ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ (Αύγουστος 1983 - Ιανουάριος 1986) Κείμενα (80,1) - (146) Πρίν ακόμα προλάβω νά συνειδητοποιήσω τήν κίνηση, είχε αρπάξει τό χέρι μου στά δικά του... "Λεπτός, σάν τόν γλυκό άνεμο που φυσούσε χτές στά πρόσωπά μας, είναι ο μικρός κόσμος τής καρδιάς. Κοίταξε τί σημάδι έμεινε εκεί που α- κούμπησε τό δάχτυλό σου! Είναι ένα δαχτυλίδι που μού χά- ρισες. Είναι τό φιλί μιάς σφήκας. Σημάδι πάνω στά σημά- δια. Φιλί πάνω στά φιλιά... Διάφανος σάν τό καθαρό γυαλί, είναι ο κόσμος τής καρδιάς. Κοίταξε πώς ράγισε εκεί που τόν ακούμπησαν τά χείλια σου! Γυαλί πάνω στό γυαλί. Ράγισμα πάνω στό ράγισμα". "ΚάΓΙΑ"

ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ (1) (Αύγουστος 1983 - Ιανουάριος 1986) Κείμενα (80,1) - (146) ___________________ (80,1) 1983 Στήν κόρη μου Σαπφώ Περπατώ μακρυά απ' τόν εαυτό μου. Μή δρώντας, γίνομαι παρατηρητής. Δέν κρίνω έχω αφίσει όλα τά μέτρα πίσω μου. Δέν μιλώ δέν υπάρχει κανένας άλλος. Δέν έχω κανένα κίνητρο καμμιά ανταμοιβή δέν μέ περιμένει. Τότε γιατί συμπεριφέρομαι έτσι; Νά κάτι που μέ ενδιέφερε όσο ήμουν ακόμα κοντά στόν εαυ- τό μου. Τώρα τί μέ ενδιαφέρει; Όταν θά επιστρέψω, μετά από μακρυά απουσία, τί θά βρώ; Κάθε επιστροφή καί κάτι καινούργιο. Μέ χαρά επιστρέφω, μέ χαρά φεύγω. Λιγοστεύω καί μικραίνω κι απ' τίς δυό μεριές. Μήπως τό μέλλον μού επιφυλάσσει κάποια ευχάριστη συνά- ντηση; (81) Καλοκαίρι 1983 Αεροδρόμιο - Καφενείο Τί θλίψη πάνω σ' αυτό τό κοριτσίστικο πρόσωπο απέναντί μου! Κάθεται ανάμεσα στή μάνα της, στόν πατέρα της καί στόν θείο της. Είναι μαζεμένη ώστε νά πιάνει όσο τό δυνα- τόν μικρότερο χώρο. Ούτε κάν υποψία χαμόγελου πάνω στά σφιχτά, στενά της χείλια, παρ' όλα τ' αστεία που λέει ο θεί- ος της μιλώντας ασταμάτητα. Μέ παρακολουθεί καθώς γρά- φω, μόνο μέ τά μάτια, χωρίς νά κουνά καθόλου τό κεφάλι. Αυστηρά χαρακτηριστικά που αργότερα θά σκληρύνουν. Υ- ποφέρει. Τό τρυφερό της αιδοίο πάλλεται. Ο μικρός πρω- κτός της έχει πιά διασταλεί εντελώς καθώς οι κραυγές τών πραγμάτων, γεμάτες έρωτα, τόν προσβάλλουν από παντού από τά τραπέζια, τίς καρέκλες, τό μεγάλο τζάμι τής βιτρί- νας, από τό πάτωμα, από τό μολύβι που κρατάω στό χέρι μου, από τά χέρια μου, τά ρούχα μου, τά δάχτυλα τών πο- διών μου, τόν δικό μου πρωκτό. Οι φοβερές ερωτικές κραυ- γές τών πραγμάτων, τών εντόμων, τού χώματος. Οι παραπο- νεμένες κραυγές τών κυττάρων που αποτελούν τούς νεκρούς πιά από καιρό συγγενείς της που τήν περιστοιχίζουν καί που έχουν πάψει εδώ καί τόσα χρόνια, πολύ πρίν αυτή γεν- νηθεί, νά στήνουν προσεκτικά τό αυτί τους γιά νά τίς ακού- σουν. ("Ώ, μήτρες θλιβερές, μήτρες νεκρές που φέρνετε στόν κόσμο νεκρά παιδιά!", θά φωνάξει μέ απελπισία ο Ράϊχ.). Ο μικρός πρωκτός της που σιγά σιγά, καθώς περνά ο καιρός, σφίγγεται ολοένα καί περισσότερο απ' τά συμπλέγματα τής ντροπής γιά τό κορμί της, γιά τό ωραίο, πανέμορφο σώμα της, μέ δυό χέρια, δυό πόδια, ένα κεφάλι, δυό βυζιά, που σταλάζουν μέσα της οι θείοι, οι θειάδες, ο πατέρας της, η μάνα της, ο δάσκαλός της, τά ρούχα της, τό καζανάκι τής τουαλέτας, η οδοντόβουρτσά της, τά σαμπουάν πλάϊ στό μπάνιο, τά καλλυντικά τής μητέρας της, τά τρομερά ξυρά- φια τού πατέρα της καί τού αδερφού της, οι σερβιέτες της που μόλις μαθαίνει νά χρησιμοποιεί σωστά, οι κλεφτές μα- τιές που έχει ρίξει στούς καθρέφτες, τά χάδια τού χεριού της στό κρεββάτι, οι μηροί της που σμίγουν απαλά τήν ώρα που διαβάζει... Σφίγγεται ολοένα καί περισσότερο καί στό τέλος θά κλείσει. Θά κλείσει καταστρέφοντας τήν λεπτότητα τού χνουδιού που τώρα περιβάλλει τό κορμί της, καταστρέφο- ντας τήν έξοχη ευαισθησία τού λεπτού της δέρματος, θά α- ποκόψει συσσωρεύοντας λίπος από κάτω τους τίς ένα εκα- τομμύριο ρώγες τού ενός εκατομμυρίου βυζιών που προεξέ- χουν αδιόρατα καί μονίμως εν στύσει απ' όλη τήν επιφάνεια τού κορμιού της περιορίζοντάς τες μόνο σέ δύο, μόνο σέ δύ- ο... Θά αποκόψει τίς ένα εκατομμύριο κλειτορίδες τού ενός εκατομμυρίου αιδοίων που ανοιγοκλείνουν χαρούμενα στόν ρυθμό τής ζωής τά βυσσινένια ζευγάρια τών χειλιών τους πάνω σέ όλο της τό σώμα, περιορίζοντάς τες μόνο σέ μία, μόνο σέ μία... Σέ μία που θά σηκώσει όλο τό βάρος τών ά- γριων συγκρούσεών της μέ τά δάχτυλά της, μέ τίς φτέρνες της, μέ τή βούρτσα τών μαλλιών, μέ τό σφουγγάρι τού μπάνιου, μέ τό σαπούνι, μέ τά μαξιλάρια, μέ τούς άντρες, μέ τίς γυναίκες, μέ τά δόντια, μέ τίς γλώσσες, μέ τά γόνατα, μέ τά εργαλεία τής απόξεσης, μέ τά τεχνητά πέη τών πλύσε- ων... Θά σηκώσει όλο τό βάρος κλαίγοντας τίς χαμένες α- δερφές της που θά έχουν μεταβληθεί σέ κρέας, ευαίσθητο μό- νο στόν πόνο, που θά σκεπάζει πιά όλο τό κορμί της. Κι έτσι κλειστόν θά τόν παρασύρει μαζύ της σέ μιά διαρκή σύσπα- ση. Γιατί όλος ο κόσμος προσπαθεί νά χωρίσει αυτό τό παιδί απ' τό σώμα του; (82) Φθινόπωρο 1984 Πώς προσπαθεί έτσι όλος ο κόσμος νά χωρίσει αυτό τό παι- δί απ' τό σώμα του! Στήν πλατεία ήταν μαζεμένος τόσος κόσμος! Τούς είδα. Έ- να μικρό κακό χαμόγελο είχε αρχίσει ν' ανθίζει στίς σκλη- ρές γραμμές τών χειλιών τους. "Κάντε χώρο. Κάντε θέση. Όλοι μπορούν νά δούν. Μή στριμώχνεστε". Ναί! Μή στριμώχνεστε. Όλοι μπορούν νά δούν. Ακόμα κι εγώ. Ακό- μα καί γιά μένα υπάρχει χώρος. Άλλωστε εδώ, μόνον αυτό- πτες μάρτυρες επιτρέπονται. Βλέπω μερικούς που έχουν γυ- ρίσει από τήν άλλη μεριά, νά τούς στρέφουν πρός τό κέντρο τά όργανα τής τάξης. Μέ ευγενικές χειρονομίες τούς υποδει- κνύουν τό ξεχασμένο τους καθήκον. Εντελώς φιλικά. Μέ κατανόηση. Έτσι! Καί μή σπρώχνεστε. -Μέ λερώνει κάτι μέσα μου αγαπημένη. Κάτι βγαίνει από μέσα μου καί μού λερώνει τήν καρδιά. Νοιώθω τούς άλλους γύρω μου νά σαλεύουν. Δέν θέλω! Δέν θέλω! Ώ, νά μπορού- σα τώρα νά κρατήσω τό γλυκό σου χέρι. Νά μπορούσα νά α- κουμπήσω τό κεφάλι μου στό τρυφερό σου στήθος. Εννοώ στό δικό σου. Σέ σένα που είσαι κοντά μου. Που σηκώνεσαι στίς μύτες τών δαχτύλων γιά νά δείς καλλίτερα. Που έχεις ανοίξει διάπλατα τά μάτια γιά νά ρουφήξεις καλλίτερα τό θέαμα. Βλέπω τίς διεσταλμένες σου κόρες, τό τέντωμα τών μυών. Ακούω δίπλα στήν δικιά μου καί τό χτύπημα τής δι- κιάς σου λερωμένης καρδιάς. Τά γόνατά μου τρέμουν ηδονι- κά καθώς σέ αναγνωρίζω. Καθώς μπαίνω μέσα σου. Είμαι δικός σου. Είσαι δικιά μου. Μονάχα νά, που τώρα υπάρχει τό θέαμα. Που τώρα πρέπει νά δούμε. Ίσως αργότερα. Ί- σως... -Αλλά πώς θά μέ στήριζε τώρα τό χέρι σου αγαπημένε! Πώς θά μού ζέσταινε τήν καρδιά που έχει αρχίσει τώρα, έτσι ό- πως στέκομαι δίπλα σου, τόσο κοντά, νά χτυπάει τρελλά κι άς μού τήν λέρωσαν λίγο πιό πρίν. Τί ωραίος που είσαι! Έτσι όπως έχεις ανοίξει διάπλατα τά μάτια. Έτσι όπως έ- χεις τεντωθεί στίς μύτες τών δαχτύλων. Είσαι δικός μου. Έτσι όπως χαμογελάς. Μέ μιά μικρή κακία ν' ανθίζει στό χαμόγελό σου. Είναι γιατί νοιώθεις λερωμένη τήν καρδιά σου. Τό ξέρω. Καί τήν δικιά μου τήν νοιώθεις. Μέ μιά ανα- κούφηση αυτή. Όπως κι εγώ τήν δικιά σου... Κι όμως, άς μπορούσα νά κρατήσω τό χέρι σου. Νά δούμε μαζύ. Μέ τά δάχτυλά μας πλεγμένα σφιχτά. Νά μέ συγκρατείς καθώς θά γέρνω. Νά σέ παρασύρω καθώς θά πέφτω. Επάνω μου. Τό ευλογημένο σου βάρος. -Κοίτα! Κοίτα αγαπημένη. Τώρα τό φέρνουν. Νά! Πώς είναι δυνατόν νά μπορεί νά αντιστέκεται έτσι! Μιά σταλιά πλα- σματάκι! Νά μήν μπορούν τόσοι νά τό κάνουν καλά. Καί μέ τέτοια μέσα! Καί μέ τόσες γνώσεις!... Θυμάμαι, έτσι ήμουν κι εγώ κάποτε... Μά από πού πηγάζει τόση δύναμη; Τόση ε- πιμονή; Τί δύσκολο, τί δύσκολο που είναι! Θάλεγε κανείς σχεδόν ακατορθωτο. Σχεδόν εξωπραγματικό. Τί ευτυχώς που οι παλιές γνώσεις δέν χάθηκαν. Που μπόρεσαν νά συ- γκεντρωθούν. Τί ευτυχώς που η μέθοδος μπόρεσε νά εξελι- χθεί, νά πλουτιστεί μέ τίς καινούργιες παρατηρήσεις. Πόσο σοφοί έχουμε γίνει αλήθεια! Πόσο περήφανο θά αισθάνεται κι εκείνο σέ λίγο γι' αυτό... Κι εσύ έτσι φαίνεται ότι ήσου- να. Δυνατή. Πρέπει νά παλαιψες πολύ. Πρέπει νά χύθηκε πολύς ιδρώτας γύρω σου... Όμως άς μπορούσα νά κρατήσω τό χέρι σου. Νά πλέξω τά δάχτυλά μου σφιχτά μέ τά δικά σου. Νά έχω κάτι νά σφίγγω γιατί εκείνο έχει αρχίσει νά α- ντιστέκεται παραπάνω απ' ό,τι πρέπει. Βλέπω τόν ιδρώτα τών άλλων νά στάζει γύρω του. Μέ τέτοια μέσα! Μέ τέτοια εξέλιξη τής μεθόδου! Τό βλέπω νά κουνάει τά μικρά του χε- ράκια, νά κλωτσάει μέ τά ποδαράκια του τά λεπτεπίλεπτα εργαλεία που θέλουν τόση προσοχή. Τό στοματάκι του μισά- νοιχτο μέ τά χειλάκια του σουφρωμένα, προσπαθεί νά βυζά- ξει τόν αέρα τόν αέρα μας. Νά καταλάβει. Καί φαίνεται τό- σο αδύνατο τόσο μικρό. Καί πώς κάνει μετά έτσι εμετό! Έ- τσι συνέχεια εμετό που λές πως δέν θά μείνει τίποτα μέσα του, πως δέν θά δέσει τίποτα, καί πώς θ' απομονωθεί τότε τό κέντρο του, πώς θά είναι δυνατόν νά βρούν τό όριο νά ιχνη- λατήσουν τήν τομή... Άλλος ένας που θά μάς φύγει. Που θά τόν χάσουμε. Ένας σχεδόν παρά λίγο δικός μας. Μιά καρ- διά. Μιά λερωμένη καρδιά ακόμα που θά στεκόταν δίπλα μας σέ λίγο. Αλλοίμονο, μιά χαμένη περίπτωση... Κι αυτή η διαδικασία που θ' αρχίσει τώρα. Τόσο αργή τόσο επώδυνη. Εννοώ γιά μάς. Γιά σένα... Καί πόσο θέλω τό χέρι σου τώ- ρα. Νά σέ συγκρατώ καθώς θά γέρνεις. Νά μέ παρασύρεις καθώς θά πέφτεις. Επάνω σου. Στό τρυφερό σου στήθος... -Κάτι σκληραίνει μέσα μου αγαπημένε. Βοήθησέ με. Είσαι τόσο κοντά μου, τόσο κοντά μου. Τόσο σχεδόν εντελώς δι- κός μου πιά. Κάτι κλωτσάει στό στήθος μου. Δέν θά τά κα- ταφέρουν! Ώ, νά μπορούσα νά κρατήσω τό κεφάλι σου σφι- χτά απάνω μου, απάνω στή ζεστή μου σάρκα, μέσα στή ζέ- στη τής σάρκας μου. Πώς είναι δυνατόν νά μή τό ξέρεις! Πώς είναι δυνατόν νά μή τό βλέπεις! Δέν θά τά καταφέρουν! Δέν θά τά καταφέρουν! Θά τούς ξεφύγει! Παρ' όλη τήν μέθο- δο. Παρ' όλα τά μέσα. Ώ, νά μπορούσαμε νά τούς σταματή- σουμε. Νά τούς τό παίρναμε. Νά τό κρύβαμε εδώ στή φωλιά μου. Ανάμεσα στά δυό μου στήθεια. Ανάμεσα στήν κοιλιά μου καί τά δυό μου στήθεια. Πάνω στή ζεστή μου σάρκα. Μέσα στή ζέστη τής σάρκας μου. Νά κούρνιαζε ήσυχο γε- μάτο έρωτα. Έρωτα! Τ' ακούς αγαπημένε; Τώρα τ' ακούω κι εγώ. Έρωτα. Έρωτα!... Μά πώς μπορεί; Πώς μπορεί νά κά- θεσαι έτσι ήσυχος! Νά τεντώνεσαι γιά νά δείς... Νοιώθω τά στήθεια μου νά φεύγουν απ' τήν θέση τους. Νά σεργιανάν πάνω σ' όλο μου τό κορμί. Πού είναι η θέση τους; Πού ήταν η θέση τους; Εδώ! Κι εδώ! Κι εδώ! Καί πώς είμαι έτσι γεμά- τη στήθεια, γεμάτη μικρές χαρούμενες ρώγες! Που σέ φωνά- ζουν. Που σέ θέλουν. Καί πώς απλώνεται έτσι αυτό τό σκί- σιμο κάτω απ' τήν κοιλιά μου! Πώς μεγαλώνει! Πώς μέ σκεπάζει! Πώς γίνεται χιλιάδες! Χιλιάδες χείλια. Χιλιάδες μικρά ζευγάρια χείλια που σέ φωνάζουν. Που σού φωνά- ζουν. Που μού φωνάζουν: Είμαστε εδώ, είμασταν πάντα ε- δώ. Μή μάς ξανασπρώξεις πίσω. Μή μάς ξαναβάλεις στή θέση μας. Στή θέση τους. Στή θέση που έφτιαξαν αυτοί! Θυ- μήσου πόσο δυνατή ήσουν. Πόσος ιδρώτας χύθηκε γύρω σου τότε. Εδώ ήταν πάντα η θέση μας. Κι εδώ. Κι εδώ. Κι εδώ. Κι αυτός ο μικρός στρογγυλός έρωτας από κάτω μου! Όχι! Όχι! Αυτός ποτέ του δέν έχει λερωθεί! Ποτέ του δέν ήταν λερωμένος. Μόνο η καρδιά μου είχε λερωθεί. Μόνο τήν καρδιά μου είχαν λερώσει. Γι' αυτό κι εκείνος έκλεισε. Γι' αυτό κι εκείνος σφίχτηκε. Γιατί έβλεπε πως δέν τόν θέλουν. Πως τόν θεωρούν αναγκαίο κακό. Αυτό. Καί μόνον αυτό. Καί ίσως κάπου κάπου κάτι άλλο. Κακό κι αυτό. Ώ, πώς έ- χει τώρα ανοίξει! Μέ τί ηδονή έχει διασταλεί έχει χαλαρώ- σει! Όπως τό κάνει μερικές φορές από κάποια ξαφνική χα- ρά. Από κάποιον ξαφνικό φόβο. Όχι. Όχι! Δέν είναι τό ίδιο! Αυτό είναι από χαρά! Είναι μόνο από χαρά. Καί πώς έχει ε- λευθερώσει όλα τ' άλλα! Πώς έχουν ζωντανέψει έτσι όλα μετά απ' αυτό τό χαλάρωμα... Αγαπημένε, δέν πρέπει! Δέν πρέπει νά τούς αφίσουμε νά τό χωρίσουν. Δέν πρέπει νά τούς αφίσουμε νά τού τά πάρουν όλα. Τά χιλιάδες μικρά του στήθεια. Τίς χιλιάδες μικρές ρωγούλες που σκεπάζουν τό γλυκό του κορμάκι καί νά τού αφίσουν μόνο δυό. Μόνο δυό! Τά χιλιάδες μικρά ζευγάρια τών χειλιών τών γλυκών του αιδοίων. Τά χιλιάδες γλυκά του πέη καί νά τού αφίσουν μόνο ένα. Μόνο ένα! Τόν μικρό τρυφερό στρογγυλό έρωτά του. Αυτόν! Αυτόν πιό πολύ! Γιατί αυτός θά υποφέρει περισ- σότερο. Αυτός θά τά κρατήσει όλα τά άλλα καρφωμένα στήν θέση τους. Εκεί που βγήκανε. Εκεί που χαράχτηκαν. Εκεί που φύτρωσαν. Εκεί! Στή θέση τους. Στή θέση που θέ- λουν αυτοί. Γιατί όταν τόν σφίξουν, όταν τά καταφέρουν νά τόν δέσουν σφιχτά, τότε κι αυτή η μικρή καρδούλα θά λε- ρωθεί. Θά λερωθεί σάν τίς δικές μας αγαπημένε. Σάν καί τήν δικιά σου. Σάν καί τή δικιά μου. Που χτυπάει εδώ κο- ντά. Τόσο τρελλά. Τόσο δίπλα σου! Που τήν ξεχείλισε ξαφ- νικά ο έρωτας. Που δέν θέλει νάναι λερωμένη πιά. Καί σού φωνάζει. Σού φωνάζει. Μ' ακούς αγαπημένε; Μ' ακούς; (83) Φθινόπωρο 1984 -Ποιός μέ παραμονεύει πίσω απ' τή γωνιά; -Ντρέπομαι νά βγώ έτσι όπως μέ κατάντησαν. -Πάλι; Αυτή τή φορά περίμενα καλλίτερα αποτελέσματα. -Ξέρεις πως απ' όσο πιό ψηλά πέφτω τόσο πιό πολύ τσακί- ζομαι. Αυτή τή φορά κόντευα νά σέ φτάσω. -Αλήθεια; -Ναί! Αλλά αυτός είναι κιόλας χαμένος. Καί ποιός ξέρει πότε θά ξαναβρεθεί μιά τέτοια ευκαιρία. -Θά βρεθεί. Θά βρεθεί! -Πότε; Σέ δέκα χρόνια; Σέ είκοσι; Στό λέω, τσάμπα προσπα- θείς. Δέν έχουν καμμιά ελπίδα αυτοί. -Όχι! Αυτό μή τό ξαναπείς μικρό τερατάκι! Βγές απ' τή γω- νιά σου νά σέ δώ! -Καλά, καλά. Κληρονόμοι! Κληρονόμοι αυτά τά όντα! Γιατί δέν προσπαθούμε σέ κάποιον άλλον πλανήτη; -Εδώ είναι αυτό που γυρεύουμε. Μήν απελπίζεσαι. Πότε θά μάθεις νά μήν απελπίζεσαι; -Πώς νά μήν απελπίζομαι μετά απ' όλες αυτές τίς αποτυχί- ες; Δέν έχεις βαρεθεί νά βλέπεις τή σκιά τού εαυτού σου; -Ησύχασε καλό μου. Στό ξαναλέω. Αυτό που γυρεύουμε εί- ναι εδώ. -Μιά μετριότητα! Κάθε φορά νά γυρίζω μιά μετριότητα. Νά έχω κατέβει εκεί κάτω λάμποντας μέ όλο σου τό μεγαλείο καί νά γυρίζω σέ τέτοια χάλια! Νά μή μπορούν νά δούν! Νά μή μπορούν νά καταλάβουν! -Είναι εδώ! -Άχ, πάμε νά φύγουμε! Άς ξανάρθουμε σέ χίλια χρόνια. Ί- σως τότε έχουν αλλάξει. Ίσως τότε μπορούν. -Ούτε σέ ένα εκατομμύριο αιώνες δέν θάχει γίνει η παραμι- κρή αλλαγή, άν δέν προσπαθήσουμε εμείς. Τώρα! -Τά μάτια τους! Αυτά τά πελώρια φριχτά τους μάτια. Έχουν μιά μυωπία τεράστια. Δέν μπορούν νά δούν τίποτα άν δέν τούς ακουμπήσει. Ό,τι απομακρυνθεί, έστω καί ελάχιστα, παραμορφώνεται. Έχω μπεί μέσα τους τόσες φορές γιά νά δώ πώς σέ βλέπουν. Μιά σκιά! Μιά τεράστια σκιά μέ τίς ά- κρες της νά κυματίζουν σάν κουρέλια. Αυτή είναι η εικόνα σου. Πώς είναι δυνατόν νά μή τό νοιώθεις; Αυτοκτονούν σι- γά σιγά μ' αυτό που βλέπουν. Έτσι όπως είναι, μόνο νά τούς σκοτώσει μπορεί. Δέν θά μείνει κανένας τους στό τέλος. -Είναι πολύ σκληρή ράτσα! Θά τό ξεπεράσουν. -Έπειτα αυτή η σύγχυση που υπάρχει στά κεφάλια τους! Αυ- τός ο διαχωρισμός τού καλού απ' τό κακό! Φαντάζεσαι πώς θά ξεκίνησε αυτό; Όταν κάποιος άρχιζε νά σέ καταλαβαίνει λιγάκι θά γίνονταν σάν ένας ανεμοστρόβιλος ανάμεσα στούς άλλους που θά σάρωνε τά πάντα. Αλλά μέχρι πού θά μπορούσε νά δεί; Σού τό λέω τά μυαλά τους ούτε τότε, ούτε τώρα είναι έτοιμα. -Είναι τόσο δύσκολο νά κάνει κανείς έστω κι ένα βήμα πιό μακρυά απ' τόν εαυτό του! Κι όμως! Κι όμως! Ρίξε μιά μα- τιά κάτω. Πόσα θεραπευτήρια! Πόσα ψυχιατρεία! -Ά! Αυτοί! Ποιός μπορεί νά στηριχτεί απάνω τους έτσι όπως τούς έχουν καταντήσει; Κι έπειτα γιατί τούς επικαλείσαι αυτούς; Αυτοί δέν έκαναν τό βήμα επειδή τόχαν θελήσει. Εί- ναι καταδικασμένοι. Κανείς δέν πρόκειται ν' ακούσει τή φωνή τους. Καί θά τούς φοβούνται πάντα. Όσο γιά τούς άλ- λους! Πώς είναι δυνατόν νά κάνουν έστω κι ένα βήμα μα- κρύτερα απ' τόν εαυτό τους; Είναι καί θά μείνουν γιά πάντα περιορισμένοι στήν περιοχή τών γεννητικών τους οργάνων. Ποτέ δέν θά γνωρίσουν τόν Έρωτα! Αυτή η περιοχή θά τούς κυβερνάει αιώνια. Όλα τους αναφέρονται σ' αυτήν. Όλα ξε- κινούν απ' αυτήν καί σ' αυτήν επιστρέφουν. Πώς είναι δυ- νατόν νά φαντάζεσαι ότι θά μπορέσουν ποτέ νά ξεκολλή- σουν από 'κεί παρ' όλη τους τήν εξυπνάδα! Τί νά τούς κάνει η εξυπνάδα όταν έχει νά συναγωνιστεί τέτοιον αντίπαλο! Είδες κανένα μυαλό που νά μήν υπηρετεί τά γεννητικά του όργανα ή τά συμπλέγματα που αναφέρονται σ' αυτά καί τίς δραστηριότητές τους; Είδες εσύ καμμιά καρδιά που μπόρεσε νά μείνει γιά πολύν καιρό πιστή στόν εαυτό της καί νά μήν τόν προδώσει ύστερα από τήν πολιορκία τους; Αυτός είναι ο αληθινός αφέντης εκεί κάτω. Κανείς δέν μπορεί νά κλονί- σει τήν βασιλεία του! -Δέν υπάρχει αληθινός αφέντης. Υπάρχει μόνο ο Έρωτας. Είναι δύσκολο, τό παραδέχομαι, νά τόν ανακαλύψει κανείς. Όλα είναι δύσκολα κι η καρδιά τάχει χαμένα. Είναι κι αυ- τή προσκολλημένη στά γεννητικά της όργανα. Κι όμως τό βήμα μπορεί νά γίνει! Ίσως νάχει γίνει κιόλας! -Πού τό ξέρεις! Πού τό είδες! -Όταν όλα είναι έτοιμα νά χαθούν, όταν όλα φαίνονται νά έχουν σωριαστεί σέ ερείπια, μήπως τότε δέν είναι η στιγμή γιά νά ξεπηδήσει κάτι καινούργιο; -Τί καινούργιο νά βγεί απ' αυτόν τόν βάλτο; Αυτοί δέν θά πάψουν ποτέ νά επαναλαμβάνουν τόν εαυτό τους. Μέχρι τήν τελευταία τους στιγμή. Μέχρι τήν τελευταία τους κραυγή. Όλες τους τίς προσπάθειες τίς καταστρέφει η μικροπρέπειά τους. Καί πώς είναι δυνατόν νά μήν είναι μικροπρεπείς α- φού δέν έχουν μπορέσει νά σέ καταλάβουν; Μέσα στή φυλα- κή