ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ (1971 - 1979) "Τίς ερωτήσεις που μού έκανες", μού είπε, "τίς ερωτήσεις που μού έκανες, τίς παίρνω σάν ένα κάλεσμα, σάν ένα είδος σπάνιας χειραψίας, που προτείνεται ίσως γιά μιά μόνο φορά ανάμεσα σέ δυό ορισμένους ανθρώπους καί που άν ο ένας τους δέν τήν προλάβει χάνεται γιά πάντα". "ΚάΓΙΑ"
ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Κείμενα (149) - (167), Φεβρουάριος - Ιούλιος 1986 (έκδοση: Ιούνιος 1987) Κείμενα (168) - (197), Αύγουστος - Νοέμβριος 1986 (έκδοση: Μάρτιος 1987) Κείμενα (198) - (208), Δεκέμβριος 1986 - Ιανουάριος 1988 (έκδοση: Φεβρουάριος 1988) ________________________ ________________________ Γιάννη Σ. Χρυσούλη:"Οι Σημειώσεις ενός ανθρώπου" Κείμενα (1) - (80), 1971 - 1979 ________________________ ________________________ @ Γιάννης Σ. Χρυσούλης Εθνάρχου Μακαρίου 6. Πολύδροσο Αμαρουσίου 15125 Τηλ. 6819775 ________________________ ________________________ Γιά τήν πολυτονική έκδοση: Η περισπωμένη διατηρείται μόνο στά ερωτηματικά πού καί πώς καί στίς λέξεις στίς οποίες ήδη υπάρχει σάν διακριτικό σύμβολο από τίς όμοιές τους μέ διαφορετική έννοια. "ΚάΓΙΑ" Εθν. Μακαρίου 6, Πολύδροσο 15125. Τηλ. 6819775 Αθήνα ________________________ ________________________ Κάγια: Μιά αγαπημένη παραλία τής Μυτιλήνης ________________________ ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ (1) (1971 - 1979) ______________________ (1) Στήν Κατερίνα Λ. 1971 Όπως σού 'λεγα λοιπόν... Τά κύματα οδηγούσαν έναν επιτάφιο στίς καμπούρες τών βουνών κατά πάνω μου προχώραγε ο καιρός φύσαγε απ' τή θάλασσα. Νάσαι στεριά καί νά τά δέχεσαι όλα αυτά! Ο τής ανεμικής σφοδρότητας ανάλογος βομβαρδισμός αρμο- φόρων πτυέλων στά βράχια σου Η δολίως φθείρουσα τερηδόνα τής παραμένουσας άρμης Η υποβόσκουσα ψηγμοδίαιτος κουφόβραση τών νερών στά σπήλαια τών εκτεθειμένων σου πετρωμάτων Αι προεκσπερματικαί ανορθώσεις εν είδει ετοίμου κόμπρας τών επιμόνως κοκκοποιούντων φιλημάτων Οι περιοδικοί αναρροφώμενοι λιγμοί μή ανακοπησών εν τή οδώ κεκτημένων ταχυτήτων Η ατέρμων κατακόρυφος κοχλίωση τών δινών Αι υπό τής ομίχλης συρόμεναι όρθιαι διατρηθείσαι κραυγαί Καί 'κείνες οι διαστροφές τού αγέρα: κατά τό σχήμα σας κατά τή θέση σας Νύν καί αεί. Νύν καί αεί. Στούς προσεκτικούς καί επιμελείς υπηρέτες τού πνεύματος αφιέρωσέ το. Καί μή μέ κοιτάζεις έτσι Ιερέα τής Απόγνωσης! (2) 1975 Καί τώρα κάθεσαι καί μέ κοιτάς χωρίς νά περιμένεις καί σέ ακούω που επιστρέφεις ήσυχα στή γοητεία τής στιγ- μής που λύθηκε ο δεσμός κοντά σέ 'κείνους τούς ερωτικούς που απαλλοτριώθηκαν τούς βιαστικούς, που πρόδωσαν τήν επίπεδή τους φύση. Ο χώρος σου έγειρε πολύ αδερφέ. Στά σταυροδρόμια, στίς αυλές καί στά ζεστά κρεββάτια ένα ύπουλο φώς αλλοιώνει τίς διαθέσεις: είναι τά υποχρεωτικά φίλτρα! Τά υποχρεωτικά φίλτρα τού Ήλιου! Οι τρελλοί σου άρχισαν νά συνηθίζουν τά δεκανίκια τους καί δέν μπορούμε νά βγούμε από τήν άλλη μεριά τής πόρτας Σέ κάθε καινούργια εμφάνιση τού προβλήματος πληθαίνουν όσοι υποκύπτουν στίς οριζόντιες λύσεις. Κάτι έχει πεθάνει πίσω απ' τά χαρτιά στούς τοίχους σώστε τούς τοίχους! Σώστε τούς τοίχους! Αδερφέ δέν πιστεύω πιά τό γέλιο τών παιδιών μας. Σηκώνεται καί πέφτει σάν θρήνος επινίκιος στίς παρανοϊκές σημαίες που μάς εμπαίζουν. Κάτω απ' τά νύχια τους βρίσκω μιά λάσπη ύποπτη που δέν μυρίζει χώμα κι όλο τό βράδυ ξύνουν τό κορμί τους από μιά γλύτσα πλα- στικιά. Μιά μισοτελειωμένη χειραψία κρέμεται στίς παλάμες τους τό μεσημέρι καί κάθε απόγευμα μάς τά δανείζουν τά σχολιά ώς τό πρωΐ μέ δυό οθόνες στή θέση τών ματιών τους που τά κρατούν γιά ενέχυρο. Αδερφέ φοβάμαι αυτές τίς ανώνυμες εταιρίες μέ τό χαμόγελο. Μαθαίνουν στά παιδιά μας τί θά πεί ευτυχία. (3) 1974/75 "Εγώ... εγώ είμ' ένας Κληρονόμος! Συγχωρέστε με... δέν θέλω νά σάς θίξω. Δικά σας είν' όλα... δικά σας! Σάς παρακαλώ... Σάς παρακαλώ μή μού κακιώνετε. Εδώ... βλέπετε πόσο ειλικρινά λυπάμαι πόσο ειλικρινής είναι η μεταμέλειά μου. Δέν τόθελα μού ξέφυγε. Επιτρέψτε μου επιτρέψτε μου νά σάς κρατήσω ακόμα μιά στιγμή τό χέρι. Δέν θέλω νά κάνω καμμιά απερίσκεπτη κί- νηση τώρα. Ξέρω πόσο εύκολα μιά μικρή κίνηση μπορεί νά τ' αλλάξει όλα. Μιά τόση δά μικρή κίνηση! Είναι ν' απορεί κανείς πόσο εύθραυστη είναι η ευαισθησία τών άλλων αυ- τών που δέν έχουν τήν ανάγκη... Μά πάλι παρασύρθηκα. Ε- λάτε συγχωρέστε μου τή νευρικότητά μου. Ήταν τόσο από- τομο γιά μένα. Είχα τόσον καιρό νά τό θυμηθώ... Αφίστε μου μιά στιγμή ακόμα τό χέρι σας. Ευαρεστηθείτε νά εγκαταλειφθείτε. Δυό βηματάκια μονάχα ίσαμε αυτό τό τραπεζάκι μέ τίς καρέκλες... Άν μού επιτρέπατε νά σάς προ- σφέρω κάτι... Τό ξέρω είναι πολύ... μά... επιτρέψτε μου νά τολμήσω. Ναί, ναί μέ πλήρη επίγνωση τής τιμής που μού γίνεται. Μέ όσο τό δυνατόν πληρεστέρα. Ελάτε ένα βήμα ακόμη. Ευχαριστώ. Σάς ευχαριστώ. Είστε καλά; Είναι βολικιά η καρέκλα; Τό τραπεζάκι μήπως κουνιέται;... Ναί; Σταθείτε αμέσως θά τό διορθώσω... Εδώ θά βάλω αυτό τό διπλωμένο χαρτάκι κάτω απ' τό πόδι... Έ- τσι... Νά λοιπόν εντάξει τώρα είναι εντελώς ακίνητο. Ναί, τό καταλαβαίνω. Είμαι ανήσυχος. Ακούστε φοβάμαι τόσο μήν φύγετε. Μήπως βαρεθείτε ξαφνικά. Επιτρέψτε μου νά σάς παρακαλέσω νά μέ τιμήσετε μέ τήν ανεκτικότητά σας. Εξαντλείστε τήν γενναιοδωρία που θά διαθέτατε σέ μιά παράκληση ανυπόκριτη που θά σάς συγκινούσε, σ' αυτό. Μόνο σ' αυτό... Μού εγγυάσθε; Καί πάλι σάς ευχαριστώ. Σάς ευχαριστώ. Καταλαβαίνω τούς δισταγμούς σας. Σχεδόν μαντεύω μιά... φρίκη. Ώ, σάς δικαιολογώ απόλυτα. Θά καταντούσε σχεδόν αφύσικο. Αλλά... πώς θά τό μάθουν; Σείς... πώς θά ήταν δυ- νατόν νά τό μνημονεύσετε; Όσο γιά μένα... Ξέρετε πόσο μέ αποφεύγουν. Γνωρίζω καλά τό γέλιο τους... Όμως αυτό... αυτό ακριβώς είναι η δική μου χαρά. Κι αυτό είναι η τρα- νή... ναί... εμφανέστατη απόδειξη τής παραχώρησης που μού γίνεται. Κι εγώ... τολμώ νά πώ... έχω αρχίσει ήδη νά κατέ- χω τό ήμισυ τού κοινού αυτού χρόνου που μάς ενώνει. Ναί. Ήδη μεταβάλλομαι. Γιά τόν τόνο που αποκτά η λέξη, έχετε δίκιο. Έχετε από- λυτο δίκιο. Ιδιαίτερα όταν προφέρεται από ένα υποκείμενο στήν δική μου κατάσταση... Μιά τέτοια λέξη μάλιστα... Συμφωνώ ότι η οικειότης τήν οποία προϋποθέτει είναι ανε- πίτρεπτος. Καί εδώ ακριβώς θά μπορούσε νά τοποθετήσει κανείς τόν επικίνδυνο δόλο. Στήν προϋπόθεση τής οικειότη- τος... Έπειτα είναι αυτή η εμφαντική απαιτητικότης που προβάλλει. Μιά απειλητική διάθεση. Ένα είδος τελεσιγρά- φου... «Πώς τολμάτε!»... Μπορώ νά πώ... ήταν επιεικής η α- ναφώνησή σας. Τί λέω! Επιεικεστάτη!... Κληρονόμος!... Α- ντιλαμβάνομαι ότι αυτό θίγει τήν ιερότητα τού αισθήματος ιδιοκτησίας οποιουδήποτε έντιμου ανθρώπου. Ο οποιοσδή- ποτε θά είχε υποχρέωση νά αγανακτήσει. Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά έπρεπε νά τά σκεφτώ πιό πρίν. Εκ τών υστέρων... Ώ... μά εσείς δέν θ' αφίσετε νά σάς διαφύ- γει η ειλικρίνειά μου. Η ειλικρίνεια τής συντριβής μου... Είμαι βέβαιος. Ιδιαίτερα εσείς. Γιατί εσείς; Μά... ώ, βέβαια, βέβαια. Πώς είναι δυνατόν. Ε- σείς... Είστε τόσο νέος. Τί ασυγχώρητα αφηρημένος που εί- μαι!... Κι όλη αυτή η καταπληκτική ομοιότης!... Επιτρέψτε μου νά σάς παρατηρήσω λιγάκι... Αυτά τά χαρακτηριστι- κά!... Μόνο μιά πιό εσωτερική συγγένεια μπορεί νά τά δι- καιολογεί... Μά όχι! Πώς είναι δυνατόν νά σάς άφισα νά εν- νοήσετε έστω καί τήν πιό ελάχιστα επιλήψιμη πρόθεση στά λόγια μου! Ο πατέρας σας... επιτρέψτε μου... τίποτε άλλο ε- κτός από θαυμασμό... καί... σεβασμό δέν θά μέ παρακινούσε νά τόν αναφέρω. Έχω... έχω τήν τιμή νά χρωστώ τήν ζωή μου!... Καί εξ άλλου είναι πιθανόν... ναί, είναι πιθανότατον λόγω τής εξαιρετικά ιδιαιτέρας περιπτώσεως, νά τό είχε συ- γκρατήσει καί ίσως θά σάς τό ανέφερε κι εσάς... Δέν θυμά- στε τίποτα τέτοιο; Δέν πειράζει. Δέν πειράζει. ...Ήταν κάτι δύσκολο. Ένα εγχείρημα που απαιτούσε ικα- νότητες, τολμώ νά πώ, ενός όχι συνηθισμένου ανθρώπου... Δέν μιλώ γιά τήν επιστημονική ικανότητα. Εδώ... έμπρο- σθεν τών επισήμων τίτλων θά ήταν φτωχός ο δικός μου έ- παινος. Άλλωστε... πώς θά επελαμβανόμην εν μέσω τής α- γνοίας μου! Αλλά εις τόν ανθρώπινον... εις τόν ανθρώπινον τομέα, κάνοντας χρήση τής ελαχίστης μου αναλογίας, έχω τήν δυνατότητα νά εκτιμήσω... Στίς τόσο συχνές περιγραφές, από πολλά παρευρεθέντα πρό- σωπα τού περιβάλλοντός μου, που συνόδευσαν τά πρώτα μου χρόνια, ενατένιζα μέ άπειρη ευγνωμοσύνη τήν αριστοκρατι- κή αυτή φυσιογνωμία που μεγαλόκαρδα καταδέχτηκε εξα- σκώντας τήν θεία του τέχνη, νά λερώσει τά χέρια εκείνα που σέ τόσων επιφανών προσώπων τούς απογόνους χάρισαν τό φώς, μέ τά επίτοκα υγρά μιάς ανύμφευτης λεχούς στόν βρώ- μικο προθάλαμο τού αστυνομικού τμήματος καί νά υπομεί- νει τόσους κόπους μέχρι τό τέλος... Ακούστε. Έχω γεννηθεί κρατώντας μέ τό χέρι τό κεφάλι μου. Είναι δύσκολη στάση. Οι πιό πολλές μανάδες δέν αντέχουν. Όσο γιά τά παιδιά... Αλλά θεωρώ τήν έκπληξη τού πατέρα σας, σάν ελαχίστη... ελαχιστοτάτη εξόφληση τού τεράστιου χρέους μου. Παρακαλώ... Παρακαλώ. Επιτρέψτε μου νά έχω τήν τιμή νά εκτιμήσω εγώ ο ίδιος τό τί χρωστώ... Άλλωστε δέν θά επιμείνω παρά μόνον σ' αυτήν τήν επίγνωση. Μιά πράξη εξοφλήσεως μπορεί νά είναι τόσο ενοχλητική... Μήν ανησυχείτε, θά διατηρήσω τήν ευαισθησία μου... Θά ήταν πολύ λοιπόν άν ζητούσα τήν υποχωρητικότητά σας σ' αυτό τό θέμα; Εννοώ τής επίγνωσης... Ευχαριστώ. Ευχαριστώ! «Μωρέ γιά δές εκεί τόν μούλο πώς κρατάει τό κεφάλι του! Τί έκανες βρέ μπάσταρδε μέσ' στή κοιλιά τόσους μήνες; Τά χτήματά σου μέτραγες;». «Ο κύριος Αστυνόμος ασφαλώς έχει λεπτόν πνεύμα! Ο νεα- ρός είναι πράγματι κληρονόμος! Καί βέβαια δέν μιλώ γιά τήν νεκρά, ούτε γιά τά κουρέλια που τήν συνοδεύουν... Ποιός θά τόν πάρει; Εσείς δεσποινίς; Προσέξτε παρακαλώ τό χέρι. Μή τό βιάσετε. Θά αποκτήσει σέ λίγο καιρό τήν κι- νητικότητά του. Είμαι σίγουρος. Πάντως είναι η πρώτη φο- ρά που συναντώ τέτοια στάση. Περίεργο... πολύ περίεργο!... Αφίνω τά υπόλοιπα στήν ευσυνειδησία σας κύριοι. Δέν χρειάζεται νά μέ συνοδεύσετε Αστυνόμε. Χαίρετε». Αντιλαμβάνεσθε τώρα -σάς μετέφερα πιστά τήν σκηνή- τήν επιμονή μου; Διακρίνετε τήν ποιότητα τού χρέους;... Η με- γάλη αυτή μορφή υπήρξε... ναί, παίρνω τό θάρρος μέ τήν ά- δεια σας, εκτός τών άλλων καί ένα είδος πνευματικού πα- τρός... Όταν απεσύρθη, ο στυγνός εκείνος χώρος είχε πληρω- θεί μέ τό μυστήριον μιάς βαπτήσεως. Πιστέψτε με... Πι- στέψτε με... Υπό τήν κατοχή τού μυστηρίου αυτού διατελώ μέχρι σήμερον. Υπό τήν πλήρη κατοχή του. Η συγκίνησή μου... Επιτρέψτε μου παρακαλώ νά εγερθώ... Μήν... μήν ανησυχείτε. Μήν ταράζεσθε. Δέν είναι τίποτε. Μιά περαστική χλωμάδα. Θά οφείλεται φαίνεται στό κάθι- σμα... Μή... μήν ανασηκώνεσθε σάς παρακαλώ. Θά μού πε- ράσει... Αμέσως τώρα θά μού περάσει. Βλέπετε... Έχω χάσει τή συνήθεια νά κάθομαι εδώ καί πολ- λά χρόνια... Ώ, δέν έχω νά κατηγορήσω κανέναν γι' αυτό. Εγώ ο ίδιος διάλεξα τήν όρθια στάση. Δέν ήθελα νά κυριευθώ από τήν α- ναμονή. Γιατί αυτή... κυριεύει. Ναί... ναί, κυριεύει ύπουλα καί σιγά. Κι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν είναι κα- νείς καθιστός. Βολεύεται χωρίς νά τό καταλάβει. Καί τότε η αναμονή είναι αυτό που περιμένει. Ναί. Ανακαλύπτει πως αυτό που εκείνος ανέμενε ήταν η ίδια η αναμονή. Πως πιά δέν έχει νά περιμένει τίποτα. Όμως τότε... τότε πρέπει νά ε- πιστρέψει αυτή τή σχέση. Η ίδια... η ίδια η σχέση απαιτεί τήν επιστροφή της. Κι αυτή η απαίτηση διαποτίζει ολοκλη- ρωτικά. Διεισδύει στό βάθος... στό μεδούλι τών κοκκά- λων... εμφορούνται τά αιμοσφαίρια καί ιχνηλατεί η ίδια τόν δρόμο, ναί... τόν δρόμο τής επιστροφής κι εκείνος... εκείνος ορμάει νά βρεί τό μέρος. ...Είναι τόσο φριχτό νά βλέπει κανείς τούς ανθρώπους νά στήνουν τόν δρόμο τους. Δέν σάς έτυχε ποτέ νά δείτε κανέναν που νά ψάχνει μ' έναν περίεργο τρόπο; Ανήσυχος ερευνά τήν περιοχή... τά σπίτια... παρατηρεί ενοχλητικά τούς διαβάτες... ύστερα δοκιμάζει τό έδαφος μέ τό πόδι του... τό αφουγκράζεται επίμονα... οσμίζε- ται μέ βαθειές ανάσες... κι όλη αυτή τήν ώρα σκυφτός σάν νά κουβαλά κάτι μέ πολύ κόπο. Προχωρεί λίγα βήματα κι αρχίζει ξανά... κι αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές... μέ- χρι που αποφασίζει πως είναι στό μέρος. Τότε σιγά σιγά, σάν νά πρόκειται γιά κάτι πολύτιμο, ακουμπά τό αόρατο βάρος. Κι έπειτα δρασκελάει ένα ύψος που κανείς δέν βλέπει κι αρ- χίζει απορροφημένος ολόκληρος νά βαδίζει μέ άπειρη προσο- χή ισορροπώντας πάνω σέ μιά γραμμή ορατή μόνο σ' αυτόν, κάνοντας κινήσεις σάν ακροβάτης... πάντα στό ίδιο μέρος... Πάντα. Κι είναι πολλοί... ακούστε με... είναι αφάνταστο πόσο πολ- λοί είναι. Σηκώνονται ξαφνικά απ' τά δωμάτια που κάθο- νται κι αφίνοντας ανοιχτή τήν πόρτα πίσω τους βγαίνουν ψάχνοντας. Καί καθ' ένας θέλει τό δικό του μέρος, μόνο τό δικό του καί ψάχνει γι' αυτό... έτσι σκυφτός... ώσπου νά τό βρεί καί ν' αποθέσει εκεί τόν δρόμο του... Όμως εγώ μιλώ γιά κάτι σχέσεις ανεπίστρεπτες! Εγώ... εγώ αναμένω τήν μεταβολή μου! Είμαι μιά μεταβολή που αναμέ- νει τήν επόμενή της. Αλλά... όχι... όχι, εγώ είμαι η αναμονή. Είμαι η αναμονή τής προηγούμενης μεταβολής μου γιά τήν επόμενη. Ή μάλλον... ναί, είμαι η επίγνωση αυτής τής ανα- μονής! Είμαι μιά επίγνωση. Κι εγώ... εγώ τούς δρόμους τούς έχω απορρίψει! Εγώ αναμέ- νω όρθιος! Εγώ είμαι ένας κληρονόμος! Μά... όχι... όχι, ελάτε, δέν τό λέω εγώ αυτό. Είναι τό έρ- κος... τό έρκος που φεύγει μόνο του από τούς οδόντας! Κατη- γορείστε αυτό! Εγώ... είμαι ο αναμένων. Ναί. Αυτό θά μού ταίριαζε. «Ο Αναμένων»!. Λέγετέ με έτσι. Ή καλλίτερα, ο «Όρθιος Αναμένων»! Ναί. Ο «Όρθιος»! Κι εκείνος τό ήξερε. Κι εκείνος. Είπαν πως όλα έγιναν ξαφνικά. Πως ποτέ δέν είχε δοθεί λα- βή γιά νά υποψιαστεί κανείς κάτι. Άλλωστε πώς θά τολ- μούσε κανείς νά επιτρέψει στόν εαυτό του νά ατενίσει μέ βλέμμα που έκρυβε κάποια κριτική! Κάποια υπόνοια έστω κριτικής διάθεσης. Εδώ... όλες οι σκέψεις καθυστερούσαν. Όλα τά συμπεράσματα ανεστέλλοντο, μέχρις ότου ακουστεί η γνώμη εκείνου... Κι άν υπήρξε ποτέ αμφιβολία -ήσαν οι καλλίτεροι που τό υποστήριξαν-, η αμφιβολία αφορούσε στούς ίδιους. Ήταν κάτι σάν μιά διστακτικότητα νά δε- χθούν, επιτέλους, ότι είχαν εννοήσει σωστά... Κι έπειτα.. έ- πειτα, ποιός αληθινά θά μπορούσε νά τό φανταστεί! Ποιός απ' αυτούς νά τό μαντέψει! Κι αφού αυτοί, που τό μεγαλύτε- ρο μέρος τών καθημερινών εν υπηρεσία -καί πολλές φορές εν αργία- σκέψεών τους, εστρέφετο γύρω από 'κείνον, δέν μπό- ρεσαν... δέν διαισθάνθησαν καμμιά, ούτε λεπτή, λεπτωτάτη έστω, ρωγμή, στό συμπαγές αυτό, αυτόφωτο καί αυτάρκες σύνολο που αποτελούσε εκείνος... αφού όχι αυτοί, ποιός... ποιός άλλος; Αυτοί... Όταν στήν προσπάθεια νά τού δείξουν τήν αφοσίω- σή τους, προσέφεραν τούς εαυτούς τους ελπίζοντας άγρια νά ενοχληθούν... εκείνος δέν είχε δεχθεί νά ενοχλήσει κανέναν. Έκπληκτοι, έβλεπαν νά παίρνει τίς επιδαψιλεύσεις καί τίς περποιήσεις τους χωρίς έκπληξη, εύκολα κι απλά, χωρίς καμμιά συναίσθηση υποχρέωσης, σάν νά ανελάμβανε μέ μιά γλυκιά καταδεκτικότητα νά τίς μεταφέρει αυτούσιες, όπως τού παρεδόθησαν, σέ κάποιον άλλον. Κι όταν αυτοί, ώρες ο- λόκληρες, εξαντλούσαν τήν ειλικρίνειά τους σέ μιά εξομο- λόγηση, μέ τήν αμυδρή ελπίδα νά αποσπάσουν τήν δική του..., έβλεπαν τό βλέμμα του νά σημαδεύει μέ εξαιρετική σοβαρότητα τό κέντρο τους, ενώ εκείνος, δοσμένος ολόκλη- ρος σ' αυτή τήν ακρόαση, κουνούσε καί στίς πιό τραγικές α- φηγήσεις, μέ τό ίδιο φιλικό χαμόγελο, τό κεφάλι, ώσπου στό τέλος, μετανοιωμένοι γιά τήν πρόθεσή τους, τού απεκά- λυπταν τίς πιό λεπτές τους πτυχές γιά νά δεί πως τόν είχαν συγχωρέσει... Κι ακόμα καί τήν προηγούμενη μέρα... όταν είχε ορμήσει μέσα σάν νά τόν κυνηγούσαν, πελιδνός κι αδυνατισμένος σέ μιά νύχτα ξαφνικά κι άρχισε νά ουρλιάζει πως αυτόν δέν εί- χε δικαίωμα κανείς νά τόν δικάσει... πως τό παιδί ήταν δικό του, εντελώς δικό του!... πως ήταν αυτός!.. αυτός, ο ίδιος... πως εκείνος είχε αναλώσει τή ζωή του, είχε εξαντλήσει τό ταλέντο του μόνο καί μόνο γιά νά τό προστατεύσει... κι ό- ταν άρχισε νά πέφτει στά πόδια τους καί νά τούς εκλιπαρεί νά δούν πόσο αυτός είχε δεχθεί νά μεγαλώσει, γιά νά παρα- μείνει στήν τρυφερή του ηλικία εκείνο... πόσο είχε δεχθεί νά σκληρύνει, ώστε τίποτα νά μήν μπορεί, διαπερνώντας τον, νά θίξει τήν λεπτή του ευαισθησία... πως είχε υπομείνει τίς δικές του αργές παραμορφώσεις, γιά νά τό διατηρήσει στήν αρχική του ομορφιά... νά δούν μέ πόσους καί πόσους συμβι- βασμούς καί υποχωρήσεις είχε δεχθεί νά διαφθαρεί, γιά νά διατηρηθεί η γλυκειά του αθωότης... κι όταν άρχισε νά τούς φιλεί τά χέρια, παρακαλώντας τους νά μετρήσουν τά δάκρυα που έχυσε, ώστε νά μήν τού λείψει ποτέ τό γέλιο... πως αυ- τός... αυτός ανέλαβε τήν εκτέλεση καί τήν πλήρη ευθύνη τής Εκδικήσεως καί πως ποτέ, ούτε καί μιά έστω φορά, δέν έ- λειψε, στό πρώτο κάλεσμα, νά παρουσιάσει τόν λεπτομερή απολογισμό του πάνω σ' αυτό τό θέμα που τόσο τό απασχο- λούσε κι άς τό ρωτήσουν... άς τό ρωτήσουν άν πάντα δέν ε- πέστρεφε γεμάτο ικανοποίηση στά χαρούμενα παιχνίδια του! Κι όσο γιά 'κείνη τή φορά που αυτός νόμισε ότι είχε αγαπή- σει πολύ καί τό ικέτευε... αυτό είχε χτυπήσει μέ τέτοιο πείσμα τό μικρό του πόδι κάτω κι είχε αστράψει μέ μιά τέ- τοια λάμψη τά μάτια του, που δέν άντεξε νά τό εγκαταλεί- ψει καί τού παρέμεινε πιστός θυσιάζοντας... Κι όταν βγήκε έξω φωνάζοντας ότι δέν θά τούς τό επιτρέψει, ότι δέν θ' αφίσει κανένα νά τού τό πάρει... ακόμα καί τότε κανείς δέν φαντάστηκε. Καί τήν άλλη μέρα, όταν τόν είδαν νά ετοιμάζεται... πάλι κανείς δέν είχε συνέλθει γιά νά μπο- ρέσει νά σκεφτεί. Κι όταν μ' όλα τά εργαλεία έτοιμα, τούς πρόσταξε νά τόν αφίσουν μόνο κι αυτοί κοιτάχτηκαν έ- ντρομοι ψάχνοντας ασυναίσθητα γύρω γιά τήν ετοιμόγεν- νη... αυτός τούς έσπρωξε έξω καί παρέμεινε... Έμπλεοι στά μίγματα τών αποριών τους είχαν αφαιρεθεί, ό- ταν ακούστηκαν τά πρώτα βογγητά. Καί ίσως ο ιδρώτας στίς συστρεφόμενες παλάμες τους νά τούς έκανε νά σηκώ- σουν τά μάτια... Κι εκεί... ερευνώντας εναγώνια τά έξαλλα βλέμματά τους, ίσως νά παρουσιάστηκε η πρώτη νύξις. Καί όρμησαν μέσα... Καί τόν είδαν! Είδαν τό οπλισμένο χέρι του νά εκτελεί τήν αποκόπτουσα τροχιά του. Είδαν τήν αχνίζου- σα διασπορά τών εντοσθίων... Καί κανείς... κανείς δέν ετόλ- μησε νά τόν σταματήσει, όταν εκείνος, μέ ανορθωμένες τίς τρίχες τής κεφαλής του, απενέμετο είς τόν ομφάλιον λώρον του! Είπαν... είπαν πολλά!... Ο φοβερός φόρτος τού λειτουργήμα- τος... η συνεχώς επαναλαμβανόμενη διαδικασία... Η εικόνα τής επιτόκου, που θά έπρεπε νά τόν κατέχει διαρκώς... Όμως κανείς δέν ξέρει! Κανείς δέν κατάλαβε! Κανενός η διαίσθησις... ...