ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ

Τώρα γράφω σέ μιά μεικτή γλώσσα καί σέ μιά εφεύρεση γλώσ- σας, η εφεύρεση έχει κάνει στήν γλώσσα ένα άνοιγμα σάν κο- χύλι, τήν έχει σχίσει καί γεννά, σάν βρύση τρέχει και σάν φου- σκωμένη κοιλιά γεννά σ' αυτή τήν ευτυχισμένη εποχή, ύστερα από τόσα βάσανα, επειδή ο λόγος μετά από πολλή προσπάθεια νά σχηματίσει τόν εαυτό του, μετά από πολύ κόπο νά μιλήσει γιά τόν εαυτό του, είχε πάθει κάτι σάν εξάντληση καί σάπιζε ό- πως τό σιτάρι, είχε αρχίσει νά φοβάται τήν γλώσσα, τυλίγεται γύρω της σάν σιωπή καί σάν χώρος σφίγγεται γύρω της καί σάν μηχανισμός τήν κλείνει καί τότε μερικοί άνθρωποι μέ μιά σιγανή σιωπή αλλά όχι σιωπή, εντελώς βαθειά σιωπή, τόν πλη- σιάζουν σάν νά μιλάνε μεταξύ τους γιά νά μήν τόν φοβίσουν καί σάν γιά νά ανοίξουν τυχαία έναν χώρο καί αρπάζει τήν ί- δια στιγμή τήν γλώσσα από μέσα του αυτός που θά κάνει τήν εφεύρεση, τήν χαϊδεύει νά μαλακώσει καί νά ημερέψει επειδή κι αυτή έχει φοβηθεί, τρυφερά τήν συντρίβει σάν σπλαχνικός Άγγελος μέ μιάν αγάπη πράσινη καί χύνει ένα σπέρμα νά γεν- νηθεί ο λόγος που δέν φοβάται τήν γλώσσα, αισθάνομαι τό ευ- γενικό μυστικό λόγος, που σάν τό σανσκριτικό αυγό ναπάλμ κάθεται στήν μέση τού δρόμου σάν μιά πράξη σκεφτική, γι' αυ- τόν τόν λόγο αισθάνομαι, αισθάνομαι τόν λόγο καθισμένο σάν μοσχάρι στήν μέση τού δρόμου. Σάν μοσχάρι κι αναχαράζει ήσυχα όλες τίς πράσινες χορταρια- σμένες γλώσσες τού κόσμου, πέρασε κι ένας φωτισμένος καί προσκύνησε: "Ώ ευγενικέ, εσύ που έχεις μασήσει όλες τίς γλώσ- σες που υπάρχουν σ' αυτόν τόν μεγάλο κόσμο καί μέσα από τήν κοιλιά σου μπορεί νά βγεί η υπέρτατη αλήθεια, έτσι που νά είναι δυνατόν ο άνθρωπος νά τήν καταλάβει καί νά τήν εννοή- σει βαθειά, απάντησέ μου ποιά είναι αυτή η μεγίστη;". "Μού", είπε ο λόγος. 24-7-1998 Αφεντάκι "Τό πετρωμένο φίδι αγίνωτο", έλεγε ο παππούς μου κάθε Κυ- ριακή στό καφφενείο τού χωριού, καί οι ασπρομάλληδες συνο- μιλητές του κούναγαν μέ βαθειά επιδοκιμασία τά κεφάλια τους γιά τόν σοφό λόγο, απλώνοντας γιά τήν ρακή που τούς είχε κε- ρασμένη. "Τό πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, είναι παππού", έλεγα κι εγώ στό σπίτι προσπαθώντας νά τού εξηγήσω τήν γλωσσική παρα- φθορά τού αρχαίου ρητού, μέ κίνδυνο κάθε φορά νά μέ ξαπλώ- σει στίς πλάκες τής αυλής η μαγκούρα που ο γέροντας, σάν πα- λιός τσέλιγκας, είχε σβουρίξει κιόλας, όπως τά χαλίκια τού πο- ταμού πάνω σ' ένα ξεστρατισμένο αρνί. "Αν δέν σάς καταχε- ριάσουν όλους σας τούς 'φωτισμένους', δέν θά ιδεί χαΐρι αυτός ο κατακαϊμένος τόπος", αναστέναζε καθώς η γιαγιά μου τού- φερνε τίς κεντητές παντόφλες του. "Όρα τόν εγγονό σου, μωρή δυστυχισμένη κι εσύ γερόντισσα, που μού τόν έχεις παραχαϊδε- μένο, τί τόν μαθαίνουν στίς επιστήμες που τόν έχουμε καί σπουδάζει, καί δέν σέβεται τήν παράδοση που τού δώκαν οι πρόγονοί του. Θέλει τώρα νά μάς κανονίσει καί πώς είναι τό σωστό νά λαλούμε τήν γλώσσα μας!". Η γιαγιά μου τού χάϊ- δευε τά πόδια, νά τά γλυκάνει, όπως έλεγε, από τόν κάματο που είχαν μαζέψει πολληώρα στόν κάμπο. "Μήν τό αποπαίρνεις α- φεντάκι μου τό παιδί μας", απαντούσε χαμογελώντας μέ τόν θυμό τού γέρου, "καί τό μυαλό του έχει μιά σύγχυση τώρα σάν οργωμένο χωράφι. Μά όταν η καρδιά του έρθει στόν τόπο της μαθές μέ τό καλό, θά ξαναθυμηθεί τά χούγια μας καί θά σέ τι- μήσει". Τιμώ τά χούγια των. Κι άν είμαι λίγο, κι άν είμαι τί θλιβερά! φτωχός, κι άν δέν με- τέχω, έχω γράψει κάτι γράμματα Εγώ, Χρήστο, δέν πρόκειται νά λυτρωθώ ποτέ γιατί έχω προ- σβάλλει θανάσιμα τόν Κόσμο, καί δέν ξέρω πότε καί πώς, μόνο τήν