ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

14-8-1998 Κάτω απ' τίς φοινικιές, μέσ' στούς ψηλούς θάμνους καί τά κρε- μαστά λουλούδια, άστραφταν τά λαμπερά χρώματα τών παπα- γάλων. "Γειά σου Γέρο μου", είπα σ' έναν τεράστιο μέ λοφίο που πρόσεχε τά μικρά καθώς έπαιζαν, "από τά φίδια φυλάς τά μικρά;". "Άχ ναί!", είπε μ' ένα ξεβιδωμένο χασμουρητό, που έ- κανε τό ράμφος του νά κροταλίσει σάν τήν δαχτυλιδωτή ουρά τού κροταλία όταν συναντά κάποιαν ωραία από τό σόϊ του στά στριφογυριστά μονοπάτια τής ερήμου. "Είναι μερικά ανόητα γερόντια που ξεπέφτουν τήν ημέρα κατά 'δώ, προσπαθώντας νά γεμίσουν τήν κοιλιά τους μέ τρυφερά πούπουλα. Ο αληθινός κυνηγός βγαίνει νύχτα καί θά σέ συμβούλευα, μιά κι ήρθες κι εσύ κατά 'δώ στά εξωτικά τούτα μέρη, νά φτιάξεις μιά φωλιά στίς ψηλές φοινικιές σάν κι εμάς τό γρηγορότερο. Έχεις κι ένα παχύ κρέας σάν κάστανο ξεφλουδισμένο. Από πού νομίζεις ότι θά κρατηθεί τό κορμάκι σου άν αρχίσει νά γλιστράει σέ κά- ποιον κατηφορικό λαιμό όπως ο δικός τους;". "Άσ' το αυτό", εί- πα, σάν νά επρόκειτο γιά μιά ασήμαντη λεπτομέρεια. "Εγώ ήρ- θα νά ζητήσω τήν σοφία σου πάνω στά πράγματα που μέ βα- σανίζουν. Μή μού μιλάς γιά παχειά κρέατα καί κυνηγούς. Μί- λα μου για τήν ομορφιά που δέν τήν καταλαβαίνω". "Καί μή- πως είμαι άνθρωπος εγώ γιά νά σού μιλήσω γιά τήν ομορφιά, γυμνό, δυστυχισμένο, επικίνδυνο καί γιά τήν ώρα συμπαθητικό τέρας; Αλλά εξομολογήσου μου εσύ, άν θέλεις ν' αλαφρώσεις τήν καρδιά σου, αυτό που όλος ο κόσμος λέει «τό μεγαλύτερο αμάρτημα». Σ' όλες τίς φυλές, ακόμα καί στά βιαστικά εφήμε- ρα, που είναι τόσο νόστιμα ώστε δέν προλαβαίνουν καί πολλά νά ζήσουν πέρα απ' τό μεσημέρι, τό μυστικό περνάει από γενιά σέ γενιά: η ομορφιά σκοτώνει τόν άνθρωπο, καί γιά χάρη της ο άνθρωπος καταστρέφει τόν κόσμο". "Ώστε ξέρεις κι εσύ λοι- πόν", είπα λυπημένος, "ακόμα καί τά μικρά εφήμερα τό ξέρουν, που μόλις γεννήσουν τ' αυγά τους τό ηλιοβασίλεμα έχουν ζήσει κιόλας μιά ολόκληρη ζωή, γιατί μάς φαίνεται σάν βούρκος αυ- τός ο κόσμος;. Αλήθεια σάν βούρκος μάς φαίνεται γεμάτος ο- μορφιά. Σαπίζει από τήν ομορφιά, κι η ασχήμια είναι κι αυτή μιά ομορφιά που δέν έχουμε προλάβει νά συνηθίσουμε. Πάνω στούς ώμους μας σαπίζει η ομορφιά, επειδή στήν αρχή η ομορ- φιά ήτανε κάτι σάν θαύμα, καί μετά τό θαύμα εξατμίστηκε κι άφισε τήν βαρειά ομορφιά νά τήν σηκώνει ο άνθρωπος στούς αδύνατους ώμους του, καί καθώς γερνά, μεγάλα κομμάτια ο- μορφιάς σπάζουν καί πέφτουν, ούτε κάν γυρίζει νά τά κοιτάξει πιά κουρασμένος όπως είναι νά κουβαλάει τά υπόλοιπα, κι αυ- τά είναι που σαπίζουν επειδή κανείς δέν τά σκέφτεται, καί τελι- κά όταν πεθαίνει τόν έχει σκοτώσει τό βάρος τής ομορφιάς, κά- νει μιά προσπάθεια καί τήν πετάει από πάνω του φωνάζοντας τό θαύμα νά ξαναρθεί, αλλά πώς μπορεί νά τόν ακούσει τό εξα- τμισμένο θαύμα που τόν άκουγε όταν ήταν παιδί καί δέν είχε ε- ξατμιστεί ακόμα;, νωρίς εξατμίζονται τά θαύματα καί ούτε μπορούν νά μάς σηκώσουν μαζύ τους, γι' αυτό δέν έχει καμμιά σημασία άν ζούσε περισσότερο ο άνθρωπος μέσα σ' έναν σάπιο από τήν ομορφιά κόσμο ανακατεύοντας τίς αισθητικές, η αι- σθητική είναι σάν μαγκούρα, καλλίτερα νά έκοβε απ' τήν αρχή ένα κλαρί από ένα δέντρο παρά νά στηρίζεται σέ μιά ανόητη αισθητική γιά νά σηκώνει όλο αυτό τό βάρος τής ομορφιάς καί νά τό σέρνει μαζύ του καθώς σαπίζει καί πέφτει, καί νά δη- μιουργεί νέες αισθητικές γιά νά τό συμπληρώνει από μιά ψευ- δαίσθηση θαύματος, καί τελικά νά είναι όλα τά ίδια αφού τό θαύμα δέν μάς ξαναπλησιάζει καί δέν μπορεί νά ξαναπήξει γιατί όταν είμασταν μικροί οι μεγάλοι σκότωσαν τό παιδί που είμασταν καί μετά τό σκοτώσαμε κι εμείς από τά δικά μας παι- διά καί μέσα στά σχολεία σκοτώνεται συνέχεια καί προσπα- θούν νά αντικαταστήσουν τό θαύμα μέ κάποια αισθητική, καί στήν αρχή τό θαύμα αγωνίζεται γιατί δέν μπορεί νά ζήσει χω- ρίς εμάς, αλλά η αισθητική τού επιτίθεται μέ μανία γιά νά τού πάρει τήν θέση καί τό βαρά μέ μιά μαγκούρα ώσπου αδυνατίζει καί πέφτει όπως πέφτουν απ' τίς πλάτες τών γονιών τους τά μι- κρά πουλάκια όταν τό δάσος τους πάρει φωτιά από τέσσερις μεριές κι εκείνοι πετάξουν ψηλά γιά νά τά σώσουν καί όταν πέ- σει βάζουν ξαφνικά στήν θέση του οκάδες ομορφιά καί οκάδες ασχήμια που είναι κι αυτή ομορφιά σάν τήν κανονική ομορφιά αλλά που δέν τήν έχουμε συνηθίσει ακόμα, ίσως μέ μιά αλλαγή αισθητικής, αλλά τελικά όλα είναι τό ίδιο γιατί η ομορφιά σα- πίζει χωρίς τό θαύμα ενώ τό θαύμα είναι συνέχεια καινούργιο επειδή κάθε θαύμα συμβαίνει μόνο μιά φορά καί δέν έχει καμ- μία σχέση μέ τίς αισθητικές, που είναι κρανιοεγκεφαλικά συνο- θυλεύματα από τό άγριο ξύλο τής μαγκούρας που επαναλαμβά- νεται ώσπου νά απομνημονευτούν οι διάφοροι τύποι ομορφιάς, ενώ τό θαύμα εκτός τού ότι είναι ένα μοναδικό συμβάν καί όχι κρανιοεγκεφαλικό μεταβάλλει όλο τό σώμα σέ αισθαντική ου- σία ικανή νά αισθανθεί ηδονή, καί επειδή τό θαύμα προκαλεί- ται από τήν συνάντηση τών αισθήσεων κι όχι απλώς τήν συνά- ντηση αλλά από έναν έρωτα καί σάν συνουσία καί σάν πάθος γιά ηδονή μέ τό κάλλος τού κόσμου που δέν έχει καμμιά σχέση μέ τήν ανθρώπινη ομορφιά αλλά σέ ένα αισθαντικό όν απλώνει τήν ηδονή τής συναντήσεως αυτού τού όντος μαζύ του σέ όλη τήν ουσία του καί μάλιστα καί σέ πράγματα που περισσεύουν από αυτήν τήν ουσία από τά οποία ίσως ένα νά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που έχει πάθει κάτι σάν ενθουσιασμό καί αποκόβε- ται τραγουδώντας τό θαύμα τής ομορφιάς...". "Σταμάτα!", φώναξε ο παπαγάλος καί φτερούγισε άγρια απ' τό κλαδί, ενώ τά παπαγαλάκια είχαν τρελλαθεί στό φτεροκόπημα καί στά φοβισμένα κελαϊδίσματα, καί μόλις σταμάτησα νά μι- λάω άκουσα ένα σιγανό παραπονεμένο σφύριγμα κι αμέσως τήν ήσυχη φωνή τού γέρου: "Από 'δω κυρία μου. Πώς μπορείτε στήν ηλικία σας νά πιάσετε αυτά τά τρελλοπράγματα; Δέν σάς ζαλίζουν όλα αυτά τά χρώματα από κλαρί σέ κλαρί; Αυτές οι τσιρίδες δέν σάς τρυπάνε τό μυαλό; Σκεφτείτε εγώ που είμαι τόσο στενός συγγενής μερικές φορές έτσι μούρχεται νά τά κα- ρυδώσω. Ελάτε, γυρίστε στήν φωλιά σας. Θά σάς φροντίσει ο εγγονός σας όταν ξυπνήσει". "Σκέψου ότι είμαστε συνομήλικοι!", είπε όταν γύρισε. "Αλλά έ- νας πύθωνας, όσο κι άν αντέχει τό πετσί του, δέν είναι παπαγά- λος. Τής έχουν πέσει τά δόντια. Ο εγγονός της κατάπιε ένα ε- λάφι ολόκληρο τήν περασμένη βδομάδα καί κοιμάται σάν χά- χας. Δέν θάφινα εγώ τήν γιαγιά μου νηστικιά γιά νά τό ρίξω στήν κρεπάλη. Τά