Είναι τόσο ευγενικιά η χειρονομία σας! Επιτρέψτε μου νά μήν καθίσω. Θά σάς πείραζε νά παραμείνω όρθιος, εδώ στό πλάϊ σας, χωρίς νά σάς κρύβω τή θέα; Όχι; Ευχαριστώ... Διατηρώ τήν εκφραστικότητα τής αβρής σας χειρονομίας. Αυτό μού φτάνει. Πώς είναι δυνατόν νά τά ξέρω όλα αυτά;... Επιτρέψτε μου. Θά σάς εξηγήσω. Αλλά ακούστε. Ξέρετε ότι εκείνο τό τελευ- ταίο βράδυ ήμουν μαζύ του; Δέν θάταν δυνατόν νά τό φαντα- σθείτε; Κι όμως έστειλε καί μέ κάλεσαν! Μή... μή μέ διακό- πτετε! Παρακαλώ... Είδα ένα θέαμα θλιβερό... Ναί... ναί, εγώ τό λέω αυτό! Καλά ακούσατε... Μιά ύπαρξη ρουφηγμένη ήταν εκεί... τόσο ξε- κομμένη από τό περιβάλλον, τόσο έντονα προβαλλόμενη που, γιά μιά στιγμή, νόμισα πως τόν άκουσα... ναί, ναί είχα ακούσει τόν ήχο που τόν απομυζούσε συνθλίβοντας τίς εσω- τερικές του διαστάσεις... Αμέσως ήξερα! Ήδη ήξερα! Η... τολμώ νά πώ, προέκτασή μου, εγνώριζε... Ναί, ναί! Αυτή η προέκτασή μας στό μέλ- λον, που μάς διαφεύγει κι ωστόσο... ωστόσο, είναι τόσο ση- μαντική! Αυτή ξέρει, αλλά εμείς... εμείς δέν έχουμε μάθει νά τήν ακούμε!.. Ώ, άν σάς τύχει... άν σάς συμβεί νά νοιώσετε κάτι, μήν τό παραμερίσετε χάριν ενός συλλογισμού! Συ- γκρατήστε το... ασκηθείτε στό νά τό συγκρατείτε! Ποτέ δέν θά διαψευσθεί! Κι εγώ... γι' αυτό ήξερα! Ήξερα πως τόν είχε λάβει. Πως τού είχε αποσταλλεί. Κι αυτός ήταν εκεί... εκτεθειμένος... ορα- τός στήν πρώτη ματιά.. Επιδεικνύοντας μέ θανάσιμη κακε- ντρέχεια τήν ύπαρξή του. Γνωρίζοντας ασφαλώς τό ανέφι- κτο τής άρνησης που προκαλούσε. Βιάζοντας μέ κακία τό βλέμμα, εγκατέλειπε τό ανεξίτηλο ίχνος του στόν λευκό του φορέα, τονίζοντας τήν αιχμή τής απειλής που τόν μετέφερε ώς εδώ απ' τήν πηγή του... Σάς έχει τύχει νά μετρήσετε ποτέ ανθρώπους; Στή σειρά;... Αλήθεια, πέστε μου, έχετε φανταστεί ποτέ πώς μιά τρυφερή καρδιά θά μπορούσε νά σταματήσει τήν απρόσεκτη βιαιότη- τα τού αγαπημένου της χεριού, πάνω σέ κάποια αντικείμενα που ίσως συμπαθεί;... Στό περιβάλλον μου, στό περιβάλλον μου... επιτρέψτε μου, όπου η σπανιότης επιβάλλει τήν χρήση ορισμένων απ' αυτά γιά πολύν καιρό, θά τήν άκουγα: «Έλα, πάψε, φτάνει πιά! Είναι φριχτό! Είναι σάν νά μετράς ανθρώ- πους!»... Σάς τό λέω γιατί εκείνος... εκείνος, είχε αναγκαστεί νά με- τρήσει. Είχε αναγκαστεί νά ονομάσει μέ έναν αριθμό αυτούς που τά ονόματά τους είχαν εξαλειφθεί διά παντός, αυτούς που παρέμεναν ακατανόμαστα καταχωρημένοι στούς φοβε- ρούς φακέλλους που πάντα... πάντα αγνοήθηκαν από τήν Ι- στορία... Καί τί είναι η Ιστορία! Τί ξέρει η Ιστορία απ' αυτά! Τί ξέρουν οι ογκώδεις τόμοι που συνθλίβονται από τό ίδιο τους τό άχρηστο βάρος!... Πόσο σκληρά τυφλός πρέπει νά εί- ναι ένας συγγραφέας, πόσο φριχτά μορφωμένος, γιά νά μπο- ρεί νά προσβάλλει έτσι τόν άνθρωπο!... Εκείνος είχε υποφέρει. Είχε αναλωθεί σ' αυτήν τήν αντί- στροφη μέτρηση. Ήθελε νά μάθει τίς ζωές όλων, τού καθε- νός χωριστά, γιά νά μπορέσει νά φτάσει στήν αρχή. Όμως οι πληροφορίες ήταν ελάχιστες. Τά κείμενα απέκρυπταν αντί νά αποκαλύπτουν... Καί μόνο κάτι εικασίες ήταν δυνατόν νά γίνουν. Ναί. Εικασίες μόνο... Μά όχι... όχι. Αρκετά ώς εδώ. Δέν μπορώ νά συνεχίσω πιά. Δέν θέλω νά επαναλάβω. Μού φτάνει μιά φορά. Αρκετά υπέ- φερα... Άν ξέρατε πόσο προκλητική είναι η αθωότης που διακρίνω επάνω σας! Άν μπορούσατε νά αντιληφθείτε καί ένα μικρό έστω μέρος τού κινδύνου που διατρέχετε!... Ώ, είναι τόσο ειρωνική η κίνησή σας! Έχετε δίκιο. Πώς θά ήταν δυνατόν νά υποτιμήσετε τόσο τόν εαυτό σας, ώστε νά φαντασθείτε ότι κινδυνεύετε από 'μένα!... Ήδη δέν σάς διέφυγε ότι προσπαθώ νά δικαιολογηθώ; Μά πώς καταφέρατε καί διαβάσατε τήν καρδιά μου; Τόσο έντονα εξεδήλωσα τήν ιδιότητά μου; Τόσο λίγο μέ προστάτευσε η υ- ποκρισία μου;... Αλλά δέν είναι έτσι εντελώς! Υπάρχει ένας συντελεστής που διαφεύγει τήν προσοχή... Τά πρόσωπα μπερδεύονται χωρίς οίκτο... Χωρίς κανέναν οίκτο γι' αυτόν που προσπαθεί νά εννοήσει... Κι αυτός ο συντελεστής αποκαλύπτεται μόνο στό τέλος, όταν πιά δέν μπορεί νά υπάρξει άλλη εκλογή. Όταν καμμιά εναλλακτική λύση δέν μπορεί νά αποκλίνει από τήν αναπόφευκτη πορεία τών πραγμάτων... Ναί, τόν διέφθειρα! Κι όμως... κι όμως, όλη μου η προσπάθεια ήταν νά τόν προ- στατεύσω!... Διέτρεχε τόσους κινδύνους... Τόν περιέβαλλαν τόσες παγίδες... κι αυτός δέν διέθετε ικανό μέτρο καί ακρι- βώς... ακριβώς λόγω τής ελλείψεως αυτής γιά τήν οποία υ- πεύθυνος ήταν η αθωότης του, κινδύνευε νά διαφθαρεί μέ- τρια. Καί τό νά διαφθαρεί κανείς μέτρια σημαίνει νά γίνει πρόστυχος ή έστω καλλιτέχνης. Ενώ εγώ ήθελα νά τόν υψώ- σω υπεράνω τής τέχνης που επιθυμούσε! Καί τί είναι ένας καλλιτέχνης! Αυτός έπρεπε νά γίνει ερευνητής! Ήδη η Εκδί- κησις τού είχε προσφερθεί! Έχετε δίκιο.. Δέν θά μπορούσε ποτέ νά μού τό συγχωρέσει. Όμως... όμως, ακούστε, οι σημειώσεις του... οι σημειώσεις του υπάρχουν. Τίς έχω διαφυλάξει. Εδώ... πάντα τίς έχω μα- ζύ μου. Διατηρώ έτσι συνεχώς τήν επαφή... Θέλετε νά σάς διαβάσω! Θά τό επιθυμούσατε πολύ! Ώ, ευχαριστώ! Σάς ευ- χαριστώ... Νά, ορίστε, αρχίζω. "Λοιπόν θά προσπαθήσω νά μήν επηρεαστώ άλλο. Μετά α- πό τόσες προσπάθειες βλέπω νά μέ περιμένει κάθε φορά τό ί- διο αδιέξοδο. Ακόμα καί γιά τώρα δέν είμαι σίγουρος ότι ξέ- φυγα. Αυτός μέ παραμονεύει οπωσδήποτε καί πολύ φοβάμαι ότι παρ' όλη τήν προσοχή μου θά βρεί τήν ευκαιρία νά α- νακατευτεί ξανά. Ίσως νά έχει αρχίσει κιόλας... Ποτέ δέν μπόρεσα νά καταλάβω τή στιγμή που άρχιζε. Τόν ανακάλυ- πτα ξαφνικά. Μ' έπιανε σιγά σιγά μιά τέτοια αδιαφορία γι' αυτό που έγραφα, ώστε νόμιζα πως τό χέρι μου ήταν ξένο, ε- νώ εγώ είχα τραβηχτεί στήν πιό μακρυνή μου γωνιά καί τό κοίταζα... Άρχιζε νά μή μέ αφορά ό,τι έγραφε, είχε φτωχύνει τόσο πολύ που παραμόρφωνε ό,τι ήθελα νά πώ. Τότε σταμά- ταγα. Έσβυνα τή μισή σελίδα καί προσπαθούσα νά γίνω έ- τσι όπως ήμουν σ' ό,τι είχε γραφτεί πρίν απ' αυτή... Αλλά αυτό δέν τό έχω καταφέρει μέχρι τώρα... Καί τώρα αυτά που λέω μού φαίνονται φτωχά. Αλλά τουλά- χιστον είναι λιγότερο ψέμματα. Έπειτα άρχισα κιόλας νά απογοητεύομαι. Η ώρα είναι τέσ- σερις κι άν θά κουραστώ καί πάω γιά ύπνο ξέρω ότι θά ξυ- πνήσω διαφορετικός. Αυτό γίνεται κάθε φορά. Αύριο όταν προσπαθήσω νά συνεχίσω αυτό που θά αφίσω σήμερα, πρέπει νά πιέσω τόν αυριανό εαυτό μου νά ξαναβρεί τόν σημερινό. Κι αυτό δέν πιστεύω ότι γίνεται. Ήδη κι αυτή τήν γραμμή τήν γράφει κάποιος άλλος απ' αυτόν που έγραψε τήν πρώ- τη... Ενώ εκείνος... εκείνος δέν έχει μεταβληθεί καθόλου α- πό τότε... Ακόμα καί η μέθοδός του δέν έχει αλλάξει. Διεισ- δύει απαρατήρητος τίς στιγμές που ξεχνιέμαι κι όταν ξανα- γυρίζω, βρίσκομαι στήν μέση τού έργου που έχει στήσει. Τό σκηνικό, τά αντικείμενα, τά πρόσωπα, λειτουργούν μέ αξιο- θαύμαστη πειστικότητα κι αυτός πηγαινοέρχεται αεικίνη- τος, διορθώνοντας, αλλάζοντας, υποβάλλει τίς απαντήσεις στίς ερωτήσεις που προκαλεί, σέρνοντας όλην αυτήν τήν ώ- ρα μαζύ του μιά ύπαρξη βουβή, υποταγμένη εντελώς στήν θέ- λησή του, που τήν περιφέρει επιδεικνύοντάς την, ή τήν βάζει νά κάνει ορισμένες φιγούρες, πάντα κάτω από τό άγρυπνο μάτι του. Βυθισμένη αλλεπάλληλα στόν μεγάλο πόθο που τής ενέβαλλε, τού αφίνεται καθώς αυτός τρέφοντάς τον τήν παρασύρει... Νά δυό που κάθονται σ' ένα τραπεζάκι. Τά πρό- σωπά τους φανερώνουν πως κάποιες στιγμές στοχασμού δέν θά τούς είναι άγνωστες. Η βουβή ύπαρξη, υπακούοντας σ' έ- να νεύμα του, περνάει δήθεν αδιάφορη από εμπρός τους. Κά- ποια κίνηση γίνεται στό τραπεζάκι. Τά κεφάλια σμίγουν, ματιές εκτοξεύονται, τά χείλια ψιθυρίζουν... Τότε αυτός πε- τάγεται σάν αστραπή μ' έναν δίσκο στό χέρι, αρπάζει τίς φράσεις καί τίς προσφέρει θριαμβευτικά στήν ύπαρξη που α- πομακρύνεται: -Ξέρεις, αυτός... εκείνο τό θαυμάσιο έργο...-. Καϋμένη βουβή μου ύπαρξη! Τί θά γίνει μ' αυτόν τόν τσαρ- λατάνο! Πώς θά γλιτώσω επιτέλους από τά τσακίσματα καί τίς γλύκες του... Μού φαίνεται πως δέν θά μπορέσω. Τίς ώρες που εγώ θά ε- λαττώνω τήν προσοχή μου, πάντα αυτός θά βρίσκει τήν ευ- καιρία νά σέ παίρνει άβουλη στά χέρια του καί νά σέ σέρνει στά καφενεία καί στούς δρόμους επιδεικνύοντάς σε... Παρ' όλες τίς ρητές απαγορεύσεις, παρ' όλους τούς εξευτελισμούς που έχει υποστεί γιά τό ταπεινό του φέρσιμο, αυτός κάθε φο- ρά ανασυντάσσεται, αναδιοργανώνει τίς σκορπισμένες του δυνάμεις, καταφέρνει νά ξεχνάει, ν' αδιαφορεί γιά τά προη- γούμενα...". Διακρίνετε... διακρίνετε τί απλότης υπάρχει στό ύφος; Πό- ση ειλικρίνεια φανερώνεται στήν έκφραση; Καί παρατηρεί- τε... παρατηρείτε μέ πόση ακρίβεια μέ έχει εντοπίσει; Πώς έ- χει αντιληφθεί τόν τρόπο που λειτουργώ;... Όμως νά ένα άλλο φύλλο. Ακούστε: "Αρχίζω νά γράφω ξανά μέ μελάνι. Τό ρολόϊ λέει εφτάμιση απόγευμα. Προσπαθώ νά συνεχίσω τά χτεσινά... Αγόρασα ένα μπουκάλι μελάνι. Έκανε ακριβά. Δέν είχα καμμιά διάθεση νά πληρώσω τόσα πολλά γιά ένα μπουκάλι μελάνι, αλλά όταν μού είπαν τήν τιμή δέν τόλμησα νά αρνη- θώ στήν υπάλληλο που μέ κοίταζε μέ υπεροψία. Καί τό πή- ρα. Εγώ που μετρώ τίς δεκάρες γιά τό φαΐ!... Μέ ανάγκασε η υποχρέωση που δημιούργησα όταν απάντησαν στήν ερώτησή μου. Ναί, ένοιωθα υποχρεωμένος στήν υπάλληλο που μού είπε: «Έχουμε, ορίστε». Αυτή η απάντηση μέ έκανε νά νοιώ- θω ευγνωμοσύνη... Τώρα που τό συλλογίζομαι, είμαι γεμά- τος θυμό. Θυμό γιά τήν ματαιοδοξία μου. Μέ κολάκεψε που μέ πρόσεξαν, που μού απηύθυναν τόν λόγο, που καταδέχτη- καν νά ασχοληθούν μαζύ μου... Είν' αλήθεια ότι έχω νά μι- λήσω δυό βδομάδες μέ άνθρωπο. Εννοώ νά κουβεντιάσω μέ κάποιον, κι όχι τίς αναγκαστικές λέξεις στό εστιατόριο, ό- ταν δίνω τήν παραγγελία ή στό περίπτερο όταν ζητώ κάτι. Κι ίσως γι' αυτό.. Αλλά νομίζω ότι μέ υπέβαλλε καί τό πε- ριβάλλον. Ήταν ένα πολυτελές χαρτοπωλείο κι η υπάλλη- λος, μιά ώριμη κυρία, μπορεί η ιδιοκτήτρια, είχε πολλή άνε- ση... Ίσως νάχω γίνει υπερβολικά ευαίσθητος αυτές τίς μέ- ρες... Καί γιά τά γκαρσόνια αισθάνομαι ευγνωμοσύνη όταν μέ ρωτούν: «Τί θά πάρετε;», καί στόν περιπτερά όταν μιλάω προσπαθώ νά μήν πώ κάτι συνηθισμένο κι αδιάφορο, ιδίως όταν είναι γυναίκα καί κάθε φορά σκέφτομαι πρώτα τί θά πώ καί μόνο άν τό εγκρίνω μιλάω καί πολλές φορές αργώ μέχρι νά σκεφτώ κι ο άλλος μέ κοιτάει μέ απορία μέσ' απ' τίς σοκολάτες. Εκτός κι άν είμαι αφηρημένος, οπότε αυτό που λέω βγαίνει αυθόρμητα... Όμως κάποτε, επειδή μιλάω σιγά, μέ τόν θόρυβο τού δρόμου, ο περιπτεράς δέν ακούει κα- λά καί ρωτάει δυό τρείς φορές τί είπα, έτσι που αναγκάζο- μαι νά επαναλάβω, αλλάζοντας τά λόγια χωρίς νά τό θέλω καί δυναμώνοντας τή φωνή, τά χάνω, ξεροβήχω, κοκκινίζω καμμιά φορά κι η φωνή που βγαίνει δυνατή από μέσα μου μοιάζει σάν ξένη, δέν ήταν καθόλου αυτή που ήθελα, ούτε έ- λεγε ό,τι είχα ετοιμάσει καί νοιώθω εκτεθειμένος... Σχεδόν πάντα γίνομαι νευρικός, τά ρέστα μού πέφτουν μέσ' στίς κα- ραμέλλες καί γενικά η συμπεριφορά μου μού ξεφεύγει καί βιάζομαι νά απομακρυνθώ απ' αυτόν τόν ξένο εαυτό μου, ε- νώ ένα πλήθος επιχειρήματα παρουσιάζονται γιά νά τού δι- καιολογήσουν κάθε κίνηση καί συζητώντας έτσι ξεχνιέμαι μή προσέχοντας πού πάω... Κανονικά αυτή θά έπρεπε νά νοιώθει υποχρεωμένη. Εγώ θά τής έκανα τή χάρη αγοράζοντας απ' τό κατάστημά της... Αλ- λά είχε τόση άνεση που τά πράγματα αναποδογυρίστηκαν... Θυμάμαι μιά φορά που έπινα καφέ σ' ένα ζαχαροπλαστείο, παραμονές Πάσχα. Δέν είχα τί νά κάνω καί τριγύρναγα στούς δρόμους, ήμουν ένα μήνα κρυωμένος καί παρ' όλη τή λιακάδα τό κρύο δέν έλεγε νά φύγει κι όπως είχα ιδρώσει κάτω απ' τό σακκάκι καί τ' αδιάβροχο, είπα νά βρώ μιά θέ- ση σ' ένα τραπεζάκι μ' έναν καφέ... Λοιπόν, είχα τελειώσει τό δεύτερο τσιγάρο, όταν μπήκε μέσα μιά καλοβαλμένη γε- ροντοκόρη, όπως συμπέρανα αργότερα, καί ζήτησε ν' αγορά- σει μιά βασιλόπιττα... Επί δέκα λεπτά ταλαιπωρούσε τήν υ- πάλληλο που έδειχνε καθαρά τή δυσαρέσκειά της, συζητώ- ντας ωστόσο κι αυτή καί μάλιστα παρασύρονταν από κάθε ερώτηση, νομίζοντάς την προφανώς τελευταία κι έλεγε πε- ρισσότερα, μέ αποτέλεσμα νά δίνει στήν άλλη τήν ευκαιρία νά κάνει κάποια παρατήρηση που προκαλούσε μιάν άλλη ε- ρώτηση καί τό πράγμα συνεχίζονταν. Η υπάλληλος εκνευρί- ζονταν περισσότερο όσο δέν εύρισκε τρόπο νά ξεφύγει, ενώ η άλλη έδειχνε νά τρέφεται μέ ό,τι συνέβαινε. Τράβαγε τήν συ- ζήτηση κυριολεκτικά απ' τά μαλλιά, προσπαθώντας νά πει- σθεί η ίδια ν' αγοράσει, δηλαδή λέγοντας αυτή τά επιχειρή- ματα που θά τήν έπειθαν, γιά τήν ποιότητα τού γλυκί- σματος, γιά τόν τρόπο ψησίματος κ.τ.λ., δίνοντας στήν άλ- λη τήν ευκαιρία ίσα ίσα νά τά παραδεχτεί κι αμέσως συνέχι- ζε, εφευρίσκοντας μέ μιά ευκολία εκπληκτική τήν συνέχεια, που εγώ όσο κι άν έστιβα τό μυαλό μου δέν τά κατάφερνα. Τό πρόσωπό της, ακίνητο, δέν φανέρωνε καθόλου τόν εσωτε- ρικό της κόσμο, ενώ όταν μίλαγε χαμογελούσε μ' έναν ιδιαί- τερα στραβό τρόπο ανασηκώνοντας παράξενα τόν ένα της ώ- μο, σά νάβαζε τελεία έτσι στήν φράση της, πράγμα που φανέ- ρωνε ότι ζούσε μόνη, μέ κανένα σκυλάκι ίσως ή τίποτα γα- τιά πιό πιθανόν καί η βασιλόπιττα θά μοιράζονταν ανάλογα όταν επέστρεφε... Θά ήθελα νά τήν δώ ανάμεσά τους. Θά φτιάχνονταν στόν καθρέφτη προσεκτικά πρίν νά κάτσει στό τραπέζι τό μεσημέρι κι αυτά πλυμένα καί χτενισμένα θά φό- ραγαν τά κορδελλάκια τους. Μπλέ, κόκκινο... Ίσως νάχε καί κεριά στό τραπέζι... Δέν θάπρεπε νά είχε γεννήσει ποτέ. Φαντάζομαι πως όταν πιό παλιά έκανε έρωτα δέν θάφινε κα- νένα νά τελειώσει μέσα της. Καί νομίζω ότι δέν θά τούς συγ- χώρεσε ποτέ επειδή τήν σεβάστηκαν. Κι αυτή ίσως νά μήν είχε φτάσει ποτέ στόν οργασμό. Μόνη της τώρα τά βράδυα στό κρεββάτι θά ίδρωνε κι ίσως νάχε τήν ιδιαίτερη γωνιά τού μαξιλαριού που θά προτιμούσε περισσότερο... Τώρα που τό λέω αυτό, νοιώθω μιά συγκίνηση. Πάντα μέ συγκινούσε τρομερά η σκέψη μιάς γυναίκας που αυνανίζε- ται. Ένοιωθα νά ζηλεύω αφάνταστα κι ερεθιζόμουν πολύ. Δέν έχω δεί ποτέ γυναίκα νά αυνανίζεται. Φαντάζομαι ότι θά είναι εξαίσιο άν είναι καλλιεργημένη καί ντρέπεται. Οι κινήσεις θά είναι αργές κι ο στεναγμός θά έχει μιάν υγρή παθητικότητα όταν αυτή θά σβύνει... Μιά φορά στό Παρίσι είδα στήν βιτρίνα ενός μικρού παλαιοπωλείου χαμένου σέ κάποια γειτονιά, ένα ανάγλυφο από κάποια λεία ύλη που έ- δειχνε μιά όμορφη γυναίκα, τεντωμένη, μέ τό κεφάλι ριγμέ- νο πίσω, σέ μιάν έξοχη στάση έκστασης, ενώ τό ένα της χέρι άγιζε τρυφερά τό αιδοίο της που πρόβαλλε προκλητικό μέσ' απ' τά μόλις ανοιγμένα σκέλη... Πέρασα πολλές φορές από 'κεί, ώσπου δέν τό ξανάδα πιά... Φαντάζομαι πως ποτέ δέν θά μπορούσα νά ζηλέψω άντρα έτσι, έστω κι άν κράταγε τήν πιό όμορφη γυναίκα στήν αγκαλιά του... Άρχισα νά νοιώθω κίνδυνο. Εκείνος παραμονεύει. Έπιασα εκείνη τή χαρά που γεννάει ο θαυμασμός κι η αναγνώριση. Πάντα βλέπει απ' τό τέλος πρός τήν αρχή... Σταματάω λοι- πόν εδώ". Είστε ευχαριστημένος; Βρίσκετε αλήθεια νά υπάρχει τίποτα μέσα σ' αυτά που νά προετοιμάζει, που νά προαναγγέλλει;... Θά προτιμούσατε νά σάς οδηγήσω εγώ; Ελάτε λοιπόν, άς κάνουμε ένα άλμα πιό μπροστά... "Εκείνος είχε εμφανιστεί όταν μέ διέσυραν γιά πρώτη φορά. Χαμογελούσε πίσω απ' τόν διασυρμό μου κοιτάζοντάς με, ώ- σπου τόν παραμέρισε μ' ένα βήμα καί μού έτεινε τό χέρι... Αυτό τό χέρι, τό ίδιο πάντα ευγενικό, εμφανίζονταν μετά α- πό κάθε διασυρμό μου. Μέ μιά προθυμία που αύξαινε από φορά σέ φορά, μέ ανασήκωνε αποκαθιστώντας με. Έπρεπε νά ρωτήσω: «Γιατί!». Έπρεπε νά απαντήσω σωστά. Ποτέ λάθος δέν είχε γίνει δεκτό. Λάθος ήταν όταν απ' τήν α- πάντηση δέν ξεπηδούσε ένα καινούργιο γιατί. Ποτέ δέν τε- λειώναμε. Πάντα έφευγε μόλις διαπίστωνε έστω καί τήν πα- ραμικρή κούραση επάνω μου... Τίς λίγες στιγμές που ατένιζε μαζύ μου τήν Εκδίκηση, χαμογελούσε, διακρίνοντας τήν α- νυπομονησία τής όρασής μου που επιθυμώντας έτσι παρα- μόρφωνε... Τό δάχτυλό του απαγόρευε τρυφερά στά χείλια μου τήν δι- καιολογία που ήδη ξεκινούσε. Εγώ έπρεπε πάντα νά παραμέ- νω αδικαιολόγητος, ώστε νά μή μπορεί νά σταθεί καμμιά δι- καιολογία γιά τούς άλλους... Από τότε, άρχισα σιγά σιγά νά καταλαβαίνω ότι εξαγόραζα τίς σκέψεις μου μέ τήν σιωπή ενός μικρού παιδιού. Όταν κάποτε τού τό είπα, γύρισε τό πρόσωπό του από τήν α- ντίθετη μεριά κι έμεινε γιά λίγο σιωπηλός. Νομίζω πως είχε δακρύσει, αλλά όταν μίλησε, στήν φωνή του υπήρχε ένας θρίαμβος. Δέν χρειάστηκε πολύς καιρός γιά νά βεβαιωθώ πως τήν κρί- σημη εκείνη στιγμή θά έμενα εντελώς μόνος. Πως, άν απο- φάσιζα, η σχέση που θά εμφανίζονταν θά ήταν ανεπίστρεπτη. Ο διαχωρισμός θά ήταν πλήρης. Εκείνος θά παρουσιάζονταν μέ εντελώς διαφορετική μορφή, ενώ εγώ θά έπρεπε νά εγκα- ταλείψω τό σιωπηλό αυτό παιδί γιά πάντα στίς φροντίδες του... Ναί, ήταν βέβαιο πως άν αποφάσιζα, εκείνος δέν θά επέτρεπε νά επικαλεσθώ τήν οποιαδήποτε παραμόρφωση. Έπρεπε σ' αυτό τό σιωπηλό πλάσμα νά αναγνωρίσω τό δικαίωμα νά α- ναμένει. Έπρεπε νά τού παραχωρήσω τό «Γιατί», τού οποί- ου τήν πλήρη διαχείρηση θά ανελάμβανε εκείνος... Ήξερα πως η κούρασή μου δέν θά σταματούσε πιά τήν εξάσκηση αυ- τής τής κηδεμονίας. Άν καί θά είχα τό δικαίωμα νά αντι- σταθώ, ποιά δικαιολογία θά μπορούσε νά τόν φιμώσει; Θαρρώ πως εκείνος είχε αρχίσει κιόλας νά ετοιμάζεται. Μού είπαν πως όταν τόν ρώτησαν γιά μένα, είπε μ' εκείνο τό φοβερό του ύφος: «Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έχει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελ- θόν καί γιά πάντα. Μάλιστα τώρα καί αρκετόν καιρό, δέν έ- χει διάθεση νά συζητήσει γιά τίποτε άλλο εκτός απ' αυτό καί εξακολουθεί νά επιμένει μέ μιά διαρκώς αυξανόμενη έ- νταση, που ίσως οφείλεται στίς όλο καί περισσότερο προσε- κτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του... Καί δέν αμφιβάλλω, ό- τι μετά από τίς τόσες συζητήσεις που προκάλεσε γύρω απ' αυτό τό θέμα, είναι σχεδόν βέβαιος πως η ντροπή του γιά κάθε διασυρμό έχει σημαντικά αυξηθεί». Ώ, πώς τού άρεσε νά τούς κοροϊδεύει έτσι!.. Έπρεπε νά σι- γουρευτούν πως τό παρόν μου θά είναι διαποτισμένο ολό- κληρο μέ τόν φόβο τών επερχόμενων διασυρμών. Ότι θά εί- ναι μιά επίπονη προσεκτική προετοιμασία γιά νά ανταπε- ξέλθω στήν επιδρομή τους. Πως θά αναλισκόμουν στήν κα- τασκευή τών δικαιολογιών μου... Τούς επέτρεψε νά μέ δούν όπως ήθελαν. Νά σιγουρευτούν πως τούς μοιάζω... Τούς πρό- λαβε, πρίν αρχίσουν νά απορούν, πως δέν θά παρέλειπα τό δεύτερο σκέλος. Πως δέν θά υστερούσα στήν όλο καί πιό καλλιεργημένη προσπάθεια τής εκδίκησης γιά τούς προη- γούμενους διασυρμούς. Καί τούς διαβεβαίωσε πως καί τίς δυό προσπάθειες φυσικά, θά τίς συντηρούσε η διαρκώς αυξα- νόμενη ντροπή μου καί γιά αυτούς που πέρασαν καί γιά ε- κείνους που μέλλονταν νά 'ρθούν καί που θά ζούσα μέ τήν φαντασία μου... Ποιός μετά απ' αυτά θά μπορούσε νά υπο- ψιαστεί τόν συντελεστή που καθόριζε τίς μεταβολές, στίς ο- ποίες μέ οδηγούσε εκείνος; Ποιός θά ήταν δυνατόν νά αντι- ληφθεί τήν απουσία τής Ενοχής; Ξέρω λοιπόν ότι πρώτος αυτός γνωρίζει τήν βεβαιότητα τής καταδίκης μου. Πως όσοι μπορέσουν νά εννοήσουν, θά είναι τό ίδιο αδύναμοι, όπως εγώ, μπροστά στήν ισχυρή ανικανό- τητα τών άλλων. Γνωρίζει πως όταν εγώ θά καλημερίζω, εκθέτοντας τήν πρωϊνή μου μεταβολή πρός αναγνώριση, οι άλλοι θά απαιτούν, επιδεικνύοντας τήν