προσβολή συναισθάνομαι νά μέ τρώει, όχι νά μέ τρώει αλ- λά σάν είδος ένωσης μέ κάποιο άγνωστο οξυγόνο όπως τό σίδε- ρο που βγήκε κάποτε χωρίς προστασία στόν αέρα γιατί τά χώ- ματα γύρω του γκρεμίστηκαν καί τό αποκάλυψαν καί αμέσως τού επιτέθηκε τό οξυγόνο που κολυμπούσε έτσι χωρίς νά έχει τί νά κάνει σέ κείνη τήν περιοχή στόν αέρα καί χωρίς κακία ίσως καί μέ κάποια ηδυπάθεια σάν κι αυτή που έχουν κρυφά οι μι- κροί άγγελοι επειδή καί τό οξυγόνο ένας άγγελος μπορεί τρίτου ή τετάρτου είδους αλλά τόν κρατούν σφιχτά περιορισμένον στήν Γή λόγω τής ηδυπαθείας του καί σκουριάζει αθώα όλα τά αθώα όντα τής Πλάσης καί τό σκούριασε τό σίδερο καθώς τό έ- βρεχε καί η βροχή (δές πρακτικά ΟΕΣΒ βιβλίου Χημείας 3ης Γυμνασίου 1958). Θανάσιμο οξυγόνο όχι κατ' ανάγκην θανάσιμο αλλά θανάσιμο γιά τόν Γιάννη Χρυσούλη τού Σταύρου καί τής Σαπφούς γεν- νηθέντα καί ποιηθέντα εις τήν πόλιν Καλαμάτα τής Μεσσηνί- ας τό 1943 καί αμέσως αποσπασθέντα εις Αθήνας λόγω οικογε- νειακών υποχρεώσεων που μετά διαδοχικάς περιπλανήσεις τόν βρίσκουμε νά μεγαλώνει στό αδιέξοδο τής οδού Φυλής 4 πάνω σ' ένα πατίνι μέ ρουλεμάν παίρνοντας βαθειές ανάσες από τό καθαρό οξυγόνο τών δρόμων χωρίς αυτοκίνητα αλλά κι όταν μέ αυτοκίνητα κυνηγώντας από πίσω τά φορτηγά γιά νά τόν σύ- ρουν μέ τό πατίνι αναπνέοντας μέ βαθειές ανάσες τό σπάνιο ά- ρωμα τού πετρελαίου. Θανάσιμο τελικά τώρα εδώ στό Πολύδροσο νά γράφει μέ τό έ- να χέρι μπροστά σέ μιά δηλητηριώδη οθόνη έχοντας μετατρα- πεί κατά τά 2\3 σ' αυτό τό καθαρό προϊόν τής ένωσης τών προ- ηγούμενων 3\4ων του μέ τό άγνωστο μή επιτρεπόμενο νά τού αποκαλυφθεί σέ κάποια στιγμή έξαρσης ή ονείρου ή παρακλή- σεως ή ξαφνικής αφασικής αναστροφικής ενδοσκοπήσεως καί μέ τό 1\4 νά συναισθάνεται απολύτως τώρα τήν προσβολή που τού έκαναν σέ ανταπόδωση καί νά συναισθάνεται περισσότερο από τό απολύτως έτσι σάν νά τό φτάνουν κάτι τύψεις από κεί προσθέτοντας μερικούς βαθμούς στήν αδύνατον νά είχε αυξη- θεί μέ διαφορετικόν τρόπο ευαισθησία του ότι ο Κόσμος είναι πολύ φτωχός γιά νά τού τήν ξεπληρώσει. Δέν είμαστε πάτσι μέεεεε... μέ τόν Κόσμο, Χρήστο. Στήν αδύνατον νά είχε αυξηθεί μέ διαφορετικόν τρόπο ευαι- σθησία του προστίθενται τώρα ορισμένοι βαθμοί όχι τυχαία όχι εξ επίτηδες σάν παπούτσια σκισμένα απ' τήν βροχή καί τόν φάλαγγα τών δρόμων που αφίνεις έξω απ' τήν πόρτα σου γιά νά τούς σταματήσουν στό κατώφλι καί νά μήν περάσουν μέσα απ' τό σπίτι επειδή τί σπίτι θά ήταν αυτό άν στριφογύριζαν μέ- σα του οι δρόμοι (δές καί Κοράνι άποψη Μωάμεθ όπου επιβάλ- λεται καί τό πλύσιμο τών κουρασμένων ποδιών από σεβασμό σ' αυτά τά ευλογημένα μέλη που έχουν μεταφέρει όλο αυτό τό α- πίστευτο βάρος ενός ανθρώπου που σκέφτεται που έχει ίσως κιόλας μετανοιώσει γιά μιά πράξη τόν έσυραν στόν οίκο τών προσευχών γιά νά εξαγνίσει τό εσωτερικό του από τό αθώο αί- μα που αλλοιώς θά στάζει στά μάτια του μετά από κάποια σφαγή στό όνομα τού Αλλάχ του πολυεύσπλαχνου) άν δέν τε- λείωνε εκεί τό πρόσωπο τού Κόσμου καί δέν κούρνιαζε απ' έξω ησυχασμένο γιά λίγο τό σκυλί τό έλεός του άν δέν τίναζες ξα- λαφρωμένος τούς ώμους απ' τήν ελεημοσύνη του καθώς έμπαι- νες στό δωμάτιο γιά τήν νύχτα μέ τίς τσέπες γέμάτες απ' "τά μικρά αδύναμα πράγματα που σ' αυτό τόν κόσμο κινδυνεύουν" γεμάτες οι άκρες τών δρόμων καθώς περπατάς πλάϊ στόν φίλο σου, Χρήστο, που σού εξηγεί πως δέν ανοίγει τήν πόρτα τού δωματίου του όχι γιά νά μήν τού φύγει Αυτός ο Σκοτεινός Ουΐ- λιαμ Μπλέηκ που τόν επισκέπτεται κάθε βράδυ μέσ' απ' τίς σα- νίδες τού πατώματος αλλά γιά νά μήν μπεί μέσα ο Κόσμος ε- πειδή "Χρήστο" σού