κόκκαλά της φαίνονται. Άσε που δέν βλέπει τίποτα. Θά τού άξιζε νά τόν καταπιεί μαζύ μέ τό ελάφι του. Ό- πως θά μού άξιζε κι εμένα, τόσων χρονών γεροηλίθιου, που τήν πήρα τόσο αργά χαμπάρι. Τί έχουν τά ανόητα λόγια σου καί ζαλίζουν έτσι τ' αφτιά μου; Έτσι μιλούν οι άνθρωποι μεταξύ τους; Αυτός είναι ο ορθός λόγος τών ανθρώπων;". "Τί θέλεις λοιπόν, λογικές προτάσεις; Φταίμε εμείς που όταν εί- μαστε παιδιά γνωρίσαμε τό θαύμα; Πώς μπορώ νά σού περι- γράψω αυτή τήν αίσθηση; Μήπως νομίζεις ότι εγώ δέν ζαλίζο- μαι;". "Καί τί είναι τό θαύμα τών ανθρώπων επί τέλους, που τούς αφί- νει μέ αυτήν τήν βασανιστική νοσταλγία τής ομορφιάς; Μή- πως δέν είναι θαύμα ο έρωτας που εμείς ζούμε ελεύθερα καί διαρκώς, μήπως δέν είναι θαύμα όταν ανοίγω μιά ώριμη καρύ- δα καί πίνω τό γάλα της, ή όταν ξυπνάω τό δροσερό πρωΐ μέ τίς χίλιες φωνές γύρω μου νά χαιρετούν τόν ήλιο καί νοιώθω τόν ύπνο νά μέ παίρνει τό ζεστό βράδυ χορτασμένο κι ασφαλι- σμένο στήν ψηλή μου φωλιά μέ τούς γιούς τίς θυγατέρες κι αυ- τό τό αγαπημένο εγγονομάνι που βλέπεις τώρα νά προσέχω, μήπως δέν είναι θαύμα τό ότι γιά διακόσια ή καί τρακόσια χρό- νια ακόμα θά υπάρχει γιά μένα αυτός ο χαρισμένος χωρίς νά θέλει τίποτα σ' αντάλλαγμα κόσμος...". "Άσε, άσε, ένας άνθρωπος μέ λίγη ευαισθησία μετά από κά- μποσον καιρό τέτοιας ευτυχίας θάχε πηδήξει απ' τήν ψηλή α- σφαλισμένη σου φωλιά κι είτε θά προσπαθούσε ν' ανοίξει ένα μονοπάτι ανάμεσα στά θηρία γιά νά δεί τί βρίσκεται πέρα απ' τήν ζούγκλα, είτε θά σκάρωνε κάποιο πλεούμενο γιά νά περά- σει τήν θάλασσα, είτε απλώς θά πήδαγε. Δέν έχεις ιδέα παρ' ό- λα τά χρόνια σου". "Ψωροπερήφανε γυμνέ πίθηκε, που έτσι καί σέ τσιμπήσει μιά μέλισσα θά τουμπανιάσεις καί θά κατουριέσαι καί θά καταριέ- σαι τήν μοίρα σου, δείξε μου τό περίφημο θαύμα σου καί θά παραδεχτώ ότι είσαι πράγματι ένας σκλάβος τής ομορφιάς καί γιαυτό τήν αναζητάς απελπισμένα καί δέν μπορείς νά κάτσεις στά πισινά σου. Εμπρός! Άν είσαι έξυπνος όπως λένε γιά τήν ράτσα σου". "Δέν μπορώ νά σού χαρίσω τήν νοσταλγία τής ομορφιάς που βασανίζει τό δικό μου γένος επειδή αυτή είναι μόνο γιά τό δικό μου γένος καί δέν χαρίζεται, αλλά μά τούς τράγους καί τά κα- τσίκια τής πατρίδας μου θά σέ κάνω νά δείς τόν ουρανό σφο- ντύλι, χρωματιστή καρακάξα τών κεραμιδιών τής ζούγκλας. Πές μου, πού λημεριάζει ο Πύθωνας μέ τά στριφογυριστά μά- τια;". "Ά!, αυτός που ρίχνει απ' τά δέντρα περιστέρια καί μικρά που- λιά μέ τό βλέμμα του σφυρίζοντας νανουρίσματα καί κρέμεται σάν ξερό κλαρί γιά ν' αρπάζει τά πιθηκάκια απ' τήν αγκαλιά τής μάνας τους; Τί θά τόν κάνεις αυτόν τόν πονηρό εσύ που δέν χρειάζεσαι μαθήματα στήν πονηριά;". "Έχει κάτι απ' τό θαύμα που μού ζητάς νά σού δείξω μέσ' στά μάτια του, σοφέ μου εκατοχρονίτη. Άκου λοιπόν. Θά πάμε στό μονοπάτι του καί θά σέ δέσω σ' ένα κλαρί από πάνω, έτσι ώστε ούτε εσύ νά πέσεις θά είναι δυνατόν όταν σέ «κοιτάξει» καί σού σφυρίξει γλυκά, ούτε αυτός νά σέ φτάσει. Καθώς θά πλη- σιάζει θά βγάλεις μέ τήν ωραία σου φωνή ένα ευγενικό γειά σου. Δέν είναι τόσο αγενής! Θά σού απαντήσει. Από κεί καί πέρα, μικρέ μου παπαγάλε, θά γνωρίσεις τό θαύμα. Θαυμάζο- ντας κι αυτός που δέν πέφτεις θά ορμήσει στό δέντρο. Μά θά 'μαι δίπλα εγώ μ' αυτό τό χοντρό καί μακρύ ξύλο γιά νά τόν διώξω. Θά σέ λύσω καί θά γυρίσουμε. Όταν μπορέσεις νά μι- λήσεις ξανά, θά συζητήσουμε πάλι. Έτσι σοφός που έγινες, θά καταλάβεις οι Ιθάκες τί σημαίνουν, όπως έλεγε κάποιος δικός μου που τόχε παίξει αυτό τό παιχνίδι. Τί λές πάμε;". "Μιά στιγμή νά φωνάξω κάποιον γιά νά προσέχει τά μικρά", εί- πε. Νά γιατί λοιπόν, σεβαστοί μου άρχοντες, οι παπαγάλοι μιλούν μέ τόση ευκολία όχι μόνο τήν ανθρώπινη μά καί κάθε άλλη γλώσσα. Στά μακρινά τους «ταξίδια», όταν κάθε τόσο η ανά- μνηση τού θαύματος τούς χτυπά ξανά μέ τό δαχτυλάκι της τήν πόρτα κι εγκαταλείπουν γιά χάρη της τήν πολυθόρυβη φωλιά τους, θά έχουν συναντήσει οπωσδήποτε κι εσένα ευγενικέ ανα- γνώστη. Άλλωστε τί είναι η τωρινή σας συνάντηση όσο κι άν φαίνεται καινούργια; Δέν είναι η πρώτη σας γνωριμία που επι- στρέφει; "Κύκλω γαρ συναντώμεθα. Ο έτερος τόν δέ, εις τό εν εαυτώ κάτοπτρον ανακλών, θέτει εκ νέου εις τήν αρχήν τής συ- μπτώσεως. Ώς τό ύδωρ, τό εξηντληθέν εν τή κλεψύδρα, κατα- δεικνύει, δι απλής αναστροφής ταύτης, ουχί τό πεπερασμένον, αλλά τό ατελεύτητον". Μίλησέ τους. Δέν θά καταλάβουν αυτό που θά πείς, αλλά τί σημασία έχει! Σού τό ξαναλένε γιατί είσαι εσύ αυτός που πρέπει νά καταλάβει τί λέει. Αυτοί δέν χρειάζε- ται νά καταλαβαίνουν. Έχουν γνωρίσει τό θαύμα. Δεμένοι πά- νω στό κατάρτι, έχουν ακούσει τό τραγούδι τών Σειρήνων. 18-8-1998 Τό ένα μου χέρι (τό δεξί) είναι τελείως παράλυτο απ' τόν καρπό καί κάτω, δέν μπορώ νά κουνήσω τά δάχτυλά μου ούτε νά πιά- σω τίποτα, παθαίνει καί μικρές επιληπτικές κρίσεις (πόσο συ- χαίνομαι που τά γράφω αυτά, ενώ δέν συχαίνομαι τό χέρι μου καθόλου), δέν σε εγκαταλείπω πρησμένο δεξί μου χέρι, πόσο προσπάθησα γιά νά σέ ξεχωρήσω απ' τό ζηλιάρικο αριστερό που ήθελε πάντα νά σέ ακολουθεί, ακόμα καί τώρα σέ ζηλεύει που είσαι πρησμένο, μέ τά δόντια τό κρατώ γιά νά μήν πρηστεί κι εκείνο καθώς διαμαρτύρεται διαρκώς επειδή γράφει μόνο του, μπερδεύει όλο λάθη τά δάχτυλά του, μάταια τού εξηγώ ότι τώρα έχει έναν πιό σπουδαίο ρόλο, μιά μοναδική αποστολή, ότι μέ λίγη προσπάθεια θά μπορούσε νά αποκτήσει όλες τίς ικανό- τητές σου καί νά σέ αντικαταστήσει εντελώς, σ' όλα σου τά προνόμια που θά ξεχαστούν νά γίνει ο ευνοούμενός μου διάδο- χος, όχι!, μέ μιά μνησικακία (στήν οποία έχει βέβαια ένα εντε- λώς δικαιολογημένο απ' τήν πλευρά μου δικαίωμα γιατί δέν μπορώ νά αγνοήσω τίς ταπεινώσεις που έχει δεχτεί στό παρελ- θόν) καί μέ μιά καθυστέρηση μέ υπακούει, μήπως θά 'πρεπε νά βρίσκομαι ακόμα εδώ τώρα μέ άσπρα μαλλιά γράφοντας, αντί σέ μιά αναπαυτική πολυθρόνα, μέ τό δεξί μου χέρι απλωμένο στήν μοναδική στάση που τό ξεκουράζει... Ετοιμαζόμασταν νά τρέξουμε. Φορέσαμε τίς παχειές βαμβακε- ρές κάλτσες, τά αθλητικά παπούτσια μέ τά μυτερά καρφιά, σφί- ξαμε τά χέρια καί μπήκαμε στήν απεραντωσύνη τού στίβου. Δέν θά μπορέσω νά συνηθίσω ποτέ αυτό τό ουρλιαχτό, τά ανοι- χτά στόματα, τά γουρλωμένα μάτια... Πρέπει νά περιγράψω τήν κατάστασή μου. Εκφυλιστικά φαινό- μενα, λόγω τής αρτηριοφλεβικής δυσπλασίας στόν αριστερό κροταφικό λοβό αυτού τού οργάνου, αυτού τού οργάνου, τού ε- γκεφάλου μου, έχουν αρχίσει νά εκδηλώνονται στό δεξί μου χέ- ρι, τό οποίο έχει παραλύσει εντελώς από τόν καρπό καί κάτω καί επί πλέον έχει πρηστεί. Μπήκαμε στόν στίβο.