τούς αφίσαμε καί μέσα στή φυλακή τούς ξαναβρίσκουμε κάθε φορά. Τουλάχιστον νά μή σκότωναν έτσι τά παιδιά! Νά μήν κατέστρεφαν έτσι τά γλυκά τους κορμάκια! Νά μή λέρωναν τίς καρδιές τους! Νά μήν προσπαθούσαν νά τά κά- νουν έτσι όπως έχουν καταντήσει αυτοί! Τότε ίσως υπήρχε κάποια ελπίδα. Όχι όμως τώρα. Όχι όμως έτσι. -Ποτέ δέν χάθηκε η ελπίδα! Περνάει μέσα στό αίμα από γε- νιά σέ γενιά. Από κατεστραμμένες γενιές σέ άλλες κατε- στραμμένες γενιές. Αλλά περνάει. -Μά είναι τόσο δύσκολο! Τόσο δύσκολο! Έχουν νά παλαί- ψουν μέ τόσα πράγματα. Μέ τά αρρωστημένα τους κορμιά. Μέ τίς φοβισμένες τους καρδιές. Μέ τά νεκρά παιδιά που κουβαλούν μέσα τους. Ποτέ δέν μπορείς νάσαι σίγουρος ότι αυτό που κάνουν δέν είναι παρά μιά αντίδραση σέ κάποια πίεση, δέν είναι παρά η έκφραση ενός καινούργιου συμπλέγ- ματος που δημιουργήθηκε στήν προσπάθειά τους νά απαλλα- γούν απ' τό παλιότερο που τούς σύντριβε. Ακόμα κι οι καλ- λίτεροι απ' αυτούς στίς καλλίτερες στιγμές τους έτσι δέν λειτουργούσαν; Εσύ δέν τό έλεγες πως τό πιό επικίνδυνο πράγμα είναι η εξέγερση; Πως τό πιό δύσκολο είναι νά ανα- γνωρίσει κανείς εναντίον ποιού νά στραφεί; Ποιός είναι ο εχθρός; Πως είναι σχεδόν αδύνατο νά τό αποφύγουν νά ξε- σηκώνονται παρά μονάχα ενάντια σ' αυτό που τούς καταπιέ- ζει άμεσα; Πως γιά κάθε επίπεδο υπάρχει καί μιά ομάδα από άμεσες καταπιέσεις που τούς προκαλεί νά ξεσηκωθούν ενα- ντίον της μέ αποτέλεσμα κάθε φορά νά χτυπούν τήν αδύνα- μη γροθιά τους σέ έναν δευτερεύοντα στόχο; Είναι ανάγκη νά σού θυμίζω πάντα τά λόγια σου; -Πώς ξέχασες νά μού πείς αυτά που σού 'λεγα κάποτε γιά τήν μέθοδο; Γιά τό πώς τελικά καταφέρνει πάντα νά παίρνει τήν θέση τού σκοπού; Σού ξαναλέω εγώ όμως πως εδώ είμα- στε γιά νά διδάξουμε τήν σωστή μέθοδο. Αυτό μήν τό ξε- χνάς! -Πώς είναι δυνατόν νά πιστεύεις ότι θά μπορέσουν ποτέ νά εγκαταλειφθούν στόν βαθμό που χρειάζεται; Πώς δέν θά δούν, ακόμα κι άν καταφέρουν νά σέ ακούσουν, αυτή τήν πορεία σάν μιά διαδρομή ακόμα πιό μακρυνή, ακόμα πιό δύ- σκολη απ' αυτούς τούς απέραντους δρόμους που διασχίζουν παλεύοντας σάν λυσσασμένοι νά φτάσουν τήν στάλα τής η- δονής που λαμπυρίζει στό βάθος; Ηδονή καί συμφέρον! Συμ- φέρον καί ηδονή! Όλα είναι μπροστά τους. Όλος ο κόσμος είναι χυμένος στά πόδια τους σάν ένα κρύσταλλο γεμάτο απ' όλη τήν δροσιά τών νερών που έτρεξαν ποτέ σ' αυτό τό σύμπαν. Δέν έχουν παρά νά σκύψουν καί νά πιούν. Δέν έ- χουν παρά νά βυθιστούν μέσα του. Από 'κεί τούς έβγαλαν. Γιατί θά πρέπει νά κοπιάζουμε έτσι γιά νά τούς ξαναδώσου- με μιά κληρονομιά που δέν τήν καταλαβαίνουν, που πατάνε απάνω της γιά νά φτάσουν τά μπιχλιμπίδια που τούς κου- δουνίζουν στ' αυτιά τους; Γιατί νά τούς βγάλουμε απ' τόν βάλτο τους; Τόσες χιλιάδες χρόνια κολυμπούν μέσα του. Τό- σες χιλιάδες χρόνια φοβούνται μή τούς ξεραθεί. Είναι τόσο μεγάλο γι' αυτούς αυτό που προσπαθείς νά τούς δώσεις. Αυ- τό που θέλεις νά ξαναθυμηθούν. Πώς είσαι σίγουρος ότι δέν τούς αρέσει εκεί που βρίσκονται; Κι άν είν' έτσι μέ τί δικαί- ωμα επεμβαίνουμε; Μέ τί δικαίωμα αναστατώνουμε κάθε τόσο τίς καρδιές τους; Δέν είδες πώς κατάντησαν όλοι όσοι κατάφεραν έστω καί νά υποψιαστούν τί τούς υπόσχονταν οι ψίθυροι που κατόρθωσες νά σπρώξεις μέχρις αυτούς; Δέν είδες τό τέλος τους; Σά νά θές ν' αναποδογυρίσεις ένα βουνό τραβώντας το μέ μιά κλωστή. Νάτανε τουλάχιστον δεμένη στήν κορφή του! -Ούτε κάν η κλωστή δέν υπάρχει! Αλλά καί ποιός τήν χρειάζεται. Ακόμα δέν έχεις καταλάβει ότι τό πιό αδύναμο σημείο είναι τά θεμέλεια. Ό,τι φαίνεται πιό γερό. Ό,τι φαί- νεται πιό ακλόνητο. Αυτές τίς χιλιάδες χρόνια δέν έκαναν τίποτ' άλλο από τό νά τά ροκανίζουν. Αυτοί οι ίδιοι. Εμείς φτάσαμε τήν τελευταία στιγμή. Όπως έπρεπε. Γιατί είναι αυτή που δέν έπρεπε νά διαιωνισθεί. Εδώ χρειάζεται τό σπρώξιμο. Καί πώς τολμάς νά λές ότι δέν έχουμε τό δικαί- ωμα νά επέμβουμε; Πώς τολμάς νά μάς διαχωρίζεις; Δέν υ- πάρχει απέναντι όχθη! Δέν υπάρχει απέναντι μεριά. Δέν υ- πάρχει απάνω καί κάτω! Νομίζεις ότι φύγαμε ποτέ από δώ; Νομίζεις ότι εμείς είμαστε έξω απ' τόν βάλτο; Μήπως εδώ μέσα δέν είναι κι η δικιά μας κληρονομιά; Μήπως αυτοί δέν είναι η δικιά μας κληρονομιά; Ή θέλεις ν' αφίσουμε τήν κληρονομιά μας έτσι όπως κυλιέται τώρα μέσα στή λά- σπη! Όπως χτυπιέται γιά ένα μέτριο συμφέρον. Γιά μιά στα- γόνα ηδονής. Γιά ένα πετάρισμα στό φώς που ξαναβουλιάζει τήν καρδιά τους πιό βαθειά στήν απελπισία... Όμως έλα! Αρκετά τσακωθήκαμε πάλι. Γιά νά δώ, τί κρύβεις πίσω σου; -Είναι τά χαρτιά του. Ήθελε νά τά κάψει. Μόλις πρόλαβα νά τού τ' αρπάξω. -Γιατί αυτή η βίαιη χειρονομία; Δέν υπάρχει αρκετή βία ε- κεί πέρα; Πρέπει νά προσθέτουμε κι εμείς κι άλλη; -Ήθελα νά τά δείς. Πρέπει νά τά δείς. Θά μπορούσα νά τόν αφίσω νά κάνει ό,τι ήθελε άν συνέχιζε νά προσπαθεί. Αλλά στό 'πα στήν αρχή. Είναι χαμένος. Δέν κάνει τίποτα πιά. Ε- ξακολουθεί νά επιμένει ότι είναι ο "όρθιος αναμένων". Έ- τσι λέει τόν εαυτό του. Καί κάποια μέρα είναι σίγουρο ότι θά πεί τό καινούργιο του όνομα καί στούς άλλους. (84) Φθινόπωρο 1984 Τώρα εκείνος στέκεται στήν κορφή τής σκάλας. Μπροστά του είναι ένα μαύρο κενό. Πίσω του τά σκαλοπάτια που α- νέβηκε. Μέσα απ' τίς αστραπές που ξεσκίζουν από καιρό σέ καιρό τό σκοτάδι, διακρίνει τούς αφάνταστους κόσμους που αναδεύονται στό βάθος... Ώστε λοιπόν αυτός είναι ο κόσμος του από δώ καί πέρα αυτό τό στενό κεφαλόσκαλο που τό τριγυρίζει τό χάος. Εκτεθημένος από παντού. Μ' έναν φοβε- ρό σφιγμό νά τού χτυπά σάν σφυρί τούς κροτάφους σέ μιά στάση όρθιας αναμονής, αγνοώντας τήν οδό τής επιστρο- φής, παραμένει, όχι πιά υπηρέτης τού κορμιού του, όχι πιά υπηρέτης τού μυαλού του, όχι πιά υπηρέτης τής καρδιάς του, όχι πιά ζητιάνος, όχι πιά κύμβαλον αλαλάζον, όχι πιά μέσον. Ο πρώην υπηρέτης, ο πρώην φορέας επιθυμιών, τό πρώην υποκείμενο φόβων, ο πρώην ελισσόμενος εις τό μέ- σον. Παραμένει. Ο "όρθιος αναμένων"... Γιατί πώς νά τολμήσει πιά νά κάνει έστω καί τήν παραμι- κρή κίνηση; Είναι τόσα χρόνια τώρα που οι κινήσεις του λιγόστευαν μέρα μέ τή μέρα. Που όλο καί πιό δύσκολα μπο- ρούσε νά τίς δικαιολογεί... Ποιός θά τήν έκανε τήν κίνηση; Πρός τά πού; Πρός τί; Καί γιά ποιόν λόγο; Είναι μιά θέση που τήν διάλεξε, που τήν θέλησε, απορρίπτο- ντας όλες τίς ενδιάμεσες στάσεις παρ' όλη τήν αίγλη τους, παρ' όλες τίς έξοχες οριζόντιες προοπτικές τους. Αφίνοντας εδώ κι εκεί κομμάτια τού εαυτού του που τά είχε αγαπήσει, που είχε ζήσει γιά πολύν καιρό μαζύ τους παρατηρώντας τα νά φθείρονται σιγά σιγά, γεμάτος αγωνία γιά τό τί θά περίσ- σευε τήν κάθε φορά, μέ τί πόδια θά συνέχιζε νά τρέχει πίσω απ' αυτό που τόν άρπαζε απ' τό διάφραγμα πάνω απ' τό στο- μάχι του μέ τή μικρή του χούφτα καί τούκοβε τήν ανάσα, τίς απέραντες νύχτες που δέν ήθελε τόν ύπνο μπροστά στήν α- πειλή τού πρωϊνού ξυπνήματος, μπροστά στήν απειλή τής ε- πανάληψης όχι τών ίδιων πραγμάτων αλλά χειρότερα, πο- λύ χειρότερα, τού κυνηγητού τού καινούργιου, που πίσω του έβλεπε κιόλας τό ίδιο άδειο, τήν ίδια ισοπέδωση, που θά τόν άφινε εκεί απ' όπου ξεκίνησε: στήν επιφάνεια. Στήν άθλια επιφάνεια που πάνω της ανεκάλυψε τόν εαυτό του γιά πρώ- τη φορά νά έχει διανύσει κιόλας γλυστρώντας τόσο μεγάλο διάστημα που, όσο κι άν κοίταζε μέ αγωνία πρός τά πίσω, τού ήταν αδύνατο νά διακρίνει τί τόν είχε σπρώξει. Χρειά- στηκε γι' αυτό νά αναπτύξει μιά ιδιαίτερη ευελιξία ώστε οι τροχιές τών διπλανών του νά μήν τόν παρασύρουν, νά στρε- βλώσει τήν στάση τού σώματός του ώστε νά αποκτήσει μιάν άλλη οπτική γωνία που μέ τήν βοήθειά της θά ξεχώριζε τίς σημαντικές καμπές, θά αποκτούσε μιάν αίσθηση προσανατο- λισμού, γιά νά λιγοστέψει σιγά σιγά τήν αρχική του ταχύ- τητα καί νά σταματήσει. Κέρδισε έτσι μιάν απέραντη μονα- ξιά που χρόνο μέ τόν χρόνο απλώνονταν γύρω του ελευθε- ρώνοντας τή θέα, καθαρίζοντας τό τοπίο, αλλά στερώντας του καί κάθε είδους στήριγμα, συντρίβοντας τήν καρδιά του καί αντικαθιστώντας όλα του τά όνειρα μέ ένα: τή συνάντη- ση στήν επόμενη στροφή μέ έναν σύντροφο. Είχε αφεθεί τό- σον καιρό, γιά τόσο μακρυά χρονικά διαστήματα, στήν πα- ραίσθηση δυό ματιών που είχαν κιόλας καταλάβει, ενός χε- ριού που είχε κιόλας απλωθεί, στή χαρά τής πορείας μαζύ, στήν αίσθηση ότι στρίβοντας τό κεφάλι θά έβλεπε ένα φω- τεινό χαμόγελο νά απαντά στό δικό του, στήν απουσία τού φόβου, ναί, αυτό ιδιαίτερα, στήν απουσία τού φόβου ανάμε- σά τους που θά τά έκανε όλα δυνατά, θά άνοιγε τόν ένα στόν άλλον σάν πόρτα, σάν παράθυρο, που περνώντας το θά άφι- ναν κάθε μικροπρέπεια πίσω τους. Μικροπρέπεια! Είχε στα- θεί πολλές φορές κατάπληκτος μπροστά στό βάθος αυτής τής λέξης. Σ' ό,τι τόν είχε κάνει νά πονέσει μέχρι τώρα δέν είχε παρά νά ψάξει νά τήν βρεί. Δέν είχε παρά νά ανασηκώ- σει λίγο τόν πόνο τών άλλων γιά νά πιάσει τά φιδίσια της μαλλιά. Νά παραμερίσει λίγο τίς φοβισμένες τους καρδιές. Νά παραμερίσει λίγο τήν δικιά του φοβισμένη καρδιά. Καρδιές! Καρδιά! Αυτά τά σκουλικιασμένα κομμάτια τυρί! Έτσι! Άρχισε λοιπόν νά ενδιαφέρεται γιά τά σκουλίκια τής καρδιάς του. Γιά τά σκουλίκια που τού έτρωγαν τήν καρ- διά. Γιά τόν τρόπο που πολλαπλασιάζονταν μέρα μέ τή μέρα. Ανεκάλυψε τότε αληθινά τό περιβάλλον που μέσα του ζούσε. Είδε τίς μυτερές γωνιές που τόν σημάδευαν, τά στό- μια που τόν έφτυναν συνεχώς μέ τό δηλητηριασμένο τους σάλιο. Καί σήκωσε τά χέρια νά προφυλαχτεί. Έκλεισε τά μάτια καί προσπάθησε ν' ακούσει τίς φωνές τού κορμιού του. Τίς απελπισμένες κραυγές τού μυαλού του. Τά τριξίμα- τα τής καρδιάς του. Καί ζήτησε βοήθεια από τά πράγματα. Άρχισε νά καταλαβαίνει τό καθυστερημένο άρωμα τών πραγμάτων. Νά διδάσκεται από τήν άρνησή τους νά επι- στρέψουν σέ μιά μορφή που είχε βιαστεί. Από τήν ολοκλη- ρωτική τους εγκατάλειψη στή νέα μορφή που προέκυπτε με- τά τόν βιασμό τής κάθε φοράς. Από τήν αστραπιαία τους εί- σοδο μέσα της, χωρίς νά αφίνουν τίποτα πίσω τους, χωρίς τίποτα νά περισσεύει. Από τήν γι' αυτόν ακριβώς τόν λόγο εκθαμβωτική ομορφιά τους. Από τήν γι' αυτόν ακριβώς τόν λόγο αφθαρσία τους. Ναί! Διδάχτηκε από τά πράγματα. Εί- δε τήν ιλιγγιώδη ταχύτητα που κρύβονταν πίσω απ' τήν α- κινησία τους κι ένοιωσε τά γόνατά του νά τρέμουν, τό σώμα του νά σπαρταράει στό ενδεχόμενο τής επαφής του μαζύ τους. Στό ενδεχόμενο τής ερωτικής τους επαφής. Είναι από τά πράγματα, που έμαθε τήν δυσκολία τού έρωτα. Τό τί δύ- σκολο ήταν νά τόν ανακαλύψει κανείς. Τό πόσο είχε ξοδευ- τεί, είχε φθαρεί μέχρι τώρα στίς απελπισμένες του προσπά- θειες νά τόν πλησιάσει. Τό πόσο λάθος ξεκίναγε. (85) Φθινόπωρο 1984 Ώστε λοιπόν τόσο απελπισμένος αισθάνεται κανείς όταν συναντήσει έναν καλλίτερό του! Ώστε λοιπόν τόσο μεγάλη ιδέα κουβαλάμε στούς ώμους μας γιά μάς. Εννοώ γιά μένα. Εγώ. Καί πώς πονάει!... Ξαφνικά όλα καταρρέουν. Όλα πα- ρασύρονται στήν πτώση... Ώστε όλη η μαγεία εκεί στηρίζε- ται! Η μαγεία που μιά στιγμή πρίν μέ είχε συνεπάρει καθώς κοίταζα τά έξυπνα μάτια του. Καθώς κολυμπούσα μέσα στήν αναγνώριση που ήταν σίγουρο ότι θά τού γένναγε η ε- παφή μας. Η αναγνώριση απ' αυτόν γιά μένα... Εγώ τόν εί- χα κιόλας αναγνωρίσει. Τόν είχα κιόλας κατατάξει ανάμε- σα σ' αυτούς που τούς επιτρέπονταν νά μέ πλησιάσουν. Που ήσαν ικανοί, τουλάχιστον αυτό!, που ήσαν ικανοί νά εκτι- μήσουν τήν προσφορά που τούς γίνονταν εκείνη τή στιγμή από μένα. Τήν δυνατότητα νά έρθουν κοντά μου. Νά τούς α- φίσω νά μέ δούν... Καί μετά οι ηδονικές στιγμές τής ευγνω- μοσύνης. Τής ευγνωμοσύνης τής δικιάς τους! Γιατί καί γι' αυτό έπρεπε νά ήσαν ικανοί. Γι' αυτό είχαν διαλεχτεί τόσο προσεκτικά μέσα απ' τό πλήθος... Μά πώς νά τό δεχτώ! Πώς νά τό δεχτώ πως εκείνος είναι καλλίτερός μου! Πώς ν' αντέξω αυτή τήν υποψία που μού τρυπάει τήν καρδιά, πως ίσως τό 'νοιωσε, ίσως τό κατάλα- βε αμέσως κι η πρώτη του κίνηση ήταν ν' απομακρυνθεί, νά αποφύγει, νά μήν επιτρέψει στήν ευγένεια νά τόν παρασύ- ρει. Τό χάσιμο τής ώρας! Η δικιά του ανάγκη νά βρεί κά- ποιον κάποιον ικανό νά τόν εκτιμήσει αυτόν, που δίσταζε- δίσταζε νά δεχτεί: "Τέλος πάντων... Τέλος πάντων... Έχω τρία τέταρτα καιρό. Άν επιμένετε...". Έχει τρία τέταρτα καιρό! Κι έχω ένα άδειο βράδυ. Δώσε μου τουλάχιστον τρία από τά τέταρτά σου. Τά τρία σου τέταρτα που δέν πρόλαβε κανείς νά στά ζητήσει. Που δέν ξέρεις πόσο είναι πολύτιμα. Έστω κι άν μέ συντρίψεις. Έστω κι άν φεύγοντας δέν πά- ρεις τίποτα από μένα μαζύ σου. Κανένα απ' τά δικά μου τέ- ταρτα που δέν ξέρω τί νά τά κάνω. Που δέν μού τά ζητάει κανείς. Κανείς απ' όλον αυτόν τόν κόσμο που κυκλοφορεί, που κάθεται, που συζητάει, που παίζει σκάκι καί τάβλι. Που δέν κινδυνεύει από κανέναν καλλίτερό του... Πόσο ντρέ- πομαι που τούς ενοχλώ. Που αναγκάζω τίς ματιές τους νά σηκώνονται κάπου κάπου απ' τό παιχνίδι τους καί νά μέ κοιτούν, έτσι όπως γράφω τόσην ώρα στό τραπεζάκι τής γωνιάς. Καί τί θά γίνει άν κάποιος μού άρπαζε ξαφνικά τό μπλόκ καί τά διάβαζε όλα αυτά στούς άλλους! Ώ, γιατί δέν φαίνεται λοιπόν πίσω από κάποιο τζάμι τό πρόσωπό σου νά μέ προστατέψει! Πού έχουν δοθεί τά δικά σου τέταρτα; Από ποιόν ρουφάς μέ ηδονή τήν αναγνώρισή του γιά σένα; Ώστε λοιπόν ούτε εκεί! Ούτε κάν σ' αυτόν τόν χώρο δέν ανήκω! Ούτε κάν ανάμεσα σ' αυτούς που νομίζεις ικανούς νά σέ α- ναγνωρίσουν; Νά εκτιμήσουν τήν δικιά σου προσφορά; Ού- τε κάν γιά νά αναγνωρίσω τήν ανωτερότητά σου δέν είμαι ικανός; Κάπου έχει γίνει λάθος. Κάπου έχει γίνει κάποιο μοιραίο λάθος. Εννοώ από μένα! Εννοώ από μένα γιά μένα! Δέν θά ξανάρθω πιά σ' αυτό τό καφενείο. (86) Φθινόπωρο 1984 Τά γυαλιά μπορεί νά ξανακολλήσουν -αυτό έχει ξαναγίνει- καί νά κερδιθεί έτσι μιά συγνώμη. Τό χαμόγελο που θά τήν συνόδευε, μετά τήν ικανοποιητική δοκιμή κ.λ., κάνοντας τόν γύρο τών δωματίων θά συναντούσε στήν κάμαρη που βρίσκεται τό κρεββάτι τή μικρή δυσαρέσκεια που πλανιέται ακόμα μετά τήν αναγγελία τής ζημιάς καί θά τής πρόσφερε ευγενικά τό μπράτσο του οδηγώντας την έξω, όπως ταιριά- ζει σέ δυό εξαιρετικά πλάσματα. Έξω, όπου θά διαλύονταν μαζύ, προκαλώντας πιθανόν τήν αδικαιολόγητη ανάκτηση τής ισορροπίας τής χαριτωμένης μοτοσυκλετίστριας που έ- τυχε νά περνά στόν δρόμο καί τρομαγμένη είχε νοιώσει μό- λις μιά στιγμή πρίν τή ρόδα της νά φαλτσάρει επικίνδυνα. Αυτά θά μπορούσαν νά γίνουν έτσι. Αλλά τότε, αλλά τότε μήπως θά μπορούσε νά γίνει τό ίδιο καί γιά τά κομμάτια τής καρδιάς μου; Θέλω νά πώ γιά τά μικρά κομμάτια που ξεκολλούν από πάνω της κάθε φορά που φεύγω από σένα, χωρίς νά τό καταλάβω, έχοντας αντίθετα τήν αίσθηση πως παίρνω κάτι σημαντικό μαζύ μου που μέ κάνει νά κατεβαί- νω ανάλαφρα τίς σκάλες, μιά διάθεση ν' απογειωθώ μόλις βρεθώ στό πεζοδρόμιο, ν' αρπαχτώ μέ τό μουγκρητό τού αυ- τοκινήτου που περνάει δίπλα μου καί νά παλαίψω μαζύ του μέχρι νά γίνει μουσική καί νά παρασύρει τά βογγητά καί τών άλλων μηχανών σέ μιά συγχορδία που δέν έχει σχέση μέ κανένα φεστιβάλ, μέ καμμιά αίθουσα συναυλιών... Όμως μόλις στρίψω στή γωνιά κάτι σπαρταράει μέσα μου. Κάτι μού λείπει. Κάτι έχει διαλέξει έναν άλλον τόπο προτιμότε- ρα, πολύ προτιμότερα! Πρέπει λοιπόν νά στρίψω πάλι. Πρέ- πει νά γυρίσω πίσω. Πρέπει νά ψάξω νά τό βρώ. Γιατί τί θά γίνει στό τέλος; Τί θά μείνει μέσ' στό στήθος μου; Τόσες φο- ρές έχω ψάξει τήν ώρα που κοιμάσαι τό σπίτι. Έχω κοιτά- ξει κάτω απ' τά τραπέζια, κάτω απ' τίς καρέκλες, πίσω απ' τά μαξιλάρια τού καναπέ, μέσα στό πιάνο, μέσα στούς κα- θρέφτες ιδιαίτερα εκεί, γιατί εκεί είναι πιό πιθανόν νά βρί- σκεται, ακολουθώντας τήν φιγούρα σου που χάνεται στό βά- θος, έχοντας παρασυρθεί από μιά κίνηση που τό πήρε μαζύ της. Όμως δέν βρήκα ποτέ τίποτα... Ώστε πρέπει λοιπόν νά κυκλοφορώ από δώ καί πέρα μ' αυτή τή μισή καρδιά. Πρέ- πει νά βγαίνω γρήγορα, κλείνοντας τήν πόρτα πίσω μου, με- τά από τό τελευταίο φιλί καί νά μή γυρίσω νά κοιτάξω, γιατί κανείς δέν ξέρει τή στιγμή που θά διαλέξει εκείνη... Πρέπει νά ζώ χωρίς νά ξέρω τί θά γίνει τήν άλλη φορά. Γιατί ποιός τό είπε πως η καρδιά ενός ανθρώπου ζεί μαζύ του; Μπορεί γι' αυτό, μπορεί γι' αυτό νά είναι τόσο σπάνιο νά συναντήσεις κάποιον μαζύ μέ τήν καρδιά του. Νά συνα- ντήσεις τήν καρδιά του. Νά τό ξέρουν άραγε; Νά τό ξέρουν ότι οι καρδιές τους τούς έχουν φύγει; Έχουν πετάξει εδώ καί καιρό κοντά σέ κάποιον άλλον, έχουν μείνει πίσω μετά τό τελευταίο φιλί, ίσως πάνω στό χερούλι τής πόρτας, ίσως πάνω στό περβάζι τού παραθύρου όπου έστρεψαν τά μάτια α- πό τόν δρόμο, σέ μιά κίνηση μέσα σέ κάποιον καθρέφτη, σ' ένα σφίξιμο τών χεριών... (87) Φθινόπωρο 1984 Εκείνοι έχουν παγιδευτεί μέσ' στήν ομορφιά. Σάν μιά κρυ- στάλλινη φυλλωσιά έχει απλωθεί γύρω τους. Λεπτεπίλεπτα κλαδιά καί υπέροχα φύλλα, τελείως διαφανή κι όμως αι- σθητά, γεμίζουν τόν χώρο που τούς περιβάλλει. Εκτείνονται στά κενά ανάμεσα στά μέλη τους, ανάμεσα στά λόγια τους ανάμεσα στά βλέμματά τους... Καμμιά προειδοποίηση, κανέ- νας υπαινιγμός δέν σημείωσε στήν αρχή τήν άτακτη φυγή τού περιβάλλοντος μπροστά στά κύματά της που ορμούσαν γιά νά καταλάβουν τόν χώρο. Μ' ένα άλμα είχε κιόλας διεισδύσει παντού. Είχε καλύψει, σάν ένα πολύτιμο ύφασμα που τό απλώνει κανείς γιά νά προστατέψει αγαπημένα μά- τια από τήν ασυγχώρητη γυμνότητα κάποιας ιδιαίτερα εκτε- θειμένης