λέει "μαζεύω μικρά κομματάκια γυαλί πώ- ματα από μπουκάλια σχισμένα χαρτιά... αδύναμα πράγματα που σ' αυτό τόν κόσμο κινδυνεύουν" καί μετά δίπλα στούς λυσ- σασμένους που τρέχουν μέ τ' αυτοκίνητά τους σάν ποτάμι στήν άσφαλτο τού ζητάς νά σού απαγγέλει τά "ωραία νησιά" καί μό- λις ψιθυρίσει τόν ωραιότερο τόν πιό συγκλονιστικό στίχο που γράφτηκε ποτέ στά ελληνικά "εκεί τό ξεδοντιασμένο στόμα τής γριάς έχει ουρανό" γυρνάς νά δείς τόν Οδυσσέα Αλεπουδέλλη που μέ στενοχωρημένο ύφος μέσα απ' τήν Σουηδική του λιμου- ζίνα μοιράζει σαπούνια στούς λίγους πεζούς που έμειναν καί σκύβει γιά νά πεί "τού έστειλα Μίλτο τού έστειλα σαπούνι τού Άγγελου" καί καθώς ο Σαχτούρης σκύβει νά σηκώσει ένα σα- πούνι από τήν σκόνη βλέπεις τόν ίδιο Ελύτη εκεί στήν κηδεία τού Παλαμά μέ τό ίδιο στενοχωρημένο ύφος νά σταματάει στήν μέση τής φράσης του καθώς ο Σικελιανός "δέν μάς δίνετε κανένα σαπούνι νά πλυθούμε κύριε Αλεπουδέλλη" τόν κόβει πάνω που συνέθετε καί σκέφτεσαι όχι όχι ο Χρυσάωρ καί ο Πή- γασσος δόθηκαν από τήν Μέδουσα στόν Περσέα μέσα απ' τό ί- διο της τό αίμα όταν πιά δέν τα είχε ανάγκη γιά νά σώση τήν Ανδρομέδα δέν τά έχουμε ανάγκη εμείς, Χρήστο, γιά νά σώ- ζουμε αυτά τά αθώα μικρά πράγματα που μέσ' τόν Κόσμο κιν- δυνεύουν μάς χρειάζονται όπως είναι τά παπουτσάκια τών μι- κρων παιδιών όταν δέν έχουν παπούτσια καί είναι ξυπόλυτα καί τά μεγάλα σκονισμένα παπούτσια τών μεγάλων που είναι κι αυτοί ξυπόλυτοι μέσα στά παπούτσια τους μένουν λοιπόν έ- ξω τά παπούτσια γιά νά τά χτυπήσει τό φώς οι κόλποι τους ό- πως ένα σκοτεινο θηλυκό άνοιγμα ενός δίδυμου σαρκοφάγου δείχνουν τήν μοίρα μας φανερώνουν τόν προορισμό μας ποιός ποιός άλλος μπορεί νά θρέψει τόν Κόσμο ποιός μπορεί νά συλ- λέξει τό φώς γιατί ο Υπέροχος πέφτει μπροστά μας γίνεται χώ- μα γίνεται "Χούς εί" είπε ο άνθρωπος γιά τόν Κόσμο πατώντας τήν σκόνη περπατώντας πάνω στούς δρόμους του κόβοντας τό φώς μέ τίς βλεφαρίδες του σέ μεγάλες μπουκιές γιά νά φτιαχτεί τό ζυμάρι που τρέφει τόν νού γιά νά φτιάξει σκέψη "τί τρέχει πιό γρήγορα" είπε η δεσποινίς Ρίτα στήν έκτη δημοτικού "η σκέψη" είπαμε όλοι μαζύ τήν σκέψη κυνηγά από τήν σκέψη τρέφεται από τήν σκέψη δημιουργείται χώμα γίνεται λάσπη κάτω απ' τά πόδια μας γιά νά μασήσει λίγη σκέψη καθώς μάς πέφτει κάτω τρελλαίνοντάς μας απ' τούς πόνους τής γέννας ό- πως η Αθηνά τόν πατερούλη της τόν Δία όπως οι κύκλοι που είχαν πέσει απ' τό κεφάλι τού Ευκλείδη καί ήθελε νά τετραγω- νίσει ο Ρωμαίος φιλόλογος "μή μού τούς κύκλους τάραττε!" φώ- ναξε ο Αρχιμίδης καθώς ήταν ολοστρόγγυλοι καί ζεστοί πάνω στό χώμα "στοιχειοδικώς εν τετραγώνοις κατατμήσατε" είπε ο Ρωμαίος φιλόλογος μέ βαθμό εκατόνταρχου φαντάσου καί νά ήταν συνταγματάρχης ιπτάμενος καί χρησιμοποιώντας μέ τε- λείως βαρβαρικό τρόπο τόν Χρυσαώρ του προσπάθησε νά κόψη μιά φέτα από έναν τέλειο κύκλο που σπαρταρούσε σκληρίζο- ντας από αγωνία "ού μήν αλλά σύ είπας" ξεφώνησε ο Πυθαγό- ρας καί τραβώντας τόν δικό του Χρυσαώρ τόν έμπηξε στήν κοι- λιά τού Ρωμαίου φιλόλογου άλλαξε γρήγορα τά ρούχα του μέ τά δικά του καί ιδού πώς η Ελλάς κατέκτησε τήν Ρώμην (δές καί Ηράκλειτος σπαράγματα όπως συμπληρώνεται από Εμπε- δοκλέους "Ποίημα περί τής αποκαταστάσεως τού γένους μου"). Δέν βλέπεις, Χρήστο Που Τό Φώς Γεμίζει Τά Παπούτσια Όλων Τών Πλασμάτων, νά γέρνει λίγο τό ασημένιο φεγγάρι νά γλεί- φει γλυκά μέ τήν γλώσσα του όλες τίς ματωμένες κυνηγημένες φτέρνες νά ξεπλένει όλον τόν φόνο απ' τίς ταραγμένες φοβι- σμένες καρδιές νά μάς δίνει κι εμάς μιά πράξη εντελώς δικιά μας νά τήν γλύφουμε μέ τήν ασημένια μας γλώσσα ώσπου νά πή "κανεί λειξώ κόρη" (βλέπε καί Σπυρίδωνα Ζέγκο καί γοη- τευτικά αρχαιοελληνικά Κυπριακά όπου η μάνα προστάζει τρυ- φερά τήν μικρή της νά σταματήσει νά γλύφει πιά αυτά τά ζα- χαρωτά) καί νά μάς πάρει μετά στήν ασημένια του αγκαλιά έν- θα ουκ εστί πόνος ουδέ θλίψις ουδέ φιλόλογοι πάν δέ ρήμα τέ- λειον σάν τούς στίχους που βγάζει τό σώμα τών ανθρώπων, ενώ π.