Ήταν τόσο απέραντος που σού πιανόταν η καρδιά. Δέν είχα προσέξει όμως τό χώμα, κι ήταν αυτό που κι απ' τήν απεραντωσύνη τού στίβου ακόμα θά είχε αρχίσει νά μέ ανησυχεί περισσότερο άν τό έκανα. Τό χώμα, κόκκινο σάν αίμα τό χώμα, δέν θέλω νά μιλήσω γιά τήν συμπεριφορά τών ανθρώπων, ο στίβος στρωμένος μέ μιά συμπεριφορά, κόκκινος σάν στρωμένος μέ μιά συμπεριφορά αί- ματος, όπως τό αίμα μέ πράξεις γεμάτες συμπεριφορά, κόκκινο όπως η συμπεριφορά τών πράξεων μέσα στό αίμα, πατημένο σάν ένας άνθρωπος από τίς πράξεις του, βρεμμένο από λάστι- χα, λιωμένο από μικρούς οδοστρωτήρες, συντριμμένοι κόκκινοι κόκκοι χώματος όπως στό μυαλό τών ανθρώπων, δέν θά μιλήσω γιά τήν αγάπη, θά μιλήσω γι' αυτό που μάς αναγκάζει, λυπημέ- νο, σάν άρρωστα παιδιά μάς αναγκάζει, αισθανόμαστε νά μάς διασχίζει μιά λυπημένη συμπεριφορά... Λονδίνο, Άνοιξη 1969. Κοιμώμουνα κάθε δυό νύχτες γιά νά μήν πληρώνω ξενοδοχείο. Τότε τόν είδα. Σέ μιά πολυσύχναστη λεωφόρο στό Πικαντίλλυ. Γέρος, 75, ίσως 80 χρόνων. Ο κόσμος κατέβαινε σάν ποτάμι κι αυτός τούς διέσχιζε. Είδα τόν ίδιον άνθρωπο νά περιμένει υπομονετικά τό κομμάτι του που είχε κο- πεί, όπως όταν κόβονται τά κομμάτια μας από τήν συμπεριφο- ρά ενός αγαπημένου (ίσως νά εννοώ, όχι τά κομμάτια που έχει χρησιμοποιήσει από 'μάς ένας αγαπημένος γιά νά φτιάξει τό δικό του σώμα μας, αλλά τά κομμάτια από τά οποία έχουμε φτιάξει εμείς τό δικό μας σώμα καί που κόβονται όταν εκείνος μάς διασχίζει μέ μιά συμπεριφορά). Όρθιος αλλά μέ μιά παρα- μόρφωση στήν σπονδυλική του στήλη που τόν είχε γείρει εντε- λώς πρός τά πίσω, έπεφτε κάθε στιγμή αλλά κάθε στιγμή στη- ρίζονταν σέ μιά μαγκούρα που ακολουθούσε τό βήμα του, μέ μιά απερίγραπτη κίνηση σάν νά κολυμπούσε τίναζε πρός τ' α- πάνω πολλές φορές τό ελεύθερο χέρι του καί σάν γιά νά πάρει φόρα, μετά κατάφερνε νά φέρει λίγο πρός τά μπρός τό ένα πό- δι, μετά επαναλάμβανε τήν ίδια διαδικασία στόν αέρα μέ τό ε- λεύθερο χέρι καί έσπρωχνε τό άλλο, μετά τό ίδιο γιά τήν μα- γκούρα, μετακινούσε τό σώμα του εντελώς κάθετα στόν ποταμό τών ανθρώπων που άνοιγαν καί ξανάκλειναν γύρω του σιωπη- λά, στάθηκα καί τόν κοίταζα, έκανε μισή ώρα νά φτάσει στήν άκρη τού πεζοδρομίου, καί τώρα τί;, πού θά πήγαινε;, θά πέρνα- γε τόν δρόμο;, έκανα ένα βήμα γιά νά τόν βοηθήσω, αλλά όχι, άρχισε νά γυρίζει, η στροφή ήταν ένα σύνολο φοβερών άγριων κινήσεων, σάν νά προσπαθούσε ν' ανοίξει τίς πόρτες τής Ερή- μου ένας προφήτης, είχα κουραστεί, κάθισα σ' ένα σκαλοπάτι, τώρα βυθίστηκε στό ποτάμι τού πεζοδρομίου ξανά, έβλεπα τούς ανθρώπους που παραμέριζαν σχεδόν ευγενικά, οι γυναίκες στρίβοντας σάν μέ μιά μικρή υπόκλιση, οι άντρες αγγίζοντας τήν άκρη τού καπέλλου τους, μερικοί τό μισοέβγαζαν, μουρμού- ριζαν κάποια λόγια χαιρετισμού καί προσπερνούσαν, εκείνου τό βλέμμα κοιτούσε στόν ουρανό, μά κοιτούσε;, όχι τά μάτια δέν κοιτούσαν, δέν είχε μάτια, είχε τυφλωθεί, σάν νάχε βυθίσει η βαρύτητα τούς βολβούς μέσα στήν μαλακιά μάζα τού κόκκα- λου... Όταν μετά από ώρα έφτασε, κάθισε δίπλα μου... "'Ετσι τούς διασχίζω, μ' αυτή τήν συμπεριφορά τούς διασχίζω", είπε ισιώ- νοντας τήν πλάτη του. "Ά!", είπα. Είμασταν στόν στίβο. Γιατί θά τρέχαμε; Ο Αφέτης μέ τό πι- στόλι στό χέρι μάς κοίταζε. Είμασταν οι αθλητές; Οι αθλητές είχαν πάρει θέσεις. Ο Αφέτης μέ τό πιστόλι στό χέ- ρι τούς κοίταζε. Οι πλάτες τους είχαν λυγίσει κάτω απ' τήν φο- βερή του εξουσία. Τούς άφισε λίγο νά ξεκουραστούν από τήν τρομερή πίεση: τό ένα γόνατο στό ήδη κόκκινο από τό αίμα χώ- μα, τό κεφάλι χωμένο μέσα στά μπράτσα, έβλεπα τά καρφιά στά πόδια τους δίπλα στά στομωμένα δάχτυλα τών χέριών, ά- κουγα στήν απόλυτη σιγή τίς υποταγμένες ανάσες... Πυροβολισμός! Πυροβολισμός! Δέν θά μπορέσω νά συνηθίσω ποτέ αυτό τό ουρλιαχτό, τά ανοιχτά στόματα, τά γουρλωμένα μάτια... Άρχισα νά ουρλιάζω κι εγώ. Τό κόκκινο χώμα μάτωνε απ' τά καρφιά, βαθειά μέσα στήν σάρκα τού στίβου χώνονταν οι α- θλητές... Βαθειά μέσα στήν σάρκα μας είναι χωμένη η συμπεριφορά. Μέ αιματηρές πράξεις τήν απομακρύνουμε. Πιάσε τό χέρι μου αγάπη μου νά τρέξουμε μαζύ στό ματωμένο χώμα. 25-8-1998 Ο δάσκαλος τού Τσαγιού υποκλίθηκε βαθειά. "Πώς λέγεστε;", ρώτησε. "Γιάννης", απάντησα. Υποκλίθηκε ξανά. "Λυπάμαι τόσο που δέν μπορώ νά σάς δεχτώ σάν μαθητή μου! Περάστε ί- σως αργότερα". Μετά από μιά ώρα ξαναχτύπησα τήν πόρτα. "Ποιός χτυπάει;", ακούστηκε η φωνή του από μέσα. "Είμαι ο Γιάννης", απάντη- σα. "Ο δάσκαλος δέν μπορεί νά σάς δεχτεί τώρα, διδάσκει τόν Γιάννη. Λυπάται πολύ. Περάστε μιάν άλλη φορά". Ύστερα από λίγο χτύπησα πάλι. "Ποιός είναι;", ακούστηκε ξα- νά η φωνή του. "Ο δάσκαλος δέν είναι εδώ". "Μά εσείς ποιός είστε τότε;", ρώτησα. "Εγώ είμαι ο μαθητής του ο Γιάννης. Λυ- πάμαι που δέν μπορώ νά σάς ανοίξω. Περάστε αργότερα". Αυτή τήν φορά άργησα νά γυρίσω. "Ποιός είναι πάλι;", είπε ε- νοχλημένα η φωνή του. "Δέν μπορώ νά ασχολούμαι συνέχεια μέ αργόσχολους ξένους". "Είμαι ο δάσκαλος ανόητε!", είπα. "Aκόμα δέν έμαθες τίποτα;". "Ά, δάσκαλέ μου, ήρθες λοιπόν;", είπε ο Γιάννης χαρούμενα κι άνοιξε τήν πόρτα. Πόσο δύσκολα κοιμάμαι τό βράδυ! Τά σεντόνια τυλίγονται γύ- ρω μου έτοιμα νά μέ δολοφονήσουν. Τί σάς έκανα μοχθηρά σε- ντόνια καί συνωμοτείτε εναντίον μου; Πρέπει νά κοιμάμαι λοι- πόν συνεχώς προσέχοντάς σας, "μέ τό 'να μάτι στ' όνειρο καί τ' άλλο στό κρεββάτι, τό τρίτο τό καλλίτερο στά στήθεια τής κα- λής μου"; Τό κάτω σεντόνι τό λέω πατέρα, βογγάει από τό βάρος μου, θυ- μάμαι που μ' έπαιρνε καβάλα μικρόν, "τρέχα, τρέχα αλογάκι!", τού φώναζα τραβώντας τήν μαύρη χαίτη, τώρα κυματίζουν τ' άσπρα του μαλλιά καθώς τό στρώνω, "πόσο γέρασες πατέρα!", λέω καί τό απλώνω μέ τρυφερότητα χαϊδεύοντας τίς ρυτίδες του. 