επιφάνειας, όλα εκείνα τά σημεία που ήσαν ακόμα ζωντανά, σέ μιά ετοιμότητα γεμάτη αναμονή καί που η ύ- παρξή τους προϋπέθετε τό ενδεχόμενο τής εμφάνισής της. Πώς νά αντισταθεί κανείς στή φοβερή πρόκληση νά συ- μπληρώσει αυτή τήν κίνηση; Πώς νά αντέξει τήν οδύνη τών κομματιών του που δέν έχουν ακόμα καλυφθεί καί νά μήν α- φοσιωθεί στήν προσπάθεια νά τά σπρώξει μέσα στόν μαγικό της κόσμο; Υπάρχουν μερικές σπάνιες περιπτώσεις όπου αυ- τό έχει κατορθωθεί. Είναι όμως τότε, αυτή τήν υπέρτατη στιγμή τής ηδονικής εγκατάλειψης σ' εκείνο που κατακτή- θηκε επιτέλους μετά από τόσους κόπους, που κάνει τήν εμ- φάνισή του ο τρόμος. Γιατί πώς νά τολμήσει πιά κανείς τήν παραμικρή κίνηση; Ασάλευτος χωρίς κάν νά αναπνέει, πα- ρατηρεί έκθαμβος αυτό τό εκπληκτικό τοπίο που ανοίγεται μπρός στά πόδια του. Είναι λοιπόν αυτό τό τέλος; Είναι η στιγμή που πρέπει νά παραδοθεί στόν ίλιγγο τής αναπόφευ- κτης πτώσης, ακούγοντας τήν ίδια του τήν κραυγή; Υπάρ- χουν μερικές σπάνιες περιπτώσεις όπου αυτό ξεπεράστηκε. Όπου σ' αυτό ακριβώς τό σημείο συνέβει μιά έξοχη μεταβο- λή καί στούς δυό... Μπορεί τότε ν' αφίσει κανείς τό περι- βάλλον νά ουρλιάζει. Μπορεί, έχοντας στήν παλάμη του τό φλογερό σημάδι αυτής τής επαφής, νά ξαναθυμηθεί χαμογε- λώντας τά λόγια: ... "Τίς ερωτήσεις που μού έκανες, τίς ε- ρωτήσεις που μού έκανες τίς παίρνω σάν ένα κάλεσμα, σάν ένα είδος σπάνιας χειραψίας, που προτείνεται ίσως γιά μιά μόνο φορά ανάμεσα σέ δυό ορισμένους ανθρώπους καί που άν ο ένας τους δέν τήν προλάβει, χάνεται γιά πάντα". (88) Φθινόπωρο 1984 "Άν δέν μέ φιλήσεις θά σέ μεταμορφώσω σέ βάτραχο", είπε ο Μάγος στή Μάγισσα. "Άν μέ φιλήσεις θά μεταμορφωθώ σε βάτραχο", είπε η Μά- γισσα στόν Μάγο. "Άν δέν φιληθείτε θά σάς μεταμορφώσω σέ βατράχια", είπε τό Φιλί. "Άρα παίρνεις τό μέρος του", είπε η Μάγισσα. "Όχι", είπε τό Φιλί, "παίρνω τό μέρος μου". "Επομένως φίλα με", είπε ο Μάγος στή Μάγισσα. Καί τότε τό Φιλί τόν μεταμόρφωσε σέ βάτραχο. "Γιατί τό 'κανες αυτό τήν ώρα που πήγαινε νά μέ φιλήσει;", είπε η Μάγισσα. "Γιατί παίρνω τό μέρος μου", είπε τό Φιλί. "Καί ποιό είναι τό μέρος σου;", είπε η Μάγισσα. "Αυτό!", είπε τό Φιλί καί τήν φίλησε στό στόμα. "Προδότη!", είπε ο βάτραχος Μάγος. "Εγώ προδότης;", είπε τό φιλί καί μέ φίλησε. "Πού ήσουνα τόσον καιρό;", τού είπα. "Φιλούσα μιά Μάγισσα στό στόμα", μού είπε. "Τέσσερα είναι τά Σημεία τού Ορίζοντα", είπα. "Από πού έρχεσαι;". "Μά από πουθενά! Εδώ ήμουνα πάντα!", είπε τό Φιλί. "Δέν σέ έβλεπα πουθενά! Πώς ήταν δυνατόν νά ήσουν ε- δώ;". "Ήμουνα πάνω στά χείλια σου", είπε τό Φιλί. "Πώς ήταν δυνατόν νά είσαι πάνω στά χείλια μου καί νά μή σέ βρίσκω;". "Έψαχνες στά χείλια τών άλλων", είπε τό Φιλί. "Ά! Προδότη!", είπε ο βάτραχος Μάγος στό Φιλί. "Μήν τό βρίζεις!", είπε η Κ. στόν Μάγο καί μέ φίλησε. "Τό Φιλί έφυγε!", είπε η Μάγισσα. "Εγώ δέν φεύγω ποτέ", είπε τό Φιλί καί φίλησε τήν Κ. "Γιατί δέν τήν έκανες βατράχι;", είπε ο βάτραχος Μάγος. "Γιατί φίλησε!", είπε τό Φιλί. "Εγώ δέν έχω ψυχή;", είπε ο βάτραχος Μάγος. "Ψάξε στά χείλια σου", είπε η Κ. καί έφερε έναν καθρέφτη στόν βάτραχο Μάγο. "Άν δέν μέ φιλήσεις θά σέ μεταμορφώσω σέ καθρέφτη", είπε ο βάτραχος Μάγος στόν βάτραχο τού καθρέφτη. "Μά γιατί δέν ψάχνει στά χείλια του;", είπε η Μάγισσα. "Κανείς δέν τού 'πε ότι έχει ένα φιλί στά χείλια του, όταν ήταν μικρός", είπε τό Φιλί. "Έχω φάει πολύ ξύλο γι' αυτό", είπε η Κ. "Παραλίγο νά μέ μεταμορφώσουν σέ βάτραχο". "Τί ωραία που θά ήταν!", είπε ο βάτραχος Μάγος. "Καθόλου", είπα κι άρπαξα τήν Κ. απ' τό χέρι. "Φίλησέ με", μού είπε η Κ. "Τά φιλιά πληρώνονται!", φώναξε ο βάτραχος Μάγος, "πρέ- πει νά πληρώσει!". "Μά έχει πληρώσει μέ τό παραπάνω", είπε τό Φιλί. "Κοίτα- ξε στόν καθρέφτη!". "Δέν βλέπω παρά έναν βάτραχο", είπε ο βάτραχος Μάγος, "άν δέ μέ φιλήσει θά...". "Σ' αγαπώ", είπε η Μάγισσα καί τόν φίλησε στό στόμα. "Επιτέλους!", είπε ο Μάγος, "τά μάγια λύθηκαν. Τώρα θά εκδικηθώ!". "Κανείς δέν τού 'πε ότι έχει ένα φιλί στό στόμα, όταν ήταν μικρός", είπε τό Φιλί. "Άχ, γιατί νά τού τό πάρουν!", φώναξε η Μάγισσα, "δέν τούχει μείνει τίποτα πιά". "Έχει τό φιλί σου", είπε τό Φιλί. "Φίλησέ με!", είπα στήν Κ. "Έχει καί τό φιλί τής Κ. ", είπε τό Φιλί. "Τί συμβαίνει;", είπε ο Μάγος. "Γιατί δέν έχετε γίνει όλοι βατράχια;". "Έχουν τά φιλιά τους", είπε τό Φιλί. "Κάποιος μέ φίλησε", είπε ο Μάγος. "Σ' αγαπώ", είπε η Μάγισσα καί τόν φίλησε ξανά. "Ά!", είπε ο Μάγος. "Ά!". "Βοήθησέ με", είπε η Μάγισσα στό Φιλί. "Ώ!", είπε ο Μάγος. "Ώ!". "Πρέπει νά τού ξαναβάλουμε τό φιλί πίσω στό στόμα του", είπε τό Φιλί. "Κάνω τον πάλι παιδί", είπε η Κ. στή Μάγισσα. "Ά!", είπε ο Μάγος παιδί. "Ώ!". "Φίλησέ τον!", είπαμε όλοι στό Φιλί, "φίλησέ τον!". "Γειά σας", είπε τό Φιλί καί ξάπλωσε στά χείλια τού Μά- γου παιδιού. "Ονειρεύτηκα πως ήμουν βάτραχος!", είπε ο Μάγος στή Μάγισσα. "Τό ξέρεις πως δέν σέ φίλησα ούτε μιά φορά σή- μερα αγάπη μου! Αγάπη μου!". "Φίλησέ με!", μού είπε η Κ. "Φίλησέ με!", είπα στήν Κ. "Φίλησέ με!", είπε η Μάγισσα στόν Μάγο. "Φίλησέ με!", είπε ο Μάγος στή Μάγισσα. "Ήμουν πάντα εδώ!", είπε τό Φιλί καί μάς φίλησε. Σάς φιλώ. (89) Φθινόπωρο 1984 Στέκεται μπροστά στόν καθρέφτη καί κοιτάζει τό γυμνό του κορμί. Ώστε λοιπόν γιά τό υπόλοιπο βράδυ είμαι ο απόλυ- τος κύριος αυτού τού όντος! Μπορώ νά τό κάνω ό,τι θέλω, νά τό χαϊδέψω, νά τό βασανίσω, νά τό ματώσω, νά τό ανα- γκάσω νά αισθανθεί ηδονή, νά τό βάλω νά φάει τίς ίδιες του τίς σάρκες, νά τό σκοτώσω... Τί μπορεί νά συγκριθεί μ' αυ- τή τήν αίσθηση τής απόλυτης εξουσίας πάνω σ' ένα πλάσμα! Καί τί θά πεί: "Μά είναι ο εαυτός σου!"; Είναι κι αυτός έ- νας απέναντι. Ένα αντικείμενο που τόσο απρόσεκτα, τόσο επιπόλαια, εμπιστεύτηκαν στά χέρια μου. Που μού επιτρέ- πουν νά μένω μόνος μαζύ του τόσο επικίνδυνα μόνος! Νά τό παίρνω μαζύ μου όπου θέλω. Νά τό κινώ όποτε αποφασί- ζω. Νά τό σταματώ όποτε μού κάνει κέφι. Είναι μιά θαυμά- σια μηχανή. Ένα υπέροχο εργαλείο. Ποιά σοφία μόχθησε ε- πάνω του; Ποιά έξοχη φαντασία τό συνέλαβε; Καί γιά ποιόν σκοπό; Ώστε μέ μεγάλωσαν, μέ εκπαίδευσαν, μέ ωρίμασαν ελπίζοντας πως θά κατακτήσω μέ τό σπαθί μου, μετά από τήν επιτυχημένη μου προσαρμογή στόν κόσμο τους, τό ύψος τής αφέλειας που χρειάζεται γιά νά πιστέψω πως μού δόθη- κε γιά νά τό φθείρω κι εγώ, όπως βλέπω νά γίνεται γύρω μου, καί νά φθαρώ μαζύ του, υπηρετώντας τά μέτρια συμφέ- ροντα που γιά χάρη τους εκείνοι ξόδεψαν όλη τους τή ζωή καί που βγάζουν αφρούς από τή λύσσα τους γιατί τά περι- φρόνησα προτιμώντας τό χάος; Προτιμώντας τήν αφάντα- στη ηδονή καθώς, έχοντας πάρει εδώ καί τόσα χρόνια φόρα, κάνεις ξαφνικά τό πήδημα καί βυθίζεσαι μέ τό κεφάλι μέσα του; (Ά, όχι! Δέν εννοώ τό δικό σας τό χάος, αρρωστημένα όντα, που κρέμεστε γεμάτοι τρόμο από πάνω του, αρπαγμέ- νοι απ' τ' αρχίδια τής πραγματικότητάς σας.) Κλείνω τά μάτια κι απαρνιέμαι τήν αισθητική του ομορφιά. Απλώνω τό χέρι καί τό ψηλαφώ. Γιά μένα δέν υπάρχει πιά παρά η ομορφιά τής λειτουργίας. Νοιώθω τίς άπειρες δυνα- τότητές του. Αυτές που αρχίζουν εκεί που η αισθητική ομορ- φιά τελειώνει. Δέν είναι πιά ένα τεντωμένο πετσί που έχει ένα ορισμένο σχήμα. Απλώνεται στό άπειρο. Αγκαλιάζει ό- λους τούς κόσμους. Πάλλεται από τήν ηδονή τών κόσμων... Ήρθε η ώρα νά μπώ μέσα του. Ήρθε η ώρα νά τό γνωρίσω. Νά τού εμπιστευθώ τό χέρι μου. Νά τό αφίσω νά μέ οδηγή- σει. Νά περάσουμε μαζύ πάνω απ' τούς φόβους μου. Πάνω απ' τίς ενοχές καί τά συμπλέγματά μου. Πάνω απ' τό ηλίθιο μυαλό μου. Πάνω απ' τόν ηλίθιο κόσμο σας. Πάνω απ' τίς ευνουχισμένες σας ηδονές... Πρός τόν Έρωτα! Πρός τόν Έ- ρωτα, γλυκέ μου σύντροφε! Έχει περάσει κάποτε απ' αυτόν τόν ξεραμένο τόπο. Τόν άγγιξε μέ τά μαγικά του δάχτυλα. Άσε τους νά χτυπιούνται σάν λυσσασμένοι γιά τή στάλα τής ηδονής που τούς κουνάνε στήν άκρη τού καλαμιού. Εμείς αγγίζουμε κιόλας τήν άκρη τού χιτώνα του... Κι άς μήν αφί- σουμε τίποτα πίσω μας. Τίποτα που νά μάς θυμίζει. Μόνο έ- να φιλί. ένα φιλί γιά τήν Τσότσα. -Τσότσα Τσότσα! Σάν ένα σπάνιο λουλούδι ανθίζω μέσα στά χέρια σου. Μήν τούς τό πείς Τσότσα, μήν τούς τό μαρτυρήσεις. Εγώ έχω στήν καρ- διά μου τά γλυκά δάχτυλα τών ποδιών σου... Δυνατός είναι αυτός που ξέχασε τί τόν περιμένει. Τρέμοντας σάν τό φύλλο θά βαδίσει πρός τή στροφή τού δρόμου. "Τρέ- μω", θά πεί. Καί ο φόβος του θά υψωθεί σάν λευκό μαντήλι, σάν βλαστήμια στόν ουρανό τών προγόνων του... "Τρίψε του τόν αστακό στή μούρη! Τρίψε του τόν αστακό στή μού- ρη!", ουρλιάζουν οι φαρμακερές τους φωνές... Ά, Ισίδωρε, Ι- σίδωρε!... Χτύπα τίς πέτρες λεπρέ δούλε! Χτύπα τίς πέτρες νά φωνάζουν γιά λογαριασμό σου! Λειώσε τ' αρχίδια σου στό βράχο! Τί θά τό κάνεις ένα γαμήσι παραπάνω; Σού 'χου- νε φάει τήν καρδιά! (90) Φθινόπωρο 1984 Δέν είναι μήπως αλήθεια ότι όσο πιό πολύ αγαπάει κανείς, τόσο πιό πολύ περιφρονεί τό αντικείμενο τής αγάπης του; Τόσο πιό πολύ θέλει νά τό ταπεινώσει, νά τό εξευτελίσει, τρέμοντας από λαχτάρα μπροστά στήν υπέρτατη ηδονή νά τό δεί νά σέρνεται εκλιπαρώντας στά πόδια του, ώστε νά μπο- ρεί έτσι νά τ' αγκαλιάσει καί νά τού δοθεί χωρίς φόβο; Καί μάλιστα μήπως δέν μεγαλώνει η αγάπη του, δέν μεγαλώνει τό πάθος του γιά 'κείνο μετά απ' αυτόν τόν διασυρμό; Υπάρ- χει κανείς που νά μήν επιθυμεί τήν αποκλειστική εξάρτηση εκείνου που αγαπά απ' αυτόν; Κι άν κάποιος πειστεί ότι δέν πρέπει νά λειτουργεί έτσι, αναγνωρίζοντας στόν άλλον τό δικαίωμα νά διαθέτει τήν ύπαρξή του όπως θέλει, τότε είναι αυτός που εμποδίζει τόν ίδιο του τόν εαυτό ν' αγαπήσει. Τόν αναγκάζει νά αρκείται σέ συναισθήματα που περιστρέφο- νται γύρω από τήν περιφέρεια, ενώ, γιά νά πλησιάσει τό κέ- ντρο, πρέπει νά έχει τό θάρρος νά εκτεθεί, νά κινδυνέψει νά φανεί ηλίθιος, νά κινδυνέψει νά χάσει ό,τι κρατάει στά χέ- ρια του, νά φθαρεί, μέ τήν πεποίθηση ότι πίσω απ' τά κομ- μάτια που θά πέσουν χαμογελάει μιά τέτοια ομορφιά, ώστε νά μπορεί νά πεί κανείς στόν άλλον: "Γεμάτος χαρά έρχομαι νά φθαρώ κοντά σου. Γεμάτος χαρά γιατί είσαι εσύ αυτός που κοντά του πρόκειται νά φθαρώ". Αυτά έτσι συμβαίνουν. Αλλά ποιός τό είπε ότι δέν θά μπο- ρούσαν νά συμβούν διαφορετικά; Θά πρέπει λοιπόν αιωνίως τό πάθος που έχει μέσα του ο άνθρωπος γιά τούς ομοίους του νά τόν σέρνει από ταπείνωση σέ ταπείνωση; Από φόβο σέ φόβο; Από τήν ταπείνωση τού φόβου γιά τόν ίδιο του τόν ε- αυτό, στόν φόβο τής ταπείνωσης τού εαυτού του από τόν άλ- λον; (91) Φθινόπωρο 1984 Κι εκείνη έτσι στέκεται καί κοιτάζει τό σώμα της. Όχι έτσι ακριβώς! Τό φροντίζει, τό περποιείται, τό προετοιμάζει καί προετοιμάζεται κι η ίδια, ρουφώντας απ' τό περιβάλλον τά συνθήματα γιά τόν κόσμο τών ευνουχισμένων ηδονών που κυκλοφορούν στούς δρόμους, που κυκλοφορούν μέσα στό μυαλό της, στίς φαντασιώσεις της, μιά τραγική περίπτωση σάν όλες, ένα θύμα που νομίζει ότι ξέφυγε, που νομίζει ότι δημιούργησε κάτι δικό της, ή, πολύ χειρότερα, που έχει απο- φασίσει νά δεί σάν εξέγερση ενάντια σ' αυτούς που τήν δια- μόρφωσαν, ενάντια στό μισητό κοινωνικό σύνολο, αυτήν α- κριβώς τήν ίδια τήν διαμόρφωση που τής έχει επιβληθεί, που πιά έχει γίνει ο εαυτός της καί που τώρα εκείνη τήν υ- πηρετεί μέ ευχαρίστηση γιατί νομίζει ότι είναι μιά εξαίρε- ση, κάτι διαφορετικό από τούς άλλους. Τούς άλλους που στριφογυρίζουν γύρω της καί που η συμπεριφορά τους δίνει τά μέτρα τών συγκρίσεών της, ανεξάρτητα απ' τό άν τό κα- ταλαβαίνει ή όχι, μέ τήν δική της συμπεριφορά. Έχει τήν εντύπωση ότι ζεί στό παρόν, ότι απολαμβάνει τό τώρα. Καί αυτή είναι η κύρια επιδίωξή της. Επειδή έχει α- ποφασίσει νά εξεγερθεί ενάντια στό σχήμα: "Ζούμε τή ζωή μας είτε σάν ανάμνηση, είτε σάν προσδοκία". Αγνοεί όμως ότι , είτε τό θέλει είτε όχι, ζεί, όπως καί όλοι οι άνθρωποι, διαρκώς στό παρελθόν. Ότι οι μεταβολές της τής προη- γούνται. Ότι υπηρετεί αυτές ακριβώς τίς μεταβολές που ήδη έχουν γίνει, χωρίς η αδράνεια τής αντίληψής της νά τήν α- φίσει νά τίς συνειδητοποιήσει παρά πολύ αργότερα όταν πιά θά έχουν επιδράσει οριστικά στόν τρόπο συμπεριφοράς της, καί οι οποίες είναι αποτέλεσμα τών επαφών της μέ τούς άλλους καί μέ τό περιβάλλον. Είναι αποτέλεσμα τών αντιδράσεών της στούς φόβους καί τίς επιθυμίες που τής προκαλούν οι άλλοι καί τό περιβάλλον. Οι άλλοι, που εί- ναι ήδη διαμορφωμένοι από τίς αναμνήσεις καί τίς προσδο- κίες τους, που χαρακτηρίζουν τόν δικό τους τρόπο συμπερι- φοράς, καί οι οποίες ανταλλάσσονται μέ τήν επαφή, αλλη- λοεπηρεάζουν μέ τήν βαθειά τους διείσδυση τούς φορείς τους καί δίνουν τήν ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στό περιβάλλον όπου εκείνη ζεί. Πιστεύει πως δέν έχει καμμιά υποχρέωση νά δικαιολογεί- ται γιά όλα αυτά. Σωστά! Πολύ σωστά. Γιατί καί τί θά μπο- ρούσε νά αντικαταστήσει τόν εαυτό της ώστε νά δημιουργή- σει τήν οδυνηρή αναγκαιότητα μιάς τέτοιας παραχώρησης; Δέν ανέχεται λοιπόν νά επιτραπεί στόν οποιονδήποτε απέ- ναντι, ούτε κάν η σκέψη ότι έχει, πίσω από μιά έστω καί ε- ντελώς δικαιολογημένη πρόφαση, αποκτήσει τό δικαίωμα νά ζητήσει νά ελέγξει τόν τρόπο που αυτή έχει αποφασίσει νά χειρίζεται τίς εσωτερικές της υποθέσεις. Πώς είναι δυ- νατόν λοιπόν νά αποφύγει τό ξέσπασμα μιάς τόσο δίκαιης αγανάκτησης; Πώς είναι δυνατόν νά δεχτεί τήν αντικατά- σταση μιάς ελεύθερης καί έχοντας κάθε λόγο νά απαιτεί γι' αυτό τήν πλήρη της αναγνώριση, προσφοράς, απ' αυτό που προβάλλει τόσο επικίνδυνα καί επιπόλαια στή μέση σάν μιά ξαφνική προσπάθεια συναισθηματικής δέσμευσης; Καί τόσο περισσότερο, όσο φαίνεται πως τό εγκυμονούσε όλον αυτόν τόν καιρό σέ κάποια σκοτεινή γωνιά, επιλέγοντας μέ μο- ναδική επιδεξιότητα τίς στιγμές που θά τό έσπρωχνε στήν ε- πιφάνεια η μικροπρέπεια εκείνου... Όμως εκείνος ξέρει πο- λύ καλά ότι δέν θά είχε κανένα νόημα νά ζητήσει κάτι καί νά δεί νά τού παραχωρείται, λόγω τής ιδιαίτερης θέσης που κατείχε τή στιγμή εκείνη. (92) Φθινόπωρο 1984 Κανείς ποτέ δέν μπόρεσε νά ξεπεράσει τήν καρδιά του. Γιά όσον καιρό αγνοεί τήν παρουσία της, πάει καλά, δέν έχει α- πέναντί της καμμιά υποχρέωση. Μόλις όμως τήν αντιλη- φθεί είναι υποχρεωμένος νά τά παραμερίσει όλα γιά χάρη της. Πρέπει τότε νά μάθει νά ξεχωρίζει τή φωνή της μέσα από τόν θόρυβο όλων αυτών που πίσω από τήν ασυγχώρητη άγνοιά του άφισε νά πολλαπλασιαστούν σέ βάρος της, στό εσωτερικό του, αλλά καί στό περιβάλλον του καί που εξα- κολουθούν νά απαιτούν απ' αυτόν νά τά υπηρετεί... Όταν η καρδιά σου, διψώντας γιά τήν παρουσία που τής λείπει, σέ ρωτήσει πού είναι ο άλλος, τί θά τής πείς; Είναι γνωστό πως η καρδιά δέν μπορεί νά παρηγορηθεί μέ τίποτα. Πως τίποτα καί κανένας δέν μπορεί νά προβάλλει τήν πα- ρουσία του σάν υποκατάστατο στήν θέση αυτού που τής λεί- πει. Πολλά μπορεί νά γίνουν τότε, αυτό είναι αλήθεια, που είναι δυνατόν νά γεμίσουν μιά δυστυχία καί σέ πολλές περι- πτώσεις οφείλει κανείς νά τά κάνει γιά νά σταθεί στά πόδια του. Αλλά τό αποτέλεσμα στό βάθος είναι πάντα τό ίδιο. Η καρδιά θά θαφτεί. Θά καταδικαστεί σέ σιωπή γιά ένα άγνω- στο χρονικό διάστημα καί ξαφνικά κάποια στιγμή, όταν κα- νείς δέν τό περιμένει, θά ορθωθεί καί θά τόν συντρίψει μέ τήν φοβερή κραυγή τής απόγνωσής της... Κάθε στιγμή που περνάς μ' ένα άλλο πρόσωπο, είναι μιά στιγμή που κλέβεις από μάς. Οποιοδήποτε κι άν είναι αυτό τό πρόσωπο καί οτιδήποτε κι άν κάνεις μαζύ του. Στό τέλος μ' αυτόν τόν τρόπο, θά γυρίσεις νά δείς εκείνο που μάς δέ- νει, μιά στιγμή που θά σού χρειάζεται πολύ καί θά απλώσεις μέ λαχτάρα τά χέρια σου γιά νά τό αγκαλιάσεις καί νά κρυ- φτείς μέσα του, καί θά βρείς τή θέση του άδεια, γιατί δέν θά- χει μείνει τίποτα πιά. Καί τότε θά νοιώσεις νά ξεσκίζεται τό γυμνό σου στήθος καί νά σκάνε κομμάτια απ' τή δίψα οι φουσκωμένες του ρώγες που θά τίς έχει ξεράνει η ηδονή τών χαδιών χωρίς τρυφερότητα, θά τίς έχει στεγνώσει τό σερ- γιάνισμα επάνω τους όλων τών αρπαχτικών ματιών που πέ- ρασαν από 'κεί, όλων τών στομάτων που τίς βύζαξαν χωρίς γλύκα, κι αυτό γιατί η τρυφερότητα δέν αρκεί νά προέρχε- ται μόνο από τούς άλλους πρέπει νά τήν θέλεις κι εσύ γιά νά λειτουργήσει. Καί δέν μπορεί νά τήν θέλεις από άλλον παρά μόνο απ' αυτόν που είναι μέσα στήν καρδιά σου. (93) Χειμώνας 1984 Εκείνη είναι χαμένη οριστικά σχεδόν, εδώ καί τόσον καιρό, χωρίς ακόμα νά τό έχει καταλάβει. Δέν έχει εαυτό. Στή θέ- ση τής καρδιάς της, έχοντάς την περιορίσει σ' ένα πολύ μι- κρό χώρο όπου ασφυκτιά, υπάρχει ένας απέραντος εγωϊ- σμός, μιά αρρώστια καί μιά ατέλειωτη σειρά από σχέσεις που καλύπτει η μία τήν άλλη καί που ανταποκρίνονται, η καθε μιά, καί σέ κάποια επιθυμία στήν οποία αυτή έχει υπο- κύψει, νομίζοντας ότι θά γεμίσει υπηρετώντας την, όπως καί τίς άλλες, τήν ζωή της που κόβεται έτσι σέ κομμάτια. Διατηρώντας τόν εγωϊσμό καί τήν αρρώστια της, υποχρεώ- νει κάθε φορά τήν καρδιά της νά ταυτίζεται μέ τό πρόσωπο τού ανθρώπου που είναι μαζύ του. Στούς ενδιάμεσους χρό- νους, όταν προετοιμάζεται γιά τήν αλλαγή, όταν ενώ είναι ακόμα μέ κάποιον άνθρωπο έχει φύγει κιόλας, έχει αρχίσει η παρουσία τού άλλου, που πρόκειται νά συναντήσει μετά, νά γίνεται τόσο έντονη που τήν παίρνει μαζύ της, χάνεται α- νάμεσα στά δυό σχήματα. Η καρδιά της πέφτει από τό