα του, όχι επειδή τό εκτίμησε σάν τέτοιο αλλά σάν ένα είδος τροφής, ή ίσως ούτε κάν τέτοιας, μά σάν έ- να είδος σοβά, ένα είδος αδρανούς δομικού υλικού πού τό πέ- ταξε σέ μιά θέση βιαστικά γιά νά συμπληρώσει κάποιο στιγ- μιαίο κενό στό απέραντο σώμα του.))) Ήταν η λέξη 'θάλασσα'. Τήν έβγαζα απ' τό κουτί της γιά νά τήν δώ. Άφισα μιά κραυγή. Είχε πιά συντριβεί στό πάτωμα. (Τών κυμάτων καταθραυσθέντων επί τών βράχων, η θάλασσα τεθλιμμένη απεσύρθη εις τήν παλαιάν κοίτην. Τής μόνης ελπίδος της, τά κύματα, ενδυναμωμένης μέν κατά τό πρώτον υπό τού πνέοντος ισχυρού Ζεφύρου, κατασχισθείσης δέ κατά τό δεύτερον υπό τών ανελεήτων βράχων, θλιβερόν ράκος απέμεινεν η φιλτάτη ημών θάλασσα. Ήτο η λέξις 'θάλασσα'. Εντός πολυτίμου φιαλίου τήν συνεκρά- τουν. Ρευστή γάρ ούσα, τών δακτύλων ημών απέφευγεν. Αλλ' οσάκις, ισχυρού Ζεφύρου πνέοντος, εταράσσετο ο οίκος ημών, η εντός τού φιαλίου σταγών έτρεμεν καί εβογγούσεν ως Πόντος εις τό άπειρον εξικνούμενος, πλήν σπαρασσόμενος υπό τής κα- ταιγίδος, τό τεράστιον αυτού σώμα αποπειρόμενος εκ φόβου ί- να αποκρύψει εντός τού μικρού υαλίνου ασύλου.) Η λέξη 'θάλασσα', συντριβομένη αενάως. Είμασταν μύστες. Γνωρίζαμε τήν διαδρομή ανάμεσα στά πράγ- ματα. Μέ μιά μελαγχολία ανοίγαμε τόν δρόμο μας ανάμεσα στά πράγματα. Ζητούσαμε συγγνώμη. Τραβούσαμε όλοι γιά τό ξέφωτο. Εκεί θά γνωριζόμασταν 21-12-1997 Ανταλλάσαμε δώρα, τά πρόσωπά μας κάτω απ' τό φεγγάρι ή- σαν άσπρα, ακόμα καί τό δικό μας μπορούσε νά σέ παρασύρει έτσι σάν κιμωλία παρ' όλο που ήταν αδύνατον νά τό κοιτάξου- με, ένοιωθες τό φώς νά αφίνει μιά λεπτή ανταύγεια επάνω στήν επιδερμίδα τών χειλιών καί νά πέφτει μετά μέσα μας, ό- πως μιά αστραφτερή σκέψη που βασανίστηκε στήν μάζα τού μυαλού ξεφεύγει επιτέλους σκίζοντάς την καί καρφώνεται σάν ένα αστέρι στήν σκοτεινή λίμνη τής καρδιάς... Ανταλλάσαμε δώρα στό ξέφωτο, τό πρόσωπό σου άσπρο σάν κιμωλία μέσα στό φώς τής σελήνης πλησίασε τό δικό μου, έ- κλεισα τά μάτια καί σ' αγκάλιασα. Στό ξέφωτο γνωριστήκαμε, ήταν οι λέξεις μας, τά πρόσωπά τους άσπρα σάν κιμωλία μέσα στό φώς τής σελήνης, μάς α- γκάλιασαν, μερικές κλαίγανε, σάν αστραφτερές σκέψεις τίς δε- χτήκαμε, βασανισμένες μέσα στήν βαρειά μάζα τού μυαλού πρίν τήν σκίσουν καί σάν αστέρια καρφωθούν στήν σκοτεινή λίμνη τής καρδιάς. Γνωριστήκαμε. Χαϊδέψαμε τρυφερά τά άσπρα βασανισμένα τους πρόσωπα. Σάν κιμωλία μέσα στό φώς τής σελήνης τό χρώμα έβαφε μέ μιάν ανταύγεια τά λεπτά τους χείλια πρίν σκί- σει τήν βαρειά μάζα τού μυαλού καί τίς καρφώσει σάν αστέρι στήν σκοτεινή λίμνη τής καρδιάς. Ήταν οι λέξεις μας. Κάτασπρες μέσα στό φώς τής σελήνης α- κουμπούσαν τρυφερά τό βασανισμένο τους πρόσωπο στό μά- γουλό μας. Κατάχλωμες. Είχαν ξεφύγει απ' τό μυαλό. Μέσα στό άσπρο φώς τής σελήνης τίς υποδεχτήκαμε στό ξέ- φωτο. Σάν αστέρια πάνω απ' τήν σκοτεινή λίμνη τής καρδιάς. Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 17