'Ολο τό βράδυ μέ αντέχει που τό βασανίζω, αλλά τό πρωΐ: "τόσα χρόνια, τόσα χρόνια σηκώνω τό βάρος σου" μού λέει κλαίγοντας, όπως ένας κουρασμένος γέρος μούσκεμα στόν ι- δρώτα, φοβάμαι μή μέ πετάξει σέ καμμιά χαράδρα, καθώς τά όνειρα έρχονται καί φεύγουν, ή μήπως μέ εγκαταλείψει στό πιό βασανιστικό, στήν πέμτη τάξη, μέ τήν δεσποινίδα Μαρία νά κρατά τόν χάρακα μέ τίς σιδερένιες γωνιές: "σήκω επάνω Γιάν- νη, πήρα ένα γράμμα από τήν μητέρα σου"... Τό επάνω σεντόνι τό λέω μητέρα, όλο τυλίγεται στόν λαιμό μου, "μητέρα θά μέ πνίξεις", ψιθυρίζω κατάχλωμος τό πρωΐ, πώς μ' έχει καταντήσει μέχρι τό πρωΐ τό αγκάλιασμα τής μητέ- ρας όταν κοιτάζομαι στόν καθρέφτη!... Όλο τό βράδυ παλεύω μέ τά σεντόνια μου γιά νά βγώ ζωντα- νός, τί θά 'κανα όμως χωρίς αυτά, από πάνω παραμονεύουν οι τραχειές κουβέρτες που λειώνουν σιγά σιγά τήν σάρκα, όπως στά δουλεμπορικά λειώνει δεμένο πάνω στίς αλμυρές σανίδες τό κορμί, επειδή ποιός ξέρει πόσο κρατάει τό ταξίδι τού ύπνου, από πού μέ έχουν αρπάξει, κάθε ξημέρωμα σέ ποιάν άγνωστη ακτή μέ βγάζουν μαζύ μέ τούς δυστυχισμένους συντρόφους μου οι σκληροί ναυτικοί, οι έμποροι μέ τά σκυλιά μάς περιμέ- νουν, κουδουνίζουν οι αλυσσίδες στά χέρια τους, κι οι υπηρέτες τους ετοιμάζονται νά μάς δέσουνε τά πόδια καί νά περάσουνε τόν ξύλινο ζυγό στόν πληγωμένο μας σβέρκο. Ο δάσκαλος τού Τσαγιού σηκώθηκε από τήν ψάθα του καί βγήκε στόν κήπο νά καλημερίσει τό καινούργιο πρωΐ. "Χαίρε Αυγή!", είπε. "Ποιό πλάσμα δέν σηκώνεται στό πλησίασμά σου, έκπληκτο απ' τήν ζωή που κρύβεται μέσα στό κορμί του, κι έτοιμο νά κυνηγήσει ή νά κυνηγηθεί γι' αυτή, εκτός απ' αυτόν τόν ηλίθιο μαθητή μου, τόν Γιάννη, που είναι ακόμα ξαπλωμέ- νος στήν ψάθα του;". Πρίν χαράξει η Αυγή, είχα κιόλας πεταχτεί απ' τήν ψάθα μου καί είχα βγεί στόν κήπο, έτοιμος νά τήν χαιρετήσω πρώτος, ό- πως άρμοζε σ' έναν προκομμένο μαθητή ενός δασκάλου σάν τόν δικό μου. "Ω Νύχτα!", ακούστηκε η φωνή του από τό σπίτι, "ακόμα δέν ξοδεύτηκε τό βελούδινο σώμα σου, ακόμα ο μαύρος πάνθηρας παραμονεύει τό θύμα του στά περάσματα τού νερού κι η κουκουβάγια αφίνει τήν κυνηγετική της κραυγή μαθαίνο- ντας στά μικρά της τά αέρινα μονοπάτια τού δάσους, κι αυτός ο ηλίθιος ο μαθητής μου, ο Γιάννης, δέν μάς αφίνει νά κοιμη- θούμε!". Ποιός μέ είχε δέσει; Στριφογύριζα μέ αγωνία... Η μάνα μου, μέ τάϊζε σάπιο σταφύλι. "Άχ μάνα!", έκλαιγα δε- μένος στό κρεββάτι, "τέτοια φαγητά σάς δίνουνε στόν Άδη; Έ- λα νά σέ πάρω πάνω στήν Γή που λάμπει ο Αύγουστος, μανού- λα μου". Στριφογύριζα μέ αγωνία, τί όνειρο έβλεπα Αύγουστον καιρό, καί Αλωνάρη μήνα... Η μάνα μου μέ τάϊζε σταφύλια. "Μάνα", τής είπα δεμένος στό κρεββάτι, "γιατί απ' αυτόν που έχει λίγα, θά αφαιρεθεί ακόμα κι αυτό που έχει; Καί γιατί αυτός που έχει πολλά, μανούλα μου, θά μετρήσει καί θά βρεί ότι αυτό που έχει δέν είναι αρκετό;". "Επειδή", είπε καθώς έσπρωχνε μέ τό δάχτυλό της μιά μεγάλη ρώγα στόν λαιμό μου, "επειδή τό σχοινί, μονό δέν φτάνει γιόκα μου. Μά καί διπλό σάν γένει, καί τριπλό, κι άν πάλι δυό καί τρείς αβγατιστεί, πάλι μονό θά μένει". Νανούρισμα Άν αυτό που γίνεται είναι αυτό που δέν πρέπει νά γίνει, αλλά ωστόσο γίνεται επειδή είναι τό μόνο δυνατό, τότε αυτό που πρέπει νά γίνει αλλά δέν γίνεται, δέν γίνεται επειδή απαραίτη- τα είναι τό μόνο αδύνατο (άν καί εμείς θά εξετάσουμε μόνο αυ- τήν τήν περίπτωση: δηλαδή νά μήν γίνεται επειδή είναι πράγ- ματι τό μόνο αδύνατο οπότε αυτό που δέν πρέπει νά γίνει, αλ- λά γίνεται, αντλεί τήν ισχύ του από τήν αδυναμία τού πρώτου νά τό απομακρύνει εγκαίρως συμβαίνοντας), αλλά επειδή α- πλώς παραμερίζεται από τό μόνο δυνατό. Αυτό σημαίνει ότι η ισχύς τού δυνατού είναι μεγαλύτερη από τήν ισχύ τού αδύνα- του, προστίθεται μάλιστα η ισχύς τού αδύνατου στήν πραγμα- τική ισχύ τού δυνατού βοηθώντας το νά συμβεί. Γι' αυτό άλλω- στε υπάρχει πάντα ένα πράγμα που συμβαίνει ενώ εάν η ισχύς τού αδύνατου ήταν μεγαλύτερη από εκείνη τού δυνατού, τότε στήν θέση αυτου που δέν μπορούσε νά συμβεί δέν θά υπήρχε απλούστατα τίποτε, γιατί θά έπρεπε νά τονίζεται διαρκώς η α- δυναμία. Απ' τήν γωνιά μας, παρατηρούμε αυτά τά δυό θαυμά- σια γεγονότα νά προσπαθούν νά κερδίσουν τήν συμπάθειά μας (τό καθένα μέ τά μοναδικά του χαρακτηριστικά), καί νά μάς προτρέπουν νά τά προτιμήσουμε (τό καθένα γιά τήν δικιά του προοπτική), επειδή αυτό που δέν έπρεπε νά γίνει καί όμως έγι- νε γιατί ήταν τό μόνο δυνατό, μάς προσφέρεται σάν ένα δώρο διαδοχής, τής σειράς τών γεγονότων που φτάνουν μέχρις εκείνο καί τό οποίο μάς συνδέει μέ τά επόμενα τά οποία πρόκειται νά ακολουθήσουν (αποδεικνύοντας έτσι τήν κατ' εξοχήν αδυναμία τής αντίληψής μας: ικανής δηλαδή νά συλλαμβάνει μόνο γραμμικά τά συμβάντα), κι αυτό τό σπουδαίο χαρακτηριστικό (παρ' όλο που φαίνεται κοινότυπο) είναι κάτι που τό ανυψώνει από άλλα πλαϊνά (πιθανά πρίν από λίγο, αλλά καθόλου πιθανά τώρα), φέρνοντάς το στήν πρώτη γραμμή καί καθορίζοντας (α- πό 'δώ καί πέρα άν τού αφεθούμε) τήν συμπεριφορά μας εξ αι- τίας του τό δέ άλλο, ένα γεγονός εξ ίσου ισχυρό μέ τό πρώτο, μάς απαλλάσσει απ' τού νά είμαστε συνεπείς μέ μιά αναμενό- μενη σειρά συμβάντων, καί μάς επιτρέπει νά μεταφέρουμε αυ- τό τό "πρέπει", πληγωμένο οριστικά, στήν θήκη του. "Δάσκαλέ μου, τό σχοινί που μού έδωσες δέν φτάνει γιά όλα αυτά τά ματσάκια τσάϊ". "Βάλ' το διπλό, ανόητε μαθητή μου!". "Πιό λίγα απ' τά μισά μπορώ νά δέσω τώρα, σοφέ μου δάσκα- λε". "Έ, πέταξε τό υπόλοιπο". "Δάσκαλέ μου", είπα, "σ' αυτές τίς άγριες πλαγιές που ζευγα- ρώνει μέ τήν συντρόφισσά του ο τίγρης καί σέρνεται στά ξερά φύλλα αγκαλιασμένος μέ τήν καλή του ο μεγάλος βόας, πεινα- σμένος από τόν πολύ έρωτα καί τήν αμαρτία, καί που δέν ξέ- ρεις ποιό εκδικητικό πλάσμα θά βρεθεί στόν δρόμο σου νά σέ κατηγορήσει γιά αδεξιότητα επειδή κατά λάθος παραπατώντας στήν κατηφοριά πιάστηκες από πάνω του, εδώ λοιπόν σ' ακο- λούθησα πιστός μαθητής σου ώς τόν θάνατο, γιά νά μαζέψουμε τό πολύτιμο τσάϊ. Τρείς μέρες καί τρείς φοβερές νύχτες τσάκι- σα τά γόνατά μου στά βράχια καί τά νύχια μου στίς πέτρες, εί- δα τά φίδια νά βγάζουν τίς διχαλωτές τους γλώσσες μέσα απ' τά ψηλά καλάμια καί τούς σκορπιούς νά τρέχουν στό παχύ χορ- τάρι τών ξέφωτων, ένοιωσα τήν ανάσα τής πεινασμένης αρκού- δας στό σβέρκο μου μέσα στά δέντρα, κι ενώ εσύ, λιγνός κι ε- λαφρύς σάν τό αεράκι, περπατούσες μέ τά λινά σου παπούτσια χαμογελώντας γιά τήν ομορφιά τής φύσης, εγώ, μέ τίς βαρειές μου αρβύλες, φορτωμένος τό τσουβάλι μέ τό πολύτιμο τσάϊ μας, έσκυβα νά μαζέψω τίς εκλεκτές κορυφές τών θάμνων, ό- πως μέ δίδαξες, προσέχοντας, κάτω απ' τήν αυστηρή σου μα- τιά, νά μήν πληγώσω τό φυτό, καί ζητώντας του χίλιες συγνώ- μες, ώστε νά μήν πικράνει τό άρωμά του, γιά τό θάρρος που έ- παιρνα, μπαίνοντας στήν περιοχή του, νά τό ενοχλήσω καί νά κόψω, εγώ ο ταπεινός, μερικά του φύλλα. Όλα αυτά καί χίλια άλλα θ' αντέξω γιά νά έχω τό σπάνιο προ- νόμιο νά είμαι μαθητής σου, μόνο πές μου πώς, πώς τώρα, κα- θισμένος στήν ασφάλεια τής αυλής μας, νά περιφρονήσω τά φυτά που παρακάλεσα νά μού χαρίσουν τά φύλλα τους