ένα στό άλλο καί οι φωνές που από κάθε μεριά καταφέρνουν νά υψωθούν τήν τραβούν μέ τή σειρά τους στήν επιφάνεια. Αλ- λοίμονο σ' αυτόν που είναι μαζύ της τότε, άν καταλαβαίνει. Γιατί πρέπει νά κλείσει τήν δικιά του καρδιά καί νά απο- τραβηχτεί στήν γωνιά του, παρατηρώντας την μέ οδύνη κα- θώς απομακρύνεται καί επιστρέφει αλλάζοντας συνεχώς τό πρόσωπο καί τήν ομιλία της, μέχρι νά 'ρθεί επιτέλους η στιγμή νά χωρίσουν... Παρ' όλα αυτά είναι ένα εξαιρετικό πλάσμα. Παρ' όλη τήν κακία της γιά τούς άλλους που είναι τόσο έκδηλη μερικές φορές, παρ' όλο τό μίσος της γι' αυτό που δικαιολογημένα μπορεί νά γίνει στόχος τού στερημένου ερωτικά, τού στερη- μένου από αγάπη παιδιού που είναι η ύπαρξή της σάν σύνο- λο, είναι γεμάτη τρυφερότητα. Κι είναι τραγικό νά βλέπει κανείς ότι όλη η εξυπνάδα της, όλες οι έξοχες δυνατότητες τού θαυμάσιου μυαλού της, έχουν ξοδευτεί μόνο καί μόνο στήν οργάνωση τού χρόνου της, ώστε νά μπορεί νά χωρέσει όλους αυτούς τούς ανθρώπους, όλα αυτά τά πρόσωπα, τό καθένα μέ τίς δικές του ιδιομορφίες που απαιτούν κι ένα διαφορετικό κομμάτι του, κι ακόμα εκείνα που εμφανίζο- νται ξαφνικά καί απρόοπτα γιατί ούτε κι αυτά πρέπει νά χα- θούν, ενώ η καρδιά της βυθίζεται ολοένα καί περισσότερο, αγνοείται ολοένα καί περισσότερο, όπως αγνοούνται καί οι καρδιές τών άλλων που μή τολμώντας νά εμφανιστούν καί νά ζητήσουν τίποτα παραπάνω απ' ό,τι εκείνη έχει αποφα- σίσει νά δώσει σάν αντάλλαγμα γι' αυτό που ζητά, αναγκά- ζονται νά υποταχτούν στό δικό της σχήμα σιωπώντας. (94) Χειμώνας 1984 Αγνοεί πως όσο πιό πολλά παίρνεις από έναν άνθρωπο, τό- σο πιό πολύ θέλεις νά βρείς κάποιον άλλον γιά νά τού τά δώσεις. Έναν άλλον που δέν τάχει. Καί που θ' ανοίξει τά μάτια του κοιτάζοντάς σε μέ θαυμασμό καθώς θά τού τά προσφέρεις... Πέρα απ' τήν κοινή ηδονή που ίσως προκαλέσει αυτό, τό βαθύτερο κίνητρο γι' αυτόν που προσφέρει είναι τό κέρδι- σμα τού θαυμασμού τού άλλου. Αυτή είναι στό βάθος η υπέρ- τατη ηδονή. Η ηδονή που καλύπτει όλες τίς άλλες. Όλα τ' άλλα τήν ακολουθούν. Όλες οι άλλες ηδονές τήν προϋποθέ- τουν. Ο φόβος τήν χρειάζεται γιά νά υποχωρήσει. Ο χώρος τήν χρειάζεται γιά νά ομορφήνει. Η καρδιά τήν χρειάζεται γιά νά ξεχάσει τίς ταπεινώσεις της... Γιά όσον καιρό είμα- στε έτσι, μέχρι τήν επόμενη συλλογική μεταβολή τού αν- θρώπου, φαίνεται πως θά μείνει στή θέση της. Σάν η πιό έ- ντονη επιδίωξη. Σάν, επιτέλους, η πιό έντονη ανακούφιση από τόν φόβο που μάς προκαλεί ο άλλος. Σάν ο πιό επιθυμη- τός γόρδιος δεσμός μας. Σάν η θεά που στά πόδια της είναι ενδεχόμενο, μάλιστα είναι τό πιό πιθανό, νά προσφερθεί τό- σο εύκολα, τόσο χωρίς δισταγμό, μ' ένα τέτοιο ικανοποιημέ- νο χαμόγελο, η υπόλοιπη ύπαρξη τού άλλου, σχεδόν άχρη- στη πιά αφού τής έχει αφαιρεθεί τό πιό πολύτιμο στοιχείο της: ο θαυμασμός του... Ά, μέ τί ελαφρό πόδι φεύγει τότε κα- νείς! Μέ τί τρυφερότητα χαρίζει τό τελευταίο του χάδι στό κατακτημένο πλάσμα. Πώς πετάει στόν δρόμο, ξαναφέρνο- ντας στό μυαλό του, επαναλαμβάνοντας, αναπολώντας, τίς πιό έντονες στιγμές που ο θαυμασμός εκείνου τού παραδίνο- νταν! Πώς ζεί, πώς σχεδιάζει, πώς πίνει από τώρα κιόλας τήν ηδονή της επόμενης συνάντησής τους! Που θά τό βρεί ό- πως τό άφισε! Όπως νομίζει ότι τό άφισε! Γιατί εκείνο έχει αρχίσει κιόλας νά μή τόν θέλει. Έχει αρχίσει πιά νά μήν τόν χρειάζεται. Ήδη χωνεύει ό,τι τού πήρε. Ό,τι αυτός τού πρόσφερε. Ήδη είναι πιό πλούσιο, πιό δυνατό μέ ό,τι αυτός τού έχει δώσει. Καί αγνοεί πόσο τόν έχει κατακτήσει αυτόν μέ τόν θαυμασμό του. Κάτι που δέν κατάλαβε ποτέ ότι βγήκε από μέσα του. Δέν έχει καμμιά επίγνωση τού βέλους που η άκρη του ακόμα πάλλεται έξω απ' τό στήθος αυτού. Ενός βέ- λους που εκτοξεύτηκε από εκείνο. Που αυτός επιθυμούσε νά δεί νά εκτοξεύεται από εκείνο. Που πίστεψε ότι επιτέλους είδε νά εκτοξεύεται από εκείνο. Που ένοιωσε ότι καρφώθη- κε στό στήθος του. Που γυρίζει καί τό κοιτάζει κάθε τόσο χαμογελώντας. Που πίσω του βλέπει τά διάπλατα μάτια που είχε ανοίξει μπροστά του, όταν τό κατακτούσε, όταν τού κέρδιζε τόν θαυμασμό του, τό βέλος του, εκείνο. Εκείνο που έχει αρχίσει κιόλας νά ψάχνει. Έχει αρχίσει κιόλας νά α- ναζητά κάποιον άλλον. Κάποιον άλλον γιά νά τού δώσει ό- λα αυτά που τώρα τό πλουτίζουν. Κάποιον άλλον γιά νά κερδίσει, δίνοντάς του τα, τόν θαυμασμό του. (95) Ιανουάριος 1985 Προσπαθώ νά βρώ εδώ καί τόσον καιρό τί είναι αυτό που μ' έχει δέσει μαζύ της τόσο πολύ, τί είναι αυτό που μέ δένει κάθε μέρα καί περισσότερο καί μάλιστα όχι όταν συμβαίνει νά είμαστε κοντά αυτό τό διάστημα, αλλά αντίθετα όταν εί- μαστε μακρυά, όταν παρεμβάλλονται αυτά τά διαλείμματα που εκείνη προκαλεί, όταν παρεμβάλλονται αυτά τά φοβερά βασανιστικά βράδυα που δέν περνούν καθόλου, που φαίνεται οι ώρες τους νά κολλάνε η μιά μέ την άλλη, που κάθε μιά κρατιέται από τήν προηγούμενή της γιά ένα μεγάλο διάστη- μα ώστε εκείνη νά έχει τεντωθεί απελπιστικά πολύ καί δέ λέει, δέν θέλει καθόλου νά ξεκολλήσει από πάνω της γιά νά γίνει παρελθόν καί ν' αφίσει τήν θέση της γι' αυτήν που έχει σειρά, που θάπρεπε κιόλας ένα μεγάλο της κομμάτι νά είχε περάσει κι ό,τι κάνεις, ό,τι κάνεις τώρα μ' αυτόν που είσαι μαζύ του θάπρεπε κι αυτό νά είχε γίνει παρελθόν, αφίνο- ντας, ναί, μιά ηδονική αίσθηση, αλλά όχι τόσο ζωντανό, όχι έτσι ζωντανό νά χοροπηδάει μπροστά μου, νά πλέκει τά κορμιά σας σ' ένα χορό, νά σμίγει τίς ανάσες σας σ' ένα λα- χάνιασμα, αλλοίμονο, μέ μιά τόσο ξένη γιά μένα ηδονή, μέ μιά τόσο μακρυά από μένα ηδονή που δέν μέ περιέχει, δέν μέ έχει καθόλου ανάγκη, που σ' έχει πάρει εσένα καί τόν άλ- λον, τόν αυτή τή στιγμή αγαπημένο, τόν γιά τούτο εδώ τό βράδυ έρωτά σου, τόν γι' αυτό εδώ τό απελπισμένο βράδυ μου συνοδοιπόρο στίς ατέλειωτες κυματιστές ερήμους τού κορμιού σου, που τόσο περιφρονείς, που τόσο νομίζεις ότι δέν μπορεί ν' αγαπηθεί ώστε νά γίνει πολύτιμο, που πρέπει νά περιμένει κανείς τόσες μέρες νά τού ανοίξει, νά τού φα- νερωθεί, νά κουλουριάσει ένα σχοινί γύρω απ' τά νεφρά του, ένα κομπολόϊ κεράσια γύρω απ' τό στήθος του, νά ρίξει μιά χάντρα μαργαριταριού στήν πιό μακρυνή του άκρη, ε- κείνη που στρέφεται καί σημαδεύει, τυφλή μά εξαίσια, βου- βή μά μέ τή χάρη τής θεϊκιάς ρήσης, μέ τίς σάν πότισμα σέ διψασμένη ανθοδέσμη λευκές διαφανείς εκστομήσεις τών θεϊκών συλλήψεων εν ετοιμότητι μέσα της, μέ τήν εν στή- σει στάση τού σεβασμού της, τού προηγούμενου τού γλυκυ- τάτου φιλιού τής εισαγωγής, τής αναγνώρισης, όχι εκείνου τού προδοτικού τής Γεθσημανής που κανείς δέν ξέρει τί έ- κρυβε κάτω απ' τά χείλη που τό έδωσαν, πόσο πιθανόν ήταν νά ήταν η προδοσία αυτό που έπρεπε νά φανεί, αλλά τού άλ- λου, τού είς τά άγνωστα γοητευτικά βάθη έλκοντος τήν κα- ταγωγήν, που γιά τό χατήρι του, απ' τήν ανάμνηση τής ευγε- νικιάς του προέλευσης, απ' τήν επίγνωση, μετά τήν Πτώση, τού από πού έπρεπε ν' αρχίσει ξανά η πορεία πρός τήν χαμέ- νη μας κληρονομιά, δόθηκε τό σύνθημα, ανεώχθησαν οι κρουνοί τής Σοφίας τών Αιώνων που γνέφουν από πίσω του: "Ζητείτε καί ευρήσετε! Κρούετε καί ανοιγήσει!". Ώ, αυτή η Κρούσις! Αυτή η κρούσις τού έχοντος αναλάβει γιά σήμερα τήν απόθεση, άν είναι δυνατόν, στά πλησιέστερα πρός τό εσωτερικό σου, εν ερεθιστική ήδη αναμονή, τοιχώ- ματα, τού βαθυτέρου νοήματός της, τών, ίσως λόγω τής μα- κρυάς παραμονής μας στήν απομόνωση επάνω σ' αυτόν τόν πλανήτη, πνιχτών συνθηματικών υγρών φθόγγων, που γνω- ρίζει πολύ καλά, εξ ενστίκτου, πως νά μεταφέρει σ' αυτόν τόν μικρό αδιάβροχο δερμάτινο σάκκο που φαίνεται νά μή στερεύει ποτέ, νά τούς αναπαράγει διαρκώς, παρ' όλο που τόσες φορές έχουν χαθεί έτσι απρόσεκτα σέ άλλες παλιότε- ρες αποτυχημένες ηδονικές απόπειρες τής μετάδοσης τού μηνύματος, που γιά κάποιον λόγο κόπηκαν σταματώντας τήν προσπάθεια στό εσωτερικό τού αναρριγώντος απ' τήν α- ναμονή ωτός καί απόθεσαν τό τόσο επιθυμητό γλυκό τους φορτίο στήν άμμο, στά σεντόνια τού Αυνάν, στά κατώφλια, στά μαξιλάρια τής άμμου, στό στρογγυλό ψάθινο χαλί στό κέντρο τής όασης, στόν μικρό καί αλλοίμονο γιά μένα τόσο ωραία παραμορφωμένο γιά σένα, κομψό Καναπέ, μέ τά ασα- φή καί παρ' όλα αυτά τόσο υπαρκτά, τόσο αενάως αλληλο- καλυπτόμενα, τόσο ζωντανά, επάνω στά δικά του μαξιλά- ρια, περιγράμματα τής επισφράγισης τού ευτυχισμένου καί ποτέ οριστικού τέλους τών έξοχων, περίτεχνων διαλόγων α- πό γλυκά, μακρόσυρτα επιφωνήματα καί μικρές κραυγές καί λέξεις, ώ, τόσο πολύτιμες γι' αυτές τίς στιγμές καί ά- γριες παραλλαγές τού ερωτικού, επιληπτικού αλλαλλαγμού τών γυναικών τών Βεδουίνων που μέ λυτά μαλλιά, μέ τά νύχια τών ποδιών τους καρφωμένα στίς καμπούρες που καλπάζουν από κάτω τους, στηρίζουν τίς γεμάτες σπέρμα παλάμες τους στόν τοίχο, στήν πόρτα, χαστουκίζοντας τά κεριά στό γιαλί τού τραπεζιού κι αδειάζοντάς τα στή φλο- κάτη σ' αυτή τή φιλήδονη ρουφήχτρα που τά αγκαλιάζει ό- λα, τά καταπίνει όλα, ακόμα καί τή θάλασσα που κάποτε μάς χώρισε απ' τίς άλλες φιγούρες, χωρίς δυστυχώς νά τίς αποκεφαλίσει... Πρός τί αλήθεια αυτό τό Νερό, όλη αυτή η αναδεύουσα τήν ανικανότητά της νά παρεμβληθεί, νά σβύσει τά ίχνη, υγρή έ- κταση, τής οποίας τό μαλακό σώμα, σάν χωράφι που προ- σφέρεται πρόθυμα, άφισε νά ανοιχτεί πίσω μας τό μακρύτα- τον αιδοίον μέ τό υπέροχο άρωμα στό οποίο μέ βαθειές ει- σπνοές, μέ αναστεναγμούς προσμονής, εβυθίσθη ο πολύ- φυλος ελαστικός εραστής, ο ακολουθών κατά πόδας τήν Σαντορίνη, ο επιπλέοντας μέ τάς κεφαλάς του νά αναδύο- νται κατά τόν πλούν τού Πλοίου, ιδιαίτερα είς τήν Φρεατί- δα πλησίον τών αρχαίων παραλιακών Τειχών τού Πειραιά, όπου εξεβράσθη έκπαγλος, απαγάγοντάς σε από τό πλάϊ μου καί οδηγώντας σε εις τό κατά ξηράν καταφύγιόν του όπου ο ιδιαίτερος τρόπος απαγγελίας τής περίφημης Φράσης σέ γο- ήτευε ανεπανόρθωτα... Ώ, αυτή η εξερεύνηση εις τόν κόσμον τού Αλφαβήτου! Άχ, Σ! Πόσο Ν είσαι τήν κατάλληλη στιγμή! Πόσο Κ καί Κ καί άλλο Ν καί Θ τού ΑΔ καί Μ καί Α καί Ν τού κ στό Κ καί Σαββάτου ή Κυριακής επίσκεψη στό Μ, στή γειτονιά τού Μ στό Γ, όπου ίσως συμβαίνει μιά άλλη απαγωγή, όπου ίσως αντί γιά απαγωγή έχει κανονιστεί μιά κάθοδος μέ τό ασσαν- σέρ σέ ένα χαμηλότερο επίπεδο, σέ επίπεδο Ταράτσας όπου τά χείλη δαγκώνονται καί πρήζονται, σέ επίπεδο ασσανσέρ τού Ινστιτούτου τών Γιώτα, τού Ινστιτούτου τών Γάμα, τών υπέροχων αγοριών μέ τίς έτοιμες γιά ερωτικά ακκόρντα κοντραρισμένες μοτοσυκλέτες, στά μπάρ τών αρπαγών καί τών αρπαγμένων, στόν δρόμο μέ τά μαλλιά ν' ανεμίζουν ύ- στερα απ' τό προσεκτικό βάψιμο τών παπουτσιών μέ τό βερ- νίκι που έχει ξεχαστεί πλάϊ στό μοχλό τών ταχυτήτων καί τή μολυβιά κάτω απ' τά μάτια που προσθέτει τόση ηδυπά- θεια στήν πείνα τού βλέμματος τών περαστικών, στίς εξό- δους γιά αναζήτηση συνομιλητού, γνώστη καλά ή κακά τής Φράσης ή έστω, από τήν όψη του τουλάχιστον, από τά ι- διαίτερα χαρακτηριστικά τού κορμιού του που μαντεύονταν κάτω απ' τά ρούχα, φαινομενικά ικανού νά τήν διδαχτεί ώ- στε νά τήν επαναλάβει ικανοποιητικά, σέ τόσα άλλα σημεί- α, κεφαλόσκαλα νοσοκομείων, τουαλέτες, αίθουσες γυμνα- στικής, στίς επαναλήψεις τών ολονυκτιών στίς παραλίες τού Σχοινιά ώστε νά γονιμοποιηθεί ξανά καί ξανά η άμμος στό ίδιο σημείο που παλιότερα είχε κατά τύχη προσφερθεί σέ μιά γλυκειά Μαραθώνια βραδιά τού Σεπτεμβρίου καί νά ξεπλυθεί η μοναδικότητα τής ανάμνησής του... Ποιός έχει μπορέσει νά υπολογίσει μέχρι τώρα τήν φοβερή ανάγκη τής συνεχούς επανάληψης αυτού τού ευγενούς καί γοητευτικού συνάμα, σχήματος φιλοξενείας, που μεταφέρθη- κε μέχρις εμάς σάν τό αποκορύφωμα τών προσπαθειών τού Γένους μας νά επιτρέψει στά μέλη του νά πλησιάσουν τό έ- να τό άλλο όσο τό δυνατόν περισσότερο; Καί ποιός είναι δυ- νατόν νά έχει τήν αφέλεια νά τολμήσει νά καθορίσει τήν έ- νταση αυτής τής ανάγκης γιά κάθε συγκεκριμένο μέλος; (96) Ιανουάριος 1985 Εκείνο που μέ δένει τώρα πιά μαζύ της είναι η ηδονή που έ- χει νοιώσει μέ άλλους. Καί τό φοβερό συναίσθημα τού ανα- πότρεπτου, τού ότι δέν μπορώ νά τήν πάρω πίσω, ή τουλάχι- στον νά τήν ζήσω κι εγώ μαζύ της. Η γνώση τής ξένης γιά μένα ηδονής έχει σκοτώσει τόν έρωτα. Ώ εραστές όλου τού κόσμου, που ο γλυκός έρωτας νίκησε προσωρινά τόν φόβο που μάς χωρίζει καί σάς έφερε κοντά, προφυλάξτε τόν άλλον από τίς ηδονές σας που δέν τού ανή- κουν! Αντισταθείτε στόν πειρασμό νά ντυθείτε μ' αυτές. Σάς κάνουν πιό επιθυμητούς στά μάτια του, ναί, αλλά τού δηλη- τηριάζουν τήν καρδιά, τόν συντρίβουν κάτω από τό μίσος, απ' τήν ταπείνωση που νοιώθει, απ' τά ανελέητα τιγρίσια νύχια τής ζήλειας που τού ξεσκίζουν τά σπλάχνα καθώς φα- ντάζεται, τίς ώρες που μένει μόνος, τό δόσιμό σας σ' αυτά που δέν έχει προκαλέσει η δικιά του ύπαρξη, τίς αφάνταστα οδυνηρές γι' αυτόν ηδονικές σας στιγμές μέ κάποιον άλλον, που δέν θά μπορέσει, είναι αδύνατον νά μπορέσει ποτέ νά ξε- περάσει, καί που μπροστά τους φαίνεται σάν αυτές που σάς έχει χαρίσει αυτός νά είναι μηδαμηνές. Καί δέν έχει άλλη λύση, δέν έχει άλλη εκλογή, δέν έχει άλλον τρόπο νά επιζή- σει απ' τό νά τίς λερώσει. Απ' τό νά λερώσει μαζύ καί τήν καρδιά του. Καί κάποτε, ίσως όχι μετά από πολύν καιρό, αυτό που φύλαγε βαθειά μέσα του, αυτό που λάσπωνε τό άλ- λο πρόσωπό σας, εκείνο που δέν γνώρισε, εκείνο που τόλμη- σε νά ζήσει τίς ηδονικές ώρες που τού περιγράψατε χωρίς αυτόν, έξω απ' αυτόν, θά ξεχειλίσει, θά τόν πνίξει, καί θά πεταχτεί σάν εμετός στό πρόσωπο που έχει τώρα απέναντί του, που ίσως αγαπά, που ίσως δέν θά ήθελε ποτέ νά τό πλη- γώσει, που η κοινή τους ηδονή είναι ίσως τό πάν γι' αυτόν. Καί θά τόν χάσετε. Καί θά σάς χάσει. Γιατί πώς είναι δυνα- τόν νά συχωρήσει μιά ηδονή στήν οποία δέν έχει πάρει μέ- ρος; Τήν οποία δέν προκάλεσε αυτός; Όσο πιό πολύ αγαπά, τόσο πιό πολύ μισεί. Κι αυτό τό μίσος δέν φεύγει ποτέ. Δέν εξαφανίζεται ποτέ. Θάβεται, ναί, θάβεται κάτω απ' τήν τω- ρινή προσφορά τού άλλου, αλλά πόσο εύκολο είναι νά ξεπε- ταχτεί ζωντανό, πιό ζωντανό καί νά χτυπήσει. Νά χτυπήσει μέχρι θανάτου! Γιατί τό πλάσμα απ' τό οποίο εκτοξεύεται έ- χει ζήσει χίλιους θανάτους, έχει ταπεινωθεί, έχει τρελλαθεί ανύμπορο από απελπισία... Ώς πότε, ώς πότε θά υποφέρει έτσι ο άνθρωπος; Ώς πότε θά κάνει τούς άλλους νά υποφέρουν; Τούς άλλους που ίσως δέν είχαν λερωθεί πρίν τόν συναντήσουν... Ώς πότε θά υπο- φέρει μισώντας συλλογικά τούς ανθρώπους καί μή χάνο- ντας ποτέ ευκαιρία νά τούς εκδικηθεί γιά ό,τι εκείνοι απο- λαμβάνουν χωρίς αυτόν, καί μάλιστα, ιδιαίτερα, όσους έ- χουν εξεγερθεί ενάντια στόν άνισο καί άδικο καταμερισμό τής ηδονής καί προσπαθούν νά βγάλουν τόν εαυτό τους καί τούς συντρόφους τους έξω απ' αυτόν τόν "πολιτισμένο" βάλτο; (97) Ιανουάριος 1985 Ο άνθρωπος έχει χάσει τήν περηφάνεια του! Τήν περηφάνεια του όχι απέναντι στούς ομοίους του, αλλά απέναντι στό σύ- μπαν. Ίσως γι' αυτό νά φταίει η λερωμένη του καρδιά. Τό ότι δέν μπορεί νά προφυλάξει τήν καρδιά του. Τό ότι απ' ό- λα τά στοιχεία που τόν αποτελούν, αυτή φαίνεται νά είναι τό πιό ευάλωτο. Τό λιγότερο προστατευμένο. Μιά μικρή πέ- τρα στήν άκρη ενός γκρεμού, που μιά τυχαία κίνηση από τό πόδι ενός περαστικού τήν εξακοντίζει στό χάος. Σέ μιά πτώ- ση χωρίς τέλος. Μέ τήν ταχύτητά της ν' αυξάνεται συνεχώς. Μέ κάθε μέτρο που διανύει νά προστίθεται στά προηγούμενα καί νά τήν πιέζει πιό πολύ πρός τά κάτω. Πιό γρήγορα. Πιό αναπόφευκτα. Πιό δέσμια τής έλξης. Τής βαρύτητας. Πού είναι εκείνος ο αντίθετος άνεμος που μάς έχουν υποσχεθεί; Γυρίζω τό κεφάλι καί βλέπω χιλιάδες νά γκρεμίζονται μαζύ μου. Μίλησέ τους! Φώναξέ τους! Έχει μιά γλύκα τό πέσιμο. Μιά ηδονή μέσα στά σκέλια. Όπως όταν κάνεις κούνια. Ό- πως όταν διαγράφεις αυτό τό ηδονικό τόξο πρός τά κάτω. Πρός τό έδαφος. Γυρίζεις τότε τό κορμί, στρίβεις ελαφρά πάνω στή σανίδα που πετάει καί φωνάζεις σ' αυτόν που σέ σπρώχνει: "Πιό δυνατά! Πιό δυνατά αγάπη μου! Πιό δυνατά γλυκό μου χέρι!". Ώ, εκείνη τήν ώρα! Οι περηφάνειες καί τά σύμπαντα! Οι κατηφόρες καί τά χάη! Τό πνεύμα τής βα- ρύτητας! "Πιό δυνατά γλυκό μου χέρι! Πιό δυνατά εικοσι- πέντε γλυκά μου χρόνια. Εικοσιεφτά καί μισό γλυκά μου χρόνια. Μπέρδεψέ με μέσα στή βία τής τρυφερότητάς σου. Μέσα στήν τρυφερότητα τής βίας σου. Κι άν πέφτουμε, μή- πως δέν πέφτουμε μαζύ; Ώ, εκείνη τήν ώρα! Ώ, νά ήταν ό- λες οι ώρες σάν κι αυτή! Μήπως τότε δέν αλλάζουν όλα; Ποιό μοχθηρό, αρρωστημένο μάτι μάς βλέπει νά πέφτουμε τότε; Δείξ' του, δείξ' του γλυκό μου αγόρι πώς ο κόσμος α- πογειώνεται! Πώς πετάει πρός τά πάνω παίρνοντάς τόν μα- ζύ του! Ποιός τόν χρειάζεται αυτόν τότε; Μέσα σ' ένα κλει- στό σιδερένιο κλουβί τόν βλέπω νά φεύγει πρός τά πάνω. Τά πυρετικά του μάτια νά παρακολουθούν κατακόκκινα απ' αυ- τό που τού λειώνει τό στομάχι, απ' τόν πόνο τού μίσους του γιά τήν γλυκειά ηδονή που δέν μπορεί νά απολαύσει. Που δέν τόν θέλει. Που δέν τόν χρειάζεται. Που τόν πετάει σάν ένα πετραδάκι στό νερό. Που τόν σπρώχνει μακρυά της"... «Κοιμάσαι κι είσαι τόσο όμορφη! Γειά σου γλυκειά μου. Θά τά πούμε από Δευτέρα»... "Ώ, τά εικοσιπέντε γλυκά σου χρόνια. Τά εικοσιεφτά καί μισό γλυκά μου χρόνια! Τί περή- φανα, τί περήφανα που είναι αυτή τήν ώρα! Ποιός ενδιαφέ- ρεται γιά τό σύμπαν; Από Δευτέρα. Απ' τή Δευτέρα!"