χ. η Άρτεμις παρουσιάζεται σάν "χαρούμενο" χωρίς νά ντρέ- πεται μέ ληγμένα προσπέκτους κάποιου κλώνου τής "πληβείας θεωρίας" Άρτεμις εγώ σάς αγάπησα τότε που κουβεντιάζαμε γιά τούς κλώνους είδα πίσω απ' τό αυστηρό σας ύφος ένα πά- θος κρυμμένο όπως εκείνης τής παλιάς μου αγαπημένης που έ- κλαιγε στό στήθος μου "άχ δέν μπορώ νά σ' αγαπήσω" έλεγε μέ θλίψη "όσο μού τρώει τό μυαλο η αδικία που μού έχει κάνει αυ- τός ο Κόσμος όσο βλέπω γύρω μου τά κουρέλια" κι έδειχνε τά πλούτη που μάς τριγύριζαν στό σπίτι τού πατέρα της "ακούς α- κούς εσύ αδικητή" φώναζε καί χτύπαγε μέ μίσος τό μικρό της πόδι στό αλαβάστρινο πάτωμα "γιατί νά μή μέ γεννήσεις πρι- γκίπισσα;" άχ έσκυβα τό κεφάλι εγώ ο πιό δυστυχισμένος ανα- μεσα στούς ανθρώπους που δέν μπορούσα νά θυμώσω μέ τόν Κόσμο που δέν μπορούσα νά τού ζητήσω τίποτα γιατί αυτός ή- ταν πιό φτωχός από μένα κοίταξα τήν "τέλεια σάρκα μου" έψα- ξα γιά έναν καθρέφτη νά ξαναδώ τήν λάμψη τού προσώπου μου είχε σκουριάσει όμως κατά τά 3\4 γκάζωσα γιά "νά προλά- βω τόν καιρό που μού είχε δοθεί γιά νά ζήσω" αλλά μού κόπη- καν τά πόδια γιατί όπως κοίταζα τά ανθισμένα χωράφια απ' τό παράθυρό μου θυμήθηκα τόν Σολωμό "όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει" ώστε υπάρχει καί Θάνατος είπα ανατρι- χιάζοντας όχι απλώς "η πόρτα εξόδου της επιλογής (;) που κά- ναμε" (δές καί Κάριτας απόφθεγμα 434α\2) αλλά χίλιες φορές Θάνατος που τόν πεθαίνεις όχι μόνο γιατί έχασες κάτι που α- γαπάς ((δές καί Ρώσικα πειράματα γιά τήν εξωαισθητή αντίλη- ψη μέ νεογέννητα κουνελάκια σέ υποβρύχιο καί τήν μάνα επά- νω στήν βάση πού όταν σκότωναν ένα κάτω στόν βυθό η μάνα έκανε σάν τρελλή στήν ξηρά (αντιβαίνει μέ πείσμα στό από- φθεγμα 434β\3 τής Κάριτας περί 5 αισθήσεων όπως: μέ ποιά απ' όλες τίς αισθήσεις επικοινωνούσε καί τί ένοιωθε η κουνέλα τήν στιγμή εκείνη;)) όχι μόνο γιατί μπορεί νά είσαι άρρωστος σέ κάποια Σπιναλόγκα κι η καρδιά σου νά λειώνει όπως η "τέ- λεια σάρκα σου που τό απολαμβάνει" (δές καί Κάριτας από- φθεγμα 434α\4) αλλά καί όταν ακόμα δέν συμβαίνει τίποτε απ αυτά καί τρέχεις λεύτερος στά πράσινα χωράφια τής Άνοιξης που "τό σκουλικάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκειά κι εκείνο" καί βλέπεις ξαφνικά μέ χαρά τήν αγαπημένη σου γάτα που σέ α- κολουθεί μέ πήδους νά απογειώνεται σάν γνήσιος αίλουρος καί νά χτυπάει στό φτερό μ' ασπούδα τήν ώρια γαλάζια πεταλούδα "π' ευώδιασε τόν ύπνο της μέσα στόν άσπρο κρίνο" που μόλις έλειωσες στό χώμα καθώς χοροπηδάς κι εσύ παραζαλισμένος ε- νώ ένα σπουργιτάκι μ' ένα τσιριτρό αγαλίασης έχει κιόλας αρ- πάξει τό σκουλικάκι που σπαρταράει μέ αγωνία στόν χλιαρό α- έρα κι απότομα σέ πιάνουνε τά κλάματα κι η δυστυχία σού πλαντάζει τό στήθος που δέν μπορεί νά χωρέσει όλη αυτή τήν ομορφιά που δέν μπορεί νά χωρέσει όλο τό σύμπαν κι αναρω- τιέσαι πού έχεις πέσει τώρα που απόφυγες τούς χίλιους θανά- τους καί σούρχεται νά κάνεις εμετό τήν ζωή καί στήνεις τό αυτί σου μέ φρίκη: "οί παρθένες τών βράχων!" ψιθυρίζεις τήν κλεμέ- νη επικεφαλίδα τού κλέφτη τού Ντ' Ανούντσιο "οι ευτυχισμέ- νοι!" κάτι φωνές ραίνουν μέ στίχους σάν βρασμένες λαχανίδες τά καταπληκτικά κορμιά που έχουν αρχίσει νά σέ πλησιάζουν κιόλας