καί νά πετάξω ολόκληρο τό τσουβάλι, επειδή, εσύ δάσκαλέ μου, εσύ που μέ δίδαξες τήν ευγένεια καί τόν σεβασμό, όχι μόνο στά ζω- ντανά πλάσματα μά καί στά πράγματα σάν νά ήταν ζωντανά, μού έδωσες στήν αρχή ένα χοντρό σχοινί, σάν κι αυτό που δέ- νουνε τίς βάρκες στούς μώλους, γιά νά δέσω τά λεπτά ματσά- κια, κι όταν σέ παρακάλεσα νά τό αλλάξεις, μού έφερες αυτό τό κοντό σχοινάκι, δυό μέτρα μακρύ. Μονό, δέν φτάνει ούτε γιά δέκα ματσάκια, διπλό, όπως μέ συμβούλεψες, ούτε γιά πέντε, καί δέν έχω καρδιά νά πετάξω τό υπόλοιπο τσάϊ, όπως μέ δια- τάζεις, λές καί χάθηκαν τά σχοινιά καί τά κορδόνια απ' αυτόν τόν κόσμο. Δάσκαλέ μου, δέν έχω τήν σκληρότητα που χρειάζεται γιά νά μείνω μαθητής σου. Πάω νά μάθω νά είμαι σκληρός, κι όταν σέ πέντε δέκα χρόνια τό καταφέρω θά σού χτυπήσω ξανά τήν πόρτα. Έχε γειά!". "Τί πολυλογία! Κάτσε κάτω ανόητε! Ποιός σού 'πε νά πετάξεις τό τσάϊ; Τό υπόλοιπο σχοινί, εννοούσα". "Ά!", είπα. 31-8-1998 Μάθαινα τά μυστικά τού τσαγιού ενώ η ζωή μου είχε κατα- στραφεί εντελώς (παρασυρμένη από μιά ευσπλαχνική εσωτερι- κή διάθεση ενός, όμως καθόλου ταπεινωτικού, οίκτου, που τα- κτοποιούσε μέ στοργή τόν ίδιο μου τόν εαυτό στήν πιό ακίνδυ- νη θέση, ενώ, εκτελώντας εκείνη μιάν από τόσο παλιά αποφα- σισμένη, σχεδόν οριστική καί στήν τελική της πιά μορφή, συμ- φωνία γιά τήν διάσωσή μου, επέτρεπε σέ συγκεκριμμένα όργα- να, τά οποία τής έτρωγαν μέ έναν ορισμένο τρόπο τό πρόσωπο, νά τής επιτεθούν, αφίνοντας ένα υπόλοιπο κάθε φορά αρκετό, ώστε στά μάτια ενός τρίτου νά φαίνεται ότι δέν μέ είχε εγκατα- λείψει). "Δέν αντέχω τόσο θάνατο γύρω μου", είπα ξεψυχισμένα στόν δάσκαλό μου. "Δέν αντέχω τόση ζωή νά καταστρέφεται μέ τό χαμόγελο στά χείλη". 3-9-1998 Περί κόσμων σημαντικά Είναι απίστευτο! Οι γυναίκες μιλάνε τήν ίδια γλώσσα μέ μάς! Δέν λένε όμως τά ίδια πράγματα μέ μάς, οι έννοιες ανήκουν στόν κόσμο τών γυναικών (όταν ρωτούσα τήν μαμά μου πού εί- ναι ο κόσμος τών γυναικών μού απαντούσε διαρκώς: είσαι μι- κρός, άμα μεγαλώσεις θά μάθεις). "Ρηνούλα", είπα στό τσουλά- κι τής κας Κανζούκ, απέναντι, που ήταν στήν συμμορία καί παίζαμε κρυφτό τά βράδια, "θά σού δώσω όσα έχω στόν κου- μπαρά μου άν μού πείς ποιός είναι ο κόσμος τών γυναικών". "Εντάξει", είπε, "θά ρωτήσω τήν υπηρέτριά μας τήν Ζίνα. Αυ- τή τά ξέρει όλα". Τό γλυκό βραδάκι, καθώς μύριζαν τά κυκλάμινα κι ο ουρανός είχε κοκκινήσει τρυφερά στήν Δύση, πήδησε τήν χαμηλή μά- ντρα τού σπιτιού της αναψοκοκκινισμένη κι έτρεξε κάτω απ' τήν συκιά που τήν περίμενα. "Δές ρέ νιάνιαρο", είπε καί σήκω- σε τήν φούστα της μέ τό ένα χέρι, κατεβάζοντας τήν μικρή της κυλότα μέ τό άλλο. Γονάτισα μπροστά στόν κόσμο τών γυναι- κών καί άπλωσα τό χέρι μου νά σηκώσω πιό ψηλά τήν φούστα γιά νά δώ καλλίτερα. "Πού πάς ρέ νά βάλεις τό χέρι σου;", ούρ- λιαξε ψευδίζοντας, τάχα καταθυμωμένη... 6-9-1998 «Κι άν τύχει καί πεθάνω εδώ στά ξένα περιστεράκι θά σού τό πεί εσένα» Στά ξένα πεθαίναμε. Τά περιστέρια μάς χάϊδευαν λυπημένα. "Θές νά πάμε κανένα μήνυμα στήν μανούλα σου;", ρώταγαν ό- ποιον αναστέναζε. "Άχ μάνα!", είπα απ' τό κρεββάτι μου στήν άκρη τού διαδρόμου, κοίταξα μέ αγωνία τό τελευταίο περιστέρι που απομακρύνονταν, είχε φτάσει κιόλας στήν πόρτα, "άχ μά- να", βόγγηξα πιό δυνατά, "ποιός βογγάει;", είπε απειλητικά καί κοντοστάθηκε. "Καϋμένε, καϋμένε", είπε καί ακούμπησε τά φτερά του στό ι- δρωμένο μου μέτωπο. "Όταν θά σάς ανοίξουν τά μεγάλα παρά- θυρα", είπα βιαστικά μέ κόπο, "όταν θά σάς ανοίξουν νά πετά- ξετε, αφίστε εμένα στήν θέση σας. Θά έχω τυλιχτεί στό σεντό- νι, δέν θά τό καταλάβουν. Μετά παρουσιάζεστε. Είμαστε ψηλά, δέν είμαστε;". "Είμαστε στόν ουρανό", απάντησε. Καί μετά, σκύβοντας στ' αυτί μου, μού 'σφιξε τό χέρι: "ξέρετε νά υπάρχει πιό χαμηλά;", ψιθύρισε. Η προσμονή καί η ελπίδα τού 'κοβαν τήν ανάσα. "Πού θέλατε νά πέσετε; Πέστε μου!". "Άφισέ με", είπα στόν πελαργό, "κουράστηκα". Κοίταξα κάτω. Η γή ήταν γεμάτη καπνοδόχους απ' τά τζάκια τών σπιτιών. Μέσα στό μισοσκόταδο ήταν όλες ίδιες. "Είναι όλα ίδια", είπα τραβώντας του τό πόδι. "Όπου καί νά μ' αφίσεις είναι τό ίδιο. Άφισέ με!". "Όχι!", είπε. "Έκανα τόσο υπομονή, έκανα τόσο υπομονή", είπα, τά μεταξω- τά του μαλλιά ανέμιζαν καθώς προχωρούσαμε Μού έδειξε τόν απέραντο ουρανό: "Ναί!", είπε, "ο ουρανός εί- ναι απέραντος. Αλλά από μέσα μας", χτύπησε τό στήθος του, "από μέσα μας λείπει η απεραντοσύνη". Είχε χτυπήσει τό στήθος μου η απεραντοσύνη. Αναστέναζα. "Τί έχεις παιδάκι μου;", ρωτούσε η δυστυχισμένη μου μάνα κλαίγοντας. "Άχ, μάνα!", έλεγα, "θά μέ φάει αυτό τό χτικιό". Διπλομαντάλωναν τά παράθυρα στό σπίτι. Αμπαρώνανε τίς πόρτες νά μήν μπεί ο ουρανός. "Έχ", έλεγε ο πατέρας μου κα- θισμένος στό σκοτεινό τραπέζι. "«Πού τελειώνει ο ουρανός, μά- να μου; Πού νομοθετεί ο Κόσμος;». Τού 'χει σαλέψει τό λογικό, περιστέρα μου. Τόν χάσαμε τόν μοναχογιό σου. Τέτοιο ξεστρά- τισμα δέν ματαγυρίζει στό χωράφι μας. Κι ήταν ένα καλό φυ- ντανάκι. Μάς τό κράτησε η άνοιξη γιά τού ελόγου της, λές καί μού 'χες κάνει τά πολλά, καϋμένη μου γυναίκα". Σάν τρυφερές φτερούγες τά δάχτυλά της χάϊδευαν τό ιδρωμένο μου μέτωπο. "Όταν θ' ανοίξουν τά μεγάλα παράθυρα", είπα, "όταν θ' ανοί- ξουν τά μεγάλα παράθυρα γιά νά μπεί ο ουρανός, τύλιξέ με στό σεντόνι μου μάνα. Ένας υγρός τάφος, σάν τήν θάλασσα, είναι η απεραντοσύνη. 'Οπως οι σκληροί ναυτικοί τών δουλεμπορι- κών, έτσι εσύ κι ο πατέρας μου, ρίξτε με ευσπλαχνικά απ' τό περβάζι. Νά λυπάσαι γιά τό παιδάκι σου. Γιατί τό μυαλό μου έλειωσε, σάν τήν δεμένη σάρκα πάνω στίς αλμυρές σανίδες, καθώς μέ κούναγες στήν αγκαλιά σου νανουρίζοντάς με. Δώσ' μου μόνο λίγο γλυκό σταφύλι απ' τά χεράκια σου. Πώς τό πε- θύμησα! Πώς τό' χει πεθυμήσει η ψυχή μου!". Κτυπά ούν εις τάς φρένας τών τρυφερών ημών εφήβων η απε- ραντοσύνη, στρέφουσα εκ νέου τής Ηχούς τό μακρύ ταξίδιον πρός τά οπίσω, καί ώς εις τό εσωτερικόν τής φλεβός, μετά μεγί- στης βιαιότητος, επιστρέφει ασυγκράτητον τό κύμα τού απορ- ριφθέντος υπό τής σαρκός κεκαυμένου αίματος, οδεύον πρός τό καθαρτήριον τών πνευμόνων, ούτω βαθύτατος αναστεναγμός σχίζει εξαίφνης τά φράγματα τής ψυχής των, αποδίδων διά μιάς καί μόνης πράξεως τόν παρακρατηθέντα κατά τήν γέννη- σην αιθέρα εις τό άπειρον. Συμβαίνει δέ, κατά τήν στιγμήν ε- κείνην, νά αποσπώνται παρασυρόμενα εκτεταμένα τμήματα τής εσωτερικής των κατασκευής, συγκρουόμενα μετά τού σκλη- ρού προσώπου τής ατμοσφαίρας καί κατακρυμνιζόμενα