... Μά τότε, τότε τί μάς λείπει λοιπόν; Αφού μπορούμε νά τά- χουμε όλα! Αφού τάχουμε όλα μαζύ μας! Τά κουβαλάμε μαζύ μας. Επάνω μας. Στό κορμί μας. Είναι όλα τό κορμί μας! Πώς τό ξεχνάμε έτσι! Πώς τό εγκαταλείπουμε έτσι! Μήπως γι' αυτό κι εκείνο γερνάει; Μήπως γι' αυτό μάς περιφρονεί κι εκείνο; Είναι λάθος! Είναι λάθος ό,τι μάς έχουν μάθει γι' αυτό! (98) Ιανουάριος 1985 Αυτό που ο άνθρωπος ονομάζει πραγματικότητα είναι ένας βιασμός. Είναι η αυθαίρετη "εγκεφαλική" επιβολή μιάς α- συνέχειας σ' αυτό που συμβαίνει, καί τό οποίο δέν είναι πα- ρά ένα συνεχές, χωρίς καμμιά διακοπή, μιάς διαρκούς μετα- βολής, που δέν αφορά βέβαια μόνο σ' αυτό τό μέρος τού συ- νόλου τό οποίο απεμόνωσε η αντίληψη τού συγκεκριμένου ατόμου γιά νά ασχοληθεί μαζύ του, αλλά αφορά στό Συμπα- ντικό σύνολο -ο,τιδήποτε κι άν σημαίνει αυτό-. Η αλληλε- πίδραση τών πάντων στά πάντα, είναι πιά πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, πραγματικότητα, μόνο αυτή η συνεχής μεταβολή θά μπορούσε νά ειπωθεί. Η στατική έννοιά της, που εξυπηρετεί στήν πράξη τήν τωρινή μορφή τών ανθρώ- πων στήν πλειονότητά τους, αντικαθίσταται εδώ από μιά α- σταμάτητη κίνηση τήν οποία μόνο σάν νοιώσιμο μπορεί νά πλησιάσει κανείς... Μ' αυτήν τήν έννοια δέν υπάρχει αυτό που λέγεται αλήθεια, αφού δέν είναι δυνατόν νά υπάρξει μιά διακοπή, γιά ένα οσοδήποτε μικρό χρονικό διάστημα, σ' αυ- τή τήν συνεχή μεταβολή, δέν είναι δυνατόν νά υπάρξει ένας ανεξάρτητος παρατηρητής ο οποίος νά μήν επηρεάζει μέ τήν παρουσία του αυτό που συμβαίνει καί νά μήν επηρεάζεται μέ τήν σειρά του από αυτό, καί δέν είναι δυνατόν νά υπάρξει έ- να όν εκτός τού συνόλου στό οποίο νά μεταφερθεί αυτή η παρατήρηση... Ώστε δέν έχει παρά νά παραμένει κανείς σιω- πηλός. Δέν έχει παρά νά υποταχθεί αναγκαστικά στήν αδρά- νεια τής αντίληψής του. (Η οποία λειτουργεί μέ άλματα, νοιώθοντας σάν μεταβολή τήν ξαφνική, όπως νομίζει, αλλα- γή τών γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν μιά κατάσταση, μιά ενέργεια ή ένα πράγμα, επειδή μόνο αυτά τά ανώτερα σημεία μπορεί νά συνειδητοποιήσει, όντας ανίκανη νά τό κάνει γιά τό συνολικό συνεχές τής μεταβολής αναγκασμέ- νη έτσι νά μήν μπορεί νά βλέπει παρά μιά στατική εικόνα ε- κείνου που παρατηρεί, γιά όλο τό διάστημα που παρεμβάλ- λεται μεταξύ τής προηγούμενης μορφής μέ τήν οποία τό είχε δεί καί τής νέας που γίνεται ορατή απ' αυτήν μόνο όταν η συσσώρευση τής διαρκούς μεταβολής φτάσει τό επίπεδο στό οποίο βρίσκεται η ευαισθησία της, οπότε ξεπηδάει ξαφνικά η νέα μορφή σάν ερέθισμα που καταφέρνει νά γίνει αισθη- τό). Δέν έχει παρά νά υποταχθεί στόν πολύ περιορισμένο α- ριθμό μεταβολών που μπορεί νά συνειδητοποιήσει, μέ μιά τρομακτική καθυστέρηση, σάν αποτελέσματα τών ερεθι- σμών από τό περιβάλλον επάνω σ' αυτόν τόν ίδιο καί οι ο- ποίες αφορούν μόνο σέ πολύ συγκεκριμένα θέματα σέ όσα η μέχρι τώρα διαμορφωμένη ευαισθησία του έχει γίνει ικανή νά ξεχωρίζει σάν ανεξάρτητες οντότητες -έχοντας έτσι βέ- βαια υποκύψει μ' αυτόν τόν τρόπο στήν εγγενή αδυναμία της νά λειτουργήσει διαφορετικά, μιά κι η φαινομενική αυ- τή ανεξαρτησία τής είναι απαραίτητη ώστε νά υπάρχει μιά τάξη στό εσωτερικό της κάτι που δικαιώνει μέν τήν αυθαι- ρεσία αυτής τής αφαίρεσης αλλά που καταδικάζει από την άλλη μεριά τόν δυστυχή δράστη νά μήν μπορεί νά δεί τά πράγματα παρά μέσα απ' τίς αναπόφευκτες συνέπειες τού α- κούσιου εγκλήματός του... Είμαι κι εγώ λοιπόν καταδικα- σμένος νά παρακολουθώ τόν εαυτό μου νά εκτελεί, καί μά- λιστα μέ ιδιαίτερη συνέπεια αυτή τή διαδικασία, επάνω μου; Επάνω σ' αυτό που διαισθάνεται μέσα μου τήν συγγέ- νειά του μέ τόν Κόσμο, διαισθάνεται πως θά μπορούσε νά συμμετέχει σέ ό,τι τόν δονεί σάν ίσος πρός ίσο καί υποφέρει γιατί παρ' όλες του τίς προσπάθειες, παρ' όλο τόν πόθο που τό συγκλονίζει, παρ' όλο τόν αφάνταστο έρωτα που ξεπετά- γεται από μέσα του, είναι υποχρεωμένο νά μένει καρφωμένο στήν ίδια θέση γιά τόσον χρόνο, μέ κάτι μικρά βηματάκια που γίνονται σχεδόν τυχαία από καιρό σέ καιρό, εξ αιτίας αυτού τού τεράστιου όγκου που κουβαλά αναγκαστικά στούς ώμους του; Εννοώ εμένα. Τόν υπόλοιπο εμένα που α- νατριχιάζει γεμάτος φρίκη καθώς νοιώθει ότι πιέζει μέ τό συντριπτικό του βάρος, που ποτέ δέν τό θέλησε αλλά ανακά- λυψε κάποια στιγμή ξαφνικά ότι αποτελούσε τήν πιό χαρα- κτηριστική του ιδιότητα, αυτό τό έξοχο πλάσμα τό οποίο α- σφυκτιά από κάτω του παλεύοντας γιά μιά ανάσα, που ανα- ζητά μέ μάτια γεμάτα αγωνία ένα σημείο στηρίξεως γιά νά αρπαχτεί από πάνω του καί νά τραβηχτεί μακρυά πρός τό τοπίο που ο άλλος δέν βλέπει καί που τού γνέφει προσκα- λώντας το σέ ένα ερωτικό αγκάλιασμα που η ηδονή που υ- πόσχεται, εκείνου κάνει τά γόνατά του νά τρέμουν καί τήν καρδιά του νά χτυπά, εκτοξεύοντας ένα φοβερό σφυγμό στίς φλέβες του που κοντεύουν νά σπάσουν καί νά πετάξουν σάν συντριβάνι τό αίμα στό πρόσωπο τού αθώου του βασανιστή. Κανείς δέν ξέρει πώς καί γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος α- πέκτησε ή τού επεβλήθηκε αυτή η ικανότητα ή δέσμευση. Θεωρείται σάν δεδομένο τό ότι τήν κατέχει ή τόν κατέχει χωρίς νά συζητείται η περίπτωση που θά μπορούσε νά λει- τουργήσει αντιλαμβανόμενος διαρκώς τήν συνεχή μεταβολή τού περιβάλλοντος καί αυτού τού ίδιου, είτε όντας από τήν αρχή έτοιμος γι' αυτό απ' τήν κατασκευή του, είτε μετά από μιά εξελικτική διαδικασία που θά μπορούσε νά τεθεί σάν στόχος έτσι ώστε νά είναι δυνατόν νά επιτευχθεί μέσα στήν διάρκεια μιάς ανθρώπινης ζωής. Τότε όλα τά ανθρώπινα μέ- τρα δέν θά είχαν πιά παρά τήν αξία τών εκθεμάτων στό μου- σείο τής ιστορίας αυτού τού δίποδου, βασανισμένου από τίς αρρώστιες τού μυαλού του, όντος, τού οποίου η εξάρτησή του από τά γεννητικά του όργανα, ο περιορισμός τής έν- νοιας τής ηδονής καί τού έρωτα σέ ό,τι αναφέρεται σ' αυτά καί μόνο καί η ολοκληρωτική του σχεδόν, μετά απ' αυτά, α- νικανότητα νά ξεπεράσει τό επίπεδο που πάνω του ανεκάλυ- ψε τόν εαυτό του, η ένταση τού πάθους που από καιρό σέ καιρό μπορούσε παρ' όλα αυτά νά τόν συνεπάρει γιά νά τό καταφέρει, η εντυπωσιακή τύφλωσή του ώστε νά μήν μπο- ρεί ν' ανακαλύψει τίποτε γύρω του που νά τό βοηθήσει σ' αυτή τήν προσπάθεια, παρ' όλο τού ότι όλα είναι μπροστά στά πόδια του καί δέν έχει παρά νά απλώσει τό χέρι του γιά νά τά πάρει, η αδυναμία του νά βγεί έστω καί ελάχιστα έξω απ' αυτό που ονομάζει εαυτό του, τόσο φτωχό, τόσο έχοντας υποτιμήσει γιά τό χατήρι του αυτό τό υπέροχο πλάσμα που υποφέρει διαρκώς μέσα του σ' αυτό τό κελί καί που θά μπο- ρούσε νά τό γνωρίσει καί νά έχει ο ίδιος εγκαταλειφθεί στά μαγικά του χέρια κι όχι νά τό φοβάται καί νά τό ονειρεύεται μονάχα, θά μείνουν γιά πάντα σάν αξιοπερίεργες παρα- μορφώσεις ορισμένων έξοχων αρχικών προθέσεων που φαί- νεται ότι οι ειδικές συνθήκες κάποιου απρόβλεπτου συμβά- ντος περιόρισαν διαστρεβλώνοντάς τες σ' αυτό τό ασήμαντο κομματάκι τού Σύμπαντος, που μέ τή σειρά του φρόντισε πολύ φρόνιμα νά απομονωθεί απ' αυτό. (99) Ιανουάριος 1985 «Άν κάθε σύνολο είναι μιά μονάδα σέ ένα μεγαλύτερο, κι άν η φθορά τής μονάδας, (η μεταβολή της), είναι απαραίτη- τη γιά τήν εξέλιξη τού συνόλου στό οποίο ανήκει, τότε ποιό είναι τό τελικό σύνολο πρός χάριν τού οποίου φθείρονται ό- λα τά προηγούμενα;». Τί μεταβολή προκαλεί στόν Κόσμο η άρνησή μου νά δεχτώ τόν προγραμματισμένο μου ρόλο μέσα σ' αυτόν; Αυτή η διαρκής διάθεση νά μήν υποκύψω, νά εξεγερθώ, νά μήν κι- νηθώ οριζόντια, νά μήν αναγνωρίζω στά κύτταρά μου τό δι- καίωμα νά μέ παρασύρουν μαζύ τους στόν δρόμο τής δικής τους φθοράς; Κι αυτή η μεταβολή τού Κόσμου τί επίδραση έ- χει επάνω μου μέ τή δικιά της σειρά; Πώς μέ μεταβάλλει; Τί τήν χρειάζεται άραγε, τί τήν υπαγόρευσε, ποιά ανάγκη εξυ- πηρετεί η σειρά αυτών που συμβαίνουν έτσι όπως τά βλέ- πουμε; Καί είναι η μόνη δυνατή; Δέν θά μπορούσε νά συμ- βαίνει διαφορετικά; Είναι αυτός ο «μόνος δυνατός» καί συ- νεπώς ο «κάλλιστος» τών Κόσμων, αυτός που αντιλαμβα- νόμαστε επειδή είμαστε έτσι ετούτη τή στιγμή; Η «καλλί- στη Γεωμετρία»; Γιατί τό «τά πάντα ρεί» δέν θά μπορούσε νά εκδηλώνεται διαφορετικά; Γιατί είναι απαραίτητη η φθορά; Κι άν αυτό που αντιλαμβάνομαι σάν φθορά, στόν τρόπο που πορεύονται τά πράγματα, δέν είναι κάτι τέτοιο παρά γιά τίς μονάδες, ενώ γιά ένα γενικότερο σύνολο θά μπορούσε νά είναι τά βήματα τής εξέλιξής του, γιατί κατα- δικάστηκα νά μήν μπορώ νά ξεφύγω απ' τή συνείδηση τής μονάδας; Απ' τόν προγραμματισμένο τρόπο λειτουργίας τής μονάδας που έχει καθοριστεί από τήν κατεύθυνση τού συνό- λου στό οποίο ανήκω καί τό οποίο μέ τή σειρά του μπορεί νά είναι στοιχείο ενός άλλου συνόλου κ.ο.κ; Αλλά ακόμα κι η συνείδηση τής μονάδας δέν μού έχει παραχωρηθεί ολο- κληρωτικά. Γιατί μήπως κι εγώ μέ τή σειρά μου δέν αποτε- λώ ένα σύνολο; Μήπως κι εγώ δέν αποτελούμαι από μονά- δες; Μήπως καί οι μονάδες που μέ αποτελούν δέν είναι σύ- νολα άλλων μονάδων κ.ο.κ.; Είμαι λοιπόν στή μέση. Η α- ντιληπτική μου ικανότητα, που από μιάν άλλη άποψη μοιά- ζει περισσότερο μέ υποχρέωση, μέ καταδίκη, καί τής οποίας μόνο γιά πολύ μικρά χρονικά διαστήματα καί μέ μεγάλη προσπάθεια μπορώ νά αυξήσω τήν ευαισθησία όταν χρεια- στεί νά τήν κατευθύνω σέ κάποιον ορισμένο στόχο, λειτουρ- γεί τόν υπόλοιπο χρόνο, ακόμα κι όταν κοιμάμαι, μέ μιά δι- κιά της πρωτοβουλία, βομβαρδίζοντάς με μέ ερεθίσματα τά οποία καθώς συσσωρεύονται προκαλούν συνεχείς μεταβολές σ' αυτό τό με που δέν ξέρω τά όριά του, ούτε τό καταλαβαί- νω, ούτε τολμώ νά τό ορίσω, ξέροντας καλά τήν καταστρο- φή που θά ακολουθήσει εννοώ τόν περιορισμό που θά επι- βάλλω ο ίδιος σέ μένα, στίς δυνατότητές μου, καί στήν απο- δοχή έτσι μιάς περιοχής η οποία θά καθορίζει εκ τών προτέ- ρων τόν τρόπο που θά κινηθώ μέσα της. Εγκαταλείπομαι λοιπόν στήν αντίληψη που έχει σχεδόν μόνη της δημιουργη- θεί στό εσωτερικό μου καί λειτουργεί, νοιώθοντας ότι τό σύνολο τό οποίο αποτελώ είναι απέραντα μεγαλύτερο από τά όρια που μού προτείνει εκείνη, καί περιμένοντας κάθε φορά τήν αναγγελία τού τέλους τής διαδρομής, που μαζύ της θά διανύσω μέσα στό περιβάλλον μου, από τήν αίσθηση τής καταστροφής της, που πίσω απ' τήν προσωρινή ανικα- νότητά μου νά προχωρήσω άλλο μέσα του έτσι όπως μ' έ- κανε αυτή νά βλέπω τόν εαυτό μου πρίν από μιά στιγμή, φαίνεται κιόλας η αρχή τού σχηματισμού μιάς καινούργιας αντίληψης, που δέν είναι απλώς η παλιά πλουτισμένη μέ νέα στοιχεία, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό, τόσο, ώστε ήδη νά αποτελώ κι εγώ ένα διαφορετικό άτομο, ενώ ταυτό- χρονα τό παλιό περιβάλλον, ιδωμένο μέσα απ' αυτό τό και- νούργιο βλέμμα, φαίνεται σάν κάτι που εμφανίζεται γιά πρώτη φορά στόν ορίζοντα, παραξενεύοντάς με καί ζητώ- ντας μου μέ τή σειρά του μιά εντελώς διαφορετική συμπερι- φορά μέσα του. (100) Ιανουάριος 1985 Ώστε λοιπόν πρέπει κανείς νά διαλέξει ανάμεσα στό νά κο- πεί σέ κομμάτια καί στήν μοναξιά του! Τί κάνει άραγε έναν άνθρωπο νά διαλέγει κάθε φορά κι ένα διαφορετικό πρόσωπο γιά νά μπεί μέσα του; Τί τόν κάνει νά έχει κοπεί σέ κομμάτια που τό καθένα αναφέρεται καί σέ μιά έντονη επιθυμία καί τά οποία είναι χωρισμένα μεταξύ τους; Γιατί δέν μπορεί νά λειτουργήσει σάν σύνολο; Βγαίνω στόν δρόμο μέ τήν απόφαση νά μή χωριστώ. Νά μήν επιτρέψω στούς άλλους νά μέ κόψουν σέ κομμάτια μέ τό πλησίασμά τους. Νά μήν επιτρέψω νά μέ παρασύρει η ηδονή που υπόσχονται τά κομμάτια τους, έτσι όπως έχει συμφωνη- θεί ότι μπορεί νά προσφερθούν, στά αντίστοιχα δικά μου. Πόσοι άνθρωποι λοιπόν κυκλοφορούν στούς δρόμους; Είναι εδώ καί αρκετόν καιρό που προσπαθώ νά τούς μετρήσω. Γιατί έπρεπε νά μπορεί νά μετρηθούν. Επρεπε νά ξέρουμε. Έπρεπε νά έχουμε γνωριστεί. Τόσες φορές έχουμε συναντη- θεί. Τόσες φορές έχω δεί τά μάτια σας... Πόσες φορές αλή- θεια περπατώντας στό πεζοδρόμιο ενός τετραγώνου, δέν έχω παρατηρήσει προσεκτικά τά πρόσωπα τών ανθρώπων που μέ προσπέρασαν; Σταματώ τότε στή γωνιά καί γυρίζω τρέχο- ντας πρός τά πίσω. Τούς περιμένω νά μέ προσπεράσουν ξα- νά. Κανείς δέν μοιάζει μ' αυτόν που πρίν από λίγο συνάντη- σα. Τότε λοιπόν; Τότε ποιός είμαι εγώ; Θά μέ αναγνώριζε κανείς απ' αυτούς τώρα, άν είχε τύχει πρίν νά μέ προσέξει; Θά μέ αναγνώριζε; Πόσοι άνθρωποι κυκλοφορούν στούς δρόμους; Καθένας βγά- ζει περίπατο κάθε φορά τό πρωϊνό του πρόσωπο, ετοιμασμέ- νο από τό προηγούμενο βράδυ, που τόσες φορές θά τό αλλά- ξει μέσα στήν ημέρα του μέ κάποιο από εκείνα που περιμέ- νουν ανυπόμονα τήν ευκαιρία τους πίσω απ' αυτό, έτοιμα νά ξεπεταχτούν μόλις τούς δοθεί τό σύνθημα, που πολλές φορές περνάει απαρατήρητο καί απ' αυτόν τόν ίδιο. Τόν ίδιο που έκπληκτος, είναι δυνατόν νά σταθεί μπροστά σ' έναν καθρέ- φτη, μπροστά στό τζάμι μιάς βιτρίνας καί νά χαιρετήσει μέ απορία καί φόβο τόν άγνωστο που τόν κοιτάζει επίμονα από τό βάθος... Είναι τόσο οδυνηρό νά κουβαλώ μαζύ μου τά πρόσωπά μου. Εννοώ μπρός στά μάτια μου. Νά μήν μπορώ νά τούς ξεφύ- γω. Νά τά ξεχάσω... Μιά τυχαία ματιά σ' έναν καθρέφτη, σ' ένα τζάμι καί η καταστροφή έχει γίνει. Η μορφή που μέ κοι- τάζει μού έχει επιβάλλει αμέσως τό ύφος της, τή διάθεσή της. Πρέπει λοιπόν συνεχώς νά αντιστέκομαι. Πρέπει συνε- χώς νά αρνούμαι νά τά υπηρετώ. Γιατί ξέρω καλά πόσο μά- ταιοι είναι οι δρόμοι που παίρνοντας τό χέρι μου μέ ανά- γκαζαν μέχρι τώρα νά βαδίζω. Νά τό ξέρουν άραγε οι άν- θρωποι πόσο πολλά πρόσωπα μεταφέρουν στούς εύθραυ- στους ώμους τους; Πόσες μορφές προβάλλουν οι ίδιοι, προ- καλώντας τήν συμπεριφορά που τούς αναλογεί, στά μάτια τών άλλων; Στά μάτια αυτών που αγαπούν καί επιθυμούν τήν αγάπη τους; Νά τό ξέρουν πόσο διαφορετικούς ανθρώ- πους, απ' αυτό που νομίζουν ότι είναι οι ίδιοι, έχουν αφίσει νά πλανιώνται στούς χώρους απ' όπου πέρασαν κάποτε; Πό- σο απορημένος καί αμήχανος θά στέκονταν κανείς άν μπο- ρούσε νά ξαναπεράσει από 'κεί καί βρίσκονταν μπροστά σ' αυτό που υπήρξε εκείνη τήν εποχή τό πρόσωπό του καί τά συναισθήματα που είχε προκαλέσει εκείνο στούς άλλους καί που εξακολουθούν νά λειτουργούν πίσω απ' τ' όνομά του γι' αυτούς; Νά υποψιάζονται άραγε ότι χρωστούν τήν α- γάπη, ότι χρωστούν τόν έρωτα ή τήν συμπάθεια, στό πρόσω- πο που τό περιβάλλον ή ο άλλος άνθρωπος προσκάλεσε, μέ τόν ιδιαίτερο τρόπο του εκείνης τής περιόδου, νά εμφανι- σθεί από μέσα τους; Νά υποψιάζονται ότι εκείνο που προκά- λεσε τήν οδυνηρή διακοπή κάποιας πολύ επιθυμητής καί πολύ αγαπημένης επαφής, που άρχισε κάποια στιγμή ξαφνι- κά νά κλείνεται στόν εαυτό της καί νά πεθαίνει, είναι τά πρόσωπα που τόσο απρόσεκτα κουβάλησαν επάνω τους απ' έξω, στή θέση εκείνου που τά μάτια της ανυπομονούσαν νά ξαναδούν καί τούς επέτρεψαν, χωρίς καθόλου ίσως νά τό φαντάζονται, νά περιφέρονται από 'κεί καί πέρα στόν χώρο της πληγώνοντάς την; Επειδή πώς είναι δυνατόν νά ξεχα- στούν καί νά βυθιστούν στό σκοτάδι ο πόνος καί ο τρόμος τής καρδιάς, που βλέπει στή θέση αυτού που λαχταρά, έναν ξένο κι ακούει τά ουρλιαχτά τών άλλων ανθρώπων, που εί- ναι κολλημένα στό πρόσωπό του καί κυματίζουν σάν κουρέ- λια που τά παίρνει ο άνεμος μέ τό άνοιγμα τής πόρτας που ποτέ δέν κλείνει αρκετά γρήγορα... Πρέπει κανείς νά διαλέξει επιτέλους τό πρόσωπό του. Αλ- λοιώς πώς μπορεί νά έχει έναν εαυτό; Κάθε φορά εξαφανίζε- ται ολόκληρος μέσα στό πρόσωπο που τόν καλύπτει καί τό οποίο θά υπηρετεί μέχρι νά εμφανισθεί στή θέση του κάποιο άλλο. Πώς μπορούν οι άνθρωποι νά είναι τόσο αφελείς ώ- στε νά νομίζουν ότι θά ξαναβρούν όταν επιστρέψουν, αυτόν που αποχαιρέτησαν γιά νά μπούν σέ κάποιο άλλο τους πρό- σωπο; Έχουν όλοι χαθεί. Έχουν όλοι χάσει ο ένας τόν άλ- λον. Κανείς δέν έχει έναν εαυτό. Πόσοι μέ ξέρουν έτσι όπως αισθάνομαι τώρα; Πόσοι άνθρωποι που τούς έχω ξεχάσει πιά, κράτησαν στήν μνήμη τους τήν εικόνα ενός πλάσματος που ήμουν εγώ κάποτε καί που παρ' όλο που δέν υπάρχει πιά γιά μένα, εξακολουθεί ωστόσο νά ζεί μέσα σ' αυτούς καί νά λειτουργεί, κάθε φορά που τυχαίνει νά μέ συλλογιστούν, α- ναγκάζοντάς τους νά αισθανθούν τότε πράγματα που εγώ δέν θά μάθω ποτέ ότι άφισα πίσω μου, ενώ εκείνα που ήθε- λα, που έβλεπα ότι έβγαιναν από μέσα μου καί γέμιζαν τόν κοινό μας χώρο, έχουν κρατήσει τήν λιγότερο σημαντική θέση;... Γι' αυτό λοιπόν κανείς συναντά διαρκώς άγνωστους στόν δρόμο; Γι' αυτό υπάρχει τόση μοναξιά σ' αυτόν τόν κό- σμο; Γι' αυτό είναι όλοι τόσο μόνοι; Ίσως γι' αυτό. Ίσως γιατί κανείς δέν μπορεί νά ξανασυναντηθεί γιά δεύτερη φο- ρά μ' αυτόν που αγάπησε. Παρ' όλο που τά σώματά τους μπορεί νά ζούν γιά πολύν καιρό στόν ίδιο χώρο. Μπορεί νά εκτελούν τίς ίδιες διαδρομές, νά κάνουν τίς ίδιες κινήσεις. Ίσως γιατί κανείς δέν φαντάζεται πόσος φόβος κρύβεται πί- σω απ' αυτές τίς αλλαγές τών προσώπων. Πόση τρελλή επι- θυμία νά δοθεί κανείς σέ μιάν αγάπη που συσσωρεύεται ανύ- μπορη καί τόν πνίγει, γιατί συναντά διαρκώς μπροστά της ξένους. Καί πώς είναι δυνατόν νά μή τούς φοβάται τούς ξέ- νους κανείς; Πώς είναι δυνατόν νά μή σπρώξει τήν καρδιά του βαθειά μέσα του, μπροστά τους; Γιατί μήπως κι εκείνος δέν είναι ένας ξένος γι' αυτόν τόν ίδιο; Μήπως τό κάθε πρό- σωπό του δέν έχει κρύψει βαθειά τήν δικιά του καρδιά ώστε νά μήν τήν ανακαλύψουν τά άλλα; Μήπως έχουν τολμήσει ποτέ νά συναντηθούν;... Πρέπει