διατήρηση τού χτε- σινού των πτώματος. Σέ τί άραγε οφείλω τήν εμφάνισή του; Μέ ποιά ευαίσθητα όργανα ιχνηλάτησε τήν πορεία τού μίσους μου, ώς εμένα; Τόν φαντάζομαι, τώρα, νά περιμένει μέ υπομονή, άγρυπνος, σέ κάποια ανυποψίαστη γωνιά μου, τήν στιγμή που αυτό θά έφτανε στό πιό ψηλό σημείο του, ώστε νά καταλάβω πως ή- ταν ψεύτικο. Κι όταν η αγωνία γιά τήν απώλεια τής Εκδί- κησης άρχισε νά προκαλεί τήν πτώση μου, εξήλθε κρατώ- ντας τά διαπιστευτήριά του. Ίσως θάπρεπε νά μήν τά δεχτώ. Αλλά μπροστά στήν παραμόρφωση τού Καλού που μού απε- κάλυψε ενέδωσα. Τί νόημα θά είχε νά αναλωθώ στήν ικανοποίηση τού καθη- μερινού τους μέτρου που μέ διέσυρε; Πώς θά μπορούσα νά ε- ξακολουθώ νά υποβιβάζω τό Καλό στόν ρόλο τού συντηρη- τού τών αξιών τους; Εκείνος μού ζήτησε νά τό τιμήσω σάν τήν μεγαλειωδέστερη εφεύρεση, σάν τήν απαρχή τής επανά- στασης τού ανθρώπου ενάντια στόν Νόμο καί στόν ίδιο τόν άνθρωπο. Που όταν χάρη σ' αυτό μπόρεσαν πιά νά αντιλη- φθούν τήν εκδίκηση, η ίδια η αίσθησή του μέσα τους αρνιώ- ταν νά αποδεχτεί τίς μορφές της που πρότειναν, ώστε η προ- σβεβλημένη αισθαντικότητά τους δέν άντεχε καί κάθε φορά τίς απέβαλλε... Τότε συνέβαινε η Μεταβολή! Τότε οι Αξίες κατερρίπτοντο!... Τούς τελευταίους δισταγμούς μου, τά τελευταία μου επιχει- ρήματα, νά πώς αρνήθηκε νά τά δεχθεί: «Κάποτε παύουν νά υπάρχουν κρεμάλες. Αυτό σημαίνει πως εκείνοι που μπο- ρούν νά κρεμούν δέν έχουν πιά εχθρούς νά κρεμάσουν. Τότε όμως αλλάζει ο κόσμος, γιατί ο εχθρός έχει τώρα ήδη μπεί μέσα τους»". (4) 1975 Υπάρχει ένα όν τού οποίου τήν παρουσία δέν μπορώ νά αντέ- ξω: είμαι εγώ απελευθερωμένος. Κάποτε παύουν νά υπάρχουν κρεμάλες. Αυτό σημαίνει πως εκείνοι που μπορούν νά κρεμούν δέν έχουν πιά εχθρούς νά κρεμάσουν. Τότε όμως αλλάζει ο κόσμος, γιατί ο εχθρός έχει τώρα ήδη μπεί μέσα τους. Επειδή έτυχε νά έχει ονειρευτεί συχνά, τώρα κοιτάζει τα ό- νειρα σάν κάτι που τού τό χρωστούσαν. Τό περιεχόμενό τους φαίνεται πως τό είχαν δανειστεί στό παρελθόν κάποιοι μα- κρυνοί συγγενείς, πρόσωπα έμπιστα -ο καθένας τους είχε καί μιά μικρή τράπεζα-, τώρα πιά οριστικά χαμένοι. Μέσα στό κενό που μέ συμπληρώνει, από εκείνη τή στιγμή καί πρός τά πίσω, είναι ο τόπος που ξεπήδησες. Αυτή είναι η μήτρα που σέ γέννησε. Εκεί χωρίς νά 'ρωτηθώ, σ' αυτόν τόν τερατώδικο αργαλειό, υφάνθηκε ο φόβος που μάς χωρίζει. Υ- φάνθηκε από τήν πείνα καί τόν πόνο μου, που τόσο άδικα χρησιμοποίησαν. Κι εσύ αρνείσαι επίμονα νά συγχωρήσεις μιά ηδονή στήν ο- ποία δέν παίρνεις μέρος. Απεχθάνεσαι μιά τρυφερή χειρονο- μία που σέ αγνοεί προσπερνώντας σε γιά νά συναντήσει κά- ποιον άλλον. Λάρισσα καί μηχανές, ενώ ο Μάης φθείρει μέ τίς μυρωδιές του τά τσιμέντα καί μέ χαριτωμένες κινήσεις που επιτρέ- πουν καί σ' έναν ασήμαντο ακόμα προαγωγό νά φανερώσει τήν ευγενικιά του καταγωγή, κατευθύνει επιδέξια τίς πα- χουλές του νύχτες ενάντια στίς ορδές τών κατασκευαστών. Μέρα μέ τόν ήλιο στρωμένοι στίς καρέκλες μέρα μέ τόν ήλιο στίς αυλές καί βλέπουν τηλεόραση. (5) 1975 Εκείνος αγόρασε επιτέλους μιά γραφομηχανή νομίζοντας πως έτσι θά έλυνε τό πρόβλημά του. Αλλά τώρα πιά, μ' έναν τρόπο ασύλληπτο γι' αυτόν, τό πρόβλημα είχε χάσει τήν αρ- χική του μορφή κι ενώ τό μέσο δέν αποτελούσε πιά εμπόδιο, ο σκοπός περιφέρονταν έκθετος χωρίς καμμιά δικαιολογία γιά τήν αναβολή του, πράγμα που έκανε πιθανή τήν υποψία πως αυτή η αναβολή ήταν που τόν προστάτευε καί πως εκεί- νο που τόν συντηρούσε ήταν η ανυπέρβλητη, όπως φαίνο- νταν εκείνον τόν αξιοζήλευτο καιρό που τόσο σοφά ήξερε νά διαχειρίζεται τήν στέρηση, δυσκολία γιά τήν απόκτηση τού μέσου. Η ηλεκτρική σκούπα δουλεύει καλά, πολύ καλά, μάλιστα θά μπορούσε νά πεί κανείς τόσο καλά, ώστε νά είναι σχεδόν εύκολο νά ξεχάσεις τήν τιμή της που δυστυχώς γι' αυτήν δέν είναι καί τόσο κολακευτική, έτσι που νά τήν συσταίνει ό- πως ίσως εκείνη θά τόθελε καί που κάνει τήν πραγματική της αξία νά κρύβεται πίσω απ' αυτήν μέ τέτοιον τρόπο ώστε νά φαίνεται ότι δέν είναι σέ θέση νά προσφέρει εκείνα που, ενώ μπορεί, δέν τής επιτρέπεται νά απαιτήσει από τόν περι- φερόμενο, στρίβοντας επιδέξια μέσα από τά εκθέματα τού μαγαζιού, υποψήφιο αγοραστή τήν αναγνώρισή τους, τήν πι- θανή -όλοι θά τής τό ευχόμαστε ζωηρά καί μέ θέρμη- μετά απ' αυτό, έξαψη που η επιθυμία νά τήν αποκτήσει θά τού γεννούσε (θά μπορούσε έτσι επιτέλους νά χαρεί χωρίς ενοχή αφού ήταν έτοιμη καί πρόθυμη νά εκπληρώσει καί νά ικανο- ποιήσει μέ τό παραπάνω), εκείνο τό έξοχο ηδονικό τρεμού- λιασμα όλων τών νεύρων τού κορμιού, τό σχεδόν μέ βεβαιό- τητα ερωτικό λιποθύμισμα τών γονάτων, τήν ερεθιστική α- βεβαιότητα που παρ' όλα αυτά μπορεί νά προσφέρει ένα τέ- λος γνωστό από περασμένες φορές, τήν αίσθηση τής δυνατό- τητας τής αγοράς που τού δίνουν τά λεφτά στήν τσέπη καί που τήν φυλάει γιά τό τελευταίο του ατού... Μιλούσα λοιπόν γι' αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, α- γαπητοί μου Κύριοι. Μιά μηχανή που, θά συμφωνήσετε, ξέ- ρει νά κερδίζει απ' τήν πρώτη στιγμή κιόλας τόν ευαίσθητο αγοραστή που ξεφεύγοντας μέ ευελιξία τά εμπόδια τήν πλη- σιάζει ολοένα καί πιό πολύ, μαγνητισμένος, ανοίγοντας δρόμο μέσα απ' τά δύσκολα στιβάγματα τών εμπορευμάτων. Η απόσταση ανάμεσα στήν Γραφομηχανή καί τόν βιοπαλαι- στή δέν έχει ελαττωθεί καθόλου εδώ καί κάμποση ώρα τώ- ρα. Εδώ καί κάμποση ώρα ο βιοπαλαιστής έχει διασχίσει μιά αρκετά μεγάλη έκταση. Η απέραντη αίθουσα φαίνεται πως χωράει όλες τίς κινήσεις του. Φαίνεται ακόμα πως, παρ' όλο που η ίδια από αλληλεγγύη σ' αυτόν ίσως νά μήν τό επιθυμεί, είναι ωστόσο αναγκασμένη νά τού τίς επιβάλ- λει. Ο βιοπαλαιστής, από καιρό σέ καιρό, σηκώνει τά μάτια στήν οροφή εκλιπαρώντας τήν βοήθειά της. Η γοητεία τής Γραφομηχανής επάνω του θά πρέπει νά έχει δυναμώσει από τήν μακρυά παραμονή του μαζύ της κάτω απ' τήν ίδια στέγη. (6) 1975 Καί ίσως νά είναι εδώ, σ' αυτό ακριβώς τό σημείο, όπου η ευαισθησία ενός άλλου, λιγότερο συνδεδεμένου μαζύ σου, θά τόν σταματούσε. Ίσως νά είναι εδώ ακριβώς όπου ο άλλος κάτω απ' τήν επίδραση αυτής τής αδιαφορίας, έχοντας ήδη πέσει στήν παγίδα τού νά δεχτεί εκ τών προτέρων τήν σοβα- ρότητα τών λόγων σου, που επειδή απευθύνονταν σ' αυτόν καί μόνο τόν έπειθαν πως τού αναγνώριζαν τήν αξία τουλά- χιστον νά τά ακούσει -καί τής οποίας τώρα αυτός είναι ένα θύμα-, ίσως νά είναι εδώ όπου σέ εγκαταλείπει γιά νά στρα- φεί πρός τόν ίδιο του τόν εαυτό, ψάχνοντας μέ αγωνία γιά τά επιχειρήματα μέ τά οποία θά απόδειχνε στόν κριτή που ά- φισε νά δημιουργηθεί μέσα του μέ αυτόν τόν ύπουλο τρόπο, πως δέν είναι άξιος μιάς τέτοιας αδιαφορίας από μέρους σου, ίσα ίσα, καί μάλιστα δέν θά ζητούσε τίποτα περισσότερο πα- ρά μιά μικρή ευκαιρία νά τό αποδείξει, μιάν ελάχιστη προ- σοχή σ' αυτά που θάχε νά παρατηρήσει πάνω σ' όλη τή συζή- τηση, ένα αποτράβηγμα αυτής τής αδιαφορίας γιά μιά στιγ- μή, τόσο, όσο γιά νά φανεί πόσο άδικη είναι. Νά όμως που τώρα, σ' αυτό ακριβώς τό σημείο όπου ίσως ό- λες τίς άλλες φορές η προσωρινή σχέση που γεννιώταν ανά- μεσα σέ σένα καί τόν συνομιλητή σου άλλαζε τελείως μορ- φή, εγώ δέν θά παρασυρθώ σάν ένας λιγότερο συνδεδεμένος μαζύ σου. Καί είναι αλήθεια φριχτό νά τόν βλέπω νά βασανίζεται έτσι. Όταν μαλιστα ξέρω καλά πως παρ' όλες του τίς προσπάθειες που εδώ καί τόσον καιρό συνεχίζονται, παρ' όλο που χάρη σ' αυτές πολλές απ' τίς παλιές αξίες κι από τά μέτρα μέ τά ο- ποία συνέκρινε τά πράγματα, έχουν αλλάξει, η οδύνη γι' αυ- τούς τούς διασυρμούς δέν έχει καθόλου μειωθεί, ίσα ίσα, από τίς ολοένα καί πιό προσεκτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του, η ευαισθησία του έχει σημαντικά αυξηθεί. Καί είναι πάλι, εξ αιτίας αυτών τών προσπαθειών, που έχει κατά κάποιον τρό- πο εγκαταλειφθεί σχεδόν ανυπεράσπιστος στό έλεος τής φθοράς απ' τούς καινούργιους διασυρμούς στούς οποίους ε- κείνες οι ίδιες οι αξίες καί τά παλιά μέτρα φαίνεται ότι θά εξακολουθήσουν νά τόν οδηγούν. (7) 1975 Η μεγαλύτερη τύψη που νοιώθω χωρίς καμμιάν ελπίδα επα- νόρθωσης, είναι που μεγάλωσα. Έτσι στέρησα τήν μάνα μου απ' τόν γιό της. Δηλαδή από 'μένα. Δηλαδή από ένα παιδί που δέν γνώρισα ποτέ. Τώρα μπορώ νά εκτιμήσω τό μίσος της γι' αυτόν που τής πήρε τό παιδί της. Δηλαδή γιά 'μένα. Δηλαδή γιά ένα παιδί που δέν γνώρισε ποτέ. "Εσύ", τού είπα, "εσύ τώρα πιά δέν είσαι παρά ένας άλλος. Καί δέν είσαι παρά σάν όλους τούς άλλους: ένας ξένος. Πά- ψε επιτέλους νά μέ κατηγορείς. Ποτέ δέν έκανα καμμιά συμ- φωνία μαζύ σου. Κι αυτό τό συμβόλαιο που γιά χάρη του ε- δώ καί τόσα χρόνια ξόδεψες καί εξακολουθείς νά ξοδεύεις τήν ύπαρξή σου, κι αυτό δέν είναι παρά μιά απάτη. Μιά απά- τη που σάν σκοπό της είχε νά σέ χωρίσει από μένα καί νά σέ στρέψει εναντίον μου. Σ' αυτήν χρωστάς τήν δημιουργία σου κι αυτή είναι εκείνη που σέ συντηρεί καί σέ τρέφει. Σιγά σι- γά κατάφερε νά σέ κατακτήσει ολόκληρο, έτσι που είναι σχεδόν αδύνατο νά σέ ξεχωρίσω απ' αυτή. Γιατί κι αυτή ανα- πτύσσεται μαζύ σου, κινείται μέ τίς κινήσεις σου, αναπνέει μέ τήν ανάσα σου, έχει διαπεράσει όλα τά κύτταρά σου, οι ί- διες οι σκέψεις σου έχουν δηλητηριαστεί απ' τίς αναθυμιά- σεις της είσαι πιά σχεδόν τελείως δικός της. Τόσες φορές πίσω απ' την πλάτη μου σ' έχω πιάσει νά ξαναδίνεις μέ σφι- χτά χείλια τόν όρκο που σού υπαγόρευσε εκείνη γιά τούς δι- κούς της σκοπούς. Τόσες φορές σύρθηκες στά γόνατα, χτυ- πώντας μέ απελπισία τά χέρια σου στούς τοίχους, εκλιπα- ρώντας τήν μεγαλύτερη αυστηρότητα, παρακαλώντας νά τι- μωρηθείς σκληρά γιατί δέν κατάφερες παρ' όλη τήν προσοχή σου, παρ' όλες τίς προφυλάξεις σου, νά υπερασπίσεις τήν κοινή μας ιδιοκτησία -αυτό τό φάντασμα που έχεις πιστέψει γιά τήν δυστυχία μας- από τίς ανίερες όπως τίς λές καί πο- ταπές μου επιθέσεις καί γιατί γιά μιά ακόμα φορά κουρελιά- στηκε τό όραμα τής μεγάλης σου εκδίκησης". (8) 1975 Παρ' όλα αυτά εκείνος έχει τήν εντύπωση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα επειδή αντιλαμβάνεται τόν χρόνο μ' έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο... Παρ' όλα αυτά εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έ- χουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα στίς συχνές συζητήσεις που ανοίγει γύρω απ' αυτό τό θέμα πρέπει νά παραδεχτώ πως, όντας υποχρεωμένος νά απαντώ στίς ερωτήσεις που μού κάνει μόνο καί περιορίζοντάς τον έτσι στίς απαντήσεις, που η σαφήνειά τους καθορίζεται αποκλειστικά από τήν ε- ρώτηση... Αυτό είναι εξαιρετικά συγκινητικό, γιατί ο πόθος του είναι τόσο έντονος καί τό πάθος του διαπνέεται από τόση ευγένεια ώστε η τραγωδία που τόν περιμένει -αυτή η μικρή δικιά του τραγωδία που άν καί φαίνεται τόσο αδιάφορη στό Σύμπαν, είναι ωστόσο μεγάλη όσο κι αυτό, ακριβώς γιατί είναι δικιά του καί γιατί αυτός πιστεύει ότι δέν απέχει πολύ από τά ό- ρια τού Σύμπαντος- καί που τήν περιμένει καί εκείνος βέ- βαια, άν καί δέν τό ξέρει πάντα... Εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Ωστόσο δέν υποφέρει πιά γι' αυτό. Ίσως ετούτο φα- νεί κάπως περίεργο μιά καί η περηφάνεια του δέν έχει ελατ- τωθεί στό ελάχιστο -αντίθετα έχει κατά πολύ αυξηθεί-, αλλά καί στίς συνηθισμένες ακόμα περιπτώσεις θά μπορούσε μέ λίγη προσοχή κανείς νά αντιληφθεί πως η χαρά γιά τό ανα- μενόμενο αποτέλεσμα, που συνοδεύει τήν εξελικτική πορεία μιάς εκδίκησης, εξαφανίζει τήν οδύνη που στήν πραγματικό- τητα διατηρείται μέχρι νά σπρώξει τό άτομο στό νά ξεκινή- σει τήν πορεία γιά τήν εκτέλεσή της έστω καί διανοητικά - γιά νά μή μιλήσουμε γιά τίς συγκινήσεις τίς γεμάτες ηδονι- κό ρίγος γιά τήν επιτυχία τών επιμέρους σταδίων τής εκδί- κησης- καί ξαναεμφανίζεται κάθε που τό άτομο θά αδρανή- σει γιά νά τό σπρώξει καί πάλι καί άν μέν η εκδίκηση πε- τύχει, νά μετατραπεί σέ απογοήτευση -γιατί ποτέ η εκδίκηση στήν πραγματικότητα δέν πλησιάζει τό νοητικό σχεδιασμά της- ή νά ατονίσει, μέ τήν ανικανότητα τού ατόμου νά εκδι- κηθεί, καί νά εξαφανισθεί, αφού τό άτομο βρήκε επιτέλους δικαιολογία γιά νά αποφύγει τήν εκδίκηση που τήν φοβάται στό βάθος -βέβαια η δικαιολογία βρέθηκε γιατί μετεβλήθη τό άτομο κάτω απ' αυτές τίς πιέσεις που τό έσπρωχναν σέ δρό- μους που φοβόταν νά διαβεί-... Εδώ όμως η οδύνη εξαφανί- στηκε απ' τό διαδοχικό προχώρημα από κατώτερες σέ ανώτε- ρες μορφές εκδίκησης. Τόσο μάλιστα ανώτερες ώστε νά εξα- γιασθούν, μετατρεπόμενες σέ αποκάλυψη νέων αληθειών. Εκείνος διατηρεί τήν πεποίθηση πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα, απ' τίς συχνές συζητήσεις που προκαλεί γύρω απ' αυτό τό θέμα, έχει ενισχυθεί σημαντικά στήν άπο- ψή του κι αυτό ίσως γιατί υπολογίζει πολύ στή συμμετοχή μου σ' αυτές -δέν μπορεί καθόλου νά φανταστεί πως είναι δυνατόν νά γίνονται μέ κάποιον άλλον-, παρ' όλο που ο συ- νομιλητής του, όπως άλλωστε είναι υποχρεωμένος νά κάνει, περιορίζεται σ' έναν εντελώς αχάριστο ρόλο, δίνοντας μονά- χα τίς απαντήσεις, όσο πιό ευσυνείδητα τού τό επιτρέπει η στιγμή καί μέ όσο βάθος καί σαφήνεια απαιτεί η ερώτηση... Δέν μπορεί καθόλου βέβαια νά φανταστεί πως είναι δυνατόν νά γίνονται μέ έναν άλλον αυτές οι συζητήσεις! Ωστόσο, σέ κάποιες στιγμές εξαιρετικής ευαισθησίας -που χωρίς την δι- κιά μου ανάμειξη (κι αυτό τό λέω μέ θαυμασμό) κέρδισε- έ- χει υποψιαστεί πως η σιγουριά του γι' αυτό διατηρείται χά- ρις στήν κάπως ύποπτη κούραση που εμφανίζεται όταν προ- σπαθεί νά συγκρατήσει γιά νά εξετάσει κάτι αστραπιαία πα- ρουσιαζόμενες αμφιβολίες που τό εντελως ξαφνικό τους πέ- ρασμα απ' τό μυαλό του τόν βρίσκει απροετοίμαστο καί τόν αφίνει πρίν προλάβει νά κινηθεί αμφιβολίες που οφείλο- νται σ' αυτές ακριβώς τίς στιγμές τής εξαιρετικής ευαισθη- σίας. Είναι αλήθεια πως στά συμπεράσματα τών αρκετά πολύπλο- κων αυτών συνομιλιών έχει σταθεί -τόσο περισσότερο όσο ε- παναπαύεται στήν δικιά μου συναίνεση- καιρό πολύ εξετά- ζοντάς τα -κι αυτό είναι εξαιρετικά συγκινητικό, γιατί ο πόθος του είναι τόσο έντονος καί τό πάθος του διαπνέεται α- πό τόση ευγένεια- καί τότε πιά σιγουρεύεται απόλυτα γιά τήν ορθότητα τής πεποίθησής του. Νά όμως που μετά από κάθε τέτοια απογοητευτική κατάληξη είναι η σειρά μου νά χαρώ -τό λέω αυτό χωρίς νά ντρέπομαι ή νά φοβάμαι μήπως μέ κατηγορήσουν κι είναι πιά φανερό μέ πόση αγωνία, μήν τολμώντας ν' αναπνεύσω κάν, τόν έχω παρατηρήσει όλες αυτές τίς κρίσημες στιγμές στέκοντας σιωπηλός πίσω του-, γιατί αμέσως μετά ακολουθεί αυτή η κοπιαστική περίοδος τών αμφιβολιών που, άν όχι τίποτ' άλλο, τουλάχιστον οδη- γεί στήν αναντίρρητη διαπίστωση τού πόσο πολύ πάνω απ' αυτά διαισθάνεται πως εκτείνονται οι συγγένειές μου. Εκείνος είναι διαποτισμένος σχεδόν ολόκληρος μέ τήν ιδέα πως τόν έχουν διασύρει γιά πάντα. Μάλιστα τώρα καί αρκε- τόν καιρό, από τήν ακαθόριστη εκείνη στιγμή που οδηγήθη- κε σ' αυτή τήν διαπίστωση, δέν έχει διάθεση νά συζητήσει γιά τίποτε άλλο εκτός απ' αυτό τό ζήτημα καί εξακολουθεί νά επιμένει μέ μιά διαρκώς αυξανόμενη ένταση, έχοντας ενι- σχυθεί σημαντικά στήν άποψή του από τίς όλο καί περισσό- τερο προσεκτικές εκτιμήσεις τής ντροπής του. Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έ- χει διασυρθεί γιά πάντα. Μάλιστα τώρα, μετά απ' τίς τόσες συζητήσεις που προκάλεσε γύρω απ' αυτό τό θέμα, είναι σχε- δόν βέβαιος πως η ντροπή του γιά κάθε διασυρμό έχει σημα- ντικά αυξηθεί. Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έ- χει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελθόν καί ότι τό παρόν του είναι διαποτισμένο σχεδόν ολόκληρο μέ τόν φόβο τών ε- περχόμενων διασυρμών. Τό παρόν του λοιπόν είναι μιά επί- πονη προσεκτική προετοιμασία γιά νά ανταπεξέλθει στήν ε- πιδρομή τού αναμενόμενου διασυρμού. Κι από τήν άλλη με- ριά μιά όλο καί πιό καλλιεργημένη καί ανώτερη προσπά- θεια εκδίκησης γιά τούς προηγούμενους διασυρμούς. Καί τίς δυό προσπάθειες τίς συντηρεί η διαρκώς αυξανόμενη ντροπή γι' αυτούς τούς προηγούμενους διασυρμούς καί γιά τούς μελλοντικούς εκείνους που ζεί μέ τήν φαντασία του. (9) 1975 Διαρκώς καί περισσότερο ενισχύεται στήν άποψή του ότι έ- χει διασυρθεί άπειρες φορές στό παρελθόν καί γιά πάντα. Τώρα κάθεται εκεί στή γωνιά του καί μέ κοιτάζει μέ μίσος, παίζοντας μέ τίς μεταμορφώσεις του... Αυτές οι μεταμορφώ- σεις του! Κι αυτό τό μίσος του! Στ' αλήθεια, δέν ξέρω καθό- λου άν είναι μίσος. Άν είναι μόνο μίσος. Δέν μπόρεσα ποτέ νά καταλάβω. Δέν μ' άφισε ποτέ νά προλάβω. Είναι πιά τό- σος καιρός που τά χείλια του τάχει μαράνει τό παράπονο. Κι απ' αυτά τά μαραμένα χείλια τόν αναγνωρίζω κάθε φορά που αλλάζει. Τίς ώρες που δέν τόν προσέχω, τίς ώρες τού έρωτα, τίς ώρες τής δικιάς μου τής μοναξιάς, ξέρω πως ζεί σέ μιά κόλαση. Τόν συνεπαίρνουν τότε οι κρίσεις τής επιληψίας του, τό παράπονο στά χείλια του γεμίζει αφρούς, δαγκώνει μέ λύσσα τά χέρια του... Κάπου κάπου, καθώς χτυπιέται μα- νιασμένα, καταφέρνει νά περάσει τό σώμα του μέσα απ' τά κάγκελα καί τότε ξεσχίζεται καί γεμίζει αίματα προσπαθώ- ντας νά βγάλει έξω τό τεράστιο κεφάλι του. Η αγωνία γουρ- λώνει τά πλημμυρισμένα πυρετό μάτια του. Καί είναι έτσι που μερικές φορές οι απελπισμένες κραυγές του καταφέρ- νουν νά μέ φτάσουν. Φριχτός! Φριχτός! Καί πιό φριχτοί αυτοί που μάς χώρισαν. Οι εγκληματίες τής αγάπης. Οι ζηλωτές τού υποχρεωτικού οίκτου. Οι γεωμέτρες τών μέτρων μας. Οι συμπληρωτές τών κενών τών ενοχών μας. Οι υπεύθυνοι διαμορφωτές τών απο- στάσεων τών ορίων μας. Οι τρυφεροί δολοφόνοι που μάς αρ- νήθηκαν βιαστικά, όταν τούς ζητήσαμε νά αναβάλλουν τήν ευχή τους. Τά πικραμένα κατώφλια καί τά αβάσταχτα περ- βάζια τής αναμονής τών αδύνατων επιστροφών. Οι εξιχνια- στές τών βημάτων τού πεζοδρομίου. Οι αφουγκραστές τών ήχων τής σκάλας. Οι ερμηνευτές τών κοιμισμένων αναπνο- ών. Οι "έρχεται!". Οι καταδικασμένοι ιδιοκτήτες τής ανα- χώρησης. Οι αρχάγγελοι μέ τίς εκβιαστικές πληγές τους, μέ τίς απειλητικές οδύνες τους, μέ τόν πλανταγμένο έρωτά τους... Αυτοί! Οι στέρνες μέ τήν απουσία. "Τό ότι μού έκανες αυτές τίς ερωτήσεις", μού είπε, "τό ότι μού έκανες αυτές τίς ερωτήσεις, τό παίρνω σάν ένα κάλε- σμα, σάν ένα είδος σπάνιας χειραψίας, που προτείνεται ίσως γιά μιά μόνο φορά ανάμεσα σέ δυό ορισμένους ανθρώπους καί που άν ο ένας τους δέν τήν προλάβει χάνεται γιά πά- ντα". Ήταν τότε πούχε έρθει στό κελλί μου. Στό ίδιο κελλί που βρίσκεται αυτός σήμερα. Βλεπώμασταν γιά πρώτη φορά. Εγώ τόν έβλεπα γιά πρώτη φορά. Ήταν τότε που τά ίχνη τής φθοράς είχαν αρχίσει νά ξεχωρίζουν απάνω του. Κι ήταν γι' αυτό πούχε έρθει. "Εμένα όμως", είπα καί τήν ίδια στιγμή ένας μικρός φόβος άρχισε νά σκληραίνει στήν καρδιά μου σάν κόκκος άμμου, εμένα όμως δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε!". Ώ! πώς χαμογέλασε! Μέ τό νυστέρι τής πίκρας που δέν ήθε- λε στά χέρια, σηκώθηκε μέσα του τό χαμόγελο. Πήρε τη μιάν άκρη τών χειλιών του καί τάσκισε ώς τήν άλλη, χτύ- πησε πάνω της καί πλάγιασε τρέμοντας