λόγω τού βάρους των εις τό έδαφος, μή δυνάμενα νά συντηρηθώσιν, ώς ιχθύες εκτός τού ύδατος. Εκ τής απωλείας των κλονίζεται η συνοχή τού σώματος, διαταράσσεται η συμφωνηθείσα προτε- ραιότης τής κυκλοφορίας τών ζωτικών καί ουδετέρων υγρών, καταστρέφεται δε η τάξις τού χρωματισμού τών συναισθημά- των καί αποκλίνει πρός τό ερυθρόν τό φάσμα, παραδίδοντας τους εις τήν χωματώδη εξουσίαν τού αίματος αυτούς, τούς έως τότε ελευθέρους ταξιδιώτας εις τάς γαλανάς καί ιώδεις ζώνας τού υπερωκεανείου κάλλους. Διά τής μικράς ζελατινώδους αο- ράτου οπής τής εξόδου τού αναστεναγμού, τής εναπομεινάσης εις τήν περιοχήν τού διαφράγματος, εκτιθέμεθα εις τήν θέαν τού απείρου εις ευτυχισμένας ή δυστυχεστάτας στιγμάς τού βί- ου, όταν λύεται η σύσφιξις τού απηυθυσμένου, καθολικήν στύ- σιν επιφέρουσα, ή παράλυσιν... Κατάχλωμος, ο προσβληθείς έφηβος, αναζητεί εκ νέου τόν μα- στόν τής μητρός. Καί η γή έως δύο μέτρα κάτω. Είμαι ο Άη Γιώργης ο Γρίτης από τόν Άρη τής Μεσσηνίας. 56 ετών. 40 χρόνια άρρωστος, βλέπω τήν μάνα μου νά μέ ταΐζει σάπιο σταφύλι στά όνειρά μου. "Μάνα", λέω, "σάπιο σταφύλι ταΐζεις τόν μοναχογιό σου;". "Φάε παιδάκι μου", λέει καί τά μάτια της τρέχουν, "φάε νά γιάνεις απ' τό χτικιό". 16 χρονών παλληκάρι μέ χτύπησε η απεραντοσύνη. Ξαφνικά είδα τόν ουρανό. Είδα τά οδοφράγματα τού ουρανού καί εννόη- σα ότι ο ουρανός είναι μιά γλώσσα. Όπως γιά νά μιλήσει κα- νείς τήν ανθρώπινη γλώσσα πρέπει νά τήν ακούσει, κατάλαβα ότι πρέπει νά ακούσω τόν ουρανό. Σκαρφάλωσα σ' αυτήν τήν πλαγιά καί πέρασα στούς Αμμούληδες, στήν άγρια έρημο. Εχω μαζύ μου έναν ρηχό, πλατύ, ξύλινο κάδο, σκεπασμένο μ' ένα χοντρό τεντωμένο πανί. Σάν περπατάω τόν κρεμάω στήν πλά- τη. Είναι τό μυστικό αυτών που βγαίνουν στήν έρημο γιά νά α- κούσουν τήν γλώσσα τού ουρανού. Δέν θά πώ πώς τό έμαθα. Κάθε βράδυ σκάβω έναν λάκκο στήν άμμο καί τόν θάβω. Η υ- γρασία τής νύχτας ποτίζει τήν άμμο. Η άμμος ποτίζει τό πανί. Τό πανί στάζει σάν τά μάτια τής μάνας μου. "Μάνα μήν κλαίς γιά μένα", είχα πεί. "Η άμμος δέν θά μέ σκοτώσει. Θά γυρίσω ξανά μανούλα μου νά φάω απ' τό σταφύλι σου". Τό πρωΐ έχει δυό δάχτυλα δροσερό νερό μέσα του. Τό μεσημέρι ξαπλώνω ακίνητος. Στρώνω πάνω μου ένα λεπτό δίχτυ. Οι σαύρες σκαρφαλώνουν στό στήθος μου γιά ν' αγνα- ντέψουν τήν έρημο. Τίς τραβά κι αυτές η απεραντοσύνη. Πρέ- πει νά φάω. Διαλέγω τίς πιό γέρικες. Στήν έρημο οι αισθητικές τής γεύσης σέ ακολουθούν λυπημένες. Κοιτάζω τίς σαύρες. Πόσο λυπημένο είναι τό πρόσωπό τους! Ίσως γιατί τό ζαρωμέ- νο τους δέρμα προστατεύει μιά τρυφερή σάρκα. Λυπάμαι κι ε- γώ που γι' αυτόν τόν λόγο θά καταστρέψω. Ζητάω συγνώμη. Θυμίζω πως μιά μέρα θά προσφέρω κι εγώ τό σώμα μου γιά νά θρέψω άλλους. Μιά μικρή κίνηση κλείνει τήν παγίδα. Αφίνω τίς νέες νά φύγουν. Οι άλλες καταλαβαίνουν. Σάν μιά παλιά συνεννόηση νά τίς παρασύρει εγκαταλείπονται ήρεμα. Τά με- γάλα τους βλέφαρα κλείνουν αργά. Τότε μέ τρυφερά δάχτυλα σφίγγω τήν φλέβα τού λαιμού κλαιγοντας σιγανά ευχαριστώ- ντας. Ο σφυγμός σταματάει ξαφνικά. Πόσο εύκολα σκοτώνει ο φόβος! Ξερριζώνω στρίβοντας μεγάλο νύχι αριστερού μπροστι- νού ποδιού. Σχίζω μαλακιά κοιλιά μέ τό νύχι. Αναστρέφω. Κα- θαρίζω από έντερα γιά σκορπιούς. Κρεμώ από τήν μέση μου σέ γερό κορδόνι. Ο ήλιος θά ξεράνει γρήγορα. Πόσος καιρός έτσι; Ξεραμένο κρέας σαύρας. Δροσερά δάκρυα τής νύχτας. Κουρέλια σκασμένο δέρμα αντί γιά δέρμα απάνω μου. Αναίσθητα πόδια. Τό πράγμα ήλιος σάν φελλός στό στό- μα που τόσο πόθησα ν' ανοίξει γιά μένα. Σιωπή, Σαράντα χρό- νια σιωπή. Γυρίζω. Ποιός είμαι εγώ νά ξεπεράσω τά οδοφράγ- ματα τού ουρανού; Μανα! Άχ, πόσο λαχτάρισα τό σταφύλι σου! Μετά σάν νά ονειρεύτηκα σιγανό βρυχυθμό στ' αυτιά μου πάνω στόν ύπνο. Βαρειά ανάσα. Μαλακά πατήματα γύρω μου. Τό' χα ακούσει κάποτε αρσενικά λιοντάρια που μπαίνουνε βα- θειά στήν έρημο, παίζοντας μετά από εύκολο κυνήγι. Στάσου ακίνητος! Στάσου ακίνητος! Πόσο εύκολα σκοτώνει ο φόβος! Τότε φτάνει. Σάν μακρυνά τζιτζίκια μέσα στίς ελιές. Στό κουρείο τού χωριού. Βγήκα απ' τούς Αμμούληδες ξανά στόν κόσμο. "Ξούρισέ μου τό κεφάλι", λέω στόν κουρέα. Αλλά τώρα μιλώ τήν γλώσσα τού ουρανού. Κουνάει τό κεφάλι του. Μεγαλώσαμε μαζύ παιδιά, όμως πόσο σκληρός μέ τούς φίλους! Κοιτάει τά κουρέλια από τό σκασμένο μου δέρμα. Τίς ξεραμέ- νες σαύρες στήν μέση μου. Τά παραμορφωμένα γυμνά μου πό- δια μέ τό 'να δάχτυλο πετσί από κάτω τους, που πατούν τό σκουπισμένο του πάτωμα. Κάνω χειρονομία δείχνοντας τό κε- φάλι μου. Αρπάζει ξυράφι. Τόν προλαβαίνω δείχνοντας μόνο τά μαλλια. Σκέφτεται τά παιδιά του. Πετάει ξυράφι κι αρπάζει μεγάλο κομμάτι πράσινο σαπούνι. Μού κάνει νόημα νά βγώ στόν δρόμο. Αφίνει τό σαπούνι στό χώμα δυό μέτρα μπροστά μου. Δείχνει τόν Πάμισο, τόν ποταμό, που περνάει πλατύς καί ήρεμος δίπλα στό χωριό μας. Κάνει στροφή καί βροντάει τήν πόρτα τού κουρείου πίσω του. Σηκώνω σαπούνι καί γλείφω. Λάδι. Καλό. Μού θυμίζει. Ίσως τηγανητή ξεραμένη σαύρα. Αλλά μού λείπει τό λεμόνι. Λεμόνι! Κατηφορίζω πρός τόν πο- ταμό ανάμεσα σέ μποστάνια καί σέ κήπους. Οι λεμονιές τσακι- στές σαλεύουν στό πρωϊνό αεράκι. Χώνουμαι στό νερό κρατώ- ντας τό σαπούνι... Στό κουρείο τού χωριού. Μοσχοβολάω πράσινο σαπούνι ελιάς, αλλά εξακολουθώ νά μιλάω γλώσσα ουρανού. Μπαίνω. Όλα τά κεφάλια στρίβουν. Δείχνω πλυμμένα μου μαλλιά, μέση μου χω- ρίς σαύρες (τίς πέταξα ζητώντας τους συγνώμη που τίς σκότω- σα άδικα), πόδια μου γυμνά αλλά σκουπισμένα στό ψαθί τής πόρτας, αχαμνά μου κρυμμένα σέ παλιό σώβρακο που μού 'ρι- ξε μιά χριστιανή (δέν λέω πώς, δέν λέω πού). Συμμαθητής μου κουρέας πιό ήρεμος τώρα. Αλλά δέν μέ καθίζει σέ καρέκλα. Διατάζει παιδόπουλο βοηθό. Παιδόπουλο πλησιάζει μέ μεγάλο ψαλλίδι γιά τραγιά. Μέ πάει στήν πίσω αυλή. Μέ γονατίζει. Μού σκύβει κεφάλι. Πλούσια μαλλιά μου πέφτουν. Μετά γέ- νια. Μέ βρέχει μέ κουβά. Μέ σαπουνίζει. Μετά ακούω βήματα συμμαθητή μου. Μού σηκώνει κεφάλι. Μέ τρείς γρήγορες κινή- σεις μού ξυρίζει σαγόνι. Μ' ακόμα δυό, μουστάκι. Υπέροχα, κυκλικά, θερίζει τά στάχια που άφισε τό παιδόπουλο στό κρανί- ο μου. Μέ ξεπλένει μέ τόν κουβά. Μού πετά κομμάτι πανί νά σκουπιστώ. Ύστερα μού φορά, ξεχασμένο από χρόνια στήν κρεμάστρα, χειμωνιάτικο παλτό. Μιά φορά τόν μήνα περνάω απ' τό μαγαζί του. Μέ φροντίζει. Μού δίνει λεφτά. Μόλις βγώ τά πετάω στά παιδιά που μέ παίρνουν από πίσω. Άμα πεινάσω πάω καί κάθομαι στά σκαλιά ενός σπιτιού. "Ο Άη Γιώργης ο Γρίτης μάς ήρθε", λένε