κανείς νά διαλέξει επιτέλους τό πρόσωπό του. Πρέ- πει κανείς νά διαλέξει επιτέλους τόν εαυτό του. Πρέπει νά αποφασίσει ποιός είναι. Πρέπει νά αποφασίσει νά παραιτη- θεί από ό,τι δέν είναι δικό του. Πρέπει νά πάψει επιτέλους νά φεύγει. Γιατί είναι σίγουρο ότι δέν θά συναντήσει ποτέ πάλι αυτό που άφισε πίσω του. Καί δέν θά τού μείνει τότε παρά νά φύγει ξανά. Καί οι δρόμοι καί τά σπίτια θά μείνουν γιά πάντα γεμάτα ξένους... Πρέπει λοιπόν νά πάρω κι εγώ τό πρόσωπό μου καί νά βγώ έξω. Πρέπει νά μάθω πόσοι άν- θρωποι κυκλοφορούν στούς δρόμους. Γιατί δέν υπάρχει πιά κανείς σ' αυτόν τόν χώρο. Έχετε φύγει. Δέν ήσασταν ποτέ εδώ. Μόνο από φόβους είναι γεμάτος ο αέρας. Από κομμάτια φόβων. Δέν τά θέλω τά κομμάτια σας. Δέν τούς θέλω τούς φόβους σας. Δώστε μου πίσω τό πρόσωπό μου. Αφίστε με νά πάρω τό πρόσωπό μου. Δέν έχετε κανένα δικαίωμα νά περι- φέρετε μαζύ σας αυτά που διαλέξατε από μένα. Αυτά που σάς έκαναν. Αυτά που σάς ταίριαζαν. Δέν θέλω πιά νά τρέχω α- πό πίσω σας γιά νά τά μαζέψω ξανά. Δέν θέλω νά τά βλέπω μαζύ μέ τούς φόβους σας. Μαζύ μέ όλους αυτούς τούς ξένους στό δρόμο. Πρέπει νά μείνω ολόκληρος. Γιατί ποιός άλλος θά κάτσει νά μετρήσει τούς ανθρώπους που κυκλοφορούν; Πρέπει κάποιος νά τό κάνει. Πρέπει κάποιος νά τό προσπα- θήσει. Πρέπει κάποιος νά μάς τό πεί. (101) Ιανουάριος 1985 "Ξημερώνει", μού είπε. "Ξημερώνει κι είναι κι αυτό ένας βιασμός. Κι η ομορφιά που θά αρχίσει σέ λίγο νά φανερώνε- ται στά μάτια μας, είναι κι αυτή ένας βιασμός. Μόνο που ό- λοι αυτοί οι βιασμοί δέν υπάρχουν παρά μόνο γιά μάς. Κι αυτό είναι η μοναδική μας ελπίδα. Γιατί γιά τόν Κόσμο δέν υπάρχουν. Ο Κόσμος κολυμπάει σ' ένα ερωτικό όνειρο. Καί κάθε τι που συμβαίνει είναι ένας ερωτικός παλμός. Ένα φι- λί. Ο Κόσμος είναι ένας διαρκής οργασμός. Τότε τί είμαστε εμείς; Ποιός έχει καταστρέψει έτσι τόν άνθρωπο; Ήταν λοιπόν προϋπόθεση γιά τήν εμφάνισή του μέσα σ' αυτό τό Σύμπαν τό γεμάτο από ηδονή, ο σιγανός του διαχωρισμός απ' αυτό που τό δονεί εκείνο; Επάνω σέ τί έχει γίνει όλη αυ- τή η σειρά τών βιασμών, που λέγοντας «εγώ» έχουν τήν α- παίτηση νά χαρακτηρίζονται σάν τό σύνολο τής ύπαρξής μου; Ποιόν καλώ, όταν λέω «εγώ» νά εμφανισθεί καί νά μέ εκπροσωπήσει; Καί αυτό τό μέ, στήν προηγούμενη φράση, είναι άραγε τό τί τής πρώτης; Ποτέ δέν ένοιωσα, οποτεδή- ποτε κι άν ειπώθηκε, ότι αυτό τό «εγώ» μέ κάλυπτε. Τήν ί- δια στιγμή που έβγαινε από τά χείλια μου, τήν ίδια στιγμή που η εικόνα τής λέξης σχηματίζονταν στό μυαλό μου, τό εί- χα κιόλας περιφρονήσει. Τού είχα αρνηθεί τό δικαίωμα νά προβάλλει στόν χώρο μπροστά μου, κοιτάζοντάς με ειρωνι- κά, μέ τό κακό του χαμόγελο νά τρεμοπαίζει όπως πάντα πί- σω απ' τή φράση που ξέρω τόσο καλά: "Έλα πιά αγόρι μου! Πού αλλού μπορείς νά πάς; Μήπως δέν θάμαι εκεί νά σέ υ- ποδεχτώ ξανά;". Υπάρχει ένα πλάσμα που υποφέρει μέσα μου. Υπάρχει ένα πλάσμα μέσα μου που τό ποθώ, που η συ- νάντηση μαζύ του, τό αγκάλιασμα τής μαγικής του ύπαρξης, τό φιλί του που διαρκώς διψούν τά χείλια μου, μού έχουν α- παγορευθεί. Αυτός ο έρωτας που γιά τό χατήρι του δέ θά δί- σταζα ούτε στιγμή ν' απαρνηθώ κάθε τί που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα, δέν έχει ζητήσει ακόμα τά δικαιώματά του... Ώστε πρέπει λοιπόν νά αρκούμαι γιά ένα άγνωστο χρονικό διάστημα, στίς μικρές φωνές που προαναγγέλουν τό πλησί- ασμά του; Γιά πόσον καιρό θά χρειαστεί νά εξακολουθώ νά προετοιμάζομαι; Σηκώνω τό κεφάλι καί αντικρύζω τά πρό- σωπα τών άλλων ανθρώπων. Τί γίνεται στό εσωτερικό τους; Νά βασανίζονται άραγε κι αυτοί; Νά περιμένουν καί ν' αγωνιούν γιά τό ίδιο πράγμα; Θάπρεπε τότε νά μπορώ νά τό δώ αυτό στά μάτια τους. Θάπρεπε νά γνέφαμε ο ένας στόν άλλον κάθε φορά που πλησιάζαμε: "Πώς τά πάς; Πώς τά πάς καλέ μου; Τό βλέπω. Είναι τόσο δύσκολο, τόσο δύσκο- λο. Πόσο σκληρό είναι ακόμα τό βλέμμα σου! Πόσο σκληρό πρέπει νά σού φαίνεται τό δικό μου! Άχ, νά μπορούσαμε νά παραμερίζαμε τόν φόβο που μάς χωρίζει! Νά μπορούσαμε νά μιλήσουμε. Νά μπορούσαμε νά κάναμε έρωτα. Νά μπορούσα νά σέ φιλήσω στά σφιγμένα σου χείλια. Νά πάρω τό πρόσω- πό σου στίς παλάμες μου, νά τό φέρω κοντά στό δικό μου. Νά διώξω μ' ένα φύσημα απ' τίς κόγχες τών ματιών σου τήν αρπαγή, που τά κάνει συνέχεια νά δακρύζουν, καί νά φα- νούν όλα αυτά που θές νά δώσεις καί δέν μπορείς, δέν βρί- σκεις κανένα νά τά δεχτεί καί σέ πνίγουν, σού σφίγγουν σάν κόμπος τόν λαιμό. Ποιός χόρτασε ποτέ μέ τήν αρπαγή; Ποιός χόρτασε απ' αυτά που άρπαξε απ' τόν άλλον; Απ' τήν καρδιά τού άλλου; Μήπως δέν έκαναν τήν πείνα του μεγα- λύτερη; Γιατί είναι μόνο τό δόσιμο που χορταίνει. Η ηδονή όταν δίνεσαι χωρίς νά φοβάσαι. Χωρίς νά φοβάσαι τόν άλ- λον. Χωρίς νά φοβάσαι τόν εαυτό σου. Έλα, έλα, άς ανοί- ξουμε τήν καρδιά μας. Δώσε μου τά δικά σου νά χορτάσεις. Δέξου τά δικά μου γιά νά χορτάσω κι εγώ. Έλα νά κάνουμε έρωτα. Ν' αρχίσουμε νά κάνουμε έρωτα μ' αυτό τό δόσιμο. Μή μ' αρπάζεις. Μή μ' αφίνεις νά σ' αρπάξω. Έλα νά κοι- ταχτούμε στά μάτια. Ν' αρχίσουμε νά ξανακοιτάμε ο ένας τόν άλλον στά μάτια. Ν' αρχίσουμε νά ξανακοιτάμε ο ένας τόν άλλον στό στόμα. Ίσως γνωριστούμε τότε έτσι ξανά. Ί- σως ξαναθυμηθούμε. Κι ο Κόσμος μπορεί ίσως κι αυτός νά μάς ξαναθυμηθεί. Νά μάς αναγνωρίσει. Νά μάς αφίσει νά τον πλησιάσουμε πάλι. Νά μάς ξαναδώσει τόν έρωτά του. Τό φιλί του". (102) Ιανουάριος 1985 Πώς είναι δυνατόν νά υποτιμά τόν εαυτό του κανείς τόσο πολύ, ώστε νά νομίζει ότι ξέρει ποιός είναι! Νά στηρίζεται στόν καθημερινό του βιασμό, συντηρώντας τον σέ μιά ανα- γκαστική ισορροπία πάνω στίς παραμορφωμένες απολήξεις τών ορίων, πέρα απ' τά οποία ποτέ δέν τόλμησε νά δεί τήν συνέχειά του, έχοντας επιλέξει σάν σημεία αναφοράς τό τέ- λος ορισμένων διαδρομών, καθορισμένων απ' τό κοινωνικό περιβάλλον μ' έναν τρόπο που, μέ μιά μοναδική επιδεξιότη- τα, τοποθετεί τόν ίδιο σάν θεματοφύλακα τής διατήρησής τους ή σάν αρνητή τους, πράγμα που καί στίς δυό περιπτώ- σεις εξυπηρετεί τά συμφέροντα που τό εκφράζουν! Νά τόν διασύρει σέ τέτοιο βαθμό ανάμεσα στούς άλλους αν- θρώπους, επιβάλλοντάς του μιά συμπεριφορά που νά τούς α- κολουθεί, έστω καί αντιδρώντας στήν δικιά τους, διατηρώ- ντας την όμως πάντα σάν μέτρο! Καί πώς νά μήν είναι κακός κανείς μέ τόν άλλον άνθρωπο που συναντά στόν δρόμο του, όταν κουβαλά μαζύ του τήν α- φόρητη αίσθηση ότι μόλις λίγο πιό πρίν, σέ μιά επαφή που δέν τήν ήθελε η καρδιά του, έχει προσφέρει τόν εαυτό του σέ έναν βιασμό; Σέ έναν βιασμό που έγινε σέ βάρος της, εξυπη- ρετώντας άλλα στοιχεία τής προσωπικότητάς του που δέν έ- χουν καμμία σχέση μαζύ της, αλλά που αντίθετα τήν έχουν σπρώξει βαθύτερα μέσα του, στερώντας της τό δικαίωμα τής επιλογής, χαστουκίζοντάς την μέ αυθάδεια κάθε φορά που προσπαθούσε νά υψώσει τήν φωνή της, πατώντας την σιγά σιγά καί πιό εκδικητικά, γιά πολύ μεγάλα χρονικά διαστή- ματα, μέ τά σκληρά τους πέλματα... Πώς νά μήν εξεγερθεί κανείς ενάντια σέ μιά τέτοια καταπίεση; Πώς ν' αποφύγει νά είναι άδικος καί μικροπρεπής μ' εκείνους που τυχαία διασταυρώνεται μαζύ τους, κάνοντας εμετό επάνω τους τό μίσος του γιά τόν ίδιο του τόν εαυτό, τήν απελπισία του γιατί διαισθάνεται κιόλας τόν καγχασμό τού χώρου μπρο- στά στό κατρακύλισμα τής επόμενης φοράς; Πώς μπορεί νά αποφύγει νά θυμώνει συνέχεια μέ τούς ανθρώπους, αφού κι αυτός είναι κυνηγημένος σάν κι εκείνους από τίς επιθυμίες που τού έχουν φυτέψει στό μυαλό του καί που τίς υπηρετεί καί τίς απεχθάνεται ταυτόχρονα καί που γιά τήν πραγματο- ποίησή τους τού χρειάζονται οι άλλοι κυνηγημένοι όμοιοί του; Πώς μπορεί νά μήν είναι διαρκώς αγανακτισμένος μέ τήν αδεξιότητά τους, που είναι καί δικιά του αδεξιότητα, α- φού οι τρόποι μέ τούς οποίους υποτίθεται, σύμφωνα μέ όσα έχει αναγκαστικά διδαχθεί, ότι πρέπει νά ικανοποιηθούν αυτές οι επιθυμίες απαιτούν απ' αυτόν νά κόψει τόν εαυτό του σέ κομμάτια καί νά εξασκήσει εκείνα που αναφέρονται σ' αυτές, ενώ αυτό που αυθόρμητα πηγάζει από μέσα του εί- ναι η διάθεση νά δοθεί ελεύθερα χωρίς φόβο σάν σύνολο στόν άλλον καί νά αναγνωρισθεί καί νά γίνει δεκτός απ' αυτόν; Καί είναι ν' απορεί κανείς μετά απ' αυτά, γιά τήν εκ- πληκτική ελαστικότητα τής συνέπειας μέ τήν οποία κάνει χρήση αυτής τής εξαιρετικής ποικιλίας τών μέσων που έχει εφεύρει γιά νά κρίνει τόν εαυτό του καί τούς άλλους; Γιά τήν κομψότητα τών συλλογισμών μέ τούς οποίους ο δικός του τρόπος συμπεριφοράς καί οι πράξεις του δικαιολογού- νται σάν αναφαίρετο δικαίωμά του ή στό κάτω κάτω σάν α- ναγκαίο κακό, ενώ οι αντίστοιχες πράξεις τών άλλων καί ο δικός τους τρόπος συμπεριφοράς είναι στήν καλύτερη περί- πτωση, όταν δέν αντιβαίνουν στήν δικιά του αλλά ίσα ίσα τής μοιάζουν, αφορμή εμπαιγμού; Εμπαιγμού, όπου όμως, μ' έναν περίεργο τρόπο, η ειρωνία που εκτοξεύεται τότε δέν έ- χει καθόλου σάν στόχο αυτόν που η παρουσία του έδωσε τήν αφορμή -γι' αυτόν μπορεί νά υπάρχει ακόμα καί κάποια συ- μπάθεια-, αλλά αυτόν απ' τόν οποίο ξεπετάγεται καί ο οποί- ος βρίσκει τήν ευκαιρία κάτω απ' τό γέλιο του νά φτύσει τόν εαυτό του στό πρόσωπο γιά τήν δικιά του κατάντια... Όλος αυτός ο θυμός που δικαιολογημένα συσσωρεύεται πά- νω στήν στερημένη καρδιά τών ανθρώπων, έχει στραφεί σ' έναν λάθος στόχο. Έχει στραφεί ενάντια σ' αυτό που μόλις ανοίξει τά μάτια του συναντά κανείς καί που φαίνεται, μέ τόν τρόπο που υπάρχει καί λειτουργεί, ότι είναι η αιτία τής δυστυχίας του. Εννοώ τόν άλλον άνθρωπο. Τόν απέναντί του. Που τό ότι είναι κι αυτός τό ίδιο θύμα, τό ότι έχει συσ- σωρευτεί μέσα του ο ίδιος θυμός, τό ότι είναι τό ίδιο δυστυ- χισμένος, δέν ενδιαφέρουν καθόλου... Ώστε λοιπόν θά συνε- χίζουμε νά ξεσκίζουμε τίς σάρκες ο ένας τού άλλου, αφίνο- ντας τόν δημιουργό αυτής τής συμφοράς νά κοιτά μέ ικανο- ποίηση τό έργο του, πετώντας μας κατάμουτρα, μέ τό θράσος αυτού που ξέρει ότι είναι κρυμμένος καλά καί δέν πρόκει- ται νά τόν βρούν, σάν βλαστήμια τό κακό του χαμόγελο;... Πρέπει επιτέλους νά μάθουμε νά σημαδεύουμε! Είναι πιά αρκετή η δύναμη που έχει μαζευτεί. Ο άνθρωπος είναι σάν τεντωμένο τόξο. Άς αφίσουμε τήν χορδή νά εκτελέσει σω- στά τό δικό της έργο. Ο εχθρός είναι αυτός που μάς έχει στε- ρήσει τόν διπλανό μας. Που τόν έχει μεταβάλλει, από έναν ηδονικό σύντροφο, σέ μιά μισότρελλη πειναλέα ύαινα που στριφογυρίζει παλαβά, ψάχνοντας γιά τό μόνο είδος τροφής που τής επιτρέπεται: τά σκουπίδια τών άλλων τούς άλλους που έχουν γίνει σκουπίδια τόν εμετό τους, που τόν ανακα- τεύει μέ τόν δικό της εμετό καί τόν ξανατρώει... Πότε επιτέ- λους θά καταλάβουμε πόσο φτηνά έχουμε πουληθεί; Πόσο εύκολα, πόσο έντρομα έχουμε παραδοθεί στήν κεκτημένη τα- χύτητα που όταν ανακαλύψαμε τήν ύπαρξή μας ήταν ήδη μέ- σα μας, μέσα στίς φλέβες μας, στά κύτταρά μας, καί λει- τουργούσε σάν εντολοδόχος καί σάν αφεντικό καί που, σάν ένα αδιόρατο σύννεφο, πλανιέται πάνω από κάθε κοινωνικό σύνολο εξουσιάζοντάς το, μέσω εκείνων που έχουν γίνει ο- λοκληρωτικά δικοί της καί μπορούν πιά νά τήν χρησιμο- ποιούν χωρίς όμως νά πάψουν ποτέ νά είναι υπηρέτες της, γιά τούς δικούς της σκοπούς; Πρέπει επιτέλους νά μπορέ- σουμε νά σταματήσουμε. Νά ξεφύγουμε απ' τά νύχια της. Νά ξεφύγουμε απ' τά νύχια μας. Νά σταθούμε απέναντί της καί νά τήν κοιτάξουμε στά μάτια. Νά κοιτάξουμε εμάς στά μά- τια. Νά ξεπεράσουμε τόν φόβο που τήν συντηρεί. Τόν φόβο που μάς συντηρεί. Γιατί αυτή είναι ο εχθρός. Γιατί εμείς εί- μαστε ο εχθρός. Αυτή μάς έχει στερήσει τόν άλλον. Εμείς έ- χουμε στερήσει τόν εαυτό μας από τόν άλλον... Τόν άλλον που θά μπορούσε νά είναι μιά πηγή ηδονής. Που θέλει νά εί- ναι μιά πηγή ηδονής καί δέν μπορεί γιατί τού τό απαγορεύει ο απέναντί του. Η κεκτημένη ταχύτητα τού απέναντί του... Πρέπει νά σταματήσουμε. Πρέπει νά γνωριστούμε. Πρέπει ο θυμός γιά τήν στερημένη μας ζωή, γιά τίς μοναχές μας καρ- διές, νά βρεί επιτέλους τόν στόχο του. (103) Ιανουάριος 1985 Η μόνη καί αρκετά αποτελεσματική μέχρι τώρα λύση, που βρήκαν γιά νά διατηρήσουν τήν εξουσία τους πάνω στόν κό- σμο, είναι νά τού λερώσουν τήν καρδιά. Εξουσιάζουν έτσι πιά έναν βρώμικο κόσμο καί η πληρωμή τους δέν είναι παρά τά ίδια κομμάτια τής βρωμιάς που κά- ποτε τού πέταξαν καί που τώρα αυτός τά κάνει συνέχεια ε- μετό πάνω στά πρόσωπά τους καί μέσα στίς δικές τους καρ- διές. Κάποτε πρέπει ν' ανοίξει αυτός ο κόσμος! Κάποτε πρέπει ν' ανοίξει τίς πόρτες του, τό παράθυρό του, στόν άνθρωπο. Για- τί όχι τώρα; Γιατί όχι από τώρα; Πόσος έρωτας πρέπει ακό- μα νά μαζευτεί; Γιατί μήπως αυτός δέν είναι τό κλειδί; Πό- σος πόνος πρέπει νά μαζευτεί στό κεφαλόσκαλο; Αυτός δέν είναι μήπως τό χαλί μπροστά στήν πόρτα; Πόσος φόβος; Μήπως αυτός δέν είναι τό σκυλί που τήν φυλάει; Αφίστε λυτά στόν άνεμο τά μακρυά μαλλιά τού έρωτα! Φι- λήστε τό γλυκό του στόμα. Δώστε του τίς σκληρές γραμμές τών χειλιών σας. Τίς σκληρές γραμμές τών προσώπων σας. Ξέρει αυτός πώς νά τίς απαλύνει. Μή σάς τρομάζει τό σκυ- λί. Φιληθείτε μπροστά του. Θά σταματήσει. Τό γαύγισμά του είναι ψεύτικο. Φοβάται πιό πολύ από σάς. Γιατί φυλάει αυτά που σάς έκλεψε. Ο φόβος είναι ένας κλέφτης. Γαυγίζει σάν θεριό τήν ίδια του τήν καταδίκη. Περιμένει νά τόν α- παλλάξετε. Νά τόν ελευθερώσετε. Νά πάψει επιτέλους νά τρέμει τόν φόβο που σάς προκαλεί. Αρκετά έζησε μαζύ μας. Αρκετά μάς υπηρέτησε. Είναι καιρός νά φύγει. Δώστε του λοιπόν αυτό που σάς ζητά. Ένα φιλί σας, μπροστά στά μά- τια του. Πρίν ακόμα προλάβω νά συνειδητοποιήσω τήν κίνηση είχε αρπάξει τό χέρι μου στά δικά του. "Λεπτός, σάν τόν γλυκό άνεμο που φυσούσε χτές στά πρόσωπά μας, είναι ο μικρός κόσμος τής καρδιάς. Κοίταξε τί ζωηρό σημάδι έμεινε εκεί που ακούμπησε τό δάχτυλό σου! Είναι ένα δαχτυλίδι που μού χάρισες. Είναι τό φιλί μιάς σφήκας. Σημάδι πάνω στά σημάδια. Φιλί πάνω στά φιλιά... Διάφανος, σάν τό καθαρό γυαλί, είναι ο κόσμος τής καρδιάς. Κοίταξε πώς ράγισε ε- κεί που τόν ακούμπησαν τά χείλια σου! Γυαλί πάνω στό γυαλί. Ράγισμα πάνω στό ράγισμα". (104) Ιανουάριος 1985 Πώς θά εκφραστεί η θέση ενός ανθρώπου που αρνείται νά λειτουργήσει σέ οποιοδήποτε επίπεδο κι άν τού προταθεί; Που αρνείται συνειδητά, όχι επειδή έχει παραιτηθεί επιθυ- μώντας τήν ανυπαρξία, αλλά επιθυμώντας τό σταμάτημα ό- λων αυτών τών διαδρομών χωρίς νόημα, μ' ένα τέλος γνω- στό ήδη από παλιά, χωρίς καμμιά λάμψη που νά αναφέρεται σέ κάτι πέρα απ' τά συνηθισμένα ανθρώπινα μέτρα; Γιατί τότε αυτός δέν είναι παρά ένας εξόριστος. Μιά ύπαρξη μόνη. Επειδή τό περιβάλλον, έχοντας οικειοποιηθεί τήν άρ- νησή του, τού τήν επιστρέφει... Πρέπει λοιπόν νά παραμεί- νει σέ μιά στάση αναμονής μέσα στήν φοβερή ένταση που τόν τριγυρίζει, γιατί καί τί άλλο μπορεί νά κάνει; Η αναμο- νή είναι τό μόνο που τού επιτρέπεται. Έχοντας δημιουργή- σει έναν ιδιαίτερο χώρο γύρω του, που τόν κουβαλά μαζύ του όπου κι άν πηγαίνει, κλεισμένος μέσα του, είναι έτοι- μος. Έτοιμος γιά τί; Γιά ποιό πράγμα; Τί έχει περισσέψει απ' αυτή τήν αφαίρεση; Τίποτα! Τίποτα που νά έχει σχέση μέ ό,τι γνώριζε μέχρι τώρα. Είναι ενδεχόμενο αυτή η αναμονή νά διαρκέσει γιά πάντα κάτι που αυτός πρέπει νά τό αντιμετωπίσει χωρίς αγωνία. Γιατί μήπως ακόμα κι αυτή η ατέλειωτη αναμονή δέν είναι προτιμότερη απ' αυτό που μέχρι πρίν από λίγο χαρακτήριζε σάν περιβάλλον του; Μήπως τό ότι τό έχει αντικαταστήσει αυτή, δέν είναι μιά εγγύηση γιά τόν δικό του διαρκή διαχω- ρισμό απ' αυτό, γιά τό ότι εξακολουθεί, εφ' όσον νοιώθει τόν εαυτό του ζωντανό μέσα της, νά αποφεύγει τίς παγίδες που προσπαθούν νά τόν ξανατραβήξουν στό εσωτερικό του, προτείνοντας κάθε τόσο μιά διαδρομή που φροντίζει μέ επι- μέλεια νά κρύψει πίσω απ' τή δυσκολία στό νά τήν ακολου- θήσει κανείς, πίσω απ' τίς νέες εμπειρίες καί τίς καινούρ- γιες προοπτικές που αφίνει νά φαίνονται στό βάθος, τόν γνωστό πλαδαρό ήχο τού ξαφνικού εμετού τής καρδιάς του κάποια στιγμή που δέν τό περιμένει καθόλου, όταν νομίζει ίσα ίσα πως αυτή τή φορά ο κόπος του δέν θά πάει χαμένος, πως οι μικρές φωνές, που όπως πάντα τόσο επίμονα τόν προειδοποιούσαν, έχουν επιτέλους γιά μιά φορά κάνει λάθος καί πως νά, ακούγονται κιόλας τά πρώτα τριξίματα που ση- μαίνουν πως η επιστροφή έχει γίνει αδύνατη καί πως τώρα πιά όσος φόβος κι άν έχει συσσωρευτεί μπροστά του είναι τρωτός... Είναι όμως επίσης πιθανό ότι αυτή η αναμονή δέν θά διαρ- κέσει γιά πολύ. Τό γεγονός καί μόνο ότι φτάστηκε, ότι κερ- δίθηκε, ότι διαλέχτηκε σάν προτιμότερη στάση από οποια- δήποτε οριζόντια κίνηση θά μπορούσε νά προβληθεί μέ τά ι- διαίτερα προσόντα της νά τήν εκθειάζουν σάν τήν καλλίτε- ρη λύση, τό ότι σ' αυτή τήν επιλογή εκείνο που έπαιξε τόν σπουδαιότερο ρόλο ήταν όχι κάποιο συμφέρον που θά εμφά- νιζε σάν απαίτησή της μιά σειρά από επιθυμίες ή φόβους η οποία θά σκέπαζε τήν εποχή εκείνη τόν ορίζοντα, αλλά η ξαφνική στροφή εκείνου πρός τήν καρδιά του καί η ολο- κληρωτική επιτέλους παράδοση στά χέρια της τού δικαιώ- ματος, που τόσο ζηλότυπα κρατούσε γιά λογαριασμό του, νά αποφασίζει εκείνη γιά τόν δρόμο που θά ακολουθούσαν, εί- ναι μιά σοβαρή απόδειξη ότι δέν μπορεί παρά νά έχει κάποιο εξαιρετικό περιεχόμενο. Καί ίσως η αίσθηση τής ύπαρξης τής εξαιρετικής φύσης αυτού τού περιεχομένου