μέσα απ' τά δέντρα "σάν τό σκουλίκι σάν τό σκουλίκι μάνα μου μέ γέννησες" ξορκίζεις καί, Χρήστο, παρακαλάς πές στόν φίλο σου νά μάς τραγουδήσει τήν άγρια ομορφιά τής ζω- ής νά προλάβει νά μήν μάς φάνε λάχανο τήν ψυχή μας καί τήν αγάπη καί τό πώς νά καταλαβαίνουμε καί νά συγχωρούμε τόν Κόσμο: Η ΚΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ Σκάζανε αυγά κι έβγαιναν στόν κόσμο άρρωστα παιδιά σά σπασμένα άστρα μαύρα περιστέρια διώχνανε τόν ήλιο μέ κακές πετσέτες μ' άχαρες στριγκλιές έβραζε η θάλασσα καίγαν τά πουλιά της τά διωγμένα ψάρια κλαίγαν στό βουνό κι ένα λυσσασμένο κόκκινο φεγγάρι ούρλιαζε δεμένο σά σφαγμένο βόδι (Δές καί Μίλτου Σαχτούρη: "Ο Περίπατος", 1960) 27-7-1998 Ο Λυπημένος Ώς τρίς καί τετράκις λυπημένος, φέρω εν τή εμή καρδία τό δυ- σεξήγητον. Τό τών αθώων κρίμα συναξάμενος γαρ, έως τρίς δε καί τετράκις υποδιπλασιάζων τό αληθές ποσόν εν τή αναλογία, τρίς καί τετράκις πλειότερον φαίνηται. Όταν η φυλή μου ξανάρχεται τήν Άνοιξη, μέ φωνάζουν, μού φέρνουν δώρα απ' τήν πατρίδα μας, μού δείχνουν τά παιδιά τους που έχουν μεγαλώσει, μού τά δίνουν νά τά ευλογήσω, συ- γκινημένος τούς ευχαριστώ, πετάω μαζύ τους, τά μικρά μέ περι- κυκλώνουν, θαυμάζουν τίς τεράστιες φτερούγες μου, πότε θά γίνουν καί οι δικές μας μεγάλες σάν τίς δικές σου Λυπημένε;, μέ ρωτάνε κάνοντας χίλιες στροφές μέ τά μικρά τους ευκίνητα φτεράκια γύρω μου, πότε θά πετάξουμε κι εμείς στήν πατρίδα μέ τά δικά μας φτερά; Σύντομα αγαπημένα μου, λέω μέ έναν κόμπο στό λαιμό, κι ο νούς μου γυρίζει στίς τρομαγμένες φωνές τών δικών μου μικρών πάνω απ' τό δάσος μας που λαμπάδιασε ξαφνικά από τέσσερις μεριές, μέ τί φόβο μαζεύτηκαν τρέμο- ντας στήν ράχη μου κάι στήν ράχη τής μητέρας τους, ψηλά! έ- βγαλα μιά φωνή, πέτα ψηλά! Πόσο ψηλά πετάξαμε νά τά γλι- τώσουμε απ' τό πνίξιμο τής ζέστης καί τόν καπνό καί τήν συ- ναίσθηση τής αγωνίας όλης αυτής τής ζωής που κατασπάρα- ζαν οι φλόγες! Μά καί τό ύψος σκοτώνει, αμάθητα ακόμα τά μικρά τους στηθάκια δέν άντεξαν, ένα ένα ένοιωθα νά ξεγα- τζώνουν τά νυχάκια τους, τά κορμάκια τους στριφογύρισαν α- πελπισμένα στό κενό, χάθηκαν, γκρεμίστηκαν στά σύννεφα τού καπνού, γύρισα νά δώ τό αγαπημένο μου ταίρι, η ράχη του ή- ταν άδεια, μέ πλησίασε, ένοιωσα τό απαλό χάδι της στό πρό- σωπό μου, αντίο αγαπημένε, είπε, τυλίχτηκε στά φτερά της κι έπεσε... Αντίο αγαπημένε... Ζευγαρώνουμε μόνο μιά φορά στήν πολύ- χρονη ζωή μας. Γιατί δέν έπεσα κι εγώ; Όταν η φυλή μαζεύτη- κε τό Φθινόπωρο γιά τό μεγάλο ταξίδι τού γυρισμού, κάθε ζευ- γάρι μέ τά χαρούμενα παιδιά του στήν ράχη τους, κάθησα πα- ράμερα. Δέν μπορώ πιά νά βρώ τήν πατρίδα, είπα. Ευγενείς, ό- πως η ράτσα μας μάς δίδαξε, μπροστά στήν απόφαση τού άλ- λου, μέ χαιρέτησαν. Θά σέ δούμε τήν Άνοιξη, απάντησαν. Μείνε ζωντανός γιά νά μάς καλωσορήσεις. Αντίο λυπημένε μας αδερφέ. Μένω ζωντανός. Τά μεγάλα δέντρα γεμάτα μέ χίλια πλάσματα τό καθένα, μέ τήν δικιά τους πράσινη ζωή, μέ τόν δικό τους πράσινο θάνατο, νά ξανανοιώσω νά αναπνέουν κάτω απ' τίς α- νοιχτές μου φτερούγες. Τό χώμα τού δάσους, τρυφερό από τό σκάψιμο τών ζώων που ζούν μέσα του, πλούσιο απ' αυτά που ζούν επάνω του, ευλογημένο απ' αυτά που πετούν σάν άγγελοι στόν ουρανό του, όπως κάποτε καί τά δικά μου παιδιά, νά ξα- ναδώ νά γεμίζει καινούργια χαρούμενα βλαστάρια. Τήν κάθε μορφή αυτής τής καταπληκτικής ζωής, μέ τά δικά της δικαιώ- ματα, μέ τήν δική της γλώσσα, ν' ακούσω ξανά νά μιλά τόν δι- κό της τόν λόγο... Μένω ζωντανός, στό μαύρο Δάσος. Μόνο τά σαββατοκύριακα κατεβαίνω στήν εθνική οδό. Σ' ένα ξερόκλαδο απ' τά καμμένα δέντρα