από μέσα. Μού δίνουν πιάτο μέ καλό φαΐ. Φρέσκο ψωμί. Νερό απ' τό πηγάδι. Τά παιδιά μού κάνουν συντροφιά. Πώς μ' αγαπάνε τά παιδιά! Θέλουν νά μού φορέ- σουν παπούτσια τόν χειμώνα. Δέν μού χρειάζονται αγαπημένα μου. 40 χρόνια στήν έρημο έχω μάθει ξυπόλυτος. Η μάνα μου έχει πεθάνει. Τί ωραία κάθε νύχτα στ' όνειρό μου που μέ ταΐζει γλυκό! "Φάε τό σταφύλι σου, γιόκα μου, νά γιάνεις". "Είδες μάνα", τής λέω, "είδες που δέν μέ σκότωσε η έρημος;". Η δίψα. Θέλω νά μιλήσω εδώ γιά τήν δίψα. Τ΄απόγεμα, καθώς γέρνει ο κόκκινος ήλιος κι οι γυναίκες μαζεύονται στά πηγάδια. Τότε μέ πιάνει η δίψα. Τίς πλησιάζω ταπεινά αυτές τίς ιέρειες μέ τίς μαντήλες καί τά μακρυά σχοινιά που ρίχνουν τό δόλωμα στή σκοτεινή φωλιά τού νερού. Θυμάμαι: "σύρε νά πιάσεις νε- ρό μέ τίς ξαδέρφες σου, Γιώργη", ακούω τήν μάνα μου. Ανα- στέναζα. "Μάνα, όσο κι άν κουνώ τό σχοινί τό νερό δέν μπαί- νει μέσ' στόν κουβά, μάνα μου. Αυτές έχουν τά καλά δολώμα- τα μέσ' στίς τσέπες τίς ποδιάς τους καί μέ κοροϊδεύουν. Μήν μέ ξαναστείλεις στό πηγάδι γιά νά πιάσω νερό, μανούλα μου. Εγώ είμαι αγόρι!. Εγώ θά βγώ στήν έρημο ν' ακούσω τήν φω- νή τού ουρανού!". Μέ χαιρετούν μέ γέλια. Προσκυνώ καί προ- χωρώ μέ προσοχή. Αφίνω τρυφερά κάτω τίς βέργες που μάζεψα στόν δρόμο, αφού γιά τόν κόσμο μιά πράξη αγάπης είναι ίδια μέ μιά πράξη καί πόσο προσεκτικοί πρέπει νά είμαστε εμείς μέ τά πράγματα! Μέ φροντίδα πλένω τά πόδια μου στό ρυάκι που τρέχει καθώς γεμίζουν τίς στάμνες τους. Ύστερα δείχνω τά κα- θαρά μου πόδια, τίς παλάμες μου χωρίς χώμα, καί χτυπάω σι- γανά τόν αέρα που μάς χωρίζει σάν ρούχο. "Ανοίξτε νά μπώ", λέω, κι εννοώ στόν δικό τους τόν κόσμο, γιατί ποτέ δέν πρέπει νά τίς θυμώνεις αυτές, τέτοιαν απογευματινή ώρα κοντά στό νερό. Τούς μιλάω μέ τήν γλώσσα τού ουρανού. Παρακαλώ νά μού δώσουν νά πιώ. "Έλα νά πιείς, Γιώργη", μού φωνάζουν μέ τ' όνομά μου. Μ' ευγνωμοσύνη. Ο δότης πρέπει νά είναι ευ- γνώμων. Αλλά είναι καί σάν μιά ευγένεια μιά απάντηση σ' έ- να σιωπηλό ερώτημα, όπως τό άναμα ενός καντηλιού. Ξεθηλυ- κώνω απ' τίς κουμπότρυπες τού παλτού μου τούς σπάγγους που τά δένουν. Βγάζω απ' τίς μεγάλες του τσέπες μικρά πολύτιμα σκεύη. "Βλέπεις μάνα", σκέφτομαι, "βλέπεις τί ωραίο είναι τό παλτό που μού χαρίσανε!". Κρυστάλλινα, γυαλιστερά κουτιά από γάλα. Τά βάζω στήν σειρά πάνω στό περβάζι. Αστραφτε- ροί κουβάδες τά γεμίζουν. "Πόσα θά πιεί;". Μιλάν χαρούμενα τήν γλώσσα τής γής. Προσεύχομαι σάν στήν έρημο. Ακούω: σάν τζιτζίκια μέσ' απ' τίς ελιές. Σηκώνω τό ποτήρι μου στόν ουρανό τότε. Δαγκώνω αυτή τήν τρυφερή διάφανη σάρκα. Μα- λακά τήν δαγκώνω παρακαλώντας την νά χυθεί μέσα μου, ό- πως οι σκέψεις μου χύνονται στόν κόσμο, όπως μαλακά μού δα- γκώνει τό μυαλό ο κόσμος χύνοντας μέσα του τίς σκέψεις μου. "Πόσες σκέψεις έχω κάνει όλη τήν ημέρα μέχρι νά διψάσει, μά- να!", λέω, καθώς καταπίνω τό δροσερό σώμα του καί τόν αφίνω νά μού τίς πάρει γελώντας. "Μά πόσο νερό θά πιεί;", ρωτάνε. Γελώντας, η φωνή τής γής, καί ξαφνικά χορταίνω. Κάθομαι ν' ακούσω τό σφύριγμα τών σχοινιών πάνω στό χαραγμένο βα- θειά μάρμαρο τού πηγαδιού καί τό πάφλασμα τής υπόγειας θά- λασσας όταν τήν χτυπάει σάν κεραυνός τό σίδερο. Μαγεμένος τίς κοιτάζω νά γεμίζουν τά σταμνιά τους. Μέ πόση χαρά τίς υ- πακούει τό νερό μπαίνοντας στό στενό άνοιγμα! Τά παιδιά. Φτιάχνω μικρά δεμάτια από κλιματόβεργες που βρί- σκω στήν άκρη τών δρόμων. Τά μαζεύω στό καλύβι μου. Σιγά σιγά τό γεμίζουν. Δέν πειράζει. Κοιμάμαι εγώ απ' έξω. Τά παι- διά έρχονται καί τό αδειάζουν γιά νά μού γίνει ξανά χώρος. Μά τά βάζω πάλι τρυφερά μέσα, αφού γιά τόν κόσμο μιά πρά- ξη αγάπης είναι ίδια μέ μιά πράξη καί πρέπει εμείς νά προσέ- χουμε τά πράγματα. Μετά, όταν πιάσουν οι βροχές, τά λύνουν καί τά σκορπούν. "Γιατί, γιατί τό κανει αυτό;", ρωτούν οι μεγά- λοι, καθώς μέ βλέπουν νά τίς μαζεύω πάλι σιγά σιγά. "Γιατί εί- ναι άγιος!", απαντούν τά παιδιά. Τά πράγματα. Αφού γιά τόν κόσμο μιά πράξη αγάπης είναι ί- δια μέ μιά πράξη, μέ πόση αγάπη πρέπει εγώ νά προσέχω τά πράγματα! Στήν έρημο κατάλαβα ότι αυτή είναι η αποστολή τών ανθρώπων νά τά προσέχουν μέ τρυφερές πράξεις. Επειδή ο κόσμος αποτελείται από αδιάφορες πράξεις μάς πιάνει μιά νοσταλγική τρυφερότητα γιά τά πράγματα που πλέουν μέσα του εγκαταλελημένα. Τά μαζεύουμε γύρω μας, τά προστατεύ- ουμε από τόν κόσμο, θαμπωνόμαστε από τήν ομορφιά τους. Είμαι ο Άη Γιώργης ο Γρίτης, από τά Ασλάναγα Μεσσηνίας, κοντά στήν Καλαμάτα. Όταν βγήκα στήν έρημο, στούς Αμ- μούληδες, άκουσα τήν φωνή τού ουρανού. Ήρθε σάν τζιτζίκια μέσα στίς ελιές. "Όλα είναι ίδια", είπε. Όλα είναι ίδια. Μιά πράξη αγάπης σ' αυτόν τόν μεγάλο κόσμο είναι ίδια μέ μιά πράξη. Αυτή είναι η γλώσσα τού ουρανού. Τρυφερά διαλέγω τίς πράξεις μου. Ένας σεβασμός. Όταν ακούσεις τήν φωνή τού ουρανού σέ πιά- νει ένας σεβασμός. Λυτρώνεσαι από τήν αναισχυντία τής πρά- ξης. Αλλά τότε ηθική, είναι τό πρόσωπο τών πραγμάτων. Ο- ποιαδήποτε αισθητική είναι δολοφόνος, καί ο φόνος είναι η α- ναισχυντία τής τρυφερότητάς της, όταν χαϊδεύει τό πρόσωπο τους. Άν η έκσταση είναι τό τέλος τής αναπόφευκτης αισθητικής, άν δηλαδή περνώντας συνεχώς από τό ένα σύστημα αισθητικής σέ κάποιο άλλο "ευγενέστερο" (μήπως αυτό δέν είναι η μύηση;) καταλήγουμε στήν έκσταση (σ' έναν χώρο δηλαδή απαλλαγμέ- νο ((όπως η ηδονή)) από αισθητική), τότε μπορούμε νά κατα- λάβουμε σέ τί οφείλεται η αδιαφορία τού κόσμου ο κόσμος βρίσκεται διαρκώς σέ έκσταση. Δέν θά πώ τί μπορεί νά κάνεις στά πράγματα όταν πεινάς ή ό- ταν επιθυμείς, δέν θά πώ τί μπορεί νά κάνεις στούς ανθρώπους όταν στρέφεις τό βλέμμα σου πρός τό πρόσωπό τους γιά νά τούς αγαπήσεις. Επειδή μέσα σ' αυτόν τόν μεγάλο κόσμο μιά πράξη αγάπης είναι ίδια μέ μιά πράξη, τρυφερά διαλέγω τίς πράξεις μου γιά νά μήν τούς πληγώσω. Θέλω νά μιλήσω γιά τήν Σία. Από μιά υποχρέωση, γιατί ήταν συγγενής μου, κι από μιά υποχρέωση επειδή πρέπει νά μιλήσω γιά τήν Μεγίστη που τήν εκφράζει. Η Μεγίστη δέν είναι υπο- χρέωση, είναι συγγένεια (τήν έχω ονομάσει Μεγίστη καί μάλι- στα μέ μ κεφαλαίο, δηλαδή Μ, από τόν θαυμασμό που αισθά- νομαι γιά τήν κρυφή της λειτουργία, δηλαδή τόν όχι εμφανή καί καθόλου προφανή τρόπο μέ τόν οποίο λειτουργεί συνδέο- ντας τά πράγματα που αλλιώς θά ταξίδευαν μόνα καί απόκομ- μένα στόν τεράστιο κόσμο, καί μάλιστα χωρίς νά καταλαβαί- νουν ούτε τήν μοναξιά τους ούτε τό πόσο βαθειά καί χωρίς ελ- πίδα είναι αποκομμένα, δηλαδή διπλά καί ίσως