νά είναι που τήν κάνει τόσο επιθυμητή, τόσο προτιμότερη, παρ' όλη τήν δυσκολία τής παραμονής μέσα της, παρ' όλο τό αφάνταστο έργο που προϋποθέτει η διατήρηση τής παρουσίας εκείνου στόν φαινομενικά αδρανή της χώρο. (105) Φεβρουάριος 1985 "Είσαι χαμένος", μού είπε. "Είσαι χαμένος. Δέν έχεις επι- στρέψει ποτέ. Κουβαλάς εδώ στό σπίτι μου αυτό τό άχρηστο σώμα. Αυτές τίς άχρηστες σάρκες μέ τά κόκκαλά τους που επιμένουν νά τίς στηρίζουν, μέ τίς φλέβες καί τά νεύρα τους, μέ τό δέρμα που τίς καλύπτει καί τίς συγκρατεί καί τέλος μ' αυτό τό δοχείο στήν κορφή καί τήν φρίκη που τα- λαντεύεται μέσα του σέ κάθε βήμα. Πού τό γύρναγες πάλι; Πού τό κουβάλαγες; Μέ τί τό γέμισες αυτή τή φορά;". "Ήμουν κάτω απ' τή γέφυρα", τού είπα καί ξάπλωσα απο- καμωμένος στόν παλιό του καναπέ που τόσες φορές μέ είχε συγκρατήσει τήν τελευταία στιγμή. "Αυτή η γέφυρα!". Μού 'ριξε μιά ματιά κοιτάζοντάς με γιά πρώτη φορά στό πρόσωπο. "Στό τέλος κάποια απ' τίς φορές που φεύγεις καί τήν αφίνεις θά τό καταλάβει κι όταν γυρί- σεις δέν θά τήν βρείς στήν θέση της. Τόσες φορές σού έχω πεί ότι δέν πρέπει νά δένεσαι πάρα πολύ μέ τά πράγματα. Νά τά δένεις έτσι μαζύ σου. Νομίζεις ότι οι αγάπες τους εί- ναι σάν τίς δικές μας; Είναι σίγουρο πως άν κι εσύ πιστεύ- εις ότι τά εγκαταλείπεις όταν σέ προκαλεί κάτι καινούργιο, εκείνα δέν σ' αφίνουν ποτέ. Ξέρουν πολύ καλά ότι δέν μπο- ρείς νά τούς ξεφύγεις. Ο χώρος δέν έχει γι' αυτά μυστικά καί δέν είναι καθόλου δύσκολο ν' ακολουθήσουν τά ίχνη τών διαδρομών σου μέσα σ' αυτόν, όσο κι άν νομίζεις ότι καλύπτονται απ' τά σημάδια τών άλλων. Πολλά απ' αυτά που εδώ καί αρκετά χρόνια τώρα είχες αφίσει τόσο επιπό- λαια νά δεθούν μαζύ σου, ίσως έχουν αρχίσει κιόλας τήν πορεία τους πρός εσένα. Έχουν υπομονή. Κάποτε θά σέ φτά- σουν καί δέν θά σού μένει τίποτ' άλλο απ' τό νά τούς παρα- δοθείς. Νομίζεις ότι μπορώ νά σέ κρύβω συνέχεια;". "Μά δέν μ' ενδιαφέρουν πιά τά πράγματα", είπα, "ο καιρός τους πέρασε. Μ' ενδιαφέρουν ξανά οι άνθρωποι". "Ούτε η γέφυρα;", ρώτησε χαμογελώντας. "Ούτε η γέφυρα", απάντησα κουνώντας τό κεφάλι μου. "Ό- σο κι άν σού φαίνεται αυτό περίεργο. Κι ούτε κι εκείνη μ' ε- μποδίζει πιά. Έχουμε συνεννοηθεί". "Έχετε συνεννοηθεί;", ρώτησε δύσπιστα. "Γιατί τό δέχτηκε εκείνη αυτό;". "Τό δέχτηκε", είπα, "τό δέχτηκε γιά τό χατίρι τής μικρής μπαλαρίνας. Όταν τής εξήγησα ότι είχα ακολουθήσει κι ε- γώ τό ίδιο ουρλιαχτό...". (106) Φεβρουάριος 1985 Σοβαρός στάσου μπροστά στή μικρή μπαλαρίνα. Ίσως δέν θάναι χαριτωμένη γιά πολύ. Βλέπω τό πρόσωπό της. Βλέπω τό μικρό της κορμί. Βλέπω τήν καρδιά της. Ψάξε γιά τά ση- μάδια. Ψάξε τά σημάδια. Δέν μπορώ. Δέν μπορώ. Μέ πνίγει τό μικρό της στήθος. Θέλω νά φωνάξω. Θέλω νά ουρλιάξω. Μέσα στήν αίθουσα. Μπροστά στό ανοιχτό στόμα τής δα- σκάλας που δίνει παραγγέλματα. Μπροστά στούς γονείς που είναι καθισμένοι στή σειρά καί δέν υποψιάζονται, δέν ανησυχούν, δέν κινδυνεύουν ακόμα απ' αυτό που θέλει νά σκίσει τό πουκάμισο, θέλει νά σκίσει τίς μπλούζες, θέλει νά σκίσει τή λεπτή φόρμα καί νά τιναχτεί μέσα στό ζεστόν αέ- ρα, νά πέσει σάν τήν ουρά τού μαστίγιου πάνω στά πρόσωπα καί νά τά χαράξει βαθειά ώς τό κόκκαλο, νά ξεσκιστούν τά χείλη, νά φανούν τά δόντια, νά τσακίσουν οι γραμμές τών φρυδιών, ν' ανοίξουν οι φλέβες στό λαιμό κι ένα κόκκινο συντριβάνι νά γεμίσει τρόμο τά μάτια, ιδιαίτερα αυτών, αυ- τών τών πιό αγαπημένων της, τών πιό δικών της. Τών δι- κών της. Εννοώ τό μίσος της. Όχι έτσι όπως είναι τώρα που μόλις σχηματίζεται, τώρα που μόλις φαίνεται η μιά του άκρη, αυ- τή που βγαίνει από μέσα της, αυτή που θά γυρίσει καί σάν τόν σκορπιό στή μέση τής φωτιάς θά χτυπήσει πρώτα αυτόν που απ' τό κορμί του φύτρωσε καί που πάνω του ζεί, αλλά έ- τσι όπως θά γίνει μετά από αρκετά χρόνια, όταν ωριμάσει, όταν τραφεί όπως τού ταιριάζει, πελώριο καί υπέροχο καί δυνατό καί στή θέση του. Εκεί που πρέπει. Πλήρως καί ε- ντελώς δικαιολογημένο. Σημαδεύοντας καρδιές. Άλλες καρδιές. Παιδιών. Μεγάλων. Πραγμάτων. Τής Άνοιξης καί τού Χειμώνα. Τού Φθινόπωρου καί τού Καλοκαιριού. Τής Γής καί τών μεγάλων Φεγγαριών καί τών Ήλιων. Κι ακό- μα τήν καρδιά τού Νερού. Στό κέντρο! Καί στό τέλος τή δικιά Του Καρδιά. Αυτού, τού μεγάλου αμαρτωλού. Τού με- γάλου υπεύθυνου. Τού μεγάλου ανύπαρκτου. Τού εκτός τών άλλων. Τού μεγάλου περιττού. Γιατί ποιός τού έδωσε τό δι- καίωμα, ποιός τού έδωσε τήν άδεια νά παίζει μέ τίς καρ- διές; Νά χτίζει σιγά σιγά, βασανίζοντάς τες γιά τόσα πολλά χρόνια, γύρω απ' τίς μικρές καρδούλες τά κορμιά τους; Νά τά μεγαλώνει τόσο αργά, τόσο οδυνηρά αργά, ενώ εκείνες είναι τόσο πιό πρίν κιόλας έτοιμες κι έχουν απλώσει τά χέ- ρια! Καί νά τά μεγαλώνει έτσι, νά τά μεγαλώνει έτσι μέσα απ' τό φοβερό του πρόγραμμα, χωρίς καμμιά ελπίδα διαφυ- γής από τό αρχικό του σχέδιο, χωρίς καμμιά ελπίδα δραπέ- τευσης πρός τούς μαγικούς χώρους τής ομορφιάς τών μορ- φών, τής ομορφιάς τών κινήσεων, τής ομορφιάς τών ηδονι- κών αγκαλιών που τούς επιτρέπει νά φαντάζονται, που τίς εξωθεί νά ονειρεύονται από τά πιό τρυφερά τους χρόνια, ενώ Εκείνος παραφυλάει στή γωνιά, πίσω απ' τό φόβο που έχει φροντίσει νά υπάρχει εκεί γιά νά τίς παραμονεύει, πίσω απ' τήν πίκρα, πίσω απ' τά σιδερένια σαγόνια τής μοναξιάς, τής ερημίας τών υποχρεωτικών καί κατ' αντίφασην συνεντεύξε- ων που βυθίζει στούς γεννητικούς αδένες τού ενός, τού εξευ- τελισμού τής έστω καί κατόπιν παραγγελίας επιτέλους εμ- φάνισής τους, τήν άρνηση, τή φοβερή επαναλαμβανόμενη μέ επιμονή σφιγμού άρνηση τού άλλου νά τίς δεχτεί μέσα του, επειδή τού τό έχει αφαιρέσει ήδη, χωρίς καθόλου αναισθητι- κό, τραβώντας το καί ξεσκίζοντας τά τοιχώματα γιά νά τό βγάλει, αυτό τό μέσα, πρίν ακόμα προλάβει νά δημιουργηθεί ένα περιεχόμενο στό εσωτερικό του, που ίσως απάνω του θά τολμούσε νά στηριχτεί εκείνος ώστε νά μπορεί έτσι νά δέχε- ται... Πώς είναι δυνατόν! Πώς είναι δυνατόν νά διαπερα- στούν αυτές οι τεντωμένες μεμβράνες τών αλαλαζόντων κυμβάλλων Σου, Οποιεδήποτε, Οσοδήποτε, Επιοιουδήποτε Κύριε; Βλέπω τό πρόσωπο. Άσχημο. Πιό άσχημο αύριο. Λι- γότερη παιδική γλυκύτητα γι' αυτήν, τήν άλλη μέρα. Βλέπω τό κορμί. Λιγνό. Μικρό. Πιό μεγάλο, μά ακόμα μι- κρό αύριο. Ακόμα πιό μεγάλο, μά ακόμα μικρό τήν άλλη μέ- ρα. Σγουρές τρίχες στό εφηβαίο. Ρόγες που τινάχτηκαν πρός τά μπρός ξαφνικά κάποια βραδιά καί παράσυραν μαζύ τους τίς μικρές σάρκες. Μικροί κρουνοί γάλακτος εν ετοιμότητι. Μικρές τεφροδόχοι ηδονής μέ τόν συνδιασμό τους στό πλάϊ. Ένας πόθος αφάνταστος ανάμεσα στά μικρά σκέλια. Ένας μαγνήτης. Μιά Τερψιχόρη. Δάχτυλα που χορεύουν. Έρωτες που κουλουριάζονται. "Αγιε Δημήτριε μή μ' αφίνεις! Μή φεύγεις καβαλάρης". Ο Δράκος τών βράχων. Η Φορεσιά τού Κόσμου. Ο σφιγμός τών Κρίνων... Βλέπω τήν κραυγή. Ακούω τό ουρλιαχτό. Τό δικό της. Τό κατάδικό της. Τό μό- νο πράγμα δικό της. Θά πάρει φόρα. Θά τρέξει τίς ερήμους τού στήθους. Τίς γλυστερές κατηφόρες τών σπλάχνων. Χρό- νια καί χρόνια. Θά δυναμώσει χτυπώντας ανάμεσα στούς καθρέφτες τού μυαλού. Από καθρέφτη σέ καθρέφτη. Από γυαλί σέ γυαλί. Θά μπεί στ' αυτιά της απ' έξω. Σχεδόν ξένο. Θά δοκιμαστεί. Θά τρυπήσει. Θά μετανοιώσει. Πάλι καί πάλι. Ώσπου νά τό φωνάξει η καρδιά. Καί τότε θά πάρει τό κορμί. Θά γίνει τό κορμί. Καί θά ορμήσει από τίς σάλπιγγες τής κοιλιάς έξω, ελεύθερο, αναζητώντας Σε. Δέν υπάρχεις! Δέν είσαι! Είσαι όλα τά ουρλιαχτά. Τό σπέρμα που αδίκως γονιμοποιεί. Γι' αυτό μάς χρειάζεσαι λοιπόν; Γι' αυτό μάς ωριμάζεις; Τό ουρλιαχτό μας Σέ συντηρεί; Η απελπισία τών καρδιών μας Σέ τρέφει; Άχ, άς ήταν κι έτσι! Άς ήταν πολύ προτιμότερα έτσι. Άς ήσουν! Κι άς ήσουν όπως νάναι. Νά μπορούσε τουλάχιστον νά Σέ βρεί τό ουρλιαχτό μας. Νά μπορούσε τουλάχιστον νά υπάρχει εκδίκηση! (107) Φεβρουάριος 1985 "Τί περίεργο που είναι", μού είπε. "Φαίνεται σά νά έχουν δώσει σέ κάποιον νά μοιράζει κάθε πρωΐ τήν ίδια ποσότητα ηδονής που ξοδεύτηκε γιά όλο τόν κόσμο τήν προηγούμενη ημέρα καί νύχτα. Κάθε πρωΐ τήν ίδια ώρα κάποιος φαίνεται νά κάνει τή βόλτα του καί νά μοιράζει. Όμως δέν είναι έτσι ακριβώς. Γιατί αυτή η μοιρασιά γίνεται κάθε στιγμή καί εί- ναι σάν νά παίρνεται από κάπου γιά νά δοθεί. Πού βρίσκε- ται αυτό τό τεράστιο απόθεμα καί πώς δέν έχει ακόμα εξα- ντληθεί; Φαίνεται πως ενώ ο άνθρωπος κατευθύνεται διαρ- κώς πρός τά 'κεί καί τό νά τό φτάσει είναι ο μοναδικός του σκοπός, ένα σωρό εμπόδια τού κλείνουν τόν δρόμο που δέν στέκονται καθόλου στήν ίδια θέση, ούτε έχουν τήν ίδια δυ- σκολία γιά νά ξεπεραστούν κάθε φορά, ούτε έχουν τό ίδιο περιεχόμενο καί τήν ίδια ένταση κάθε στιγμή, έτσι που εί- ναι απαραίτητη η απόκτηση μιάς εξαιρετικής ευελιξίας που όσο μεγαλύτερη γίνεται τόσο πιό εύκολα φτάνει στόν στόχο της καί τόσο πιό πολλές φορές μπορεί νά τόν πλησιάσει, καί από διαφορετική μεριά κάθε φορά, κι ακόμα, τό ότι αυ- τή έχει καταφέρει νά εξελιχθεί σέ τέτοια επίπεδα, επιτρέπει καί στήν διάρκεια τής παραμονής κάποιου σ' αυτόν τόν ζη- λευτό χώρο νά αυξάνεται ανάλογα καί νά τόν αφίνει έτσι νά τόν εξερευνά σέ μεγαλύτερο βάθος, ανακαλύπτοντας πράγ- ματα που ούτε κάν μπορούσε, όντας λιγότερο επιδέξιος στό ξεπέρασμα τών εμποδίων, νά φανταστεί ότι θά ήταν δυνατόν νά υπάρχουν εκεί. Αρχίζει κανείς τότε νά υποψιάζεται ότι αυτός ο χώρος είναι απέραντος καί τό περιεχόμενό του καί σέ είδος καί σέ ποσότητα, ανεξάντλητο. Σιγά σιγά, καθώς ολοένα καί πιό επιδέξια, μέ μεγαλύτερη τόλμη, μέ μεγαλύτε- ρη υπομονή καί επιμονή προχωρεί σ' αυτά τά βάθη, φαίνεται σάν αυτός ο χώρος νά καλύπτει τά πάντα. Είναι τότε λοι- πόν που αυτή η υποψία αλλάζει περιεχόμενο καί γίνεται κά- τι φοβερά βασανιστικό, γιατί μέ κανένα τρόπο δέν μπορεί νά δικαιολογηθεί πώς, ενώ ξαφνικά στέκεται κανείς έκθαμβος μπροστά στό θέαμα τού γεμάτου από ηδονή κόσμου, ήταν δυ- νατόν παρ' όλα αυτά νά έχει γιά τόσο μεγάλο διάστημα βρε- θεί απ' έξω του καί νά έχει χρειαστεί τόσος κόπος καί ο α- γώνας μιάς ζωής γιά νά μπορέσει νά σκαρφαλώσει σ' αυτό τό μικρό ύψωμα απ' όπου, όχι εκείνα που καταφέρνει νά δεί, αλλά εκείνα που φαντάζουν μέσα στήν γαλάζια ομίχλη τού βάθους γεμίζουν τήν καρδιά του απελπισία γιατί κατα- λαβαίνει πως όλες οι ζωές όλων τών ανθρώπων μαζύ που έ- χουν περάσει μέχρι τώρα κι άν τού δίνονταν, κι άν ακόμα μπορούσε νά τίς ζήσει μέ τή σειρά τή μιά πίσω απ' τήν άλ- λη, δέν θά έφταναν παρά γιά νά τόν ανεβάσουν σέ μιάν άλλη κορφή απ' όπου τό θέαμα αυτών που ακόμα δέν έχει αγγίξει θά φαίνονταν τό ίδιο απέραντο κι η ίδια ακριβώς απελπισία θά τού τρυπούσε τήν καρδιά που δέ θάχε χορτάσει καθόλου, που δέ φαίνεται νά χορταίνει ποτέ, παρ' όλο που αυτός έχει δοκιμάσει κάθε είδους τροφή, κάθε είδους δηλητήριο, μέ τήν ελπίδα ότι θά κατάφερνε νά αυξήσει τήν ταχύτητά του, θά μπορούσε νά ξεπεράσει τίς διαστάσεις του, νά απαλλαγεί απ' τό βάρος του καί νά πετάξει μέσα απ' τό παράθυρο τής ζωής του πρός τά 'κεί, μέσα απ' αυτό τό παράθυρο που φαί- νεται νά ανοίγει μόνο μιά φορά γιά τόν καθένα καί που ά- νοιξε τή μιά καί μοναδική του φορά γι' αυτόν ξαφνικά κι α- ναπάντεχα μέ τό δικό του σώμα κουρνιασμένο στό περβάζι του, χωρίς ένα μήνυμα, χωρίς μιά εξήγηση πάνω στό πλαί- σιό του, που εκείνος έχει ψάξει χαλώντας τά μάτια του μέ- χρι τό τελευταίο του εκατοστό, έχει μυρίσει, έχει χαϊδέψει, έχει ξεσκίσει τή γλώσσα του γλύφοντάς το, έχει βυθίσει τ' αυτιά του ξανά μέσ' στό κρανίο τους πιέζοντάς τα πάνω του γιά ν' ακούσουν, έχει ποτίσει μέ τό σπέρμα του πάλι καί πά- λι μήπως φυτρώσει κάποιος κρυμμένος σπόρος καί τώρα στέκεται ακίνητος μέσα του χωρίς πιά νά προσπαθεί γιατί έ- χει επιτέλους καταλάβει πως η εξήγηση είναι αυτός ο ίδιος, πως τό μήνυμα είναι γραμμένο πάνω στό κορμί του, μέσα στίς σάρκες του, γιατί δέν υπάρχει τίποτ' άλλο, δέν περισ- σεύει τίποτ' άλλο καί τώρα πρέπει ν' αρχίσει νά ψάχνεται ο ίδιος, πρέπει ν' αρχίσει νά σκάβεται μόνος του, νά κοπεί σέ κομμάτια καί νά τά βάλει νά κοιτάζουν τό ένα τό άλλο, νά τά βάλει νά φαγωθούν ανάμεσά τους, νά χωνέψει τό ένα τό άλλο, μήπως τό τελευταίο, μήπως στό τελευταίο τήν τελευ- ταία στιγμή δοθεί η χάρις. Μήπως αφαιρεθεί επιτέλους η χάρις. Γιατί ποιός τού τό είπε ότι τήν ήθελα αυτή τή χάρη; Ποιός τού τό είπε ότι έχοντας κάνει τήν πρώτη κίνηση μπο- ρούσε τ' άλλα νά τ' αφίσει στήν τύχη; Ποιός τό είπε ότι δέν ευθύνεται γιά τό ότι έγινα έτσι ώστε αυτή η χάρις νά μή μού είναι πιά παρά βάρος; Τεντώνομαι κι ακούω τά κόκκαλά μου νά τρίζουν στήν καρέκλα τού καφφενείου... Τρελλέ! Τρελλέ Θεέ. Πώς είναι δυνατόν νά πιστεύεις στόν άνθρωπο; Πώς είναι δυνατόν νά έχεις εμπιστευτεί τή σωτηρία σου στόν πυρετό σου; Στήν αρρώστια σου που κάνει τά κόκκαλά σου νά τρίζουν σάν τήν καρέκλα τού καφφενείου που πάνω της κάθεσαι; Παίζοντας τάβλι. Χτυπώντας τά ζάρια. Ά- ντρας. Γυναίκα. Παιδί. Εξάρες!: Ερμαφρόδιτος. Γύναντρος! Δεκαήμερον. Οι εφτά παχουλές Λεσβίες τής Δημιουργίας. Τά εβένινα μαλλιά τού Λεωνίδα τής Σπάρτης... Μέ τί δι- καίωμα μού καθόρισες τό πόσο θά ζήσω; Τό πόσο περισσότε- ρο μπορώ νά ζήσω; Τό σέ τί σώμα θά στηριχτώ; Τί υπάρχει στό δικό σου περιβάλλον, πού σέ μεγάλωσαν, ποιός σού επέ- τρεψε νά παίζεις τέτοια παιχνίδια όπου η προδοσία λέει τήν τελευταία λέξη, η προδοσία που παραμονεύει μέσα μου καί που τό ίδιο μου τό σώμα θά στρέψει εναντίον τού σώματός μου τήν κατάλληλη στιγμή, ώστε νά μήν μπορεί νά τού ξε- φύγει; Καί νά μέ προειδοποιείς έτσι χαιρέκακα γι' αυτό μέ τά ακίνητα προδομένα σώματα τών άλλων, ώστε η επίγνω- σή μου νά είναι πλήρης, ώστε η απελπισία μου νά είναι πληρεστέρα, ώστε η αίσθηση τού αναπόφευκτου νά μέ γονα- τίζει τίς καλλίτερες στιγμές, όταν έχω καταφέρει νά σηκώ- σω λίγο τό κεφάλι, όταν μόλις έχω αρχίσει νά χαμογελώ. Καί τό χειρότερο απ' όλα, τό πιό καλό σου κόλπο, τό πιό έ- ξυπνό σου ατού, νά μήν έχεις φυτέψει μέσα μου τήν υποταγή αλλά τήν εξέγερση, ώστε κάποτε νά είναι σίγουρο πως δέν θά αποφύγω νά στραφώ εναντίον σου. Αυτό λοιπόν θέλεις! Αυτό λοιπόν επιθυμείς! Γι' αυτό πειραματίζεσαι έτσι συνέ- χεια πάνω μας; Γι' αυτό μάς σκοτώνεις; Γι' αυτό μάς τρώς σάν τόν Κρόνο; Γι' αυτό μάς διαλύεις, τόν καθένα καί μ' έ- ναν άλλον τρόπο, μέχρι που νά φτιαχτεί αυτός που θά σέ κα- ταλάβει, που δέν θά σέ φοβάται, που δέν θά προσπαθεί νά σέ αποφύγει, νά σού κρυφτεί καί θά κάτσει στήν άλλη καρέ- κλα απέναντί σου, επιτέλους, σάν ίσος; Τί θά παίξεις τότε μαζύ του; Από τί θά τόν κρατάς; Βλέπω τό μεγαλείο τής αδιαφορίας γιά τήν ασήμαντη ύπαρξή σου στά μάτια του. Βλέπω τίς κόρες τους νά αναστρέφονται. Βλέπω τή μικρή πανικόβλητη κίνησή σου καθώς αυτός έχει κιόλας ήδη αρ- χίσει νά αποσύρεται. (108) 18-2-1985 Πώς νά παίξω σκάκι μ' αυτό τό παιδί; Έχει τόση πίκρα, τό- σο μίσος μέσα του. Ψάχνει απελπισμένα γιά κάποιον που εί- ναι ελεύθερος, που δέν παίζει μέ κάποιον άλλον. Είμαι ο μό- νος. Τόν βλέπω νά κοιτάζει επίμονα πρός τά 'δώ, προσπαθώ- ντας νά συναντήσει τή ματιά μου, προσπαθώντας νά εστιά- σει τά μάτια του πάνω στά δικά μου. Μά πώς νά γίνει; Πώς νά τό κάνει αυτό, όταν τό ένα του μάτι μόλις καρφωθεί στό στόχο, φεύγει σιγά σιγά πρός τήν άκρη τού προσώπου του, πρός τήν άλλη μεριά από εκείνη που θέλει αυτός καί μένει εκεί, σάν νά μήν τολμά νά πλησιάσει τό άλλο, σάν νάχουν μιά παλιά έχθρα μεταξύ τους κι αυτό δέν μπορεί νά τ' αντέ- ξει καί φεύγει. Φεύγει όσο πιό μακρυά μπορεί. Μόνο του. Χωρίς νά τόν ρωτήσει. Χωρίς νά τόν ρωτήσει, αυτόν, που νοιώθει πως δέν πρέπει νά γίνεται έτσι. Πως δέν είναι αυτό τό κανονικό. Πως αυτός είναι που πρέπει νά αποφασίζει γιά τό πού θά βρίσκονται καί τά δυό του μάτια κάθε φορά, γιά τό πού θά έχουν στραφεί καί τά δυό κάθε φορά, ταυτόχρονα, σύγχρονα, έτσι όπως έχουν φτιαχτεί νά κινούνται, έτσι ό- πως έχουν προγραμματιστεί νά κινούνται απ' τήν κατασκευ- ή τού σώματός του, απ' τήν όπως έπρεπε νά είχε γίνει κατα- σκευή τού σώματός του, όπως τήν περιγράφουν τά βιβλία, ό- πως τού δείχνουν τ' αποτελέσματά της τά μάτια τών άλλων ανθρώπων απέναντί του, όπως τού δείχνουν τά εντελώς κα- τά τύχη στή θέση τους δικά μου, που εντελώς κατά τύχη δέν είμαι αυτός! Εντελώς κατά τύχη δέν δαγκώνω τώρα τήν γλώσσα μου προσπαθώντας νά ταιριάξω, νά συντονίσω ξα- νά τήν κίνηση, νά απομακρύνω καί νά επαναφέρω ξανά, αρ- χίζοντας από τήν άκρη τής αίθουσας, στρέφοντας τό κεφάλι καί πλησιάζοντας τό βλέμμα στό πρόσωπο που θέλω νά δώ, νοιώθοντάς τα νά κινούνται στήν αρχή σωστά, νά στρέφο- νται σάν ζευγάρι, νοιώθοντας ότι πλησιάζουν εκεί που πρέ- πει νά σταθούν, εκεί που πρέπει νά μείνουν ακίνητα, ώστε νά μού δώσουν τήν σωστή εικόνα, νά μού δώσουν αυτό που είναι υποχρεωμένα, αυτό που απ' τό ιδιαίτερο προνόμιο που έχουν νά βρίσκονται σ' αυτή τήν εκλεκτή θέση, σ' αυτό τό στραμμένο πρός τόν κόσμο μπαλκόνι, έχει προβλευθεί νά ε- κτελούν σωστά, όπως είναι ο κανόνας, όπως λέει ο γενικός κανόνας ότι θά γίνονταν καί σ' αυτή τήν περίπτωση, αναμέ- νονταν νά γίνει καί σ' αυτή τήν περίπτωση, που εντελώς κατά τύχη δέν κάθεται στό δικό μου τό τραπέζι μέ τόν καφέ μου μπροστά του, δέν κοιτάει πρός τήν πόρτα καί αφίνει λί- γο σάλιο νά τρέξει από τήν άκρη τών χειλιών του καθώς δαγκώνει τήν γλώσσα του, καθώς προσπαθεί νά επαναφέρει αυτό που ξέφυγε μέσα