στή μέση... (10) 1975-85 "Τό ήξερα", είπε φτύνοντας κι έλειωσε μέ τό πόδι του τό σά- λιο στό δάπεδο αφίνοντας ένα λασπερό μακρουλό λεκέ, σά νάθελε μ' αυτόν τόν τρόπο νά σφραγίσει τά λόγια του. Τέντωσε τό δάχτυλο κι έδειξε τήν γραμμή πανω απ' τά χεί- λια μου: "Δέν χρειάζεται παρά νά κοιτάξω τό στόμα σου γιά νά διαπιστώσω ακόμα μιά φορά, ακόμα μιά φορά που μέσα της ξαναζωντανεύουν όλες οι άλλες που μέ τόση προσπάθεια είχαν σχεδόν εντελώς ξεχαστεί, πόσο πολύ νομίζεις ότι έχεις υποκριθεί τόν τελευταίο καιρό". Εσήμανα καί εμφανίστηκε. "Οι ερωτήσεις καταχωρήθηκαν μέ τόν γνωστό τρόπο. Τό ύ- φος τους θά ληφθεί υπ' όψιν, όσο γι' αυτό δέν επιτρέπεται η παραμικρή αμφιβολία. Οι απαντήσεις, όπως ίσως πολύ σω- στά θά περιμένατε, δέν στάθηκε δυνατόν νά βρεθούν. Ωστόσο ο οδηγός είναι στήν διάθεσή σας. Ερευνήστε, καί πάλι... στίς διαταγές σας". "Νά που ανταμώνουμε ξανά", είπε ο οδηγός. "Εγώ σάς θυμά- μαι από τίς προηγούμενες φορές, όσο κι άν σάς φαίνεται πα- ράξενο. Δέν μοιάζω βέβαια μ' αυτόν που εσείς πιθανόν νά θυμόσαστε, αλλά αυτό είναι μιά μικρή λεπτομέρεια, σχεδόν ασήμαντη καί άλλωστε αφορά μόνο στή δική σας μεριά. Ε- μείς οι οδηγοί κατά βάθος είμαστε περίπου όλοι τό ίδιο με- ταξύ μας τόσο, που είναι δύσκολο νά μάς ξεχωρήσει κανείς παρ' όλη τήν πείρα καί τή μνήμη του καί μπορεί εύκολα νά παρασυρθεί καί νά νομίζει ότι επιτέλους τό κατάφερε, σπρωγμένος καθώς είναι συνήθως από ένα βιαστικό συμπέ- ρασμα μιάς εντελώς επιφανειακής σύγκρισης, η οποία φαί- νεται ότι καί γιά τό πιό προσεκτικό βλέμμα είναι, θά μπο- ρούσε νά πεί κανείς, συναισθηματικά αναπόφευκτη. Βέβαια, αυτού τού είδους οι συχνές παρεξηγήσεις θά έπρεπε νά έχουν κλονίσει σημαντικά, μάλιστα νά έχουν απαγορεύσει σέ σο- βαρότερες υποτροπές, τήν επαφή που τώρα απολαμβάνουμε γιά άλλη μιά φορά οι δυό μας, άν δέν ήταν εντελώς κατανο- ητή από τό μέρος μας η φύση τής συγγένειας που συνδέει ε- μάς τούς οδηγούς. Επειδή, είναι ακριβώς εξ αιτίας τής ιδιαί- τερης φύσης της που αυτή η συγγένεια συχνά λειτουργεί μ' έ- ναν αποκλειστικά δικό της, σχεδόν αυθαίρετο, αλλά καί γι' αυτό καθόλου λιγότερο γοητευτικό τρόπο, παρεμβαίνοντας ξαφνικά γιά λόγους που μού είναι τελείως -καί εδώ ζητώ τήν κατανόησή σας- απαγορευμένο νά αποκαλύψω ακόμα, στήν, όπως εκ τών υστέρων θά μπορούσε νά είχε εκτιμηθεί, αναμενόμενη εξέλιξη τών γεγονότων, κάνοντας πολλές φο- ρές δυνατό κάποιος από μάς, ενώ είναι ο ίδιος, νά τυχαίνει νά εμφανιστεί μέ τό πρόσωπο ενός άλλου". "Κι όμως εγώ νομίζω ότι δέν έχουμε ξαναειδωθεί", είπα. "Θαρρώ πως θυμάμαι αρκετά καλά τά χαρακτηριστικά τού προκατόχου σας μάλιστα είχα τήν ελπίδα ότι θά τόν συνα- ντούσα ξανά, μιά κι ο χρόνος που ήταν επιφορτισμένος νά μού διαθέσει τελείωσε πρίν απ' τή συζήτησή μας κι ανα- γκάστηκε, υπακούοντας στίς ανάγκες που τό λεπτό του λει- τούργημα υπαγόρευε, νά μέ αφίσει. Αυτός είναι καί ο λόγος που μέ κάνει νά ταλαντεύομαι". "Αληθινά τό λειτούργημά μας είναι πολύ λεπτό", είπε εκεί- νος κουνώντας μέ ευχαρίστηση τό κεφάλι. "Τόσο, που, άν καί πάντα χωρίς διακοπή, νοιώθω περήφανος γι' αυτό, ω- στόσο φοβάμαι μερικές φορές πως τό υποτιμώ. Σέ ορισμένα σημεία που δέν τολμώ επί τού παρόντος νά τά εκθέσω -ο χρόνος σας σάς ανήκει καθώς καί ο δικός μου είναι ταγμέ- νος- καί νά σάς απασχολήσω μ' αυτά, διατηρώ κι εγώ τίς αμφιβολίες μου, αρκετά ανάλογες μέ τήν δικιά σας. Αλλά καθώς θέλω νά πιστεύω, πρόκειται μόνο γιά στιγμές αδυνα- μίας, ίσως από υπερκόπωση ή κάποιο βαρύ φαγητό, καί δέν έχω παρά νά περιμένω τό πέρασμα αυτής τής ανωμαλίας γιά νά ησυχάσω. Θά ήθελα μόνο τελειώνοντας, νά εκφράσω τήν χαρά μου γιά τήν ευαισθησία μέ τήν οποία διακρίνατε πως η δραστηριότητά μας είναι ένα λειτούργημα. Αυτή η αυθόρμη- τη προσφώνηση είναι μπορώ νά πώ μιά επιβράβευση γιά ό,τι προσφέρουμε, μιά σιγουριά πως η λάμψη που αναδύεται απ' αυτή τήν προσφορά βρίσκει όχι σπάνια ευαίσθητες υπάρξεις ικανές νά συγκινηθούν καί δέν χάνεται στό κενό. Αυτό είναι ένα επί πλέον επιχείρημα, όχι μόνο ενάντια στίς στιγμές τής αδυναμίας που σάς περιέγραψα πρίν από λίγο, αλλά καί γιά τή σιγουριά μέ τήν οποία σάς αναγνωρίζω. Μιά διαφορετική προσφώνηση, ένας χαρακτηρισμός τέτοιος όπου μέσα του θά διέκρινε κανείς νά αποδίδεται μιά κάποια, άς τό πούμε έτσι, επαγγελματική χροιά στήν παρουσία μου δίπλα σας, θά μέ έ- κανε, όχι νά αμφιβάλλω γιά τήν μνήμη μου, αλλά νά υπο- πτευθώ μιά ταυτοπροσωπία μάλλον παράξενη που δέν ξέρω πού θά μάς οδηγούσε". "Δέν μού επιτρέπεται νά επιμένω περισσότερο λοιπόν", εί- πα. "Μετά απ' όλα αυτά τό μόνο που απομένει γιά νά τακτο- ποιήσω κι εγώ τήν σειρά τών συλλογισμών μου, είναι νά παραδεχτώ όχι μόνο τήν αδυναμία τής μνήμης μου νά συ- γκρατεί μέ τέτοιαν ακρίβεια ώστε νά περιέχει καί τίς αντί- στοιχες μνήμες τών άλλων -οί οποίοι έχουν οπωσδήποτε δεί τά γεγονότα που μάς συνδέουν από τήν δική τους σκοπιά που μέ τήν σειρά της υπαγόρευσε πιθανόν διαφορετικές κα- ταχωρήσεις-, μέσα της, αλλά καί τήν ψευδαίσθηση τής σι- γουριάς που σιγά σιγά, χωρίς τό ομολογώ τίς απαιτούμενες εξακριβώσεις, απέκτησα γι' αυτήν τήν ικανότητα. Καί, πράγμα που άλλωστε πρέπει νά παραδεχτώ ακόμη, τό ότι δέν είναι η πρώτη φορά που τό παρατηρώ αυτό, δέν εξασφαλίζει καθόλου τήν αντίθετη σιγουριά γιά τόν τρόπο που διαισθά- νομαι ότι θά ανακαλύψω ξανά τόν εαυτό μου νά έχει ήδη λειτουργήσει, κάτω απ' αυτή τήν επίμονη κεκτημένη ταχύ- τητα, τήν επόμενη φορά. Νά όμως που έτσι πρέπει νά κατα- λήξω σέ ένα βιαστικό συμπέρασμα που δέν μέ καθησυχάζει περισσότερο: ότι δηλαδή θά πρέπει νά αμφιβάλλω γιά τήν ταυτότητα τών οδηγών που μέχρι τώρα έχω συναντήσει καί νά υποθέσω, παρ' όλες τίς αντιρρήσεις που πιθανόν νά εμ- φανιστούν μέσα μου, πως κάθε φορά ήταν ο ίδιος οδηγός που συναντούσα. Κι ακόμα θά πρέπει αναγκαστικά νά παραδε- χτώ -κάτι που ομολογώ δέν μέ κάνει νά αισθάνομαι καθό- λου άνετα- πως αυτός δέν είναι δυνατόν νά είναι άλλος από εσάς". (11) 1975 "Τί παράδοξα που είναι όλα αυτά!", είπε ο οδηγός, κόβοντας τό βήμα του σάν από έκσταση. "Βέβαια είναι τόσο μακρυά α- πό μένα τό να ασχολούμαι μαζύ τους, που από μιάν άποψη μού κάνει περισσότερη εντύπωση τό ότι είμαι εγώ εκείνος που κάνει αυτή τήν παρατήρηση, παρά αυτό τό ίδιο της τό περιεχόμενο. Καί τόσο μάλιστα περισσότερο, όσο αυτό τό περιεχόμενο θά μείνει εντελώς έξω απ' τά δικά μου ενδιαφέ- ροντα καί θά τό πάρετε σχεδόν ολόκληρο μαζύ σας φεύγο- ντας από εδώ εσείς. Κι ομολογώ ότι τώρα που τό σκέφτομαι, νοιώθω κάτι σάν λύπη, σάν στενοχώρια γιά τό ότι δέν μού ε- πιτρέπεται, εξ αιτίας τής ιδιαίτερης φύσης τού λειτουργήμα- τος που εξασκώ, νά διατηρούμαι γιά πολύν καιρό κάτω απ' τήν επίδραση τέτοιου είδους συλλογισμών -πράγμα άλλωστε ανεφάρμοστο ακόμη κι άν επέμενα νά τό κάνω, μιά κι ο έ- λεγχος μετά από κάθε επιστροφή είναι τόσο αυστηρός ώστε θά κινδύνευαν σοβαρά τά κερδισμένα μέ τόσον κόπο χρόνια τής προϋπηρεσίας μου. Μά νά που κιόλας άφισα νά πα- ρασυρθώ αρκετά μακρυα. Νά πως ξεκινούν αυτές οι μικρές αμφιβολίες που σάς έλεγα πρίν από λίγο. Είναι δυστυχώς αυτή η έλλειψη αποτελεσματικής προστασίας που τόσο έ- ντονα εξακολουθεί νά μάς χαρακτηρίζει καί που, μέ τά μέσα που έχουμε στή διάθεσή μας, μέ τίς απεριόριστες σχεδόν δυ- νατότητες που μάς διετέθησαν μέ τόση απλοχεριά -καί που, πιστέψτε με, εμείς τουλάχιστον απ' τήν δικιά μας μεριά πο- τέ δέν λείψαμε νά αναγνωρίσουμε τήν ευγνωμοσύνη που ο- φείλουμε γι' αυτήν τήν ευγενική, τήν γενναιόδωρη καί πα- τρική θά έλεγα, προσφορά-, έχοντας λοιπόν όσα μπορούσε νά χρειαστούμε σ' αυτόν τόν τομέα, ωστόσο δέν έχουμε ακόμα καταφέρει -κι ίσως νά είναι αδικία νά μήν αναγνωρισθεί πως οι εκκλήσεις γιά καλή διάθεση που μάς έγιναν, οι έξο- χες δικαιολογίες που έχουν κάθε δικαίωμα νά απαιτούν, δέν έμειναν χωρίς τήν αρκετά έστω ανάλογη ανταπόκριση-, δέν έχουμε λοιπόν καταφέρει, παρ' όλες τίς προσπάθειες, παρ' ό- λες τίς αιματηρές φθορές που μάς λιγόστεψαν έτσι, νά απο- τρέψουμε κάθε υποψία που θά ήταν δυνατόν νά γεννηθεί γιά εγκατάλειψη". "Είναι πιθανόν", είπα, "είναι πιθανόν τό ότι ίσως κάποιες φορές, νά στάθηκε αφορμή γιά νά αναπτυχθεί μιά ιδιαίτερη σχέση, ένα συναπάντημα πάνω σέ μιά περίπου ίδια αγωνία. Όμως ένα περίπου, ενδέχεται νά μαρτυράει τίς πιό πολλές φορές μιά συγγένεια επικίνδυνη, ενδέχεται νά κληρονομήσει σ' αυτή τή σχέση δυνατότητες ύποπτες, ακόμα καί τίς κατα- βολές εκείνες που εμείς οι ίδιοι τού δώσαμε σάν τό γεννούσε η επιθυμία που, πρίν ποιός ξέρει πόσον καιρό, ξενυχτούσε σέ κάποια γωνιά μας περιμένοντας γιά μιά σχέση σάν κι αυτή. Αυτή η αναμονή έχει έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο νά ζητά τά δικαιώματά της -δικαιώματα εξ άλλου που όχι μόνο θεω- ρούν σάν αναντίρρητη προϋπόθεση τήν συγκατάθεσή μας, αλλά αρνούνται επίμονα οποιαδήποτε συζήτηση γύρω απ' τό θέμα τής ύπαρξής τους- καί κανείς δέν ξέρει, κανείς δέν θά μπορούσε μέ ακρίβεια νά προβλέψει, πότε, ποιά στιγμή καί εκμεταλλευόμενη ποιά συγκυρία περιστάσεων, ποιά ευνοϊκή παρουσία ή απουσία τής τύχης, θά διάλεγε τόν θάνατό της πρός χάριν αυτών τών ίδιων απαιτητικών δικαιωμάτων της, ώστε νά είναι έτοιμος νά ελέγξει μέ αρκετή ψυχραιμία αυτό τό «περίπου»". Όσο γιά μένα, νά τί θά μπορούσα νά πώ γιά τό χατίρι αυτής τής άμυνας: Πάνε πιά τόσα χρόνια από τότε που άρχισε νά ωριμάζει μέσα του η υποψία πως έχει εγκαταλειφθεί. Καί μάλιστα πως έχει εγκαταλειφθεί απ' τήν αρχή καί γιά πά- ντα. Τώρα εκείνο που τόν ενδιαφέρει δέν είναι καθόλου αυτή η εγκατάλειψη. Κάθε άλλο. Εκείνο που δέν τόν αφίνει νά η- συχάσει είναι αυτή ακριβώς η ίδια η υποψία. Καί σκέφτεται ότι θά πρέπει νά τής χρειάστηκε μιά περίοδος γιά νά ωριμά- σει, που, άν καί δέν είναι σέ θέση νά προσδιορίσει τό μάκρος της, ωστόσο ανακαλύπτει πως μέ μιά περίεργη επιμονή θέ- λει νά τό φαντάζεται απεριόριστα μεγάλο, τόσο, που άν καί έχει αρκετές φορές προσπαθήσει νά τό συλλάβει, εκείνο πά- ντα τόν ξεπερνούσε. (12) 1975 "Εδώ αξίζει τόν κόπο νά σταματήσουμε", είπε ο οδηγός κοι- τάζοντας μέ ικανοποίηση γύρω του. "Πρίν αρχίσουμε, άς μού επιτραπεί νά τονίσω ακόμα μιά φορά, καί χωρίς τή μά- ταιη μεγαλοέπεια που ενδεχομένως έχετε παρατηρήσει σέ α- νάλογες περιπτώσεις, τό πόσο δύσκολη καί επικίνδυνα λε- πτή είναι η ουσία τού λειτουργήματος τού οποίου ταπεινός υπηρέτης σάς προσφέρομαι. Η παλιά συνήθεια που έκανε τούς ανθρώπους νά περιμένουν μιά συγκεκριμένη καί σαφή απάντηση στήν, όπως νόμιζαν συγκεκριμένη καί σαφή ερώ- τησή τους, πρέπει εδώ νά εγκαταλειφθεί. Ίσως δέν είναι πε- ριττό νά σάς υπενθυμήσω ότι τήν ευθύνη γιά ό,τι πρόκειται νά ακολουθήσει τήν φέρετε αποκλειστικά εσείς. Ο χώρος καί η διάρκεια, καθώς καί ο τρόπος, δέν μπορούν νά ανταπο- κριθούν παρά μόνο στήν αόριστη αυτή αίτησή σας -που συμ- φωνήσαμε ότι θά παραμείνετε- γιά τήν εμφάνιση τής δυνατό- τητας χωρίς άλλον προσδιορισμό. Εξ άλλου, η ευαισθησία τού χώρου είναι τόση ώστε αρκεί καί η ελάχιστη προσπά- θεια σταθεροποίησης οποιουδήποτε μέτρου σύγκρισης γιά νά γίνει επίπεδος γι' αυτόν που θά τό κάνει καί που φυσικά θ' αναγκαστεί νά μείνει πίσω". (13) 1975 "Εμένα όμως", είπα καί τήν ίδια στιγμή ένας μικρός φόβος άρχισε νά σκληραίνει μέσα μου σάν κόκκος άμμου, "εμένα δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε". "Μήν ξεχνάτε πως ο κατηγορούμενος είστε εσείς", είπε χα- μογελώντας μέ συμπάθεια ο πρόεδρος. Έσκυψε προστατευτι- κά πρός τό μέρος μου: "Δέν πρέπει νά παραγνωρίζετε τήν καλή μας διάθεση. Μήν ξεχνάτε πόσος κόπος χρειάστηκε, πόση στέρηση, τί μάχες δόθηκαν καί δίνονται ενάντια στίς ύπουλες υστεροβουλίες που τόσο καλά ξέρουμε όλοι μας, γιά νά μπορέσουν αυτές οι έδρες νά πληρωθούν επαξίως. Έπειτα σκεφτείτε καί τό ακροατήριο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θυ- σιάζουν τόν καιρό τους, διακινδυνεύουν τήν υγεία τους κα- θισμένοι ακίνητοι καί νηστικοί τόσες ώρες εδώ. Σάς τίμη- σαν μέ τήν περιέργειά τους, μέ τό νά ενδιαφερθούν γιά τήν περίπτωσή σας. Εμείς που βρισκόμαστε από τήν άλλη μεριά, ξέρουμε καλά πόσο αυτό γέρνει τήν ζυγαριά πρός τό μέρος σας. Κι όμως κανείς από μάς δέν παραπονείται γι' αυτήν τήν γενικά παραδεκτή αδικία είς βάρος μας. Είμαστε έτοιμοι νά τήν υποστούμε γιά τό γενικότερο καλό. Είμαστε έτοιμοι νά περιμένουμε καί νά υπομένουμε... Καί σείς; Εσείς θάπρε- πε νά είσασταν ο πρώτος που θά τά λογάριαζε όλα αυτά". (14) 1975 "Εμένα όμως", είπα καθώς κατέβαινα τό τελευταίο σκαλο- πάτι, "εμένα δέν θά μπορέσετε νά μέ ξεγελάσετε". Έκανε α- πότομα μιά ολόκληρη στροφή γύρω απ' τόν εαυτό της σάν νά τήν είχα υποτιμήσει μέ τά λόγια μου. "Εσείς", είπε ενώ μέ κοίταζε μέ ενδιαφέρον, "εσείς θά είστε από τά τελευταία θύματα". "Τί εννοείτε;", ρώτησα κι ένας μικρός φόβος άρχι- σε νά σκληραίνει στήν καρδιά μου σάν κόκκος άμμου. "Εν- νοώ", είπε, "πως θά είστε ένα θύμα όχι δικό μας ή δικό μου, όπως ίσως νά φανταστήκατε, αλλά ένα θύμα τής ιδιότητός σας. Ένα θύμα τής ιδιαίτερης φύσης που σάς χαρακτηρίζει". Ο ήχος τών βημάτων μας αντήχησε ξανά στούς σκοτεινούς θόλους. "Αυτό", συνέχισε, "είμαι σίγουρη πως τόχετε σκεφτεί αρκε- τές φορές στό παρελθόν καί μιά καί κανένας δέν σάς υποχρέ- ωσε νά εξασκήσετε αυτή τήν ιδιότητα, ούτε νά προσκολλη- θείτε σ' αυτή τήν φύση -μήπως άραγε σάς έλειψαν οι ευκαι- ρίες γιά νά ακολουθήσετε έναν απ' τούς δρόμους που τόσο σοφά σάς υποδείχτηκαν καί που τό τέρμα του θά ήταν τόσο καθησυχαστικά γνωστό-, αφού λοιπον είναι έτσι, ο οποιοσ- δήποτε καλόπιστος κριτής δέν θά μπορούσε παρα νά οδηγη- θεί στό συμπέρασμα ότι ζείτε μέ πλήρη επίγνωση πως ήδη έ- χετε όχι μόνο απελπιστικά δικαιώσει τίς τόσο συχνές προει- δοποιήσεις γιά τό μέλλον σας, έχετε όχι μόνο αποδεχθεί τίς συνέπειες αυτής τής ακατανόητης πορείας σας, αλλά καί ότι έχετε αρνηθεί νά δεχθείτε οποιαδήποτε μομφή θά μπορούσε κανείς γιά λογαριασμό σας νά επιρρίψει κατά τών αρμοδίων τής περιπτώσεως που είστε καί ότι ακόμα τούς εξασφαλίζετε από κάθε είδους πλάνη στήν κρίση τους καί φυσικά από κά- θε αμφιβολία καί ενοχή γι' αυτήν". "Αυτός", είπα καί τήν άγγιξα ελαφρά στό μπράτσο δείχνο- ντάς της έναν αρουραίο που είχε ξετρυπώσει ξαφνικά απ' τά σκοτάδια καί κουνούσε τήν ουρά του αναγνωρίζοντάς την, "αυτός δέν θά είχε τήν παραμικρή αντίρρηση σέ ό,τι είπατε, μάλιστα δέν θά είχε τήν παραμικρή αντίρρηση σ' ο,τιδήποτε λέγατε, είναι πραγματικός σκλάβος σας. Αλλά εγώ δέν πρό- κειται νά σάς επιτρέψω νά παίζετε μαζύ μου όπως η γάτα μέ τό ποντίκι". "Ένας αλήτης δέν μπορεί νά υπαγορεύει τούς κανόνες τού παιχνιδιού καί μάλιστα σ' έναν τόπο σάν κι αυτόν", απά- ντησε χαμογελώντας, μέ μιά μικρή χαριτωμένη υπόκλιση πρός τό μέρος τού ποντικού σάν νά τόν προσκαλούσε γιά μάρτυρα. "Φαίνεται πως, μ' όλες τίς μυστικές υπηρεσίες σας, οι γνώ- σεις σας γιά τούς αλήτες είναι σχετικά ελλειπείς", τής είπα κάνοντας κι εγώ μιά μικρή υπόκλιση καί τήν ίδια στιγμή έ- δωσα μιά γερή κλωτσιά στόν αρουραίο που χάθηκε στά σκο- τάδια τσιρίζοντας. "Γιά νά ισχύει αυτό που λέτε πρέπει κα- νείς νά έχει ήδη δεχτεί τήν πρόσκληση γιά τό παιχνίδι. Αυτό αποτελούσε πάντα τήν πρώτη καί μεγαλύτερη επιδίωξή σας που γιά χάρη της θά ήσασταν διατεθημένοι νά θυσιάσετε καί μερικούς από εσάς τούς ίδιους καί η πιθανότητα μιάς τέ- τοιας άρνησης σάς αποδυναμώνει σέ τέτοιο απελπιστικό βαθμό ώστε γιά ν' αποφύγετε αυτή τή πελώρια φρίκη στοι- χηματίζω πως θά δεχόσασταν μέ ανακούφιση νά είμαι εγώ ε- κείνος που θά υπαγόρευε αυτούς τούς κανόνες. Χωρίς τό παιχνίδι δέν είστε τίποτε. Αυτή η διαπίστωση είναι η δύνα- μη που έχει ένας αλήτης καί πιστέψτε με, είναι τό πρώτο πράγμα που μαθαίνει καί δέν τό ξεχνά ποτέ. Άλλωστε αυτό αποτελεί καί τήν ιδιαίτερη φύση του, κι εγώ, σύμφωνα μέ την περιγραφή που μού κάνατε προηγουμένως...". (15) 1975 "Ελάτε! Μά δέν μπορώ νά σάς αφίσω παρά μόνο μιά στιγ- μή". Η φωνή της μόλις που ακουγότανε. "Σηκώστε ψηλά τόν πυρσό", είπε. "Θέλω νά ρίξω ακόμα μιά ματιά". Κοίτα- ξε προσεκτικά μέσα στό σκοτάδι τής γαλαρίας. "Είναι α- λήθεια ότι εδώ σπάνια έρχεται κανείς. Άλλωστε είμαι υπεύ- θυνη γι' αυτό τό τμήμα καί μέ τήν εμπιστοσύνη που μού έ- χουν... Μά τί έκανα! Τί έκανα!", ψιθύρισε ακόμα πιό σιγά, μιλώντας αυτή τή φορά στόν εαυτό της. "Τί είπατε;", ρώτησα γιά νά πώ κι εγώ κάτι. Μέσα στήν καρδιά μου ένας μικρός φόβος είχε αρχίσει νά σκληραίνει σάν κόκκος άμμου. "Μή μού ξαναμιλήσετε ποτέ καί γιά τίποτα, όση ώρα είμα- στε εδώ, εκτός κι άν πάθετε κάτι τό πολύ σοβαρό. Καί δέν μιλώ φυσικά γιά τήν ψυχική σας κατάσταση. Αυτή δέν μέ αφορά. Άλλωστε σάς έχω προειδοποιήσει: η ευθύνη πάνω σ' αυτόν τόν τομέα είναι όλη δικιά σας". "Μά τί άλλο θά μπορούσα νά πάθω;", απάντησα όσο πιό σι- γά μπορούσα. "Θέλω νά πώ δηλαδή, ποιός άλλος τομέας μου θά ήταν δυνατόν νά βλαφτεί καί γιατί;". "Αυτό θα μπορούσα νά τό πάρω σάν ειρωνία, άν δέν ήταν τό- σο θανάσμα σοβαρή η κατάσταση", είπε σκληρά. Έκανε ένα βήμα πίσω γιά νά μέ κοιτάξει. Οι κινήσεις της φανέρωναν μιά συγκρατημένη οργή. "Αλήθεια, μά δέν έχετε καθόλου συναίσθηση σέ τί μέρος βρισκόσαστε;", ρώτησε κι έκανε μιά ανυπόμονη χειρονομία γιά νά μού δείξει γύρω, υπογραμμίζο- ντας έτσι τήν ερώτηση σάν νά μήν έφταναν τά λόγια... "Κι άν ακόμα είν' έτσι", είπα απλώνοντας τό χέρι μου πρός τό μέρος της, "κι άν ακόμα είν' έτσι, δέν θάπρεπε νά μέ προ- σβάλλετε τόσο άδικα. Μήν ξεχνάτε πως οι μόνες πληροφορί- ες που μπορώ νά έχω γι' αυτό τό μέρος δέν είναι άλλες από εκείνες που εσείς μού δώσατε. Εσείς είστε η πηγή τών πλη- ροφοριών μου. Εάν πράγματι δέν έχω τήν συναίσθηση που ο τόπος απαιτεί γιά λογαριασμό του καί εάν δεχτούμε ότι η α- ναπλαστική μου ικανότητα λειτουργεί χωρίς σοβαρές παρα- μορφώσεις -κι αυτό μπορώ νά σάς βεβαιώσω ότι έχω ισχυ- ρούς λόγους νά τό πιστεύω-, τότε ίσως νά έπρεπε νά ελέγ- ξουμε τήν επάρκεια αυτών τών πληροφοριών". "Πώς φαίνεται ότι ερχόσαστε από έναν άλλον κόσμο!". Κούνησε τό κεφάλι χαμογελώντας σχεδόν τώρα. "Βάζω στοίχημα πως δέν θά ονομάζατε ποτέ προσβολή μιά μομφή που θά προέρχονταν από μιά σωστή, κατά τήν αντίληψή σας, εκτίμηση, μέ τά μέτρα τής δικαιοσύνης που παραδέχε- σθε". "Αυτό είναι αλήθεια", παραδέχτηκα μέ ανακούφιση γιά τήν χαλάρωση, "αλλά είναι μιά μισή αλήθεια. Γιατί άν καί θά δεχόμουν αδιαμαρτύρητα αυτή τή μομφή, εφ' όσον βέβαια ή- θελα νά δείξω τήν καλή μου διάθεση, κατά βάθος δέν θα έ- παυα ποτέ νά θεωρώ τόν εαυτό μου προσβεβλημένο γιατί τόλμησαν νά μέ κρίνουν". "Νά κάτι που θά μ' ενδιέφερε πολύ νά συζητήσουμε στό μέλ- λον. Άν υπάρξει μέλλον", είπε εκείνη παίρνοντας ξανά τό σκυθρωπό της ύφος. "Όμως αρκετά. Αυτοί οι αρχαίοι τοίχοι ούτε που θά τολμούσαν νά ξαναελπίσουν μιά τέτοια συζήτη- ση εδώ. Ετοιμαστείτε. Ξεκινάμε". "Ακούστε", είπα καί πρόσεξα γιά πρώτη φορά μέσα σέ τόσην ώρα πως τό λεπτό κορδονάκι στόν ώμο της που συγκρατού- σε τό φόρεμα, είχε γλυστρήσει καί τό στήθος της ήταν σχε- δόν