στίς άκρες της, σάν μιά μεγάλη σταχτιά σκιά κι εγώ, κάθομαι καί σκέφτομαι τόν αληθινό εχθρό. Εκεί περιμένω τ' αυτοκίνητα. Μόλις ξημερώσει. Γεμάτα εύθυμες οικογένειες. Γεμάτα μικρά, χαρούμενα, αθώα παιδάκια, τοποθετημένα μέ στοργή στά πίσω καθίσματα. Ξεδιαλέγω τούς πιό ευτυχισμέ- νους. Τούς πιό ανύποπτους. Τούς πιό αγνούς. Αυτούς που δέν βλέπουν αλλά που ίσως μπορούν νά δούν, ίσως μπορούν νά κα- ταλάβουν όταν τούς δείξουν. Αυτούς που ίσως θά μπορούσαν νά φτιάξουν άν τούς άφιναν. Άν καί ξέρω πιά τί θά συμβεί, άν καί ξέρω πιά τί συμβαίνει πάντα, δέν μπορώ νά μήν δοκιμάσω. Σάν μιά μοίρα που σέ μοιραίνει μέ ζήλεια, σέ μιά κακιά στιγμή, η αθωότητα εξισώνεται μέ τήν αφέλεια. Πρέπει τότε νά κινδυ- νέψεις. Πρέπει νά καταστρέψεις αυτή τήν εξίσωση που μπορεί νά σέ καταδικάσει γιά πάντα στή σιωπή. Ανοίγω τά μεγάλα μου φτερά καί πετάω μπροστά στόν οδηγό. Τί βλέπεις καλόψυ- χε οδηγέ στά μάτια μου; Βλέπω τό δάσος ν' αρπάζει φωτιά! Θεέ μου!, τά δέντρα!, τά ζώα!, τά πουλιά!, νά τήν σβύσουμε!, οι αγαπημένοι μου!, τά παιδάκια μου!, στρίψε!, στρίψε γρήγο- ρα, ξεπέρασε τόν άλλον που σού κλείνει τόν δρόμο, δέν έχει κα- ταλάβει τίποτε ακόμα αυτός, κορνάρισε δυνατά νά τόν ειδοποι- ήσεις, κι αυτοί οι άλλοι απ' τήν αντίθετη μεριά που πάνε νά φύγουν, εεεε!, εεεε!, δέν λογαριάζετε τά παιδιά σας, άνθρωποι! εεεε!... Σιγά σιγά. Είκοσι τήν μιά φορά. Τριάντα τήν άλλη. Πώς λιγο- στεύουν καθώς τούς σκοτώνουν! Πόσοι ανίκανοι νά περπατή- σουν ξανά; Είναι σάν νά λέμε ανίκανοι νά πετάξουν. Πόσοι α- νίκανοι νά δούν; Νά ακούσουν; Νά μιλήσουν; Νά αναπαρά- γουν; Νά σκεφτούν; Είναι σάν νά λέμε κατώτερες μορφές ζω- ής. Εξαρτημένες μορφές ζωής. Καμμένο δάσος. Τί θλίψη. Τί θλίψη γιά τούς αθώους! Τί θλίψη γιά όλους μας! 29-7-1998 "Λεύκωμα" Ήτοι άκακοι συνταγαί τινες, καί περί τών θαυμασίων κεράμων τού νοός. Η τρυφερότης Σκεύος, ούν, λεπτότατον η τρυφερότης, τοποθετούμενον μετ' α- περιγράπτου γλυκύτητος, ως ανάθημα, επί τής κορυφής τού πρός αφήν αντικειμένου. (Χειρονομία εκτελουμένη υπό ειδικώς εκπαιδευθέντων μυώνων εν τώ σώματι, ανατραφέντων δι εκλε- κτοτέρας τροφής, πολλάκις, εν τούτοις, προσεγγίζουσα δίς καί τρίς τό ιδανικόν σημείον, αλλά διστάζουσα, χάριν αισθητικών τινών αναστολών -τής εν εαυτώ προσωρινής, αλλ' ισχυράς τήν δεδομένην στιγμήν, αισθητικής, βαθμολογούσης αγρύπνως τήν εικόναν τής τελετής, καί επιστρέφουσα ταύτην ως απαράδε- κτον, πρός αναθεώρησιν, εις τήν επιχειρησιακήν αίθουσαν τών ειδικώς συγκεντρωθέντων συναισθημάτων-). ((((Καί αυτού τού Αρχαγγέλου, προσεγγίζοντος τήν Παρθένον, δίς καί τρίς αποτυχόντος, απέρχομένου δε κατηφούς μετά τού ανεπιδότου Κρίνου... Καί αυτού τού Αξιωματικού τού τάγματος τών Αγγέλων, διστα- κτικού, άν καί ενδεδυμένου τήν επίσημον αυτού στολήν καί κο- μίζοντος μήνυμα μεγάλης αξίας εγγεγραμένον εις τό Χρυσό- βουλον τού Αυτοκράτορος... Χειρονομίαν προσεγγίζουσαν ως ο κρίνος τήν παρθένον, δίς καί τρίς αποτυχούσα... Καί αυτού τού Αρχαγγέλου αποτυχόντος δίς καί τρίς, παρά τό ενθαρρύνον χαμόγελον... Δι' αυτό αί εικόνες τού Ευαγγελισμού παριστούν τήν στιγμήν: ποτέ η παρθένος μέ τόν κρίνον αλλ' ο Αρχάγγελος, μή επιτυγχάνων τόν προσήκοντα βαθμόν τρυφε- ρότητος, εν αμηχανία διατελών... Ώ ευγενικέ αναγνώστη! Άς ανοίξουμε τό μεγάλο βιβλίο μέ τούς πίνακες τών ζωγράφων που έχεις πάρει γιά τά παιδιά σου. Άς πάμε νά δούμε τόν "Ευαγγελισμό" τού Μποτιτσέλλι. Εν τή εικαστική φιλολογία: Ο "Ευαγγελισμός", συμβολίζων τό πέρασμα από τόν Χειμώνα στήν Άνοιξη. Ο Άγγελος (αγγελιαφόρος μέ τό χαρμόσυνο μή- νυμα) είναι έτοιμος νά δώσει εις τήν Παρθένον (τήν Άνοιξην) τήν άδειαν νά τεκνοποιήσει, ήτοι τό Χρυσόβουλον μετά τής διαταγής τής εξόδου εκ τού Χειμώνος, δηλαδή τό Κρίνον. Δέν θά μπορούσε βέβαια ο δύστροπος Χειμών νά συμμορφωθεί μέ άλλον τρόπο. Αυστηράν εντός Χρυσοβούλου ενέκλεισεν δια- ταγήν ίνα υποχωρήσει, αφίνοντας τήν Άνοιξην ελεύθερον εις τήν θέσην του. Αι μυριάδες φωνές τών εγκλείστων εις τάς οωθήκας τής Ανοί- ξεως, αμιλλωμένων ως πρός τώ γεννάσθαι, οργανισμών, κατε- τρύπησαν τά ώτα μου, έτρεξα αμέσως κάνοντας χρήσην τής ει- δικής μου εξουσιοδοτήσεως εμπρός εις τήν οποίαν κανείς φρουρός, κανείς αξιωματικός τών υπό τόν Μιχαήλ αυτοκρατο- ρικών ταγμάτων, τών επιφορτισμένων μέ τήν φύλαξην τού Μο- νάρχου, δέν μπορούσε νά φέρει αντίρρησην, έφτασα στήν πε- λώρια πόρτα τής κρεββατοκάμαρης τής Α.Μ., σήκωσα μέ δυ- σκολία τό βαρύ ρόπτρον, ο ήχος ταρακούνησε τό τεράστιον μέ- γαρον. "Ποιός είναι;", ακούστηκαν οι χίλιοι κεραυνοί τής φω- νής Του. "Ο Γαβριήλ, Μεγαλειότατε, διατάξτε!", είπα ψιθυρι- στά. "Ά!, η μυστική υπηρεσία! Τί έχουμε; Πάλι;". "Μάλιστα Μεγαλειότατε", απάντησα όσο πιό σιγά μπορούσα, "πρέπει νά μού δώσετε τό Χρυσόβουλο". "Πάρε!", είπε κι απ' τό σκοτάδι τής πελώριας κάμαρας που κανείς ποτέ δέν είχε δεί τό εσωτερι- κό της, πέταξε ένας σφραγισμένος μέ τά χρυσά σύμβολα πάπυ- ρος καί στάθηκε στόν αέρα μπροστά μου. "Κόψε κι έναν κρίνο απ' τούς κήπους Μου. Σού δίνω τήν άδεια". "Μάλιστα Μεγα- λειότατε", είπα. Η βαρειά πόρτα έκλεισε μόνη της. Άνοιξα τίς φτερούγες μου. Έπρεπε νά πάω νά ντυθώ επίσημα.)))) Τό ερωτικόν πάθος Αγγείον δε τό πάθος, εν ώ, ευεργετείται η λησμονηθείσα χάρις τού σώματος, ταράσσεται δε η καρδία ίνα αποδώσει τήν εν αυ- τή αναλυμμένην ψυχήν... Ώς εν τώ κάδω τού γάλακτος περι- στρεφόμενος ο μοχλός, εμφανίζει τό αόρατον βούτυρον εις τόν τράχηλον (παραλείπει δε τό ύδωρ μετ' ολίγης λευκής σαρκός εις τό κύτος, ικανής όμως όπως θερμάνει εκ τού καμάτου τραχέ- ως δοκιμασθέντα οργανισμόν, π.χ. νεαράς δούλης, καταπονη- θείσης υπό παρακοιμωμένου ψυχράς συμβίας σφριγηλού εισέτι ανδρός). Τά χοντρά δάχτυλα Τά δάχτυλά μου χόντρυναν ξαφνικά. Μόλις πρόλαβα νά βγά- λω τά δαχτυλίδια μου. Καλεσα τόν γιατρό. Πρέπει νά τά κό- ψουμε, είπε. Είναι μιά σπάνια ασθένεια. Μία στό δισεκατομμύ- ριο. Δέν είναι ακριβώς ασθένεια. Κάποιο μέρος τού σώματος αρχίζει νά μεγαλώνει ξαφνικά, χωρίς λόγο. Μετά, σιγά σιγά, παρασύρει καί τά υπόλοιπα. Ακόμα καί η πιό αυστηρή δίαιτα δέν μπορεί νά τό σταματήσει. Ούτε πρόκειται γιά μιά συνηθι- σμένη ακρομεγαλία. Ούτε καν γιά έναν διεστραμμένον πριαπι- σμό. Ώστε νά τά κόψουμε, έ; Καί τί θά κάνω χωρίς δάχτυλα; Έστω καί χοντρά είναι τά μόνα που έχω. Άν καί χοντρά δέν έχουν χάσει καθόλου τήν ευκινησία τους. Όσο γι' αυτά τού αριστερού, είναι στ' αλήθεια δάχτυλα; Αυτά τά μικρούλια αδύνατα ξυλα- ράκια, που δέν ξέρουν ούτε νά πιάσουν τό μολύβι; Γιά γράψτε στό χαρτί ένα γράμμα, αδέξια αριστερά! Αποχαιρετιστήκαμε. Τό πρωΐ θά μάς χώριζαν. Μού ζήταγαν νά τά κρύψω Γιά νά σάς κρύψω, πρέπει νά φύγω κι εγώ μαζύ σας, αγαπημένα μου, είπα. Έβαλα τό μεγαλύτερο χέρι στήν τσέπη τής στολής. Αλλά γιά νά περάσω τήν είσοδο, έπρεπε νά χαιρε- τήσω τόν φρουρό. Πρότεινε τό όπλο του. Γιατί δέν μέ χαιρετά- τε, κύριε;, ρώτησε λυπημένα. Φόραγε στραβά τό καπέλο του, σκεπάζοντας τό ένα αυτί, αλλά αυτό τό παράπονο στήν φωνή του μού τά απεκάλυψε όλα. Έβγαλα τό χέρι μου μέ τά χοντρά δάχτυλα καί τόν χαιρέτησα. Μ' ακούμπησε τρυφερά μέ τήν μι- κρή του παλάμη. Τί θλιβερό γιά αυτά τά αθώα!, είπε. Φευγετε γιά νά τά γλυτώσετε; Κούνησα τό κεφάλι μου. Έβγαλε τότε τό καπέλο του. Τό δεξί του αυτί