τριπλά καί τε- τραπλά ((καί άν κάτσω νά εκτιμήσω υπομονετικά δέν ξέρω σέ ποιόν βαθμό πολλαπλότητας θά φτάσω)) ξεγελασμένα). Αλλά όχι συγγένεια σάν τήν άλλη συγγένεια. Η άλλη συγγένεια είναι συγγένεια τού αίματος, ενώ η Μεγίστη είναι συγγένεια ούτε ξέρω τί είδους, γιατί μπορεί νά συγγενέψει δυό πλάσματα από μιά τυχαία αφορμή, ακόμα καί από μιά αφορμή που μπο- ρεί νά βρεί σέ δυό εχθρικά πλάσματα, δηλαδή τό ένα σέ εντε- λώς εχθρική κατάσταση ώς πρός τό άλλο, που ούτε κατάλαβαν ότι συγγένεψαν τήν στιγμή (όταν αυτή η συγγένεια γιά τήν ο- ποία μιλάω βρήκε αυτή τήν καθοριστική αφορμή) τής συγγέ- νειας μεταξύ τους καί που δέν τά εμποδίζει καθόλου (αυτή η συγγένεια) νά εκδηλώνουν τήν έχθρα τους, όπως ίσως θά φανταζόταν κανείς, εξ αιτίας της. Ακόμα καί μέσα στό ίδιο πλάσμα, διαφορετικές καταστάσεις θά μπορούσαν νά συγγενέ- ψουν εξ αιτίας της, καί νά αναδυθούν (ενώ πρίν μπορεί νά μήν ήταν καθόλου αναδυμένες, νά μήν ήξεραν κάν τόν τόν εαυτό τους καί πολύ περισσότερο τήν άλλη κατάσταση μέ τήν οποία πρόκειται τώρα νά συγγενέψουν εξ αιτίας αυτής τής αφορμής που βρέθηκε τυχαία), αυτές οι καταστάσεις, μέ μιά διαδικασία π.χ. συμπάθειας ή αγάπης ή αδιαφορίας ή εχθρότητας, οπότε αυτή η συγγένεια γιά τήν οποία μιλάω θά μπορούσε τότε νά χαρακτηριστεί θετική ή αδιάφορη ή αρνητική, χωρίς νά συμβεί όμως τίποτα που νά αλλάζει σημαντικά τήν γενική κατάστασή αυτού τού πράγματος τού οποίου δύο τουλάχιστον, όπως είπα, καταστάσεις άλλαξαν συμπεριφορά εξ αιτίας τής συγγένειας τήν οποία περιγράφω εδώ καί κάμποση ώρα, καί επειδή δέν έ- χει αλλάξει σημαντικά η γενική κατάστασις αυτού τού πράγ- ματος τού οποίου δύο τουλάχιστον, όπως, υπενθυμίζω, κατα- στάσεις εμφανίστηκαν μέ μιά διαδικασία αγάπης ή συμπά- θειας ή εχθρότητας, δηλαδή μέ μιάν θετική ή αδιάφορη ή αρ- νητική συγγένεια, γι' αυτό δέν μπορεί καί τόσο ευκολα νά υ- ποστηριχτεί ότι πρόκειται γιά τό Α ή τό Β πράγμα ή γιά κάποιο πράγμα γενικά, από τά αποτελέσματα που παρατηρούμε στίς καταστάσεις αυτού τού πράγματος οι οποίες συγγενεύουν εξ αιτίας της. Γι' αυτό ενώ μπορούμε εύκολα νά βρούμε ίχνη αυ- τής τής συγγένειας που περιέγραψα πιό πάνω, είναι δύσκολο άν όχι αδύνατο νά βρούμε τό ίδιο τό πράγμα, δηλαδή από ποιό πράγμα έχει αρπάξει αυτή η συγγένεια έστω δυό καταστάσεις που συνέχιζαν έναν δικό τους δρόμο μέχρι τώρα καί μέ μιά α- φορμή τίς έβαλε νά συγγενέψουν, γιατί η μεταβολή του δέν εί- ναι σοβαρή ώστε ν' αρχίσει τίς φωνές γι' αυτό που τού συ- νέβει, αλλά κι άν τίς άρχιζε πόσο απλό θά ήταν νά τίς μπερδέ- ψει κανείς, ακόμα κι άν είναι ένας πεπειραμένος ερευνητής, μέ τήν συμπεριφορά τών καταστάσεών του που έχουν κιόλας συγ- γενέψει! π.χ. εγώ κι ο εαυτός μου, δυό εντελώς εχθρικές κατα- στάσεις δημιουργημένες ακριβώς εξ αιτίας αυτής τής συγγέ- νειας η οποία όμως δέν άλλαξε σοβαρά τήν γενική κατάσταση κανενός πράγματος, γιατί ποιανού πράγματος θά μπορούσαμε νά πούμε ότι καταστάσεις είμαι εγώ κι ο εαυτός μου; (επειδή είμαστε απελπισμένα εχθρικοί συγγενείς μεταξύ μας εξ αιτίας τής Μεγίστης, που όμως αυτή (η Μεγίστη) δέν κατάφερε νά μεταβάλλει σοβαρά τήν γενική κατάσταση τού πράγματος τού οποίου είμαστε καταστάσεις εγώ κι ο εαυτός μου, καθώς τό τρι- γύριζε γιά νά βρεί τήν αφορμή νά συγγενέψει έστω καί δυό κα- ταστάσεις του, μέ αποτέλεσμα, όταν έκανε τήν δουλειά της η Μεγίστη συγγενεύοντάς μας, εμένα καί τόν εαυτό μου επω- φελούμενη από τήν αφορμή που τελικά ανακάλυψε, νά μήν ξέ- ρουμε ποιανού πράγματος είμαστε καταστάσεις αφού αυτό δέν αντέδρασε καθόλου ούτε θετικά ούτε αρνητικά ούτε αδιάφορα ούτε εκ τών προτέρων ούτε εκ τών υστέρων ούτε προθύστερα). Η συγγένεια εκδηλώνεται. Η συγγένεια εκδηλώνεται επειδή υπάρχει, καί μιλάω γι' αυτήν τήν Μεγίστη συγγένεια, άν καί δέν φαίνεται τόσο καλά αυτή αλλά οι αφορμές τίς οποίες εκμεταλλεύεται γιά νά συγγενέψει τά πράγματα. Αυτή που δέν κοίταζε ποτέ τίποτα, μέ είχε κοιτάξει γιατί τής πήγαινα εφημερίδες. Οι εφημερίδες ήταν τό μοναδικό πάθος τής ζωής της. Τί διάβαζε εκεί μέσα αφού ήταν αγράμματη; Μέ μιά σοβαρότητα άνοιγε τήν εφημερίδα καί βυθίζονταν. Γιά ώ- ρες τήν διάβαζε καί μετά τήν τοποθετούσε προσεκτικά μαζύ μέ τίς άλλες. Φαίνεται ότι έχουν οι εφημερίδες σπουδαία πράγμα- τα που δέν τά 'χουμε ανακαλύψει ακόμη. Μόνο σ΄ έναν Όσιο αποκαλύπτονται. Γύρναγε ξυπόλυτη στούς δρόμους τού χωριού, πηγαίνοντας επισκέψεις από συγγενικό σπίτι σέ συγγενικό σπί- τι, μέ τά γκρίζα της μαλλιά νά επιπλέουν στόν αέρα, κι ένα επί- σης γκρίζο μακρύ φουστάνι 30 ετών νά επιπλέει στόν αέρα, καί έσπρωχνε τήν πόρτα τής αυλής καί μετά πήγαινε στήν πόρτα τού καθιστικού χωρίς νά μπαίνει ποτέ μέσα κι έλεγε: "καλημέ- ρα θεία, δώσ' μου μιά φιρδιμίρδα". Έτσι τήν έλεγε: φιρδιμίρδα. Οι εφημερίδες ήταν σπάνιες στό χωριό τότε, Άρης ή Ασλάναγα Μεσσηνίας κοντά στήν Καλαμάτα, μέ τόν ωραιότερο σταθμό τραίνου, δίπλα στόν Πάμισο, τό αρχαίο ποτάμι. Ο Πάμισος ή- ταν ένας θεός ποταμίσιος κι εκεί πήγαινε η Σία πολλές φορές καί κάθονταν στά χόρτα δίπλα στό νερό καί διάβαζε τίς εφημε- ρίδες της. Μια φορά είχα πάρει τήν πλάβα ενός φίλου μου τού χωριού κι έκανα βόλτες πλάϊ στό φράγμα που τά νερά ήταν ση- κωμένα καί βαθειά καί τό ποτάμι αργοκυλούσε, όταν άκουσα τήν απελπισμένη φωνή ενός βατράχου που ούρλιαζε, άν μπο- ρούμε νά χρησιμοποιήσουμε αυτόν τόν όρο που ταιριάζει μόνο σέ ανθρώπους που έχουν πέσει σέ ένα είδος φοβερής απελπισί- ας, καί σέ λάμιες που παραμονεύουν τίς νύχτες μέ τό φεγγα- ρόφωτο στούς βάλτους καί ξεπλανεύουν μέ τό ουρλιαχτό τους, που έχει μιά φιλήδονη γλύκα από άλλους κόσμους, τούς ταξι- διώτες, αλλά αυτός ο βάτραχος ανάμεσα στό ουρλιαχτό έβγαζε καί τεράστιες κραυγές που έδειχναν ότι τόν απειλούσε ένας φριχτός θάνατος, γιατί ποιό ζώο, εκτός απ' τά σκυλιά που η συμβίωσή τους μέ τόν άνθρωπο που τά εκμεταλλεύεται τά έχει φτάσει σέ απίστευτα επίπεδα κληρονομικής βλακείας, θά έβγα- ζε τέτοιες κραυγές από χαρά επειδή έβλεπε τόν αφέντη του;, η χαρά στά περισσότερα ζώα καί μάλιστα στά αμφίβια είναι σιω- πηλή, εκτός από τό κάλεσμα τού ερωτικού συντρόφου που εκεί εκφράζεται μιά προθύστερη χαρά, καί τό ίδιο τό ζευγάρωμα εί- ναι σιωπηλό εκτός ίσως από ένα δυό μουγκρητά στίς κορυφώ- σεις τού πάθους, άρχισα νά ψάχνω λοιπόν στήν όχθη νά βρώ τόν βάτραχο, στήν αρχή ήταν όλα πράσινα καί δέν έβλεπα τί- ποτα, αλλά μετά είδα μιά σκηνή που μού 'κοψε τό αίμα. Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 22 15