γυμνό. "Ακούστε, δώστε μου δυό λεπτά καιρό. Πρέπει νά σάς εξομολογηθώ κάτι". "Τί είναι λοιπόν ακόμα;", ρώτησε εκείνη χωρίς νά φαίνεται ότι είχε καταλάβει αυτό που της συνέβει. "Αυτό τό κατώφλι θά τό περάσω οπωσδήποτε, αλλά μέσα στήν καρδιά μου ένας μικρός φόβος έχει αρχίσει νά σκλη- ραίνει σάν κόκκος άμμου. Πρώτα πρέπει νά ξεπεράσω αυ- τόν. Θέλω νά αυνανιστώ". "Αυτό αποκλείεται!", μέ έκοψε θυμωμένα. "Δέν μπορώ νά ε- πιτρέψω τέτοιου είδους εκδηλώσεις". "Μού είναι αδύνατο νά κάνω κι ένα βήμα άν δέ μ' αφίσετε. Παραιτούμαι από κάθε προσπάθεια". "Τότε μπορείτε νά θηλάσετε", είπε μ' έναν στεναγμό, σάν νά υποχωρούσε καί μού έτεινε τό ωραίο της στήθος που στή ρώ- γα του είχαν αρχίσει κιόλας νά ξεπροβάλλουν μικρές άσπρες σταγωνίτσες. "Μού είναι αδύνατο άν δέν αυνανιστώ", επανέλαβα ανασαί- νοντας μέ δυσκολία. "Δοκιμάστε καί πέστε μου άν αναγνωρίζετε τή γεύση απ' αυτό τό γάλα", επέμεινε καί μ' αυτά τά λόγια έπιασε τρυφε- ρά τό κεφάλι μου κι οδήγησε τό στόμα μου προσεκτικά. "Μπορώ αλήθεια νά πιώ όσο θέλω;", είπα αφού δοκίμασα, γλείφοντας τά χείλια μου από ευχαρίστηση... (15,1) 1975 Ισίδωρε, Ισίδωρε!... Σέ βλέπω σέ μιά κάτασπρη Σιτροέν νά τρέχεις εκτείνοντας στόν αέρα τό ευσπλαχνικό σου φουλάρι μέ τά τρομερά χρώματα... Δικαίως θά παραμερίζουν οι άν- θρωποι μπροστά σου, ενώ εσύ θά περνάς θερίζοντας τά πά- ντα, σπίτια, δρόμους, δέντρα, εμπορικά, τίς κουρασμένες παρθένες, τούς επαγγελματίες τής πλήξης, κι ενώ πίσω σου πολύχρωμοι αετοί υψώνονται αναδεύοντας τίς πελώριες ου- ρές τους, γεμάτες αστραφτερά ξυράφια επιτήδεια στή σκό- πευση, ακολουθώντας, συμπληρώνοντας, τελειώνοντας... Ουρλιάζοντας μαστιγώνεις τά άλογα τής λευκής καροσσερί, ενώ μέ τό άλλο σου χέρι κατευθύνεις τά ινία τών εκδικητι- κών σου χαρταετών... Ισίδωρε, Ισίδωρε! Ιδού η πολυκέφαλος εξουσία, γοητευμένη, σού προσφέρει τούς τρυφερούς της λαι- μούς... Ιδού ο μεγάλος σου αετός, ίσως ο πιό μεγάλος, βαμ- μένος μαύρος καί κόκκινος, βουΐζοντας μέ τά φοβερά του κρεμαστάρια, κατέρχεται ήδη πρός τό μοιραίο ραντεβού που τόσους αιώνες ονειρεύονταν οι γενιές τών ομοίων σου... (152) 1975 "Καί ποιός είσαι εσύ που τολμάς νά μέ αντιστρατεύεσαι;", ρωτάει μέ αγανάκτηση τό Καλό τό Κακό που τού κλείνει καγχάζοντας τόν δρόμο. "Είμαι ο δημιουργός σου!", απαντά τό Κακό, σίγουρο γιά τή νίκη του όπως καί κάθε προηγούμενη φορά. "Αυτό είναι αδύνατο", λέει τό Καλό κάνοντας νά προσπερά- σει, "γιατί άν είναι έτσι τότε κι εγώ είμαι ο δημιουργός σου". "Νά κάτι που δέν θ' αρνιώμουνα ποτέ, άν κι είναι η πρώτη φορά που μού απαντάς έτσι. Κάτι άλλαξε στίς σχέσεις μας λοιπον". "Καί βέβαια άλλαξαν οι σχέσεις μας!", λέει καγχάζοντας τώρα τό Καλό μέ τή σειρά του. "Πέρασαν τόσοι αιώνες γιά ν' αρχίσω νά καταλαβαίνω!". "Ποτέ δέ σέ νόμιζα ικανό νά εκτιμήσεις σωστά μιά κακή πράξη. Κι άν σού κλείνω ακόμα τό δρόμο είναι γιατί αναρω- τιέμαι τί νάναι αυτό που σέ ξύπνησε...". Μ' έναν περίεργο τρόπο ο θάνατος μιάς δημιουργίας συμπί- πτει μέ τήν στιγμή που ο δημιουργός της αντιλαμβάνεται τό μέγεθος τής δύναμης που τού έχει προσφέρει τό δημιούργημά του. "Χρόνια τώρα βασανίζεσαι απ' αυτή τήν άχρηστη δύναμη που καίει τά σεντόνια στό κρεββάτι σου. Αγκαλιά μ' ένα πτώμα που δέν σέ γνωρίζει. Φύγε, φύγε. Κάτω απ' τίς γέφυ- ρες. Κάτω απ' τίς γέφυρες δέ θά σέ βρεί". Φώτα μέσ' στήν ομίχλη σάν γατιά καί τό Καράβι κτήνος (16) 1975 "Ένας απλός παρατηρητής χειρονομιών δέν μπορεί νά έχει απαιτήσεις!", είπε εκείνος σχεδόν μέ πάθος καί έδειξε μέ θυ- μό τήν πόρτα. "Τί ενδιαφέρον θά μπορούσε νά έχει άραγε η υ- πόθεσή σας γιά μάς, αυτό δέν τό συλλογιστήκατε; Αλλά κι άν ακόμα τό κάνετε τώρα, αυτή τήν ύστατη στιγμή όπως βλέπω απ' τό ύφος σας, πιστεύετε αλήθεια ότι αυτό μπορεί ν' αλλάξει τίποτα; Ακούστε, γιατί δέν πάτε νά παρετε έναν ύ- πνο; Αυτό θά σάς ωφελούσε καλλίτερα από οποιαδήποτε κα- τανόηση κι άν λογαριάζατε ότι θά συναντούσατε εδώ. Τί εν- διαφέρον βρίσκετε στό νά παρατηρείτε χειρονομίες; Είναι αυτό απασχόληση γιά έναν ώριμο άνθρωπο; Γιά έναν άνθρω- πο που έχει συναίσθηση τών αναγκών του καί τών ευθυνών του; Δέν νομίζετε πως αφίσατε νά παρασυρθείτε περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε; Καί σάν νά μή φτάνει αυτό, μέ αναγκάζετε κι εμένα νά υποφέρω αυτή τή στιγμή μαζύ σας. Είναι σωστό αυτό; Συμβιβάζεται μέ τήν αίσθηση τού δικαίου που υποστη- ρίζετε ότι σάς οδηγεί;". Ο παρατηρητής είχε κάτσει στήν άκρη τού πάγκου κι έκλαι- γε μέ λιγμούς. "Ελάτε", τού είπε ο υπάλληλος κάπως στενοχωρημένος γιά τό απότομο φέρσιμό του. "Στό κάτω κάτω τό φταίξιμο δέν είναι εντελώς δικό σας. Η υπηρεσία είναι λίγο αυστηρή, τό αναγνωρίζω, αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει κανείς νά τό έχει πάντα υπ' όψη του. Άλλωστε καί σείς ο ίδιος είστε αυ- στηρός μέ τόν εαυτό σας. Πρίν από λίγο τό είπατε: «Έχω σοβαρές καταγγελίες κατά τού εαυτού μου». Συγκράτησα τή φράση σας γιατί μού έκανε εντύπωση τό ότι τήν θεωρούσατε πρωτότυπη. Μά τί σάς έχει πιάσει αλήθεια καί κατηγορεί- σθε; Ποιός σάς τό ζήτησε αυτό; Τό κάνετε σάν νά εξωφλείτε κάποιο παλιό χρέος. Ίσως νάχετε δίκιο, αλλά διαλέξατε λά- θος ταμείο. Αυτό είναι όλο". Ο παρατηρητής είχε τώρα εξαντληθεί τελείως απ' τό κλάμα καί αποκαμωμένος έγειρε στόν πάγκο κι άρχισε σιγά σιγά ν' αποκοιμιέται. "Άλλο κι αυτό!", είπε ενοχλημένος ο υπάλ- ληλος κι έσκυψε ξανά στά χαρτιά του, αποφασίζοντας νά μήν τού δώσει πιά σημασία. "Η μικρή Ελένη, η μικρή Ελένη! Θά τήν πιάσει τό κλάμα!", είπε ο παρατηρητής παραμιλώντας καί λίγο σάλιο κύλησε στόν πάγκο απ' τό στόμα του. "Σηκωθείτε αμέσως!", είπε ο υπάλληλος αυστηρά. "Αυτό δέν είναι φέρσιμο. Έχετε χάσει τελείως τόν έλεγχο τού εαυτού σας. Πρέπει νά σάς ζητήσω νά φύγετε αμέσως από δώ. Δέν έχω πιά περιθώρια νά σάς κρατήσω. Πρέπει νά σκεφτώ καί τόν εαυτό μου. Η θέση αυ- τή είναι τό μόνο μου εισόδημα. Δέν θέλω νά τό χάσω εξ αι- τίας σας. Άντε λοιπόν, χαίρετε", είπε καί τόν οδήγησε ώς τήν πόρτα. "Καί συνέλθετε. Αυτό σάς τό λέω εντελώς φιλι- κά. Συνέλθετε γιά τό καλό τό δικό σας καί εκείνων που σάς αγαπούν καί υπολογίζουν σέ σάς". Έκανε μιά μικρή υπό- κλιση καί γύρισε στή θέση του. (17) 1975 Μιλούσα λοιπόν γι' αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, α- γαπητοί μου κύριοι. Μιλούσα έχοντας πλήρη συναίσθηση τών συνθηκών κάτω από τίς οποίες λειτουργώ. Ένα ασήμα- ντο αναλόγιο κι ένας ακόμα πιό ασήμαντος παρουσιαστής προδιαθέτουν άσχημα, είν' η αλήθεια, έναν πολυάσχολο επι- σκέπτη που περιδιαβαίνει μέ ευελιξία τά εκθέματα προσπα- θώντας νά γεμίσει καλλίτερα τήν ώρα του ίσως μάλιστα - κι αυτό χωρίς καμμιά εντελώς κακή πρόθεση- τού θυμίζουν δυσάρεστες στιγμές που έχει επίμονα προσπαθήσει νά τίς ξε- χάσει καί που ακριβώς γι' αυτό τό σκοπό είναι πιθανόν νά βρίσκεται εδώ σήμερα. Αδικούν ακόμα καί τήν αξία τού εκ- θέματος, αξία όχι καί τόσο μηδαμηνή πολλές φορές, που κινδυνεύει όχι μόνο από τήν ιδιοσυγκρασία τού παρουσια- στή, αλλά καί από τή θέση του γιά τήν οποία αυτός είναι τό ίδιο υπεύθυνος όσο καί γιά τή συμπεριφορά του μέσα της, άν καί αυτή η υπευθυνότητα έχει κατά καιρούς αμφισβητηθεί μέ πάθος καί σοβαρές παρανοήσεις έχουν δημιουργηθεί σ' αυ- τόν τόν τομέα. Μολοντούτο, μιά θέση λιγότερο απόμερη δέν θά είχε ανάγκη νά παρακαλεί γιά ένα πιό προσεκτικό βλέμ- μα, τό ξέρω. Αλλά γνωρίζετε, γνωρίζετε καί σείς τό ίδιο κα- λά πόσο δύσκολο είναι στίς μέρες μας νά αποκτηθεί, ακόμα καί σέ πολύ λιγότερο σημαντικές περιπτώσεις, μιά θέση μέ μιά ευνοϊκή οπτική γωνία από τήν πύλη τής εισόδου. Άς εί- ναι όμως. Δέν παραπονιέμαι. Είναι σχεδόν φυσικό, άν καί είναι κοπιαστικό νά τό αποδεχτεί κανείς στήν αρχή καί γιά μιά μακρυά περίοδο μένει μ' αυτή τή βασανιστική υποψία, που όμως σιγά σιγά μέσ' απ' τό πέρασμα τού καιρού υποχω- ρεί σέ μιάν ήρεμη βεβαιότητα που καθησυχάζει, τό ότι είναι πιθανόν νά έχει τοποθετηθεί η θέση του πρίν νά τοποθετηθεί η είσοδος. Υπάρχουν βέβαια, ακόμη καί τώρα στίς μέρες μας -φαίνεται άλλωστε ότι δέν λείψανε από καμμιάν εποχή- με- ρικοί απροσάρμοστοι δυστυχισμένοι άνθρωποι, που αρνιού- νται μέ πείσμα νά υποταχτούν σ' αυτήν τήν αναπόφευκτη, μά ωστόσο στολισμένη ευγενικά μέ τό άρωμα τού καθήκο- ντος, μοίρα. Χτυπούν τό πόδι κάτω σάν μικρά παιδιά που τούς πήραν τό παιχνίδι τους, επιμένουν πως δέν είναι αυτοί που διάλεξαν τή θέση τους -δείχνοντας έτσι μιά παράλογη α- χαριστία, γιατί τυχαίνει σέ πολλές περιπτώσεις αυτή η θέση νά είναι αρκετά καλή- μά κάποιος άλλος γιά λογαριασμό τους που δέν τούς ρώτησε, επαναλαμβάνουν πως ακόμα καί τώρα δέν είναι διατεθειμένοι νά τό κάνουν πρωτού καταργη- θεί η είσοδος, καί δέν θέλουν μέ κανένα τρόπο νά επιδείξουν τήν πρόθυμη διάθεση καί τό πνεύμα κατανοήσεως που είναι τόσο απαραίτητα γιά τήν καλή λειτουργία τής εκθέσεώς μας ώσπου στό τέλος, πολλοί απ' αυτούς πεθαίνουν έτσι ξαφνικά χωρίς κανείς νά ξέρει πώς, άλλοι αυτοκτονούν μέ ειδικά διαλεγμένους περίεργους τρόπους, καί οι περισσότε- ροι, που παρ' όλα αυτά διατηρούν κάποια ίχνη σεβασμού γιά τούς κανόνες τού παιχνιδιού καί τήν ιεραρχία, αρρωσταί- νουν τόσο πολύ απ' τό κακό τους ώστε καταντούν ακόμα καί μέ νόμιμα καί χαρτοσημασμένα όπως ακριβώς πρέπει έγ- γραφα, χωρίς νά κουράζονται ούτε νά απογοητεύονται, επι- στρέφοντας ξανά καί ξανά, νά ζητούν από τήν Διεύθυνση, που έρχεται έτσι σέ πολύ δύσκολη θέση, νά επιτρέψει νά τούς θανατώσουν. Όμως εγώ δέν είμαι σάν κι αυτούς. Γιατί άν καί είναι σχε- δόν βέβαιο πως τή θέση μου δέν τήν διάλεξα εγώ, ωστόσο νοιώθω γι' αυτήν κάποια ευθύνη, ένα είδος πατρικού ενδια- φέροντος, μιά συντροφικότητα καί μιά συμπαράσταση άν τό θέλετε, γιά τήν κατά κάποιο τρόπο αδικία που τής έχει γίνει. Παρ' όλο που αυτή είναι μιά τρόπος τού λέγειν αδικί- α, περισσότερο, που μόνο σέ στιγμές απογοήτευσης, όταν περνώ τόν καιρό μου συγκρίνοντας τήν δικιά μου θέση μέ τών άλλων, παρασύρομαι νά χαρακτηρίσω έτσι, ενώ σέ στιγ- μές ηρεμίας καί νηφαλιότητας κάτω απ' τήν επήρεια μιάς α- πρόβλεπτης μικρής ικανοποίησης, που δέν τό αρνιέμαι αρκε- τές φορές μέ συντυχαίνει, δέν μού είναι καθόλου δύσκολο, ί- σα ίσα καί μάλιστα αποκαλύπτεται από μόνη της μέ περισ- σή ευγένεια, νά διακρίνω πίσω απ' αυτό τό θυμωμένο καί βιαστικό συμπέρασμα ένα είδος ανώτερης πίστης μέσα μου σέ κάποια μεγαλόψυχη εγρηγορούσα πρόνοια που, μ' εκείνη τή μυστική διάθεση που χαρακτηρίζει όλες τίς πρόνοιες καί μάς κάνει πολλές φορές νά τίς παρεξηγούμε καί νά τίς αδι- κούμε, έχει κρύψει γιά τήν ώρα τούς σκοπούς της πίσω από ασήμαντα προσχήματα, εκεί όπου μιά μεγαλειώδης χειρονο- μία ετοιμάζεται νά στεφανώσει τήν υπομονή που τήν εμπι- στεύτηκε. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά αδικία καλοπροαίρετη, χωρίς κανένα κακό σκοπό, γιά τήν οποία κανείς μά κανείς δέν θά τολμούσε νά διανοηθεί νά επιρρίψει μομφή καί που κι άν ακόμα εξ αιτίας της ένα ελαφρύ παράπονο θά ήταν δυ- νατόν παρ' όλα αυτά νά διατηρείται καί νά επιμένει, δέν θά έπρεπε νά δημιουργηθεί κανένας φόβος γι' αυτό αφού μόνο σέ λόγους μέ μιά μικροπρόθεσμη χωρίς αξία σκοπιμότητα καί εντελώς πρακτικούς θά μπορούσε νά στηριχτεί. Γιατί εί- ναι αλήθεια πως αυτής τής κατά τά άλλα όχι άτυχης θέσης, η κλίση της αναφορικά μέ τήν είσοδο, ή πιό σωστά η κλίση τής εισόδου αναφορικά μέ αυτήν μιά κι η είσοδος ήταν που τοποθετήθηκε τελευταία, επιτρέπει μιά πολύ μικρή οπτική γωνία στόν επισκέπτη καί κάνει τήν παραμόρφωση τόσο με- γάλη, ώστε καθώς εκείνος πλησιάζει μέ γοργό ανάλαφρο βή- μα έχοντας κιόλας χαιρετήσει από μακρυά τόν γνωστό που, όπως τού φαίνεται τόν καλοσωρίζει μέ χαρά, ξαφνικά ανα- γνωρίζει μέ θυμό τό λάθος του, τό επιρρίπτει στόν φτωχό παρουσιαστή που τό δέχεται μέ συντριβή, τόν κατηγορεί γιά τήν κακή του θέση, τό άσημο σχεδόν τιποτένιο παρουσιαστι- κό του, τόν δύστροπο καί υποκριτικό χαρακτήρα του, τήν α- σήμαντη χωρίς καμμιάν αίγλη φυσιογνωμία του, δέν κατα- δέχεται κάν νά ρίξει μιά ματιά στά εκθέματα που νοιώθει πως πρέπει νά τά περιφρονήσει διπλά καί γυρίζοντας τίς πλάτες φεύγει μέ, όπως πάντα μετά από κάθε τέτοια σύγκρι- ση, τονωμένο ηθικό... Όμως δέν συμβαίνει πάντα έτσι. Έρχονται φορές που τά πράγματα γίνονται εντελώς διαφορετικά, σάν γιά νά αντα- ποκριθούν σέ κάποιες ευχάριστες σκέψεις, σέ κάποιες δειλές επιθυμίες που ποτέ δέν είναι σίγουρες άν έχουν τό δικαίωμα νά υπάρχουν, ίδιες μέ φοβισμένα κεφαλάκια μικρών παι- διών που ξεμυτίζουν από καιρό σέ καιρό πίσω απ' τή γωνιά ενός βαρειού προσχήματος ή μέσα από τίς πτυχές τών ανα- γκαίων εποχιακών προφάσεων, έτοιμες νά αποτραβηχτούν μετανοιωμένες άν τυχόν, όπως όλες σχεδόν τίς φορές, η μι- κρή τους κίνηση χαλάσει τήν δύσκολη ισορροπία κι ο χώρος ουρλιάξει θυμωμένα όταν τίς δεί... (18) 1975 Μιλούσα λοιπόν γι' αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, α- γαπητοί μου κύριοι. Μιά γραφομηχανή καλοφτιαγμένη, σχε- δόν χαριτωμένη θά μπορούσα νά πώ, σχεδόν έχοντας ξεφύγει τήν προσοχή τού κατασκευαστή της. Ενός κατασκευαστή, που ίσως νά μήν ήταν έτσι ασυνήθιστος, όπως κανείς θά μπορούσε νά υποθέσει, κρίνοντας κάπως βιαστικά, μέ τήν ευγενική θέληση νά επαινέσει αυτό γιά τό οποίο ήδη όλοι ό- σοι πέρασαν πρίν απ' αυτόν έχουν εκφραστεί μέ καλωσυνάτη ευμένεια, που διατηρείται ακόμα στήν ατμόσφαιρα που τόν περιβάλλει, μέ τίς μικρές επιδοκιμαστικές κινήσεις τών κε- φαλιών μεταξύ τους, αλλά πιθανότατα ενός συνηθισμένου κατασκευαστή. Ίσως μάλιστα ενός, που -χωρίς γιά τό δικό του τό καλό νά τό ευχόμαστε- δέν θά μπορούσε καθόλου νά σταθεί καί νά αντικρίσει τό κατασκεύασμά του μέ τό θάρρος καί τήν περηφάνεια εκείνη που ένα κατασκεύασμα φτιαγμέ- νο μέ επιμέλεια καί μέ τέχνη, έχοντας σχεδόν από τίς πρώ- τες στιγμές πείσει τόν δημιουργό του νά αφεθεί ολόκληρος στήν δικιά του επιθυμία νά υπάρξει μ' έναν ορισμένο τρόπο γνωστό αποκλειστικά καί μόνο σ' εκείνο, επιτρέπει νά τού απευθύνονται. Ενός τέτοιου κατασκευαστή λοιπόν. Που ό- μως παρ' όλα αυτά, παρ' όλη τήν, άς πούμε γιά μιά στιγμή, έστω καί φαινομενική αδεξιότητά του, παρ' όλα τά λάθη καί τούς κακούς υπολογισμούς τούς οποίους πιθανόν δέν κατά- φερε νά ξεφύγει, επειδή -καί γι' αυτό άς μάς επιτραπεί ευγε- νικά νά είμαστε περίπου σίγουροι- δέν θά μπορούσε νά ήταν τίποτε περισσότερο από έναν απλό λεπτομεριακό κατα- σκευαστή, έναν κατασκευαστή λεπτομερειών, μέ συγκεκρι- μένα καθήκοντα, μέ σαφώς διατυπωμένες υποχρεώσεις, αλ- λά καί γι' αυτό απ' τήν άλλη μεριά, μέ αναγνωρισμένα δι- καιώματα που, περιλαμβάνοντας μέσα τους αυτά ακριβώς τά τακτικά λάθη καί τούς εσφαλμένους υπολογισμούς, αφί- νουν αρκετό περιθόριο, μάλιστα δέν απαγορεύουν καθόλου, ίσα ίσα επιβάλλουν, τήν απεριόριστη σχεδόν ανάπτυξη ικα- νοτήτων όχι συνηθισμένων, κι ακριβώς γι' αυτό λοιπόν, α- κριβώς γιατί πρόκειται, όπως είπαμε, γιά έναν κατασκευα- στή λεπτομεριών, κι ακόμη επειδή μ' όλες τίς -καί δέν τό α- ποκλείσαμε καθόλου, άς σημειωθεί, απ' τήν αρχή- αναγνω- ρισμένες ικανότητές του, δέν θά τού ήταν εκ τών πραγμάτων δυνατόν, παρά τή σχεδόν εύκολο νά κερδιθεί, όπως καί τού ίδιου θά τού είχαν δοθεί ίσως πολλές ευκαιρίες νά διαπι- στώσει στό παρελθόν, καλή θέληση τής Διευθύνσεως, δέν θά τού ήταν εκ τών πραγμάτων λοιπόν δυνατόν, έστω κι άν α- κόμα είχε προαχθεί σωστά στή θέση που, εξ αιτίας αυτών α- κριβώς τών ικανοτήτων, τού ταιριάζει, νά ασχοληθεί μέ πε- ρισσότερες από μιά λεπτομέρειες, από τίς χιλιάδες εκείνες, ίσως ίσως κι εκατομμύρια, που έχει προσεκτικά λογαρια- στεί πως απαιτούνται γιά τήν κατασκευή μιάς τόσο καλής ποιότητας μηχανής (μιάς λεπτομέρειας εξαιρετικά δύσκολης είν' η αλήθεια, μέ μιά θαυμαστή πολυπλοκότητα χειρισμών τών ειδικά γι' αυτό τόν σκοπό διαλεγμένων εργαλείων, αλ- λά ωστόσο μιάς μοναχά, στήν οποία αυτός εξασκείται τώρα γιά χρόνια ολόκληρα μέ τήν δεκτικότητα που τόν διακρίνει, έτσι που θά μπορούσε κανείς νά πεί -μέ όλον βέβαια τόν κίν- δυνο που παραμονεύει πίσω από μιά τέτοια υπόθεση- ότι καί γι' αυτό μιάς λεπτομέρειας γνωστής σ' όλη της τήν έκταση απ' αυτόν, τόσο, ώστε νά τής απαγορεύεται από τήν ίδια της τή φύση νά μήν επαναληφθεί σωστά), τότε δέν μένει πιά τί- ποτε άλλο νά παρεμβληθεί παρά μονάχα τό άρωμα από κά- ποιες ερωτικές στιγμές, που κανέναν δέν ρώτησαν καί που είναι πιθανόν ότι έχουν παραβιάσει εντελώς αυθαίρετα αυτή τήν αυστηρά προσεγμένη γιά νά επαναλαμβάνεται επιτυχία τών προγραμματισμένων κινήσεων καί έχουν δώσει αυτό τό χαριτωμένο αποτέλεσμα, αυτό τό Σπάνιο Λάθος, αυτό ακρι- βώς που τώρα εμείς απολαμβάνουμε, αυτά που διαβάζονται σέ σάς, γραμμένα απ' αυτήν ακριβώς τή Γραφομηχανή. (19) 1975 Όταν θά σέ απομυθοποιήσω ολόκληρον, μήπως τότε θά μπο- ρέσω νά ζητήσω τόν λόγο απ' αυτούς που κρύβονται πίσω α- πό σένα; Γιατί μήπως εσύ δέν είσαι η δικαιολογία που τούς καλύ- πτει; Τό εμπόδιο που δέν μέ αφίνει νά ζητήσω τά δικαιώμα- τά μου καί νά αξιώσω τήν καταδίκη τους; Είναι αλήθεια λοιπόν πως είσαι ένα απατηλό είδωλο, ένας καθρέφτης που στήν κορνίζα του κάθισα όλα αυτά τά χρόνια καί ξεγε- λιώμουν μέ τίς μικρές του ασήμαντες μεταβολές, περιμένο- ντας τήν μεγάλη αλλαγή που εκείνοι σού υποσχέθηκαν; Εδώ καί αρκετόν καιρό κάθομαι καί συλλογίζομαι καλά καί βρίσκω ολοένα καί πιό εύκολα σωστή τήν υποψία πως μέ κράτησαν ώς τά τώρα παίζοντάς μου ένα άσχημο παιχνί- δι. Καί τότε, πρίν απογοητευτώ απ' αυτό που είμαι, μιά στιγμή πρίν οι δυνατότητες που είναι σχεδόν νεκρές καί που θά μπορούσα νά έχω ζήσει μέ παρασύρουν καί καταποντιστώ θρηνώντας τες, αρπάζομαι απ' τό μίσος μου γιά σένα καί κρατιέμαι γερά. Εδώ πιά υπάρχει ένας λόγος που μέ συντη- ρεί: τό νά σέ κατηγορώ, γιατί άν δέν είσαι καί σύ συνεργός σ' αυτό τό παιχνίδι που μέ ξόδεψε έτσι άδικα, χωρίς ούτε κάν νά διακρίνω πρός τά πού δόθηκε η χαρά γιά τήν δικιά μου καταστροφή, τουλάχιστον ποτέ δέν μέ προστάτεψες, πά- ντα ήσουν στραμμένος εναντίον μου, αρνήθηκες επίμονα νά δεχτείς τά παράπονά μου γιά τό κακό που μού γίνονταν, πί- σω σου δέν υπήρχε παρά ένας αδικημένος Δημιουργός που τήν αποζημίωση γιά τήν αχαριστία τού πλάσματός Του τήν είχες κάνει εντελώς δικιά σου υπόθεση -τόσο, ώστε πιά νά μήν έχει καμμιά σημασία άν υπάρχει κάν Εκείνος-, καί που τήν εκδίκησή Του εσύ δέν τήν έπαιρνες γιά νά τήν αποθέσεις στά πόδια Του, μά τήν κρατούσες ολόκληρη γιά σένα... Καί τώρα Εκείνος ξεχάστηκε εντελώς -ακόμα καί πρίν από πολύν καιρό σπάνια Τόν επικαλιώσουν στίς διεκδικήσεις σου-, καί μαζύ Του όλα όσα σού είχε υποσχεθεί. Καί δέν εί- μαστε παρά οι δυό μας: εσύ που δέν έχεις καταφέρει τίποτα μέ τίς απαιτήσεις σου καί κοίτεσαι παράμερα κουρασμένος, κι εγώ, ένας αιώνια επαναστατημένος, πολεμώντας συνεχώς τά ίδια φαντάσματα που στέλνεις νά μέ τρομάζουν, ένα παι- δί που λέει όχι μέ πείσμα γιά τό χατίρι καί μόνο αυτού τού όχι, ένας γέρος που σκαλίζει τρέμοντας τίς βαρειές πέτρες που έστρωσες στόν δρόμο του, ψάχνοντας ακόμα γιά τίς ηδο- νές που