ήταν τεράστιο. Λένε ένα στό δι- σεκατομμύριο γιά νά μήν μάς τρομάξουν, χαμογέλασε. Εμένα μέ έχουν γιά τήν επόμενη βδομάδα. Αλλά θά φύγω όπως κι ε- σείς, κύριε. Προσπαθούν νά μάς χωρίσουν απ' τούς αγαπημέ- νους μας. Σταθείτε νά σάς ανοίξω τήν πύλη. Νά πάτε στό κα- λό. Τουλάχιστον εμείς περπατάμε. Τί νά πούν κι αυτοί οι άλλοι μέ τό δυστυχισμένο τους πόδι. Δέν πρόκειται γιά καμμιά γελοία Αλίκη στήν χώρα τών θαυμά- των. Δέν ήπια κανένα απ' τά ξεφτυλισμένα τους φάρμακα. Δέν πίνω φάρμακα. Μόνο καί μόνο η μυρουδιά τους μέ κάνει νά θέ- λω νά ξεράσω. Από τότε που ήμουν παιδί καί μέ στούμπωναν στίς βιταμίνες καί τά πετιμέζια θέλω νά ξερνάω συνέχεια. Θέ- λω νά ξεράσω όλο τό μουρουνέλαιο που 'χω πιεί, όλες τίς κου- ταλιές ρετσινόλαδο που μέ τάϊσαν τρείς φορές τήν ημέρα καί τίς κουταλιές τήν ζάχαρη που μού έδιναν μετά γιά νά μήν τό ξεράσω, στό μουρουνόλαδο καί στ' άλλα γιατρικά που δέν ξέ- ρασα οφείλεται αυτό που παθαίνω τώρα, νά μεγαλώνουνε τά χέρια μου, όχι τά χέρια μου, τά δάχτυλά μου, καί όχι καί στά δύο χέρια μου, μόνο στό δεξί, νά έχει πρηστεί η παλάμη μου καί νά μήν μπορώ νά κρατήσω τίποτα, ούτε κάν τό βιβλίο που διαβάζω, τό "Μπετόν" τού Τόμας Μπέρχαρντ, τόν οποίον μι- μούμαι αυτή τήν στιγμή, μιμούμαι τό ύφος καί όχι τό περιεχό- μενο, όπως έχω κάνει μέ τόσους άλλους, έχω μιμιθεί τό ύφος τους γιατί δέν έχω δικό μου ύφος, τό έχουν διαλύσει τά φάρμα- κά καί τό ρετσινόλαδο που μέ ποτίζανε χωρίς νά μπορώ νά τό αποφύγω όταν ήμουνα μικρός, έχω μόνο περιεχόμενο γιατί σ' αυτό μ' έναν περίεργο τρόπο τό ρετσινόλαδο έκανε καλό, ανά- γκαζε τήν ψυχή μου νά κάνει ό,τι απαγορευόταν νά κάνει τό σώμα μου, νά κάνει η ψυχή μου αντί γιά τό σώμα μου εμετό, νά τούς κάνει όλους εμετό καί ιδιαίτερα αυτούς που μ' αγάπαγαν καί προσπαθούσαν νά μέ διαλύσουν συναισθηματικά μέ τήν μυρουδιά τού μουρουνόλαδου, καί μετά μού έμεινε συνήθεια νά κάνει η ψυχή μου εμετό αυτούς που δέν μπορούσε νά κάνει ε- μετό τό σώμα μου, έστω καί χωρίς ρετσινόλαδο ένοιωθα μιά φοβερή τάση γιά εμετό ιδιαίτερα μπροστά σ' ορισμένους αν- θρώπους που ένοιωθα γι' αυτούς ότι ένοιωθαν καί γιά μένα τό ί- διο. 6-8-1998 Αισθάνομαι ότι θά κάνω μιά βαθειά δοκιμασία, έχω τρείς μέρες νά γράψω γιατί μέ τσάκισαν οι φωτιές που έβλεπα απ' τό πα- ράθυρό μου νά καίνε τά σπίτια καί τά πεύκα, θυμήθηκα τήν με- γάλη πυρκαγιά που έκαψε όλο τό βουνό μέ τά αρχαία πεύκα τό 82, τώρα στούς χαμηλούς λόφους είχαν χτιστεί σπίτια που και- γόντουσαν, μισώ τήν φωτιά, γράφω τό μισητό όνομά της στό χαρτί μου καί τήν μισώ περισσότερο τώρα που τό έγραψα, η φωτιά είναι μεγάλο κτήνος, τό κατάλαβα όταν τήν είδα νά περ- νάει τήν κορφή τής Πεντέλης, όχι!, ποτέ πιά δέν θά κάτσω μπροστά από ένα τζάκι όπως παλιά, τήν φτύνω, ξερνάω μου- ρουνόλαδο απάνω της, Δέν μπορώ νά ξεχάσω τίς φωτιές, βλέπω στόν ύπνο μου δέντρα νά καίγονται, μέ τί δικαίωμα καίει τόσο γρήγορα τά δέντρα η φώτιά, καίει τίς φωλιές, τά έντομα, τά μικρά ζώα, πνίγει τούς τυφλοπόντικες, οι αλεπούδες κάθονται καί καίγονται μαζύ μέ τά μικρά τους, τό είδα, σάν κόκκινο ιππικό φάνηκε καλπάζο- ντας στήν κορφή τής Πεντέλης, μετά κατηφόρησε τήν πλαγιά, προστάζοντας τόν άνεμο νά τήν φυσήξει γιά νά δυναμώσει, κό- βοντας τήν χολή τών ανθρώπων που τήν έβλεπαν, σκίζοντας μέ κακία τίς καρδιές τους, ποτέ, ποτέ δέν θά κάτσω μπροστά σ' έ- να τζάκι, ύστερα ξαναγύρισε πρός τά πίσω καίγοντας ό,τι είχε προσπεράσει βιαστικά καθώς τήν φύσαγε αυτό τό μαύρο σκυλί ο άνεμος ρίχνοντάς της τό οξυγόνο που μάζευε τόσα χρόνια από τά δέντρα... ΤΕΛΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 21