τού ψιθύριζες τόσα χρόνια στό αυτί πως κρύβονται κάτω από 'κεί, ένας αλήτης που δέν έχει παραδοθεί πουθενά καί που δέν φοβάται παρά μόνο τόν φόβο, ένας ερμαφρόδιτος που δέν τό ξέρει ότι είναι καί διαρκώς αφουγκράζεται τήν άλλη καρδιά που τόν καλεί, ένας εσύ που τώρα μέ μισεί α- κόμα περισσότερο γιατί καταλαβαίνει πως τό μεγαλύτερο θύμα είναι αυτός κι εγώ δέν τού ανήκω καί δέν δέχτηκα ποτέ τό παιχνίδι, ίσα ίσα, μαζύ μου ούτε κάν ηττημένος δέν μπορεί νά είναι. (191) 1975 Τώρα κατά κάποιον περίεργο τρόπο τά πράγματα έχουν τε- λείως αντιστραφεί κι αυτός μέ έχει σχεδόν ολοκληρωτικά κατακτήσει βάζοντας σ' εφαρμογή εκείνα που τού δίδαξα ό- ταν ήταν δικός μου πρίν από πολύν καιρό καί χαιρόμουν γιατί φαίνονταν ότι καλλίτερα απ' όλα αφομοίωνε τόν τρό- πο νά αντιστέκεται στήν γοητεία τών άλλων. Δέ λέω νά τό χορτάσω τούτο τό καλοκαίρι! Η θάλασσα μέ ξετρέλλανε. Τά ψάρια γυαλίζουν ανάμεσα στίς πέτρες κι ε- γώ είχα δυό χρόνια που δέν βούτηξα στά νερά της. Σκέφτομαι ένα ποίημα τού Χριστιανόπουλου. Ίσως κάπως έτσι νά τούλεγε: "Καί χωρίς εσένα μπορώ νά τό χαρώ τώρα! -Ναί, ακόμα καί χωρίς εσένα! -(Πιστεύω στή ζωή, στήν τέ- χνη, καί στόν έρωτα). -Αρκετά πόνεσα. -Δέ σέ κάνω ζάφτι πιά. -Ο πόνος μου πάει τζάμπα μαζύ σου. -Νά κρατήσω καί γιά κάναν άλλον. -Εσύ δέν τόν καταλαβαίνεις. -Μέ βαρέθη- κες καί πάς". Μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. (20) 1975 Όσο πιό ειλικρινής γίνομαι, τόσο περισσότερο απομακρύνο- μαι απ' τούς άλλους. Καί παρ' όλο που αυτό φαίνεται αδύ- νατο, ωστόσο μέ κάποιον περίεργο τρόπο ίσως ακόμα κι από σένα. Γιατί εκείνο που μάς συνδέει είναι συνθήκες καί συμ- φωνίες, τιμωρίες καί αμοιβές, υποχρεώσεις καί δικαιώματα, τρυφερότητα καί στοργή, δηλαδή ό,τι πιό ψεύτικο υπάρχει στόν κόσμο, ενώ η ειλικρίνειά μου αποκαλύπτει τόν φθόνο καί τό μίσος, τό συμφέρον καί τή μνησικακία, τήν θελημα- τική επιπολαιότητα στήν κρίση γιά τόν άλλον, τούς εκβια- σμούς καί τήν χαιρέκακη αναμονή τής καταστροφής του, δη- λαδή ό,τι πιό αληθινό κρύβεται πίσω απ' αυτά, κι ακόμα πιό πίσω, τόν φόβο που τά δημιουργεί. Καί τότε αυτός δέν μπορεί πιά νά ειπωθεί δεσμός, έστω κι άν, επειδή η αδιαφο- ρία είναι αδύνατη ανάμεσά μας, αλληλοκοιταζόμαστε τώρα μέ οίκτο -έτσι που είμαστε φτιαγμένοι δέν έχει περισσέψει τίποτε άλλο εκτός απ' αυτόν κι εμείς τόν παίρνουμε-, αλλά κι αυτός ακόμα δέν είναι παρά ένα υποκριτικό πρόσχημα που μάς επιτρέπει ν' αρχίσουμε ξανά. Καί νά, πρίν προλάβω νά τελειώσω, βλέπω έτοιμη μέσα στά μάτια σου τήν γνωστή μικρή διέξοδο. Τό χέρι σου έχει α- πλωθεί εδώ καί ώρα κι εγώ στηρίζομαι κιόλας μ' ευγνωμο- σύνη επάνω του, προσπαθώντας ώστε νά μήν μπορώ παρά νά εξαρτιέμαι απόλυτα απ' αυτό. Κι έτσι τώρα εσύ θά μέ στραγγαλίσεις άφοβα μέ 'κείνο τό ασύγκριτο πάθος τής ενο- χής σου, τό μόνο είδος αγάπης που μάς απομένει... Κι όμως παρ' όλα αυτά, η απόσταση μεταξύ μας δέν μικραί- νει -άν καί τώρα, μέ τήν κατοχή όλης αυτής τής γνώσης, έ- χεις δυναμώσει αρκετά κι ο φόβος που μάς χωρίζει έχει κιό- λας χλωμιάσει απ' τό κακό του βλέποντάς με νά γίνομαι ο- λοένα καί περισσότερο δικός σου-, αλλά ούτε καί τελικά κανείς απομακρύνεται -πράγμα που ίσως νά λιγόστευε τήν αγωνία μας-, γιατί καί πού θά μπορούσε νά πάει; Αυτός εί- ναι ο χώρος που τού επιτρέπεται, αλλά κι άν ακόμα τά κα- τάφερνε νά βγεί έξω απ' αυτόν, είναι πολύ πιθανόν, μάλιστα είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θά σέ συναντούσε ξανά. (21) 1975 Διαβάζει τά γραπτά του κι αναλογίζεται: Όλα αυτά δέν έ- χουν καμμιά συνοχή. Κάθε φράση φαίνεται νά έχει γραφτεί κι απ' τό χέρι ενός διαφορετικού ανθρώπου. "Καί τί παράξενο βρίσκεις εδώ; Μού είναι αδύνατον νά ταυ- τιστώ κάθε πρωΐ μ' αυτόν που έπεσε γιά ύπνο τό βράδυ. Καί δέν έχω καμμιά συναίσθηση, ούτε καί θά μπορούσα νά πώ πού συμβαίνει, αυτής τής μεταβολής. Μπορώ μονάχα νά τήν καταλάβω από τά αποτελέσματά της, επειδή εκείνος που έ- φυγε εγκατέλειψε μέσα μου τίς επιθυμίες του, κι άν κι η ει- κόνα του ξεθωριάζει σιγά σιγά καί σβύνει μή μπορώντας νά μέ παρακολουθήσει, ωστόσο έχει ήδη κερδίσει τή θέση του, η ύπαρξή του έχει ήδη γίνει ένα ακόμα κομμάτι σ' αυτή τήν α- πέραντη αλυσσίδα τών μεταβολών, τής οποίας εσύ αποτε- λείς ένα τουλάχιστον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, άς πούμε τήν αίσθηση τής συνέχειας ανάμεσα στά διάφορα μέρη της, καί τής οποίας ένα κομμάτι θά γίνω κι εγώ σέ λίγο. Οι σχέ- σεις μου μαζύ του δέν είναι καθόλου κακές. Δεχόμαστε ο έ- νας τήν παρουσία τού άλλου πάνω σέ κάτι που κανείς δέν διαννοήθηκε νά τό θεωρήσει ιδιοκτησία του, άλλωστε ποτέ αυτό σέ κανέναν από μάς δέν έχει προσφερθεί ολοκληρωτι- κά, μάλιστα ούτε κάν προσφέρεται, είναι εκεί καί θά μπο- ρούσε κανείς ν' απλώσει τό χέρι του καί νά τό πάρει, άν αυ- τή η κίνηση είχε κάποιο νόημα θά μπορούσε νά προσφερθεί κανείς ο ίδιος σ' αυτό άν εκείνο δέν έδειχνε τόσο αδιάφορο, σχεδόν σάν νά τόν περιέχει κιόλας... Μά όλα αυτά ούτε που μέ απασχολούν κάν. Μόλις ανοίξω τά μάτια μου τό πρωΐ διαπιστώνω τήν απουσία του -η εμφάνισή μου τόν ανάγκασε νά αποσυρθεί από τόν χώρο που κατείχε μέχρι τώρα καί νά τόν αφίσει στήν διάθεσή μου-, παρ' όλο που αυτός δέν έχει φύγει ακόμα. Κάθεται εκεί στή γωνιά τού κρεββατιού καί μέ περιμένει υπομονετικά νά ξυπνήσω. Τού ψήνω καφέ στήν κουζίνα κι εκείνος ξαπλώνει στήν ψάθινη πολυθρόνα δίπλα στό γραφείο που έγραφε χτές. Ποτέ δέν τόν έχω παρατηρή- σει, καθώς μπαίνω στό δωμάτιο μέ τόν δίσκο στά χέρια, νά κάθεται στήν καρέκλα τού γραφείου. Φαίνεται πως αυτή η θέση μπροστά στά χαρτιά τού προξενεί κάποια απέχθεια. Κα- πνίζουμε ένα τσιγάρο σιωπηλά κι έπειτα μελετάμε τήν χτε- σινή φράση. Είναι πάντα πολύ φιλικός καί γεμάτος προθυ- μία. Εξετάζουμε χωριστά τό κάθε νόημα, μέ κάνει προσεκτι- κό σέ ορισμένα σημεία που μού ξεφεύγουν καί μέ χτυπά στήν πλάτη ενθαρρυντικά από καιρό σέ καιρό. Αυτό κρατάει κά- μποση ώρα, μού αφίνει ολοένα καί μεγαλύτερη πρωτοβουλία κι όταν τέλος πιάνω τήν πέννα στά χέρια μου είναι έτοιμος να φύγει, μάλιστα η ώρα του πέρασε, έχει φύγει κιόλας χω- ρίς νά τόν καταλάβω, παρ' όλο που ίσως νά τόν χρειζόμουν λίγο ακόμα, αλλά καταλαβαίνω πως δέν μπορεί νά μείνει άλλο, ήδη έχει αναχωρήσει από χτές που νύσταξε καί όπως καί νάχει τό πράγμα, θά τού είναι δύσκολο νά βλέπει τό έρ- γο του σέ ξένα χέρια... Όλο αυτό έχει τόν χαρακτήρα ορισμέ- νων αναπόφευκτων πραγμάτων που τά δέχεται κανείς χωρίς ν' αναρωτιέται τό γιατί, καί τό θεωρώ μάταιο ν' αλλάξω ε- κείνο που κατά κάποιον τρόπο είναι η διαθήκη του, αφού έ- τσι κι αλλοιώς, χωρίς νά θέλω νά τόν κακολογήσω -άν καί δέν νοιώθω καθόλου οίκτο γι' αυτόν, μάλιστα ούτε κάν συ- μπάθεια, σχεδόν μού είναι αδιάφορος καί πολλές φορές έχω πετάξει τίς φράσεις του- δέν έχει πιά καί τόση αξία. Έτσι, γρήγορα τόν έχω ξεχάσει, ενώ μπροστά μου απλώνεται η γο- ητεία μιάς καινούργιας φράσης, εντελώς δικιάς μου, που δέν, ούτε καί θέλω, νά τού χρωστά τίποτα. Άλλωστε γρήγο- ρα θά ξεχαστώ κι εγώ. Ο καιρός μου τελειώνει τόσο σύντο- μα καί ήδη νοιώθω νά νυστάζω". "Νά λοιπόν γιατί δέν μπόρεσες νά γράψεις τίποτ' άλλο ε- κτός από μερικές φράσεις μέχρι τώρα", είπα τότε εγώ μπαί- νοντας μέ μιά ξαφνική κίνηση στή μέση, ενώ εκείνος κου- νούσε ακόμα τό κεφάλι του. "Κι άν δεχτούμε ότι αυτός ο άν- θρωπος είναι ειλικρινής, δέν φαίνεται ότι θά μπορέσεις νά κάνεις καί τίποτα διαφορετικό στό μέλλον. Αλλά κι άν δέν είναι -πράγμα πολύ πιθανό, γιατί πώς νά τού έχεις εμπιστο- σύνη;, τό πρωΐ, όταν ξυπνάει, είναι ένας άγνωστος που δέν σού τόν έχει συστήσει κανείς καί κανείς δέν έχει εγγυηθεί γι' αυτόν καί μέχρι τό βράδυ είσαι σχεδόν τελείως εγκατα- λειμένος στά χέρια του καί δέν έχει βρεθεί καθόλου καιρός νά τόν ελέγξεις, τόσο καλά ξέρει νά σέ σκεπάζει ώστε νά μή σού περισσεύει τίποτα που νά μήν τό εξουσιάζει, εκτός ίσως (κι είναι δύσκολο νά τό διαπιστώσουμε) από 'μένα-, αλλά κι άν δέν είναι λοιπόν ειλικρινής, πάλι δέν αλλάζει τίποτα. Γιατί μέ τό νά υποκρίνεται δέν κάνει τίποτε άλλο παρά σκε- πάζει τήν βαθύτερη ανικανότητά του καί δικαιολογεί τήν α- νώφελη, ίσως καί επιζήμια ύπαρξή του που σ' έχει αγκαλιά- σει σάν τόν κισσό καί σ' απομυζά, τήν άσχημη κωμωδία που παίζει σέ βάρος σου καί τέλος τήν ίδια του τήν καταδίκη, που ίσως ίσως δέν τήν έχει ακόμα ολοκληρωτικά αποδεχτεί, δηλαδή νά μήν μπορεί νά κάνει τίποτα διαφορετικό απ' τό νά μιμείται τόν ίσως όχι ασήμαντο, αλλά που καταντά έτσι μιά μετριότητα, εαυτό του. Είναι δηλαδή ένας κακός ηθο- ποιός αφού δέν παρασύρεται απ' τό παίξιμό του, ένας καλός φωτογράφος που σού διοχετεύει τήν αγωνία του μέ μιάν άλ- λη μορφή, καί θά πρέπει νά ντρέπεται γι' αυτό. Γιατί τώρα εσύ δέν είσαι τίποτ' άλλο παρά ένα θύμα του. Καί μάλιστα ένα θύμα χωρίς τήν δυνατότητα εκδίκησης. Χωρίς κάν δυνα- τότητες". (22) 1975 Μιλούσα λοιπόν γι' αυτή τήν εξαιρετική Γραφομηχανή, α- γαπητοί μου κύριοι. Γι' αυτό τό έξοχο δείγμα τού σύγχρονου πολιτισμού μας. Ενός πολιτισμού ωριμασμένου πιά, χιλιο- τρυπημένου σάν πολεμική σημαία, μά που έχει, από τήν άλ- λη μεριά, μέ τήν ευγενική συμπαράσταση τών έντιμων καί προικισμένων συντηρητών του, ενισχύσει τό αμυντικό του σύστημα κατά τού ύπουλου έχθρού τόσο καλά ώστε νά μή φοβάται πιά ούτε ακόμα καί έναν τυχαίο πλανόδιο ομιλητή, ο οποίος μέ τήν, επιτρέψτε μου, πλήρη επίγνωση τών αιτη- μάτων αυτού τού θάρρους που τόν καταδέχεται, είχε τή χαρά νά δεί νά τού παραχωρείται η πρωτοβουλία τής εκλογής τού δείγματος γιά τό οποίο μόλις σάς μίλησα. Υπήρξε, είν' η αλήθεια, μιά εποχή εντελώς διαφορετική γιά μάς τούς πλανόδιους ομιλητές. Στό παρελθόν, όταν τό είδος αυτών τών ανθρώπων, που ανακάλυπταν μέσα τους ξαφνικά μιά τέτοια κλίση, ανθούσε, έπρεπε νά είναι προετοιμασμένος κανείς γιά έναν δύσκολο δρόμο μά ωστόσο γιά έναν δρόμο γνώριμο, χιλιοπερασμένον, που η αρχή καί τό τέλος του ή- σαν εντελώς γνωστά, όχι μονάχα απ' τίς λαχανιασμένες γε- μάτες μίσος διηγήσεις στίς γωνίες τών δρόμων καί τίς ανεύ- θυνες παθιασμένες περιγραφές που από καιρό σέ καιρό ανα- στάτωναν τίς, μέ τόσο κόπο είν' η αλήθεια, μέ τόσες αιματη- ρές καί πολυδάπανες προσπάθειες, ησυχασμένες συνοικίες, αλλά καί απ' τίς επίσημες ανακοινώσεις από υπεύθυνα στό- ματα καί εντεταλμένους ειδικά γι' αυτό δημόσιους φορείς που, ερμηνεύοντας μέ μιάν απαράμιλλη αισθητική τίς βα- θύτερες κατευθύνσεις τού κοινού αισθήματος -λειτούργημα εξαιρετικά δύσκολο χάρις στήν πολυμορφία καί τίς διαρκείς μεταβολές τού αντικειμένου του, μά απλοποιημένου ωστόσο μέ θαυμαστή επιδεξιότητα απ' τούς ταλαντούχους, διαλεγμέ- νους μέ ευαισθησία γι' αυτόν ειδικά τόν σκοπό ανάμεσα σέ τόσους καί τόσους διεκδικητές τής δύσκολης εντολής, νομο- θέτες-, προέβλεπαν καί προειδοποιούσαν καί προσπαθούσαν νά προλάβουν τίς επιζήμιες καί κακές εκείνες διαστροφές γιά τό σύνολο, περιχαρακώνοντας αυστηρά, μά μέ μιάν ευγε- νική διακριτικότητα, τήν πορεία του, σχεδόν υποδεικνύο- ντάς την, μέ απλότητα καί κατανόηση τών δύσκολων, πολ- λές φορές καί παράδοξων καί εγωϊστικών καί άτακτων α- κόμα, γούστων που αντιμετώπιζαν, φέρνοντας γιά παράδειγ- μα τούς εαυτούς τους, επιδεικνύοντας όχι σπάνια, όποτε μιά διδακτική ευκαιρία, έντονα κι ερεθιστικά, παρουσιάζονταν, μέ ήρεμη ευπροσηγορία καί διδασκαλική επιμονή, τήν δύ- σκολη μά ιερή καί αναγκαία τέχνη τους, χτίζοντας σκα- λωσιές, τεντώνοντας σκοινιά ανάμεσα σέ δυό σταθερά ση- μεία που επέτρεπαν μέ μεγαλόκαρδη άνεση νά τά προτείνει τό κοινό, σκύβοντας μέ απίστευτη ευελιξία κάτω από επιφά- νειες μέ μιάν επαφή σχεδόν ερωτική, γλυστρώντας μέσα από εμπόδια σχεδόν συμπαγή, επιχειρώντας επικίνδυνες κατολι- σθήσεις, αναβάσεις απαιτητικές που επιτρέπονται μόνο χά- ρις σέ μιά λεπτή επιλογή συνδυασμένων αναρριχητικών κι- νήσεων, χορεύοντας γενικά, πηδώντας καί έρποντας μέ τήν σύμπραξη καλλιτεχνικών λαϊκών συγκροτημάτων καί πε- τυχαίνοντας πολλές φορές -άν καί σπάνια διαρκούσε αυτό γιά περισσότερο από μιά στιγμή- μ' αυτή τήν εκφραστική παντομίμα, νά κάνουν κατανοητή στά μεγάλα πλήθη τών πανηγυριών τή μακρυά σειρά από τίς πρόβες που είχαν χρειαστεί καί τήν υπομονή καί τήν εφευρετικότητα τής χο- ρογραφίας που κατόρθωνε μέ απτή σαφήνεια νά περιγράψει τήν δύσκολη μά συναρπαστική αρχιτεκτονική σύλληψη τής κατασκευής ενός επιθυμητού σ' αυτούς συστήματος οδών, που, παρ' όλη τήν εξαιρετική διαπερατότητά του καί τόν α- σφαλή του προσανατολισμό γιά τούς ίδιους, στά μάτια ενός αμύητου, ενός αδέξιου οδοιπόρου, ενός μή αναγνωρισμένου συμμετέχοντος, δέν ήταν παρά ένα τείχος, ένας ακατανόητος λαβύρινθος που, τονίζοντας θριαμβευτικά τήν παρουσία του στήν επιθυμία εκείνου νά τόν περάσει, δίδασκε καί σοφρο- νούσε καί διαχώριζε μέ πατρική αγάπη τό κακό από τήν δύ- σκολη απόκτηση τής γνώσης καί τής δύναμης. Ήταν λοιπόν, γι' αυτούς ακριβώς τούς παραπάνω λόγους, γνωστός ο δρόμος. Ενώ σήμερα! Σήμερα έχουν όλα αλλάξει! Παλιώτερα μιά βεβαιότητα κερδίζονταν μέ αίμα, ναί, μά ή- ταν τουλάχιστον δυνατόν νά κερδιθεί. Υπήρχαν τρόποι ανα- γνωρισμένοι, μέ μακρυές καθησυχαστικές σειρές εγγυήσεων πίσω τους, που προέτρεπαν, που διέλυαν δισταγμούς, που σήκωναν πρόθυμα πάνω στίς δοκιμασμένες πλάτες τους τίς τελευταίες αντιρρήσεις. Καί τότε πιά δέν χρειάζονταν παρά μιά απόφαση, μιά εκκινητική χειρονομία καί νά: άρχιζε κα- νείς χαρούμενος, ανάλαφρος, μ' ένα τέλος που τού έγνεφε χαμογελώντας από μακρυά, οικείο, σχεδόν σάν ένα μέρος κιόλας απ' τόν εαυτό του, ένα κομμάτι του που νά, έτσι, γιά νά γίνει τό παιχνίδι, γιά νά γίνει τό κέφι τους, είχε προσω- ρινά απομακρυνθεί, είχε σκαρφαλώσει μέ πείσμα μιά δύσκο- λη ανηφόρα καί τόν φώναζε νά τό πιάσει τώρα από 'κεί. Σχεδόν κανείς δέν αποτύχαινε εκείνον τόν καιρό. Ενώ σήμε- ρα! Πώς είναι δυνατόν νά αποκτηθεί έστω καί μιά οποιαδή- ποτε βεβαιότητα! Τό αίμα έχει καταντήσει ένα άχρηστο υλι- κό, σχεδόν μάς έχει γίνει βάρος. Κι άν σύμφωνα μέ ανα- γκαιότητες που μάς διαφεύγουν είμαστε υποχρεωμένοι νά τό ανεχόμαστε ακόμα, αυτό είναι κάτι που δέν μάς παρηγορεί, επειδή έτσι μάς επιβάλλει τήν αχαριστία του, μάς απαγορεύ- ει νά τό αντικαταστήσουμε μέ κάτι που νά αξίζει ή έστω νά τό βελτιώσουμε ώστε νά μπορεί νά αγοράσει ξανά... Έτσι σήμερα ένας πλανόδιος ομιλητής είναι ένα φαινόμενο σπάνιο, ένα τέρας -ναί έχω πλήρη επίγνωση γι' αυτό- άξιο γιά κάθε διωγμό, επειδή εκείνος, παρ' όλα αυτά, επιμένει νά αρνείται τίς συνθήκες που τόν απαγορεύουν, τήν Πραγματι- κότητα που τόν καταργεί, απειθαρχώντας στίς προτιμήσεις της, επιχειρώντας διαρκώς νά τήν δέσει πισθάγκωνα, νά τήν στρεβλώσει ναί, ναί, η Λογική εδώ δέν έχει πιά θέση η λο- γική εκτίμηση τών πραγμάτων, τό στάθμισμα τών ενδεχόμε- νων δυσκολιών, τό ανέφικτο ή όχι τής κατανόησης από τούς άλλους τής -άς τό δεχτούμε προσωρινά- έστω καί μέ τήν πι- θανότητα ορισμένων ιχνών κάποιου περιεχομένου κατ' αρ- χήν στήν συμπεριφορά του, λοξής του διείσδυσης μέσα στίς μέ τόση επιμέλεια αναδιπλωμένες πτυχές της που διαρκώς ανεμίζουν χτυπώντας, απωθώντας, τόν κάθε έντιμο αγωνι- στή, τόν κάθε τίμιο γεμάτο αξιοπρέπεια μαχητή που τολμά νά τήν προσβάλλει κατά μέτωπο. Μιά διείσδυση αλλόκοτη, αδέξια, παιδική, μά τόσο επικίνδυνη γι' αυτή! Επειδή έτσι τά φορέματά της ξεσκίζονται, οι σάρκες της ματώνουν, παρ' όλο που εκείνου δέν τού έχουν μείνει πιά σχεδόν καθόλου δόντια, παρ' όλο που έχει από καιρό κουραστεί ένας γέρος που φαίνεται περισσότερο πως ήρθε νά ικετέψει παρά γιά νά επιτεθεί, που ίσως νά είχε κιόλας παραδοθεί άν τού απόμενε έστω κι η πιό μικρή σιγουριά πως θά γίνονταν πιστευτός, άν αντίθετα δέν ήταν κιόλας σίγουρος πως η βεβαιότητα που ξεκίνησε νά πολεμήσει έχει τώρα αλλάξει εντελώς χαρακτή- ρα, έτσι, ώστε νά αρνείται ό,τι θά μπορούσε νά τήν έχει γεν- νήσει καί μαζύ καί τούς εχθρούς του. (23) 1975 Επειδή έτυχε νά έχει ονειρευτεί συχνά, τώρα κοιτάζει τά ό- νειρα σάν κάτι που τού τό χρωστούσαν. Τό περιεχόμενό τους φαίνεται πως τό είχαν δανειστεί στό παρελθόν κάποιοι μα- κρυνοί συγγενείς, πρόσωπα έμπιστα -ο καθένας τους είχε καί μιά μικρή τράπεζα-, τώρα πιά οριστικά χαμένοι. Μέσα εκεί φυλάχτηκε, ζωντανό καί ασφαλισμένο, από κάθε ύποπτη πρόθεση θά ήταν δυνατόν, κρύβοντας εύκολα απ' τά δικά του άπειρα μάτια επιθυμίες που ίσως θά μπορούσαν νά τόν βλάψουν, νά τό πλησιάσει, κι από καιρό σέ καιρό, όταν ήταν καλός καί φρόνιμος, κάποιος απ' αυτούς θά τόν έπαιρ- νε σφιχτά απ' τό χέρι καί μέ μεγάλη προσοχή -εδώ έπρεπε νά περπατάει κανείς μόνο στίς μύτες τών ποδιών, σιωπηλά, χωρίς ποτέ νά ρωτάει, επειδή σάν όλα τά ωραία μυστικά τού κόσμου, έτσι κι αυτό κινδύνευε θανάσιμα από έναν σκληρό ήχο, από μιά βίαιη χειρονομία, από απρόσεκτες κινήσεις που τραβούν τήν προσοχή ματιών που δέν πρέπει- θά κατέβαιναν τήν στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε σ' αυτό τό τόσο επι- θυμητό υπόγειο, κι εκεί, ανοίγοντάς του τή μικρή ιδρωμένη χούφτα θά τήν γέμιζε μ' αυτά τά μαγικά κομμάτια από γυα- λιστερό μέταλλο. Τότε αυτός, θά διάλεγε προσεκτικά εκείνο που ταίριαζε κάθε φορά καί μέ τά κλειδιά που τού είχαν έτσι γενναιόδωρα εμπιστευθεί, θά άνοιγε μιά μιά τίς θυρίδες μέ τούς σκαλισμένους αριθμούς πάνω στό χερούλι... "Όλα αυ- τά όσο περνάει ο καιρός γίνονται κάθε μέρα καί περισσότερο δικά σου", έφτανε θαμπά η φωνή εκείνου σάν μακρυνή ηχώ στ' αυτιά του, ενώ μπροστά του οι απίστευτες δυνατότητες ξεφώνιζαν από χαρά απλώνοντάς του τά χέρια, ξεγελασμένες όπως κάθε φορά πως ήρθε νά τίς βγάλει απ' τή συρταρωτή τους φυλακή. "Θά πρέπει νά κοκκινίζεις από ντροπή που εί- σαι τόσο πλούσιος", τού έλεγαν όταν ανέβαινε επάνω. "Καί τυχερός", συμπλήρωναν οι άλλοι καθώς έδινε στόν καθένα τους τό κλειδί του. Στίς αναμνήσεις του, που τόσο συχνά τού άρεσε άλλοτε νά περνά τίς ώρες του μέ τή συντροφιά τους, εκείνοι δέν κράτη- σαν σχεδόν καθόλου έναν δικό τους χώρο. ((Ωστόσο η περιο- χή που τούς ανήκε περιβάλλονταν -όπως άλλωστε καί κάθε περιοχή τής μνήμης του από τήν αντίστοιχη δικιά της, αλλά ιδιαίτερα αυτή- από μιά ιδιότροπη άρνηση, που φαίνονταν νά προέρχεται όχι από μέσα της αλλά απ' έξω, σάν νά τήν κοιτούσαν ολόγυρα στραμμένες διακριτικά πρός τό μέρος της όλες μαζύ οι αρνήσεις τών περαστικών που κάποτε τήν είχαν πλησιάσει καί σταματούσαν εκεί γιά λίγο πρίν συνε- χίσουν τόν δρόμο τους χωρίς νά δέχονται νά μπούν στό εσω- τερικό της, έτσι που θάλεγες πως σιγά σιγά μέ τόν καιρό, χωρίς κανείς νά ξέρει γιατί, εκείνη είχε γίνει ένας τόπος προσκυνήματος, ένα είδος ταμπού, όπου κάθε τι καινούργιο που περνούσε στίς απαιτητικές αίθουσες τής μνήμης του, ή- ταν πιά μιά σεβαστή συνήθεια νά καταθέτει στόν περίγυρό της, σάν ένα είδος συμβολικής προσφοράς γιά τήν ξεχωριστή εύνοια που τού γίνονταν (ένα είδος εγγύησης γιά τήν παρα- πέρα συμπεριφορά του μέσα σ' αυτές), τήν άρνησή του νά μπεί μέσα του καί μέ τόν τρόπο αυτόν φανερώνονταν πως κάποια μυστική κι ίσως επικίνδυνη προτροπή τού είχε γίνει πρίν από λίγο, ή, μιά κι οι υποψίες όποτε έτυχε νά εμφανι- στούν αφορούσαν περισσότερο σέ κάποιον που προνοούσε παρά σέ κάποιον που ενέδρευε, πολύ πιθανότερο κάποια προ- ειδοποίηση γιά μιά πρόσκληση μέ ανεπιθύμητες συνέπειες που θά συναντούσε πλησιάζοντας. Έτσι λοιπόν δέν είχε πο- τέ της κατακτηθεί από κάποιον άλλον καί -πράγμα που συ- νέβαινε συχνά καί όχι μόνο γι' αυτή- έκανε τήν εμφάνησή της όπου έπρεπε, σάν μιά δειλή φιγούρα που συμπλήρωνε, ί- σως άθελά της μά χωρίς δύναμη ν' αντισταθεί, τό σκηνικό, έτοιμη πάντα νά πεί κάτι, αλλά σταματημένη τήν τελευταία στιγμή από κάποιον άγνωστο που τήν εξουσία του δέν ήταν δυνατόν μήτε νά προλάβει ν' αναρωτηθεί κανείς καί που σάν ένα μεγαλωμένο ξαφνικά πρόσωπο -ένα ασήμαντο σημαδάκι ίσαμε τότε σέ κάποια μακρυνή γωνιά- επιβάλλει μέ τό τρο- μερό του δάχτυλο στά χείλη μιά σιωπή που φαίνεται περισ- σότερο νά ξεπληρώνει παλιές μυστηριώδεις υποχρεώσεις πα- ρά νά επιδιώκει κάποιο μακρυνό ή κοντινότερο κέρδος...)). Καί τώρα που αποφάσισε νά αποχωριστεί εντελώς απ' αυτές, σκέφτηκε νά ζητήσει πίσω ό,τι δικό του είχε δανειστεί τότε στά πρόσωπα που διαχειρίζονταν τίς υποθέσεις του εκείνον τόν καιρό, όταν αυτός δέν ήταν σέ θέση ακόμα νά εκτιμήσει τήν σημασία τών γεγονότων καί θά μπορούσε έτσι εύκολα νά σπαταλήσει ό,τι είχε χρειαστεί κόπους μακρόχρονων προ- ετοιμασιών που απέβλεπαν σέ 'κείνον καί κομμάτια ολό- κληρα απ' τίς ζωές άλλων ανθρώπων που χρειάστηκε νά ξο- δευτούν μόνο καί μόνο γιατί έτυχε η δικιά του η ζωή νά ε- πρόκειτο νά περάσει ένα, όπως έδειχναν τά πράγματα, αρκε- τά μεγάλο χρονικό διάστημα -που γιά κάποιον λόγο δέν θά έπρεπε καθόλου νά εξαρτιέται απ' αυτόν- κοντά μέ τήν δικιά τους. Ζήτησε λοιπόν νά τού παραδοθούν τά κλειδιά που είχαν από τότε γραμμένο επάνω τους τ' όνομά του -επειδή έπρεπε ακό- μα, η δική του ιδιοκτησία νά ξεχωρίζει από εκείνης τών άλ- λων, τής οποίας άν καί δέν ήταν παρά ένα πρόσθετο στοιχείο (κάτι τό σχεδόν απόλυτα εξαρτημένο απ' αυτή), δέν μπορού- σε ωστόσο νά αφομοιωθεί από εκείνην επειδή, σάν κάτι τό ξένο, δέν γίνονταν ποτέ δεκτό καί αφού μόνο σάν μιά επι- στροφή θά μπορούσε νά λογαριαστεί μιά τέτοια αφομοίωση, ενώ, η προσπάθεια τών άλλων γιά νά υπάρξει εκείνος σάν κάτι ξεχωριστό δέν είχε σχεδόν ολοκληρώσει τήν αρχή της πράγμα που ήταν ακριβώς αυτό γιά τήν επιτυχία τού οποίου καταβάλλονταν η μεγαλύτερη προσπάθεια εκείνον τόν καιρό από όλους, μιά κι αυτός τής αντιστέκονταν επίμονα καί ζη- τούσε μέ κάθε τρόπο νά επιστρέψει εκεί απ' όπου τόν είχαν αποσπάσει-... Εδώ καί αρκετόν καιρό τώρα τά κλειδιά τους είναι στά χέ- ρια του. Οι μικρές όμορφες πόρτες τών θυρίδων μέ τούς σκα- λιστούς αριθμούς, ανοίγουν όπως πάντα μέ κάποια δυσκολί- α... Στήν πλάτη του όμως είναι καρφωμένο τό αυστηρό βλέμμα τού φύλακα. Εκείνος δέν έχει ξεχάσει τά καθήκοντά του καί γι' αυτόν όποιος πλησιάσει τίς θυρίδες είναι ύπο- πτος... Καί πώς μπορεί νά κατηγορήσει κανείς έναν άνθρω- πο που κάνει καλά τήν δουλειά του; Άν καί μέ γνωρίζει από παιδί, πάντα παραμερίζω ώστε μιά ελαφριά χαραμάδα νά τού επιτρέπει νά βλέπει τί κάνω. Κι αυτή τή φορά, όπως όλες, τό περιεχόμενο είναι στή θέση του. Όμως, όπως όλες τίς άλ- λες φορές, είναι ήδη πιά πολύ αργά. Ο φύλακας έχει κιόλας αντιληφθεί τίς προθέσεις μου -τήν καλή του θέση καί τήν ε- πιτυχημένη σταδιοδρομία του τίς χρωστά σ' αυτό τό σπου- δαίο προσόν τού καλού υπαλλήλου που κατέχει: νά προλα- βαίνει τίς επιθυμίες-, τό χέρι του πλησιάζει στό στόμα τή σφυρίχτρα, η θήκη τού όπλου του έχει κιόλας ξεκουμπω- θεί... δέν ξεχνά όμως παρ' όλα αυτά τόν σεβασμό που οφείλει στόν γενικό κληρονόμο καί ξεροβήχει διακριτικά δίνοντάς μου μιάν ευκαιρία. Είμαι αναγκασμένος ν' αφίσω ξανά τό περιεχόμενο άθικτο... Όμως έχω υπομονή. Ο φύλακας είναι αρκετά γέρος πιά. Άν καί δέν έχει καθοριστεί μέ ακρίβεια ο χρόνος τής αποχώρησής του -ο ίδιος αρνείται επίμονα καί νά τό συζητήσει ακόμα- ωστόσο είναι φανερό πως έχει κουρα- στεί. Οι κινήσεις του τήν τελευταία φορά δέν ήταν τόσο σί- γουρες. Πρέπει νά πολλαπλασιάσω τίς προσπάθειές μου. Θά επισκέπτομαι κάθε μέρα τίς θυρίδες. Καί κάθε φορά θά τού αφίνω περισσότερο χώρο γιά νά βλέπει. Ίσως τό περιεχόμε- νο τόν επηρεάσει. Άν καί δέν ξέρει τί είναι αυτό που φυλάει, ξέρει όμως καλά -μάλιστα τό σύστημα συναγερμού είναι ε- ντελώς δικιά του επινόηση (μιά τέχνη δύσκολη κάτω απ' τήν διαρκή ανάγκη τής ανανέωσης, που χρειάστηκαν πολλές γενιές γιά νά τελειοποιηθεί καί που μέ μιάν αυστηρή διαδι- κασία έχει περάσει από πατέρα σέ γιό ίσαμ' αυτόν)- τόν τρόπο που πρέπει νά φυλαχτεί. Είναι ο πιό αφοσιωμένος υ- πάλληλος τής οικογένειας. Χωρίς αυτόν θά ήταν αδύνατον... Στίς τόσες μου προσπάθειες νά τόν εξαγοράσω έχει κάθε άλ- λο παρά κλονιστεί κι αυτό στάθηκε μιά ακόμα αφορμή ώστε νά μέ υποπτεύεται περισσότερο από πρίν καί σχεδόν δέν κοι- μάται τώρα ποτέ. Ίσως όμως... Έχω σοβαρές ελπίδες ότι στό τέλος θά επηρεαστεί. Στίς θυρίδες κλείνονται κάτι δυνατό- τητες απίστευτες. Καί μόνο μαζύ του θά μπορούσα νά δραπε- τεύσω. (Φαίνεται δύσκολο είν' η αλήθεια. Ένας άνθρωπος στή δικιά του ηλικία δέν έχει καί πολλά νά επιθυμεί. Όμως αυτό δέν παύει ποτέ νά είναι μιά παρατήρηση τών άλλων, ί- σως μιά κρυφή τους επιθυμία ώστε νά περισσεύει περισσότε- ρος χώρος γι' αυτούς. Ένας άνθρωπος έχει πάντα στήν διά- θεσή του ένα αρκετά μεγάλο πλήθος ελπίδων ώστε μπορεί καί στίς τελευταίες του ακόμα στιγμές νά ονειρεύεται. Πόσο μάλλον ο φύλακας που, παρ' όλο που είναι γέρος, απέχει ω- στόσο αρκετά από τίς τελευταίες του στιγμές... Κι αλήθεια, κανείς ποτέ από τούς υπηρέτες τής οικογένειας δέν παραπο- νέθηκε γιά έλλειψη φροντίδας. Γιά αδιαφορία. Η συμπάθεια, τό αίσθημα τής φιλίας γιά τό κατώτερο προσωπικό, ήσαν πάντοτε πολύ ανεπτυγμένα. Καί τώρα αυτός μπορεί νά εκμε- ταλλευτεί τήν απομάκρυνση τών δύσκολων στιγμών -οί ο- ποίες όταν έρχονται είναι εύκολο νά λυγίσουν έναν άνθρω- πο- που εξ αιτίας αυτής ακριβώς τής κατανόησης έχουν κερ- διθεί γιά χάρη του. Ναί! Πιστεύω πως μπορεί ακόμα νά ονει- ρευτεί... Αρκεί μέ τρόπο κατάλληλο, μέ μιά συντονισμένη διαδοχή προσεκτικά διαλεγμένων κινήσεων, νά τού δοθεί τό ερέθισμα γι' αυτό. Έτσι που νά μήν υποψιαστεί τήν πρόθεση που βρίσκεται πίσω απ' αυτές. Τά ξένα σχέδια που τόν παρα- σύρουν νά υπηρετήσει... Άλλωστε τί σημασία έχει γι' αυτόν, άν αυτό που κέρδισε τού παραχωρήθηκε από κάποιον που ε- νώ τά επιθυμεί όλα, είναι ωστόσο υποχρεωμένος νά μοιρα- στεί ένα μέρος τους ώστε ν' αποκτήσει τά υπόλοιπα; Κι άν ακόμα δέν είναι παρά ένα τυχαίο πρόσωπο σ' αυτή τήν ιστο- ρία, η νέα θέση που από 'μένα τού προτείνεται δέν παύει νά είναι αξιοζήλευτη. Επειδή κι άν ακόμα προσπαθούσε μ' όλες του τίς δυνάμεις νά τήν κερδίσει, είναι σχεδόν σίγουρο πως μόνος του δέν θά κατάφερνε νά τήν πλησιάσει ποτέ. Ακόμη κι αυτή η επίγνωση τού ότι προσπαθεί νά τό κάνει, θά ήταν αρκετή γιά νά εγγυηθεί τήν αποτυχία του... Ενώ τώρα αυτή η θέση τού προσφέρεται. Έτοιμη, χωρίς κόπο. Δέν περιμένει παρά τήν αποδοχή του γιά νά τού παραδοθεί... Καί είμαι σί- γουρος πως μιά τέτοια προσφορά πολύ λίγοι θά τολμούσαν νά αρνηθούν). (24) 1975 Η Ελπίδα είναι υποπροϊόν τής Αντιληπτικής Αδράνειας. Είναι η επιθυμία τής προηγούμενης Μεταβολής νά διατηρη- θεί καί μάλιστα όχι μόνον αυτής, αλλά καί όσων τής προη- γούνται. Αυτή η διατήρηση είναι τό νόημα τής λέξης Ευτυ- χία. Άν ποτέ πραγματοποιούνταν έτσι όπως είναι τώρα ο άν- θρωπος, τότε, γιά νά συμβεί αυτό, θά έπρεπε εκείνος νά κομματιαστεί σέ τόσα κομμάτια, όσες είναι οι μεταβολές του, που από δώ καί μπρός θά διατηρούνταν αυτεξούσιες καί μόνες, περιβλημένες, η κάθε μιά χωριστά, από ένα αδιαπέρα- στο κενό που θά απαγόρευε τήν επαφή... Αυτό τό σχήμα θά μπορούσε νά συλλάβει τό ανθρώπινο μυαλό άν ζητούσαν τήν γνώμη του σάν παρατηρητού που -δέν μπορεί νά αποφύγει νά λειτουργεί έτσι, είναι αδύνατον νά πάψει νά είναι παρατη- ρητής ακόμα κι όταν τό αντικείμενο είναι αυτό τό ίδιο, μέ τό γνωστό παραμορφωτικό αποτέλεσμα, που ωστόσο δέν ι- κανοποιεί ποτέ τήν υποψία που αρνείται παρ' όλες τίς δια- βεβαιώσεις ν' αποσυρθεί- μέ κάποιο περίεργο άλμα μεταφέρε- ται πίσω απ' όλα αυτά κι εξακολουθεί -αναλλοίωτο τό ίδιο- νά παρατηρεί τήν καινούργια κατάσταση τού παλιού εαυτού του... Έτσι όπως είναι όμως τώρα ο άνθρωπος, είναι καταδι- κασμένος νά συγκρίνει. Κι αυτό, γιατί πάντα αφίνει κάτι πίσω του. Ποτέ δέν απορροφάται από τήν καινούργια του μεταβολή εντελώς. Αυτή τή σύγκριση τήν λέει μνήμη, κι αυ- τή είναι που τόν υποχρεώνει νά δίνει στήν ευτυχία ένα τέ- τοιο περιεχόμενο. Άν δέν υπήρχε η αντιληπτική αδράνεια, άν δηλαδή τόν απορροφούσε η καινούργια μεταβολή τής κά- θε φοράς, χωρίς ν' αφίνει τίποτα πίσω του, ώστε αυτός νά εί- ναι πιά αυτή η ίδια η μεταβολή, τότε δέν θά υπήρχε μνήμη. Δηλαδή δέν θά υπήρχε λόγος νά γίνει καμμιά σύγκριση. Καί τότε η ελπίδα δέν θά είχε κανένα νόημα. Επειδή τίποτα δέν θά ήθελε εκείνος νά διατηρηθεί, δέν θά προλάβαινε κάν νά τό επιθυμήσει, αφού η μεταβολή είναι συνεχής, ο χρόνος έχει εξαφανιστεί, η ευτυχία καθώς καί κάθε τι ανθρώπινο έχει α- φεθεί πρό πολλού σάν μιά άχρηστη αποσκευή στό δρόμο καί ήδη έχουμε αρχίσει νά μιλάμε γιά κάτι άλλο, πέρα απ' τό ό- ριο που μάς επιτρέπεται καί που τό τοπίο πίσω του μόνο νά τό υποπτευθούμε μπορούμε σάν τό αποτέλεσμα μιάς ατέ- λειωτης εξέγερσης που μήτε σ' αυτό τής μέλλεται ν' αναπαυ- θεί, όπως άλλωστε δέν αναπαύθηκε σέ κανένα προηγούμενο, καί φαίνεται ν' αδιαφορεί γιά όλα εκτός απ' τή συνέχισή της που αρνείται μέ πείσμα νά σταματήσει εμπρός σ' οποιοδήπο- τε τέρμα. (25) 1975 Η «Μεταβολή» δέν υπάρχει παρά μόνο γιά 'μένα. Στήν ουσί- α υπάρχει μιά ασταμάτητη βροχή ερεθισμών επάνω μου -ένας καταιγισμός δηλαδή εξωτερικών επιδράσεων- που φαίνεται νά έχει σκαλοπάτια, νά κόβεται, όταν αντιλαμβάνομαι μετά από καιρό τήν αλλαγή που μού έχουν επιφέρει. Ζώ λοιπόν συνεχώς στό παρελθόν μιά κι η αντιληπτική μου αδράνεια δέν μ' αφίνει νά παρακολουθήσω τήν ακαριαία μεταβολή που υφίσταμαι σάν σύνολο από τόν τυχόντα ερεθισμό. Απ' αυτό τό σύνολο, εγώ δέν αντιλαμβάνομαι παρά ένα άγνωστο πόσο μικρό κομμάτι νά μού τονίζει μέ διάφορους τρόπους τήν παρουσία του. Αυτού τού κομματιού υποτίθεται μέ κά- ποιον περίεργο τρόπο -που τού είναι τελείως αδιάφορο άν δέν τόν δέχονται κι εξ άλλου κανείς δέν σκέφτηκε ποτέ σο- βαρά νά τόν αμφισβητήσει- πως εγώ είμαι ο κάτοχός του, χωρίς ωστόσο νά φαίνεται πως τά όριά μου επεκτείνονται καί πέρα απ' αυτό. Τό ότι τό αντιλαμβάνομαι μέ τοποθετεί στή θέση τού παρατηρητή, άρα, μέ κάποιον ανεξήγητο τρόπο, έξω απ' αυτό. Κι αυτή η θέση τού παρατηρητή είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, γιατί όσο πίσω κι άν γυρίσω δέν βλέπω νά στέκεται στήν θέση τή δικιά μου παρά αυτή η αίσθηση, τό ότι δηλαδή παρατηρώ κάποιον καί κάτω απ' αυτήν ανακά- λυψα τόν εαυτό μου μάλιστα δέν μπορώ καθόλου νά πώ ότι ανακάλυψα τίποτα περισσότερο απ' αυτή, που κοιτώντας γύρω της δέν έβλεπε κανένα. Αυτό ακριβώς, τό ότι δηλαδή δέν φαίνεται νά κρατάω στά χέρια μου παρά αυτή τήν αίσθη- ση -που η ίδια, μιά καί δέν νοιώθει παρά νά παρατηρεί, δέν έχει έτσι κανένα στήριγμα, ούτε φαίνεται άλλωστε νά τήν α- πασχολεί κάτι τέτοιο- μέ κάνει νά υποπτεύομαι πως πίσω απ' όλα αυτά κρύβεται ένα απέραντο σύνολο που μού δια- φεύγει καί που προηγείται διαρκώς από 'μένα. Όμως είναι τώρα εδώ καί αρκετόν καιρό που αυτό τό σύνολο έχει πάψει πιά νά μ' ενδιαφέρει. Εκείνο που τώρα μέ απασχολεί είναι αυτή ακριβώς η ίδια η υποψία. Σ' αυτήν οφείλω τό ότι έπα- ψα νά είμαι ένας απλός παρατηρητής. Επειδή αυτή δέν ήρθε καθόλου σάν ένα λογικό συμπέρασμα που μού υπαγόρευσαν οι παρατηρήσεις μου. Αντίθετα φαίνεται ότι τά κάθε είδους συμπεράσματα καθόλου δέν τήν αφορούν. Μάλιστα, μιά καί δέν προέκυψε από κανένα απ' αυτά δέν φοβάται μήπως βρε- θεί κανένα νά τήν βλάψει. Κάθεται λοιπόν εκεί καί μέ κοι- τάζει ειρωνικά καθώς προσπαθώ νά τακτοποιήσω τούς συλ- λογισμούς μου κάνοντας τάχα πως δέν τήν προσέχω, ενώ ε- κείνης τά καυτερά της μάτια μού τρυπούν τήν πλάτη, καί φαίνεται νά διασκεδάζει αρκετά μέ τίς άχρηστες συνταγές που σπρώχνω επίτηδες πρός τό μέρος της κάθε φορά γιά νά τίς δεί, ενώ εγώ, περιμένοντας μέ αγωνία τή γνώμη της που συνήθως δέν είναι παρά ένα σαρκαστικό γέλιο, έχω ριχτεί κιόλας πρός μιάν άλλη κατεύθυνση χωρίς κάν νά γυρίζω νά κοιτάξω τήν παλιά, τήν οποία τώρα αυτή, αφού γέλασε κα- λά μαζύ της, παρατηρεί προσεκτικά από πίσω μου... Αυτό λοιπόν που μέ βασανίζει είναι αυτή η ίδια η υποψία. Γιά κά- ποιο λόγο τό περιεχόμενό της μού είναι τώρα σχεδόν τελεί- ως άχρηστο, δέν θά είχε μεγάλη διαφορά άν αντί νά λέει αυ- τό έλεγε κάτι άλλο -άλλωστε δέν μπορεί τίποτα νά μού υπο- δείξει, συνταγμένο όπως είναι σέ μιά γλώσσα νεκρή εδώ καί τόσον καιρό ώστε νά μή μού θυμίζει πιά τίποτα έχω ήδη παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια νά τό αποκρυπτογραφίσω κι άν ακόμα τά κατάφερνα πώς θά μπορούσα αλήθεια ν' α- ντέξω ένα τέτοιο μήνυμα;-, καί δέν κάνω τίποτα πιά απ' τό ν' αναρωτιέμαι πώς τής επετράπει νά εμφανιστεί, τί είδους μυστηριώδεις συγκυρίες έδωσαν τήν ευκαιρία σέ απαγορευ- μένες τόσο προσεκτικά -όπως φαίνεται εκ τών υστέρων μετά τήν εμφάνησή της αφού τόσες καί τέτοιες παρατηρήσεις δέν στάθηκε δυνατόν νά απομονώσουν ποτέ μιά τέτοιου είδους περιοχή- δυνατότητες νά στείλουν ένα μήνυμα πρός τά έξω, όχι γιά τήν ύπαρξή τους μά γιά τό δικαίωμα νά τίς κατέ- χουν, γιά τό δικαίωμα νά τίς μεταχειρίζονται. Καί ίσως αυ- τά τά δικαιώματα είναι εκείνα που είχαν εντελώς ξεχαστεί - η παρουσία τών δυνατοτήτων μετά από ένα τέτοιο ξέχασμα τί νόημα θά μπορούσε νά δώσει σέ ο,τιδήποτε;-. Φαίνεται α- κόμα όμως πως είναι γιά άγνωστους λόγους τελείως αδύνα- τον νά εξαφανιστεί έστω καί μιά οποιαδήποτε δυνατότητα. Φαίνεται πως δέν έχουν που νά τίς πετάξουν, ακόμα κι Ε- κείνος: καί μάλιστα αυτός περισσότερο απ' τούς άλλους, γιατί πώς είναι δυνατόν νά έχει «έξω» ένας που κατέχει τά πάντα; Ακόμα κι η Ανυπαρξία, άν είχε κάποιο νόημα, θά τού ανήκε. (Τό ότι είναι ένας τέτοιος δέν σημαίνει πως είχε κά- ποτε μιά αρχή -τό τέλος του είναι σίγουρο πως είναι ανίκα- νος νά τό κερδίσει-, επειδή άν τήν είχε, μιά στιγμή πρίν δέν θά υπήρχε κι επειδή αυτή η αρχή έχει τήν ανάγκη τού δια- χωρισμού απ' ό,τι υπήρξε μέχρι τότε -γιατί πώς αλλοιώς το- νίζεται η παρουσία του άν όχι μ' αυτόν τόν διαχωρισμό;- δέν τού ανήκει, δέν τήν κατέχει ολοκληρωτικά άν λοιπόν γιά νά είναι ένας τέτοιος δέν έχει μιάν αρχή, τότε βρίσκεται καί βρισκόταν από πάντα στή μέση!). Υπάρχει λοιπόν μιά συνωμοσία σέ βάρος μου από τή μιά - γιατί γιά ποιόν άλλον μπορεί νά έχει σταλεί αυτό τό μήνυ- μα;-, κι απ' τήν άλλη μιά αντίσταση σ' αυτή τή συνωμοσία, μιά επανάσταση που γίνεται από κάποιους γιά λογαριασμό μου. Όμως όλα αυτά πολύ λίγο μ' ενδιαφέρουν καί τ' αφίνω νά τραβήξουν τόν δρόμο τους. Τί έχει μείνει όμως μετά απ' όλα αυτά γιά νά είμαι εγώ; Γύρω απ' αυτό που έχει μείνει μάχονται σάν τά σκυλιά οι αντίπαλοι. Ο καθένας τό θέλει γιά λογαριασμό του μέ κάποιον τρόπο που τόν ευχαριστεί. Ώ, Τρωϊκέ Πόλεμε, μήπως εκεί σήμανε τό τέλος τών ανθρώ- πων; Μήπως εσύ ήσουν η στερνή φορά που πολέμησαν μέ τούς Θεούς, τά τερατώδικα αυτά πρότυπά τους που επειδή ξέπεσαν κρεμάστηκαν από πάνω τους, σκοτώνοντας όταν διάβαζαν τήν περιφρόνηση στά πρόσωπα που τούς κοιτούσαν γεμάτα δέος τρόμο καί θαυμασμό όπως ακριβώς τάθελαν; Μήπως εκεί έσβυσε τό γένος τών ανθρώπων κι απάνω στά πτώματά τους λυσσομανά τώρα καί τόσον καιρό από τότε η μάχη τών Θεών; Μήπως υπάρχουμε έτσι γιατί η αθανασία ε- κείνων τούς εμποδίζει νά σκοτώσουν ή νά νικηθούν απ' τούς ομοίους τους; (Μήπως τάχα δέν θάχουν αγωνιστεί νά χάσουν τήν αθανασία τους γιά νά μάς κερδίσουν;)... Όπως καί νάχει τό πράγμα, φαίνεται πως εγώ δέν είμαι παρά ένας απλός πα- ρατηρητής. Γύρω απ' τό πτώμα μου μαίνεται η μάχη που μού έχει απαγορευτεί νά μ' ενδιαφέρει. Μιά μάχη ξένων. Μιά μά- χη τής οποίας δέν μπορώ παρά νά είμαι καί μόνο παρατηρη- τής. Επειδή φαίνεται πως σέ ένα πτώμα, εκτός από ορισμέ- νες υποψίες που δέν ήταν δυνατόν νά εμποδιστούν, τό μόνο που τού επιτρέπεται είναι νά παρατηρεί τό τοπίο. Νοσταλ- γώντας μιά μορφή που είχα άλλοτε αγαπήσει καί μού αφαι- ρέθηκε, ίσως βάναυσα καί προδοτικά, από εκείνους που αλ- λοιώς θά θεωρούσα ευεργέτες μου, προσπαθώ νά απαρνηθώ τελείως τήν εκδίκηση που μέ έτρεφε ακόμα καί μέχρι τόν κοντινό καιρό όπου εξακολουθούσα νά ονειρεύομαι. Άν καί δέν θάπρεπε νάχω καμμιάν ελπίδα, κρατιέμαι ωστόσο γερά από τίς υποψίες μου. Μ' αυτές στό χέρι στρέφομαι στούς δι- πλανούς μου που έχω μάθει κι αυτούς πιά νά τούς αγαπώ καί νά τούς μισώ χωρίς ελπίδα. Δέν κάνω εδώ καί αρκετόν καιρό τίποτ' άλλο. Μόνο στρέφομαι. Πρός αυτούς! Στρέφο- μαι... (Εκθέτοντας έτσι τίς μεταβολές που μού προκαλεί η παρατή- ρηση τού τοπίου. Μεταβολές που δέν μπορώ νά τίς αποφύγω, γιατί πώς είναι δυνατόν νά πάψω νά παρατηρώ; Κάθε είδους μέριμνα έχει ληφθεί ώστε νά μή μπορώ νά κάνω αλλοιώς. Καί παρ' όλο που μιά μεταβολή δέν έχει τίποτα δελεαστικό νά παρουσιάσει ώστε νά προσελκύσει ό,τι έχει σχηματιστεί από τίς προηγούμενές της -που έχουν κιόλας συνηθίσει καί αρκούνται σ' ό,τι φτιάχτηκε απ' αυτές καί καμμιά δύναμη δέν φαίνεται πως θά τίς έκανε μέ τή θέλησή τους νά παραι- τηθούν απ' αυτό- ωστόσο έχει κιόλας απαγορευθεί κάθε κί- νηση που θά μπορούσε νά τήν προλάβει). (26) 1975 Προέρχομαι από μιά γενιά δούλων. Τό χρώμα που μέ έπει- σαν ότι έχει τό πετσί μου είναι κατώτερο από εκείνων που διευθύνουν. Είναι τό αναγνωριστικό σημείο τής διαφοράς που κρατάει αυτούς εκεί πάνω κι εμένα εδώ κάτω. Φορώ- ντας το, είμαι εγώ ο ίδιος η διαχωριστική γραμμή που μού απαγορεύει νά τούς ατενίσω, νά τούς καταλάβω, νά τούς α- πορρίψω ή όχι, καί νά τούς φτάσω. Κρατούν στά χέρια τους ό,τι εμένα μού απαγορεύεται. Κι εγώ τούς δίνω μέ τήν θέλη- σή μου, που εκείνοι δημιούργησαν, ό,τι τούς χρειάζεται γιά νά διαιωνίζουν τήν δουλεία μου. Ζώ απ' τήν ελεημοσύνη τους που είναι ό,τι τούς περισσεύει από τήν χρησιμοποίηση τής δικιάς μου προσφοράς. Έχουν φτάσει στό σημείο, μετά απ' όλα αυτά, όχι νά ζητούν, αλλά απλά νά παίρνουν ό,τι τούς δίνεται από μένα που προσφέρω μέ ευγνωμοσύνη... Δέν ανήκω πουθενά -μέχρι τώρα προσπαθούσα, κι ακόμα προσπαθώ, νά πάψω νά ανήκω στίς διαδοχικές θέσεις που α- νεκάλυπτα τοποθετημένο τόν εαυτό μου κάθε φορά που τόν κοίταζα-, καί γι' αυτό, έξω απ' αυτόν τόν αγώνα, δέν μπορώ νά αναγνωρίσω στόν ορίζοντα τό αντικείμενο που γιά χάρη του θά πάλευα μέ ό,τι θά περιέβαλλε έχθρικά τή θέση που μέ- σα απ' αυτή θά τό διέκρινα. Όπου κι άν στρέψω τό βλέμμα δέν βλέπω παρά τήν σκόπιμη καταπίεση που μέ έχει -καί προσπαθεί πάντα νά τό κάνει- διαμορφώσει κατά στρώματα έτσι ώστε, τό ένα πολεμώντας αδιάκοπα τό άλλο, νά κρατά τόν πόλεμο στό εσωτερικό μου, ενώ εκείνη θά συνεχίζει ανε- νόχλητη τό έργο της. Όμως αυτή τήν καταπίεση δέν τήν βλέπω παρά μέσα απ' αυτόν τόν πόλεμο, καί μ' έναν περίερ- γο τρόπο, που φαίνεται νά ξεφεύγει από τούς υπολογισμούς της καί που είναι πιθανόν νά οφείλεται στήν προδοσία τού κομματιού εκείνου από εμένα που χρειάστηκε νά συνεργα- στεί μαζύ του στήν αρχή, όταν ακόμα προσπαθούσε νά επι- βάλλει τήν κυριαρχία της πλάθοντας τό άμορφο υλικό που μέ αποτελούσε, καί που ξαφνικά γιά κάποιον άγνωστο λόγο αποφάσισε νά μέ κατακτήσει ολοκληρωτικά καί νά τήν διώξει απ' τόν θρόνο που μέ τήν βοήθειά του απόκτησε καί γι' αυτό βάλθηκε νά μέ στρέψει εναντίον της, αποκαλύπτο- ντάς μου όλη τήν έκταση τής συνωμοσίας που είχε γίνει σέ βάρος μου, αφίνοντάς την εντελώς ακάλυπτη στά άρρωστα μάτια μου, που ακριβώς εξ αιτίας αυτής τής μακρυάς αρρώ- στιας που τούς είχαν μεταδώσει, είχαν γίνει εξαιρετικά ευαί- σθητα καί στήν πιό ελάχιστη ακτίνα φωτός, ώστε νά μή μπορούν καθόλου νά αντιληφθούν τό σκοτάδι. Τώρα στέκομαι καί τρέμω μπροστά στήν τύφλωσή μου. Τρέμω μπροστά στό μέγεθος αυτής τής απάτης καί τρέμω γιατί υποψιάζομαι πως είναι πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι χρειάζεται γιά νά ικανοποιεί κάθε φορά τά συμφέροντα που τήν διατηρούν καί τήν τρέφουν. Γιατί φαίνεται πως από καιρό έχει πιά ξεφύγει από τόν έλεγχο τών δημιουργών της καί πλανιέται αδέσποτη, αυτεξούσια, μιά φριχτή μάζα που διογκώνεται χωρίς σταματημό. Είναι πιά αυτή που κυβερνά, ακόμα κι εκείνους που τήν χρησιμοποίησαν κάποτε σάν μέ- σο γιά νά εξασφαλίσουν τήν δικιά τους εξουσία καί φαίνε- ται πως αυτή θά σφραγίσει τά τελευταία απομεινάρια μας άν δέν μπορέσουμε νά τήν σταματήσουμε. Ώ, ποιός θά μού τόλεγε τότε πως ήμουν τυφλός γιατί δέν μπορούσα νά δώ παρά μόνο τό φώς ή πως ήμουν ένας δούλος τής υποκρισίας γιατί είχα ταχθεί νά υπηρετώ τήν αλήθεια! Ήμουν άρρωστος γιατί μπορούσα νά δώ μόνο ό,τι ήταν φω- τισμένο, κι αυτή είχε φροντίσει νά φωτίσει τά πάντα, κι ή- μουν δούλος γιατί τό μέτρο μου ήταν η αλήθεια. Καί πώς λοιπόν δέν ήταν γερά στεριωμένος ο κόσμος όταν υπήρχε άφθονο φώς γιά νά φωτίσει ο,τιδήποτε! Καί πώς δέν ήμουν ελεύθερος όταν ο μόνος μου αφέντης ήταν η αλήθεια! Τώρα που ο τρόπος χρήσης τους προδόθηκε, όλη η αδυναμία έπεσε πάνω στά μέσα καί τά σύντριψε. Επειδή τώρα πιά αρ- χίζω νά νοιώθω τήν συγγένειά μου μ' εκείνα που εκτείνο- νται πέρα απ' τό φώς, επειδή τό φώς δέν μέ καλύπτει καί ό,τι γιά χάρη του ειπώθηκε σκοτάδι δέν μπορεί πιά νά μού απαγορευτεί. Επειδή καί η αλήθεια αποσύρεται, γιατί γιά τήν ύπαρξή της χρειάζεται ένα κενό, ενώ εδώ ανακτά τή θέση που τής αρμόζει η αδιάκοπη συνέχεια τής μεταβολής τών πραγμάτων... Η αλήθεια ήταν μιά στάση, ένα έντεχνο παρα- πέτασμα που έκρυβε επιδέξια πίσω του τήν κύρια ιδιότητα αυτού τό οποίο είχε χρησιμοποιήσει γιά νά επιβάλλει τόν πλασματικό καί εγκληματικό εαυτό της τό ανεπίδεκτο δια- κοπής στήν τάση γιά ειλικρίνεια... Δέν είχαν κάθε φορά πα- ρά νά διακόψουν στό σημείο που τούς άρεσε αυτή τήν τάση. Καί νά η αλήθεια: μιά ειλικρίνεια που είχε κιόλας γίνει πα- ρελθόν, που είχε κιόλας ξεπεραστεί απ' τή συνέχειά της η ο- ποία εξακολουθούσε τόν δρόμο της χωρίς τίποτα νά έχει χάσει. (Η συνέχεια τής ζωής τών ανθρώπων μπορεί νά δια- κοπεί μέ τόν θάνατο γιά έναν ή γιά όλους ή μέ τόν πνευματι- κό θάνατο, αλλά καί στίς δυό περιπτώσεις θά μείνουν εκεί- νοι που θά τό έχουν αποφασίσει καί θά τό εκτελέσουν γιά τούς άλλους -άν μείνουν-, κι αυτοί θά είναι τότε εκείνοι που πάνω τους αυτή η τάση θά συνεχιστεί.). "Καί τί εστί η Αλήθεια; Αμήν αμήν λέγω υμίν: Σχήμα Κε- νόν εστί η Αλήθεια. Αμήν αμήν λέγω υμίν: Ειλικρινείτε! Άπειρος εστί ο καθείς εξ υμών εν τή φύσει αυτού καί μόνον εν τή δυνάμει αυτού υστερεί. Αμήν αμήν λέγω υμίν: εκθέτετε εκάστην πρωΐαν τήν μεταβολήν υμών εις τούς αδελφούς υ- μών. Αμήν αμήν λέγω υμίν: πάσα περιγραφή τής μεταβολής ανθρώπου τινός υφ' ετέρου, λόγος εστί περιγράφον τήν τού ετέρου μεταβολήν. Πάσα περιγραφή, μεταβολήν περιγράφει τού λέγοντος. Αμήν αμήν λέγω υμίν: προλάβατε τάς μεταβο- λάς υμών. Σπεύσατε κατόπιν τών μεταβολών υμών έως τού ταυτοχρόνου. Διότι αι μεταβολαί υμών προηγούνται υμών καί υμείς έπεσθε τών μεταβολών υμών εις τό αντιλαμβάνε- σθε αυτάς. Άνθρωπος μή εισέτι αντιληφθείς τήν μεταβολήν αυτού εν τώ Παρελθόν ζεί κατά τήν συνείδησην αυτού, καί τό σώμα αυτού εν τώ Παρόν ζεί μεταβαλλόμενον ακαριαίως, καί αι μεταβολαί τού σώματος αυτού Μέλλον εισί διά τήν συνείδησην αυτού. Αμήν αμήν λέγω υμίν: εξαλείψατε τό Παρελθόν εξαλείφοντες εν ταυτώ καί τό Μέλλον. Διότι αυ- τός ούτος ο Χρόνος απάτη εστί καί υμείς δέσμιοι εστέ τού Χρόνου καί η μορφή υμών γέννημα εστί τής απάτης. Αμήν αμήν λέγω υμίν: ελέγξατε τάς δυνατότητας υμών καί προ- φθάσατε τάς μεταβολάς υμών. Νέαν μορφή θέλετε λάβει πέ- ραν τού ορίου τούτου καί τό ανθρώπινον γένος ούτω τελευ- τόν διά θανάτου καλού, κληρονομίαν θέλει καταλείπει πέ- ραν εμού, καί έως τού Αγνώστου Αυτεξουσίου Αναρχουμέ- νου απογόνου, όστις θά λύει αυθαιρέτως κατά τήν Κρίσιν Αυτού!". (27) 1975 Είναι η ώρα που αναζητιέται μάταια ο εχθρός. Τό σχοινί τής κρεμάλας μένει μετέωρο γιά μιά στιγμή. Μιά φρίκη γεμίζει τίς καρδιές. Γιατί ο εχθρός είναι εδώ, τό ξέρουμε, αόρατος, μά καί γι' αυτό περισσότερο υπαρκτός. Χωρίς τίποτα νά υ- ποδηλώνει τήν ύπαρξή του εκτός απ' τήν απουσία του. Κι αυτό είναι που μάς ανησυχεί. Τουλάχιστον εμάς που κατα- λαβαίνουμε. Που ξέρουμε από άλλες περασμένες φορές. Από άλλες παλιότερες απουσίες. Είναι δυνατόν νά αφεθήκαμε νά φτάσουμε ώς εκεί; Είναι δυνατόν νά παρασυρθήκαμε ώς τήν ολοκληρωτική του καταστροφή; Όχι, δέν μπορεί νά έγινε τέτοιο λάθος! Ένας εχθρός είναι δεκτός, είναι μαλιστα απα- ραίτητος γιά τήν καλή λειτουργία, γιά τήν ίδια τήν ύπαρξη τού συστήματος, κι εμείς είμαστε τόσο εξοικειωμένοι μέ τήν παρουσία του ανάμεσά μας, μέ τά επικίνδυνα τερτίπια του που πολλές φορές στοιχίζουν τή ζωή αρκετών από μάς, μέ τήν ευέλικτη καί πρωτότυπη τακτική του γεμάτη εφευρετι- κότητα, συχνά όχι συνηθισμένη, που πάντα, όταν περάσει η κρίσιμη στιγμή καί μπορέσουμε νά ατενίσουμε τά πράγματα μέ ένα πιό ψύχραιμο βλέμμα, αποτελούσε ένα ιδιαίτερο α- ντικείμενο μελέτης μέ καρποφόρα αποτελέσματα γιά μάς - ερχόμαστε πάντοτε δεύτεροι είν' η αλήθεια μετά απ' αυτόν καί τό μόνο που έπρεπε πιά νά κάνουμε, αφού είχαμε κατα- λάβει καλά τή μέθοδό του, τόν τρόπο που είχε λειτουργήσει, τά πράγματα που εύχονταν έτσι νά επιτύχει, ήταν νά τού α- παγορεύσουμε νά ενεργήσει μέ τόν ίδιο τρόπο ξανά καί νά προσπαθήσουμε νά προβλέψουμε τήν επόμενη κίνησή του-, καί παρά τήν φαινομενική απόσταση μεταξύ μας, παρ' όλο τό χάσμα που γιά τά μάτια ενός τρίτου, ενός αδιάφορου δια- βάτη, υπήρχε ανάμεσά μας, όμως είμαστε σίγουροι -καί σπά- νια είν' αλήθεια διαψευσθήκαμε σ' αυτή μας τήν πεποίθηση- πως τά αισθήματά του γιά μάς, εκτός απ' τίς στιγμές τής ο- ξύτητας καί τού πάθους που συνήθως λησμονά κανείς εύκο- λα τή βαθύτερη επιθυμία συμφιλιώσεως που κρύβεται πίσω απ' τήν αναμονή τού αντιπάλου, ήταν σχεδόν τελείως ανά- λογα μέ τά δικά μας, πράγμα που κάνει τήν ανησυχία μας α- κόμα μεγαλύτερη καί τήν απουσία του νά κρέμεται σάν μιά σκοτεινή ύπουλη απειλή στόν άλλοτε τόσο γνώριμο ουρανό μας. Γιατί κι αυτός ποτέ μά ποτέ δέν θά μάς εγκατέλειπε. Κι άλλωστε πώς θά μπορούσε; Εδώ χρειάστηκε τόσος καιρός γιά νά φτάσουμε σ' αυτό τό σημείο, που έχει κάνει τόν ένα α- ναντικατάστατο γιά τόν άλλον! Καί στό κάτω κάτω, φέρει κι αυτός μιάν ευθύνη γιά μάς, γιά τό μέλλον που τώρα, από δώ καί πέρα, άγνωστο καί έχθρικό εξ αιτίας του, ίσως νά μάς περιμένει τόν καθένα χωριστά. (28) 1975 Επειδή τώρα πιά τό πλοίο έχει ήδη σηκώσει τή σκάλα. Πί- σω απ' τά σκούρα τζάμια τής γέφυρας άγρυπνα μάτια παρα- κολουθούν τίς τελευταίες ετοιμασίες, οι ναύτες διασχίζουν τό κατάστρωμα πρός όλες τίς διευθύνσεις μέ μεγάλα ανυπό- μονα βήματα -έχουν κουραστεί κι αυτοί απ' τήν αναμονή που τούς έχει επιβληθεί-, κάπου κάπου σηκώνουν τό κεφάλι πρός τή μεριά τής γέφυρας, ακούν προσεκτικά τίς διαταγές που τούς απευθύνουν τά μεγάφωνα, κι αμέσως διευθύνονται πρός τό μέρος που τούς έχει υποδειχθεί αποφεύγοντας μέ ευε- λιξία τίς στιβαγμένες εδώ κι εκεί αποσκευές, ενώ τό πλοίο έχει κιόλας στραφεί από τά ρεύματα τού λιμανιού καί πλάϊ στό χοντρό σίδερο που είναι δεμένο τό τελευταίο σχοινί που τό συγκρατεί, ένας γεροδεμένος συνάδελφός τους έχει κιό- λας εγκατασταθεί -δέν πρέπει νά χαθεί ούτε λεπτό- μέ τό τσεκούρι του υψωμένο. Δυό φίλοι του τόν υποβαστάζουν που καί που όταν κουράζεται, τό φαΐ τού τό δίνουν λίγο λί- γο οι ίδιοι καί τό βράδυ ή όταν βρέχει, τόν σκεπάζουν μέ ένα μεγάλο αντίσκηνο μέ μιά τρύπα γιά νά περνά τό σχοινί -έχει εξασκηθεί ώστε οι σωματικές του ανάγκες νά είναι πολύ πε- ριορισμένες, μάλιστα κάθε φορά που τό πλοίο στρίβει ώστε αυτός νά μπορεί νά βλέπει τήν προκυμαία κατεβαίνουν καί διώχνουν τίς κοπέλλες, που όπως τόσος κόσμος έχουν έρθει κι αυτές νά δούν τήν αναχώρηση, γιά νά μήν τού αποσπούν τήν προσοχή (είναι κοινό μυστικό τό πόσο πολύ τόν συγκι- νεί τό γυναικείο σώμα)-, στό λαιμό του έχουν δέσει ένα μα- κρύ κορδόνι που ενώνεται απ' ευθείας μέ τή γέφυρα αφού α- νεβαίνει πρώτα ψηλά στό κατάρτι ώστε ένα μεγάλο ύψος νά τό χωρίζει απ' αυτά που συμβαίνουν κάτω γιά τήν περίπτω- ση ατυχήματος ή γιά κανένα ξαφνικό σαμποτάζ -στά μεγά- φωνα δέν υπάρχει εμπιστοσύνη γιατί η ακοή του ήδη πρέπει νά έχει εξασθενήσει πολύ κι άλλωστε όλη του η προσοχή εί- ναι συγκεντρωμένη στά χέρια του που κρατούν τό τσεκούρι καί δέν έχει καιρό γιά ν' ακούει- ώστε η διαταγή νά μετα- βιβαστεί αμέσως σ' αυτόν τόν ίδιο, επειδή μέ τό σύνθημα υ- πάρχει πάντα τό ενδεχόμενο νά προκληθεί κάποιος μικρός πανικός στό πλήρωμα που συνήθως τά χάνει σέ τέτοιες στιγ- μές, πράγμα που μπορεί νά τόν επηρεάσει ώστε νά μήν κοπεί μέ τό πρώτο χτύπημα τό σχοινί. Μπροστά του σέ ένα μικρό βάθρο βρίσκεται η αμοιβή του στερεωμένη γερά μέ σταυρω- τούς ιμάντες, επειδή πολλές φορές πιάνει δυνατός αέρας, ώ- στε νά μπορεί νά τή βλέπει χωρίς νά χρειάζεται νά μετακινεί τό βλέμμα του που είναι διαρκώς προσηλωμένο πάνω στό σχοινί, ενώ λίγο μακρύτερα ένα φορείο είναι έτοιμο κι ο νο- σοκόμος, που αλλάζει μέ βάρδιες, διατηρεί έτοιμα τά φάρμα- κα, καί τίς τονωτικές ενέσεις που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θά χρειαστούν. (29) 1975 Είναι εδώ καί κάμποσος καιρός τώρα που έχω νοικιάσει αυ- τό τό μικρό διαμέρισμα μέ αυλή. Εδώ κουβάλησα σιγά σιγά τά πράγματά μου, τά σώριασα σέ μιά γωνιά ώσπου στοιβά- χτηκαν μέχρι τό ταβάνι καί μετά άρχισα νά μελετώ τόν χώ- ρο. Τόσες φορές έχω σκεφτεί νά χτίσω ένα σπίτι δικό μου, έ- χω κάνει όνειρα καί όνειρα κουλουριασμένος σφιχτά κάτω απ' τίς κουβέρτες ώστε νά μήν μπαίνει ούτε τό παραμικρό ί- χνος φωτός καί παραμορφώνει τά σχέδια που κατασκευάζω, κάθε φορά διορθώνοντας τήν αρχική ιδέα, αφαιρώντας κάτι από εδώ, προσθέτοντας ένα καινούργιο δωμάτιο, αλλάζο- ντας τήν διαρύθμηση τών επίπλων ώστε νά σχηματισθεί έ- νας ακόμη διάδρομος, μετακινώντας μιά εσωτερική σκάλα ανάλογα μέ τίς απαιτήσεις τού νέου συνόλου... ώστε όταν βρεθώ κάπου έχω αμέσως μιά αίσθηση τού χώρου, μιάν άμε- ση αντίληψη -σάν ένα στομάχι που αναγνωρίζει τό είδος τής τροφής που πρόκειται νά χωνέψει καί προετοιμάζεται ανά- λογα κανονίζοντας τό ποσό τών εκκρίσεων, τόν χρόνο παρα- μονής της σ' αυτό ή σ' εκείνο τό τμήμα- τών κενών που δη- μιουργεί η ιδιαίτερη διάταξη τών τοίχων, τών κουφωμάτων, τών δοκαριών, τού ύψους τής στέγης, κ.λ. 31/5/1975 Στρατιώτη, στρατιώτη... Τότε εσύ ακουμπάς τό κεφάλι στό τζάμι τού παραθύρου καί καθώς τό τραίνο τρέχει αφίνεσαι νά σέ πάρει ο ύπνος. Ενώ εσύ που δέν είσαι παρά ένας απένα- ντί μου στρατιώτης, ένας αγρότης στρατιώτης, ένας αγρότης που τόν κατάντησαν στρατιώτη, ένας στρατιώτης που αρνεί- ται τόν αγρότη, ένας αγρότης που, έχοντας απέναντί μου αρ- νηθεί όλους τούς στρατιώτες, αφίνεσαι τώρα νά σέ πάρει ο ύπνος πάνω στό τζάμι... Τώρα, τήν καλλίτερη στιγμή, αφού κρατήθηκες μέχρι νάρθει κι ενώ μπορεί τώρα πιά καί μιά μάνα ακόμα νά χαμογελάει καί νά σέ δέχεται όπως έχεις πα- ρακαλέσει τόσες φορές πρίν κοιμηθείς, ενώ εκείνη, που, τό- σο ωραία δέν είναι μάνα, είναι τώρα, που, τόσο ευτυχώς, μπορεί νά είναι καί μιά ωραία μάνα ακόμη, όπως ήθελες... Όπως θά ήθελε καί ένας οποιοσδήποτε απέναντι, χωρίς τόν δικό του στρατιώτη, που αφέθηκε τώρα, τήν καλλίτερη στιγμή, ενώ κρατήθηκε μέχρι νάρθει, νά τόν πάρει ο ύπνος πάνω στό τζάμι τού παραθύρου, καθώς τό τραίνο τρέχει κι ε- σύ, ένας αγρότης στρατιώτης, τρέχεις απέναντί του. (30) 1975(1985) ΠΡΟΤΑΣΗ: Εκείνο που ενδιαφέρει δέν είναι η Ζωή αλλά η ζωτικότητα. ΝΙΤΣΕ ΑΝΤΙΠΡΟΤΑΣΗ : Εκείνο που ενδιαφέρει δέν είναι η Ζωή, όχι μόνο επειδή αυτό που είμαστε τήν προϋποθέτει καί σάν τέτοια καθορι- στική προϋπόθεση μπορεί νά παραλειφθεί όταν συζητιέται αυτό που τήν κατέχει, {επειδή εκείνο, είτε τό θέλει είτε όχι, κουβαλά μαζύ του ολόκληρη τή σημασία της που χαράζει τά όριά του -έξω απ' αυτά θα ήταν κάτι διαφορετικό, θά είχε κιόλας απαιτήσει μιά διαφορετική προϋπόθεση καί τό μόνο γιά τό οποίο δέν θάχε νόημα νά συζητά είναι αυτή η ίδια η προϋπόθεσή του γιά όσον καιρό μένει κάτω απ' τήν σκιά της (εκτός κι άν σκοπεύει νά τής επιτεθεί) καί μόνον οι μεταβο- λές του μέσα της θά μπορούσαν νά είχαν κάποιο νόημα}, αλ- λά καί επειδή ο θάνατος αργά ή γρήγορα, φαίνεται ότι θά ξε- περαστεί, ακόμα καί γιά τό ίδιο τό συγκεκριμένο άτομο, κα- θώς αντιλαμβανόμαστε ολοένα καί περισσότερο ότι τέτοιου είδους απόλυτοι διαχωρισμοί ανάμεσα σ' αυτές τίς βασικές καταστάσεις, έχουν γίνει πιά αρκετά ύποπτοι κι ότι η ισχύς τους μέσα μας ήταν γιά κάθε περίοδο, αντιστρόφως ανάλογη τής ευρύτητας τής συνειδητότητάς μας σέ ό,τι αφορούσε στόν Κόσμο καί στίς σχέσεις εκείνου που, επίσης κάθε φορά, νομίζαμε ότι είναι ο εαυτός μας, μ' αυτόν κι ότι ακόμα, από τήν άλλη μεριά, μέ κάποιον περίεργο καί τρομακτικό τρόπο, η ίδια μας η συνείδηση φαίνεται νά επεμβαίνει, προβάλλο- ντας τό εννοιολογικό της περιεχόμενο καί απαιτώντας από τόν Κόσμο νά εξαρτήσει τήν λειτουργία του από εκείνο, σ' αυτήν ακριβώς τήν ίδια τήν "αντικειμενική" ισχύ μέ τήν ο- ποία οι βασικές αυτές καταστάσεις μάς εξουσιάζουν. Ακόμα, δέν ενδιαφέρει, σέ τελευταία ανάλυση, ούτε η ζωτι- κότητα. Επειδή αυτή θά είναι κάθε φορά, ανάλογη μέ τήν έ- νταση τού πάθους, (((καί πάθος, εδώ, σημαίνει τήν δύναμη που, συγκεντρώνοντας τό δυναμικό τής Ζωής σέ κάποιο στόχο, ξεπερνά τά συνηθισμένα επίπεδα τής εσωτερικής α- δράνειας παρασύροντας στόν δρόμο της τό σύνολο αυτού τού πλάσματος που ευτύχησε νά τήν νοιώσει νά γεννιέται από τήν ίδια του τήν σάρκα καί η οποία αδιαφορεί άν αυτός ο δρόμος τό καταστρέψει τελικά -πράγμα που μάς κάνει νά υ- ποπτευόμαστε ότι η ζωτικότητα, από κάποιον βαθμό έντα- σης καί πέρα, θά μπορούσε συνειδητά νά στραφεί εναντίον τής Ζωής, διαχωρίζοντας έτσι τελείως τόν φορέα της από τήν απαραίτητη προϋπόθεσή του καί που ακόμα, άν θελή- σουμε πιό τολμηρά νά μπούμε σέ χώρους όπου η λογική τρο- μαγμένη ετοιμάζεται νά τό βάλει στά πόδια, μάς προσκαλεί καταφέρνοντας ν' ανοίξει ξανά τά παιδικά μάτια τής καρ- διάς μας, (η οποία παρ' όλα όσα πιστεύουμε, ποτέ, ποτέ δέν παραδόθηκε στίς μεγαλοφυείς μεθόδους τών τεχνητών ωρι- μάνσεων που, έτσι συγκινητικά, μέ τήν, τόσο αφάνταστα χο- ντροκομμένη καί ταυτόχρονα μόλις προλαβαίνοντας, εκ- πληκτικά αποτελεσματική επιδεξιότητά του νά ισορροπεί τήν δυστυχισμένη ηλίθια ύλη του, προσπαθεί, σέ όλη τή διάρκεια τών υπόλοιπων χρόνων εκτός απ' αυτές τίς σύντο- μες ωραίες λιποθυμίες του νά τήν σύρει, τό μυαλό μας), στίς πανέμορφες εκείνες αστραπιαίες εικόνες, γεμάτες απ' τήν τρυφερή γοητεία τών κόσμων που ο καθένας από μάς σέ τέ- τοιες ερωτικές στιγμές ονειρεύτηκε νά προσφέρει σ' αυτό τό βασανισμένο γένος, σ' ένα ταξίδι πάνω στά φτερά ενός πά- θους που μπορεί, ποιός ξέρει, νά είναι εκείνο τό ίδιο τό Πά- θος όπου προσπαθεί τόσο άδικα μέχρι τώρα, κλαίγοντας συ- νεχώς τά χαμένα της παιδιά, νά μάς ανυψώσει ώστε επιτέ- λους νά απαλλαγεί απ' τά δεσμά τής δικιάς της απαραίτητης προϋπόθεσης κι από τή φρίκη που τήν έχει καρφώσει γιά τό- σον αβάσταχτο καιρό σ' αυτό τό άθλιο συνοικιακό χασάπι- κο, η ίδια η Ζωή))), που τήν προκαλεί, μιά εντελώς ιδιωτι- κή υπόθεση δηλαδή -γιατί πώς είναι δυνατόν νά έχει σημα- σία γιά τό ίδιο τό άτομο, μιά ζωτικότητα δοσμένη απ' έξω, χωρίς εκείνο νά μπορεί νά νοιώσει τήν ένταση τής μεταβο- λής στό πάθος που τό κινεί κάθε φορά;-, καί γι' αυτό θά υ- πάρχει πάντα η δυνατότητα νά ξεπεραστεί κάποτε ο προη- γούμενος βαθμός της: ένας λόγος αρκετά ισχυρός ώστε νά παραιτηθεί κανείς οριστικά από τήν προσπάθεια γιά μιά ο- λοένα καί πιό έντονη ζωτικότητα. Επειδή, τί αξία έχει ν' α- γωνίζεσαι γιά κάτι που είναι δυνατόν νά ξεπεραστεί, όταν η βαθύτερη αιτία που μπορεί νά σέ κάνει νά ξεκινάς έναν τέ- τοιο αγώνα δέν είναι απλά η σύγκριση ανάμεσα σέ 'κείνο που έχεις καί σέ 'κείνο που θά ποθούσες νά φτάσεις, {μιά καί τό πικρό χαμόγελο ενός διαρκώς νικημένου, μέ τήν ειρωνία που τού επιτρέπεται νά στρέψει, σάν εκδίκηση, στό άτυχο α- ποτέλεσμα τής προσπάθειας, καθώς κλείνοντας τά κουρα- σμένα μάτια του αφίνεται νά παρασυρθεί από τήν αίσθηση τής δυνατότητας ενός νικητή που γιά κάποιον λόγο γνω- στόν αποκλειστικά καί μόνο σέ 'κείνον, δέν προσπαθεί πιά - δοκιμασμένο από άλλες φορές-, ξέρουμε πως δέν μάς παρη- γορεί}, αλλά η θέληση νά φτάσεις τόν μοναδικό, τόν υψηλό- τερο βαθμό, σέ σχέση μέ τά επιτεύγματα τών άλλων, αυτού τού ποσού καί νά τόν διατηρήσεις από 'κεί καί πέρα στήν κορφή; Μιά θέληση αλλοίμονο θλιβερή, αφού η συνεχής σύ- γκριση που θά τήν δικαίωνε είναι εκείνη που τήν καταδικά- ζει, εκείνη που τής αφαιρεί τώρα τό νόημά της -ακόμα καί σέ μιά ζωή αιώνια καί μάλιστα πολύ περισσότερο σέ μιά τέτοια- πρίν κάν ξεκινήσει τό πρώτο της βήμα καί τήν ανα- γκάζει νά αποσυντίθεται αφίνοντας στήν θέση της μιά ευερ- γετική αδιαφορία: στήν κατάσταση μιάς συνεχούς συνειδη- τής μεταβολής γιά ένα άτομο, τί νόημα θά είχε τί βρίσκο- νταν κάθε φορά πλάϊ στήν μεταβολή τής κάθε φοράς; Η και- νούργια μεταβολή δέν θά άφινε νά περισσέψει τίποτα από τήν προηγούμενή της καί έχοντας απορροφήσει ολόκληρο τό άτομο μέσα της, θά είναι αυτή καί μόνο τώρα όλη η ύπαρξή του, αφίνοντας τήν μέ οποιοδήποτε μέτρο σύγκριση θά μπο- ρούσε νά ζητηθεί ανάμεσά τους, μιά πράξη μετέωρη, καταδι- κασμένη νά ισορροπεί σέ ένα μονάχα σκέλος κι αναζητώ- ντας μάταια μέ αγωνία τό άλλο ώστε νά μπορέσει νά εκτελε- στεί. Εκείνο που ενδιαφέρει λοιπόν, είναι η Μοναδικότητα, η α- ποκλειστική κατοχή καί διάθεση από τό άτομο τού εαυτού του, η αίσθηση τής αυθαίρετης ύπαρξης τής δυνατότητας διά- κρισης τού ενός από τόν άλλον, επειδή αυτή είναι που διαρ- κώς κινδυνεύει. Meros1a Τέλος 51