στό μικρό χώρο τής κόγχης του, που τού ξέφυγε τόσο λίγο κι όμως τόσο απέραντα πολύ καί που δέν θέλει νά επιστρέψει, που τόν αναγκάζει ν' αρχίσει πάλι απ' τήν αρχή, από τήν άκρη τής αίθουσας πρός τό τραπέζι που εντελώς τυχαία δέν κάθεται αυτός παρατηρώντας τό θέ- αμα τών ματιών μου που ξεφεύγουν. Εντελώς τυχαία δέν α- νατριχιάζει από μιά μικρή φρίκη καθώς σκέφτομαι τό τί κρίμα, τί κρίμα αυτό τό παιδί, αυτό τό αγόρι, νά έχει κάτι τέτοιο, κάτι που μπορεί νά φανεί τόσο κωμικό, τόσο γελοίο στά μάτια τών άλλων που παρακολουθούν τό δικό του, τή στιγμή ακριβώς που κοιτάζονται, νά φεύγει αργά πρός τά πλάγια, νά γλυστρά μακρυά, κάνοντας τήν αμηχανία τής πρώτης στιγμής νά γίνεται γέλιο, νά φουντώνει καί νά ξε- σπάει μέ ανακούφιση σ' ένα φοβερό χάχανο που εντελώς τυ- χαία δέν τό ακούνε τά δικά μου τ' αυτιά, εντελώς τυχαία δέν είναι δικιά μου αυτή η οργή που ξεσκίζει τό στήθος του, αυτό τό παράπονο στήν άκρη τών χειλιών του που τρέμουν, αυτό τό δάκρυ που εντελώς τυχαία δέν κρέμεται απ' τό δικό μου τό μάτι αλλά απ' αυτό ακριβώς που τού ξέφυγε, που φαίνεται κι εκείνο νά μή θέλει αυτό που προκαλεί μέ τήν α- συνήθιστη θέση του, μέ τήν όπως φαίνεται αχαριστία του, μέ τήν κακή του διάθεση νά τοποθετηθεί σωστά, όχι γιά τήν ει- κόνα, όχι γιά τό χατήρι τής σωστής εικόνας που δέν πειρά- ζει, δέν θά πείραζε καθόλου, άς μήν ήταν καλή, μόνο γι' αυ- τό τό χάχανο, γι' αυτό τό χάχανο που τόσο εντελώς τυχαία δέν έχω ακούσει ν' αντιβουΐζει στούς τοίχους τής αυλής τού σχολείου, στούς διαδρόμους τήν ώρα τού διαλείμματος, μπροστά απ' αυτές τίς κοτσίδες που κυμάτιζαν παρ' όλα αυ- τά τόσο ωραία, τόσο έτσι που νά θέλεις νά τίς χαϊδέψεις, τόσο εντελώς τυχαία αδύνατον νά τό κάνει πιά. Πώς, μέ τέτοια μάτια, μέ τέτοιο μάτι, μέ τόσο ατίθασο καί ανυπόταχτο βολβό, που τόσες φορές, τόσες φορές έχω κιό- λας σκεφτεί τί προτιμότερο θά ήταν νά έλειπε, τί ομορφότε- ροι ήταν οι Κύκλωπες που κανείς δέν ήξερε πού είχαν πρό- θεση νά κοιτάξουν, κανείς δέν θά καταλάβαινε άν έφευγε τό μάτι τους από μόνο του, μόνο θά νόμιζε ότι κοιτάνε αλλού καί τότε δέν θά ήταν έτσι τρομερό, δέν θά ήταν έτσι άδικο νά ξέρει, νά καταλαβαίνει, ότι εντελώς κατά τύχη είναι αυ- τός που δέν μπορεί νά χαϊδέψει αυτή τήν κοτσίδα που τρα- ντάζεται τώρα μπροστά του, που πνίγεται απ' τά γέλια πα- ρακολουθώντας τά μάτια του, καί πώς, όταν δέν έχεις τολ- μήσει επειδή εντελώς κατά τύχη είσαι αυτός, νά χαϊδέψεις τότε μιά κοτσίδα, νά χώσεις τά δάχτυλά σου μέσα σ' αυτές τίς αφάνταστα ηδονικές καστανές τρίχες που στολίζουν τό γλυκό πρόσωπο που εντελώς τυχαία είναι αυτό που τραντά- ζεται απ' τά γέλια καί δέν έχει τά δικά σου τά μάτια, πώς ό- ταν δέν έχεις τολμήσει τότε ούτε νά τό σκεφτείς κάν, πώς λοιπόν μπορείς τώρα νά συγχωρήσεις τό χάδι που βλέπεις στό τραπέζι κοντά στήν πόρτα, τό χάδι στά μαλλιά τής κοπέλλας που ο άλλος που κάθεται απέναντί της, τόσο τρυ- φερά, τόσο άνετα, απλώνει τό χέρι του καί τής δίνει, τό χέρι του που τόσο εντελώς κατά τύχη δέν είναι δικό σου γιατί τά μάτια σου είναι τόσο εντελώς κατά τύχη δικά σου, αυτά τά μάτια που έχουν κάνει τό στόμα σου νά στραβώσει απ' τήν προσπάθεια που γίνεται τόσα χρόνια νά τά ταιριάξουν, που έχει κάνει τό πρόσωπό σου νά σκληρύνει γιά νά μή τό πλη- γώνει πολύ βαθειά τό γέλιο που χτυπούσε τόσα χρόνια επά- νω του, που έχει κάνει τό μυαλό σου νά παγώσει σέ μιά στά- ση αναμονής γι' αυτό που θά έρχονταν, γι' αυτό που θά έφευ- γε, γιά όλα αυτά που θά απαγορεύονταν από τόν άλλο απέ- ναντί σου όταν τά βλέμματά σας θά συναντιώνταν, ενώ γιά μιά στιγμή, γιά μιά μικρή στιγμή είχε αρχίσει νά σέ πλη- σιάζει, είχε αρχίσει νά ετοιμάζεται νά δώσει, νά ανοίξει, νά σέ δεχτεί, πρίν τό μάτι, πρίν αυτό τό εντελώς τυχαία δικό σου μάτι αρχίσει τό ταξίδι του. Πώς δέν τό καταλαβαίνει ο άλλος, πώς δέν τό καταλαβαίνει καθόλου ο άλλος ότι τυ- χαία, εντελώς τυχαία δέν είναι εσύ, εντελώς τυχαία δέν εί- ναι τό δικό σου χέρι που χαϊδεύει τό χαριτωμένο κεφάλι α- πέναντί του, πώς δέν θέλει καθόλου νά τό καταλάβει γιατί καί τί τόν νοιάζει αυτόν πέρα απ' τό χάδι που δίνει, απ' αυ- τή τήν ηδονική αίσθηση τών δακτύλων του που χώνονται μέσα στά μαλλιά πάνω απ' τό πρόσωπο που τού χαμογελά, που μισοκλείνει τά μάτια κι αφίνεται; Αλλά κι άν τόν έ- νοιαζε, τί θά μπορούσε νά κάνει; Τί θά μπορούσε νά κάνει πέρα απ' τό νά αισθανθεί μιά ανακούφιση, που δίνει στό χά- δι του, στήν απόλαυσή του, πιό πολλή ηδονή, γιατί θά είχε κιόλας καταλάβει πόσο εντελώς τυχαία τά μάτια σου δέν εί- ναι δικά του, γιατί θά είχε κιόλας καταλάβει από τί γλύτω- σε, τό πόσο εντελώς τυχαία έχει γλυτώσει καί κάθεται τώρα σ' αυτή τήν ωραία θέση, τήν τόσο προνομιούχα θέση, ενώ εσύ, που τόσο εντελώς τυχαία τά μάτια του δέν είναι δικά σου, προσπαθείς εδώ καί τόσην ώρα νά στραφείς πρός κά- που, νά κινηθείς πρός κάποιο άλλο τραπέζι σεριανώντας τήν διχαλωτή ματιά σου πάνω απ' όλα τά τραπέζια μ' όλα τά τυχερά κεφάλια, τά τόσο εντελώς κατά τύχη τυχερά. Τό- σο πολλά, τόσο πολλά αλήθεια μπροστά στό ένα τό δικό σου τό τόσο εντελώς κατά τύχη άτυχο, που θά μπορούσε, θά ήταν τόσο εύκολο νά ήταν ένα από τ' άλλα, θά ήθελες τόσο πολύ νά είχε τήν τύχη νά ήταν από τ' άλλα κι άς είχε κατά τύχη διαλεχτεί ένα απ' αυτά άν ήταν απαραίτητο, άν ήταν τόσο λοιπόν απαραίτητο νά βρίσκονταν μέσα σ' αυτήν τήν αίθου- σα, αυτήν τήν ώρα, ένα τέτοιο σάν τό δικό σου κεφάλι! Άς ήταν εντελώς κατά τύχη διαλεγμένο νά ήταν ένα απ' όλα αυτά!... Γιατί αλλοίμονο άν δέν είναι κατά τύχη! Αλλοίμο- νο άν δέν είναι εντελώς κατά τύχη νά τυχαίνει τά πράγματα νά συμβαίνουν έτσι! Γιατί τότε πρέπει νά βρεθεί αυτό που φταίει. Αυτό που φταίει γιά τήν ατυχία. Αυτό που έχει τήν ευθύνη γιά τό ότι η ατυχία δέν είναι καθόλου κατά τύχη α- τυχία. Καί πρέπει νά ανιχνευθεί η πρόθεσή του. Επειδή πώς είναι δυνατόν νά εξακολουθούμε νά ανεχόμαστε αυτή τήν α- δικία εις βάρος μας; Εις βάρος τών παιδιών μας; Εις βάρος αυτών που θά μπορούσαμε νά αγαπήσουμε, νά έχουμε αγαπη- μένους ηδονικούς συντρόφους, καί δέν μπορούμε, δέν μπο- ρούμε γιατί μάς τούς παίρνει κάτι που φαινομενικά είναι μιά εντελώς τυχαία ατυχία, γιατί μάς παίρνει εμάς απ' αυ- τούς επειδή δέν τούς αφίνει νά μάς πλησιάσουν; Καί μά- λιστα όταν είναι μιά αδικία που γίνεται καί στά δύο μέρη, γιατί ποιός είναι αυτός που δέν έχει βρεθεί καί στά δύο μέ- ρη; Που δέν έχει νοιώσει τήν φρίκη τής έλλειψης ή τής πα- ραμόρφωσης τής φαινομενικά εντελώς κατά τύχη τυχαίας ατυχίας επάνω του; Που δέν έχει μισήσει τούς άλλους που βρίσκονται στήν άλλη μεριά; Που απολαμβάνουν τίς ηδονές τής άλλης μεριάς; Που δέν έχει μισήσει τήν ηδονή που ενώ προσφέρεται στήν άλλη μεριά, γι' αυτόν που δέν βρίσκεται σ' αυτή, η απόκτησή της δέν μπορεί παρά νά γίνει μέ τή βία; Μέ τήν οποιαδήποτε μορφή βίας; Που δέν έχει μισήσει τούς άλλους ακόμα μιά φορά, γιατί, τώρα, εκτός απ' όλα τ' άλ- λα, βλέπουν στό πρόσωπό του κι αυτή; Υπάρχουν εμπόδια που δέν φαίνεται νά ξεπερνιούνται μέ τήν αλλαγή τής αισθητικής. Ούτε ακόμα καί μέ τήν κατάρ- γηση τής οποιασδήποτε αισθητικής. Ίσως η αισθητική τής ομορφιάς θά μπορούσε νά αντικατασταθεί από τήν ομορφιά τής λειτουργίας. Καί εδώ δέν θά είχε ν' αντιμετωπίσει κα- νείς παρά μόνο τήν έλλειψη. Τότε θά είχε όμως ήδη αλλάξει τό επίπεδο. Τότε θά μιλούσαμε ήδη μιάν άλλη γλώσσα. (109) 7-3-1985 Επειδή ακριβώς τά θέλω όλα, γι' αυτό καί δέν ζητάω τίπο- τα. Because I have everything, this is why I ask for nothing. Επειδή τά θέλω όλα, νά γιατί δέν ζητάω τίποτα. Μέ τί δικαίωμα μέ παίρνεις ύπνε; Πού μέ πάς; Τί είναι, τί είναι, γιατί φυσάει αυτός ο άνεμος; Γιατί δέν καταλαβαίνω τή γλώσσα του; Μέ τί μιλάει μέσα μου καθώς φιλάει τίς γυ- μνές άκρες τού κορμιού μου; Πώς μ' αφίνουν εμένα απ' έξω; Πώς περισσεύω έτσι; Η Σελήνη, η Σελήνη περνάει μέ τό βλέμμα της καρφωμένο επάνω μου! Τί κοιτάς, τί ψάχνεις στρογγυλοπρόσωπη Θεά; Τί έχεις ερωτευθεί από 'μένα που δέν τό ξέρω ακόμη; Ώστε ζεί λοιπόν μέσα μου ένα τέτοιο πλάσμα! Μιά τέτοια ερωμένη! Πώς περνάω έτσι τυφλός, έ- τσι λαθραίος, έτσι τρέχοντας, πάνω στή γή τών ερώτων! Γιά πού; Γιά πού; Πού είναι η μυστική σου φωλιά; Πού περιμέ- νει τό δικό μας ερωτικό στρώμα; Σέ τί κρεββάτι μέ παρασύ- ρεις; Νοιώθω τά πέπλα σου νά μού χαϊδεύουν τό πρόσωπο. Ποιός πλένει, ποιός απλώνει τό πουκάμισο τού Θανάτου; Ποιός τού τό κρατάει γιά νά τό φορέσει; Ποιός τόν φιλάει γλυκά στά χείλια πρίν ξεκινήσει; Τί χρώμα έχει τό πουκά- μισό σου Θάνατε; Πώς είναι τό πρόσωπό σου Τελευταίε ερα- στή; Τί σκουλαρίκια κρέμονται στ' αυτιά σου; Ακούω τή μουσική απ' τά βραχιόλια τών αστραγάλων σου καθώς γο- νιμοποιείς τίς μακρινές γωνιές τού κορμιού μου. Ά, πώς μέ γεμίζει έτσι αυτή η παλλίρροια τών απρόσμενων, αβέβαιων ακόμα επαφών σου! Αβέβαιων, μά εκτυφλωτικά ωραίων! Τό μεγαλείο σου, καθώς ευγενικά υποχωρείς, καθώς ευγενικά παραχωρείς, καθώς αφίνεις προσωρινά, χαμογελώντας, τό Φώς νά κερδίσει τή Χάρη! Είναι κι αυτό ένας ερωτευμένος. Ένας Οσφραντικός. Ένας αναμένων Μύστης τού καθυστε- ρημένου αρώματός σου. Άς στολίσει! Άς στολίσει μέ τά φι- λιά του τή Μαύρη μας Ηδονή! Άς παρεμβληθεί, άς τοπο- θετήσει τά μαργαριτάρια του! Μήπως δέν θά τονιστεί έτσι η ομορφιά τής Μαύρης σου Αλυσσίδας; Τού μελλοντικού γα- μήλιου δώρου σου, που τόσο τρυφερά περνάς κάθε τόσο στό λαιμό μου κι έναν καινούργιο της κύκλο μέχρι νά συμπλη- ρωθεί; Μήπως δέν έχει στολίσει τόσο όμορφα τό δαχτυλίδι τών αρραβώνων μας που τό σκοτάδι του γοητεύει ακόμα, α- κόμα τό ίδιο τήν καρδιά μου, όταν τό βλέμμα μου πέσει τυ- χαία επάνω του! Όταν τό θυμηθεί; Είσαι δικός μου! Δικός μου! Τί κι άν μού τάχουν πάρει όλα! Τί κι άν μέ πρόδοσαν ό- λα περνώντας σέ ξένα χέρια! Εσύ δέν θά μέ προδόσεις ποτέ! Εσένα δέν μπορεί νά σέ πάρει κανείς! Εσύ μού έρχεσαι! Διαρκώς μού έρχεσαι! Βλέπω τό ανθισμένο λειβάδι που πά- νω του τρέχω, ολοένα καί πιό γρήγορα, πιό γρήγορα, νά σέ συναντήσω. Ώ, πώς θ' αγκαλιαστούμε! Πώς θά μέ γνωρί- σεις απ' τό δαχτυλίδι μου! Πώς θά μέ φιλήσεις στό στόμα, στά χέρια, στό λαιμό, μέ τό φιλί σου! Τό δικό μας φιλί! Πώς θά κυλιστούμε στό χορτάρι! Στά λουλούδια! Νοιώθω τό βάρος σου. Νοιώθω τά σπλάχνα μου νά αναστατώνονται καθώς σέ αναγνωρίζουν. Καθώς τά διαπερνάς. Καθώς διεισ- δύεις. Καθώς τά πνίγεις, τά πνίγεις μέ τήν πλημμύρα τού Μαύρου σου Σπέρματος. Αγάπη μου! Αγάπη μου! Τί θα γεν- νηθεί, τί θά γεννηθεί απ' τήν ένωσή μας; (110) 8-3-1985 Επειδή ακριβώς τά θέλω όλα, γι' αυτό καί δέν ζητάω τίπο- τα! Επειδή τά θέλω όλα, νά γιατί δέν ζητάω τίποτα! Επειδή δέν ζητάω τίποτα, γι' αυτό ελπίζω στά πάντα! Επειδή είμαι τά πάντα, γι' αυτό δέν μέ φτάνει ο εαυτός μου! Ποιός άρπαξε τήν περιουσία μου, τήν κληρονομιά μου καί μ' έχει κλείσει σ' αυτή τή φυλακή; Ποιός μ' έπεισε ότι πρέ- πει ν' αγωνιστώ γιά μιά καλλίτερη μετριότητα; Νά ξοδευτώ γιά τά σκουπίδια; Ποιός τά κανόνισε έτσι ώστε νά μάς προ- λαβαίνει η φθορά; Πάνω που... "Πρίν καταλάβουν, πρίν κα- ταλάβουν! Τσάκισέ τους! Ρίχ' τους τόν ένα πάνω στόν άλ- λον! Τύφλωσέ τους! Κόψ' τους τή γλώσσα! Βάλ' τους μιά φωτιά στά σκέλια! Νά προσπαθούν νά τή σβύσουν συνέχεια! Νά τούς καίει τό μυαλό! Έτσι! Νά ξεχάσουν! Νά ξεχνάνε! Νά μή μπορέσουν ποτέ νά θυμηθούν! Νά λειώνουν απ' τόν πόθο καί νά μή ξέρουν τί θέλουν! Λύσ' τους τά φρένα! Χάλα- σέ τους τά φρένα! Νά τούς παίρνει η κατηφόρα! Γρήγορα! Πιό γρήγορα! «Τί είναι αυτό;». Άκου τί λένε! «Τί είναι αυ- τό που πέρασε σάν αστραπή; Κάτι μού θυμίζει! Κάτι μού θυ- μίζει! Άχ τί; Τί; Γιατί χτυπάει έτσι η καρδιά μου; Τί τής θύ- μησε τής καρδιάς μου; Βοήθεια! Βοήθεια!». Έτσι! Έτσι! Νά σπάσει η καρδιά τους! Νά συγχιστεί η καρδιά τους! Βαβέλ! Μιά Βαβέλ! Βοήθεια! Άκου βοήθεια! Ποιόν φωνάζουν; Έ- χουν τρελλαθεί! Είναι τρελλοί! Είναι τρελλοί! Επιτέλους! Χτύπα, χτύπα μέ τό μαστίγιο! Κάν' τους νά χοροπηδάνε! Χά, χά! Χά, χά! Άκου βοήθεια! Άκου βοήθεια! Έτσι! Λειώσ' τους τή σάρκα! Νά γουρλώνουν τά τυφλά τους! Νά προσπαθούν νά τήν πιάσουν που πέφτει! Τρίψ' τους τά δόντια! Τρίψ' τους τά δόντια μέ τό γυαλόχαρτο! Άκου κληρονόμοι! Πού τό βρήκανε; Ποιός τούς τό μαρτύρησε; Λές επειδή τούς έστρι- ψε; Μήπως τό παρακάναμε; Φέρε τά τσιμπιδάκια. Πιάσ' τους τό μυαλό εκεί που περισσεύει. Πανάθεμά τους! Πανάθε- μα τήν άτιμη ράτσα! Δέ λέει νά τό βάλει κάτω! Έχει τρύ- πες, έχει τρύπες τό σύστημα! Τό Μαλάκα! Τόν Αρχιμαλάκα! Δέν μπορεί νά κάνει μιά δουλειά σωστά! Πρήξ' του τ' αρχί- δια αυτουνού εδώ! Βάλ' του τή γκόμενα νά τού κουνηθεί! Έ- χει ξεχαστεί καί κοιτάει τά σύννεφα! Γρήγορα, θά μάς φύ- γει! Κι αυτός εδώ! Σάν πολύ τόν λογαριάζει τόν Έρωτα! Σάν πολύ τόν ερωτεύτηκε τόν Έρωτα! Κάτι πρέπει νά βλέ- πει από πίσω! Κάτι πρέπει νά έχει υποψιαστεί! Είπαμε κι άλλη φορά! Όχι Έρωτας! Γαμήσι! Σκέτη Καύλα! Τάϊσέ τους Καύλα! Κι άλλη! Κι άλλη! Νά μή σκέφτονται! Νά γα- μούν! Ένα Γαμήσι νά γίνει τό μυαλό τους! Ένα Γαμήσι νά πήξει μέσ' στό μυαλό τους! Έτσι! Έτσι! Νά τούς καβαλή- σουν τά σκέλια τους! Άκου κληρονόμοι! Άκου βοήθεια!". (111) 9-3-1985 Έλα νά σέ πάρω μιά βόλτα στή Χώρα μου! Εδώ είναι η Θά- λασσα. Κι εδώ η Στεριά. Αυτό από πάνω λέγεται Ουρανός. Κι αυτά είναι τά Σύννεφα. Ό,τι έχεις ακούσει γι' αυτήν εί- ναι ψέμματα. Ό,τι έχεις ακούσει γιά μένα είναι ψέμματα. Μιά τίγρις είναι αυτή η Χώρα. Κανείς δέν ξέρει τί κρύβει κάτω απ' τά ρούχα που φοράει. Κανείς δέν ξέρει πιό είναι τό φύλο της. Εδώ είναι ο Ήλιος. Αυτός είναι τό θύμα της. Πρώτα τήν τρέλλανε. Μετά τήν έκανε επιληπτική. Αυτό ή- ταν τό λάθος του. Ήταν τόσο ωραία στίς κρίσεις της! Καί ποιός δέ θά τήν ερωτεύονταν! Ιδιαίτερα αυτός! Δέν είναι αυτή που είναι δεμένη μαζύ του. Αυτός δέν μπορεί νά τής φύγει. Τούς ανθρώπους απάνω της τούς τρώει μιά αρρώ- στια. Φταίει τό φώς. Στήν αρχή είναι παιδιά. Μετά είναι παιδιά. Καί στό τέλος είναι παιδιά. Είμαι κι εγώ άρρωστος. Εγώ δέν έχω γεννηθεί ακόμα. Μετά δέν έχω γεννηθεί ακό- μα. Καί στό τέλος δέν έχω γεννηθεί ακόμα. (112) 10-3-1985 Ώστε πρέπει νά παραδοθούμε! Ώστε πρέπει νά παραδοθούμε στή φθορά! Ώστε πρέπει ν' αφίσουμε πίσω μας κάθε ελπίδα! Δέν θέλω νά ζήσω γιά μένα! Γιά μένα που τά λέει αυτά. Δέν μ' ενδιαφέρει αυτός που κρατάει τό στυλό καί γράφει. Δέν μ' ενδιαφέρει αυτός που αγωνιά. Αυτός που φοβάται. Αυτός που τρέμει μπροστά στό αργό αλλά τόσο αναπότρεπτο, τόσο μέ τόν σταθερό ρυθμό ενός αμείλικτου ρολογιού, σβύσιμο, κάθε μέρα καί μιάς, κάθε μέρα καί δυό, απ' τίς μικρές ζωές που κάποτε μαζεύτηκαν καί συμφώνησαν νά συνεργαστούν γιά νά τόν φτιάξουν. Άχ, Μάριε! Μάριε! Κάποτε θεωρούσα τόν Καρκίνο σάν τήν επανάσταση τών εξεγερμένων κυττάρων ενάντια σ' αυτό τό πλαδαρό συνοθύλευμα από σάρκες καί κόκκαλα καί σπλά- χνα καί απληστία καί αρπαγή καί φόβο καί θέληση ν' αγα- πήσει καί ανικανότητα ν' αγαπήσει καί απελπισία γι' αυτό καί μετά φθόνο καί μίσος καί μικροπρέπεια γι' αυτό. Κάπο- τε ήθελα νά μπώ μέσα στόν Καρκίνο μου. Νά γίνω ο Καρκί- νος μου! Γιατί άν ο άνθρωπος είναι ο Καρκίνος τού Θεού, τότε ο Καρκίνος τού Ανθρώπου έπρεπε νά είναι η μόνη του ελπίδα. Τί συνείδηση νά έχουν άραγε τά κύτταρα ενός ό- γκου; Γιατί ποιός τό είπε ότι δέν θά πρέπει νά έχουν τήν δι- κιά τους συνείδηση; Μήπως δέν είναι κι αυτά ζωή; Μήπως ξέρουμε από ποιό σημείο καί πέρα, από ποιό επίπεδο καί πέ- ρα αρχίζει η ζωή νά έχει συνείδηση; Ποιά απ' τίς δυό είναι η απαραίτητη προϋπόθεση τής άλλης; Γιατί νά μήν προηγεί- ται η Συνείδηση; Γιατί νά μήν είναι αυτή που δημιουργεί τή ζωή; Άν είν' έτσι, τότε θά πρέπει νά έχω προηγηθεί τού σώ- ματός μου. Άν είναι έτσι, τότε θά πρέπει νά μπορώ νά προη- γηθώ τού σώματός μου ξανά! Πρέπει νά μπορώ νά τό σταμα- τήσω. Πρέπει νά μπορώ νά τό κάνω νά πάψει νά φθείρεται. Επειδή τό θέλω! Επειδή τό αποφάσισα! Εμπρός λοιπόν, άς σταματήσουμε αυτό τό περίεργο ρολόϊ που μάς έχει ξεχάσει καί τραβάει τό δρόμο του, μετράει τό χρόνο του καί ρυθμίζει τή φθορά μας ερήμην μας. Πώς θέλω νά γίνω συνομήλικός σου αγόρι μου! Πού πρέπει νά ψάξω γιά νά βρώ τή λέξη που θά λύσει τά μάγια; Τό φιλί που θά ξυπνήσει τήν ωραία που κοιμάται; Τί άλλο έχω εκτός απ' αυτό τό κορμί; Τί άλλο έ- χω καί δέν τό ξέρω; Πρός τά πού είναι η μυστική μου προέ- κταση; Πώς τρυπάει κανείς τό Σκοτάδι; Πόσον καιρό έχω ακόμα; Τί είναι αυτό που μού ψιθυρίζει πως είναι απλό; Πως είναι τόσο απλό! Πως είναι εδώ, μπροστά στά μάτια μας καί δέν τό βλέπουμε! Πως όλη τήν ώρα λέει στ' αυτιά μας τά ερωτικά του λόγια καί δέν τό ακούμε! Γι' αυτό ειπώ- θηκε εκείνο τό: "Έχουν μάτια καί δέν βλέπουν! Έχουν αυ- τιά καί δέν ακούν!"... Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω!... Πιό δυνατά! Λίγο πιό δυνατά! Ησυχία! Πιό πολλή ησυχία! Έλα λοιπόν! Πιό δυνατά! Λίγο ακόμα! Εκείνο τό Μήλο τής Εδέμ Σού έχει καθήσει στό λαιμό! Ώς πότε θά συνεχίζεται αυτό; Ρίξε μιά ματιά γύρω Σου! Ώς πότε αυτή η αθλιότητα! Πότε επιτέλους θά κατέβεις νά μαζέψεις τά σπασμένα γυαλιά; Ή δέν τάχεις σκεφτεί καθόλου αυτά; Όταν μάς πέταξες απ' τό παράθυρο! Όταν μάς εκπαραθύρωσες από τόν Κήπο Σου! Πέ- σανε κι αυτά μαζύ μας στόν δρόμο! Ούτε μιά φορά δέν έχεις βγεί στό παράθυρο νά κοιτάξεις; Βγές λοιπόν! Βγές νά δείς πού παίζουν τά παιδιά Σου! Ώς πότε θά Σού πετροβολάμε τά παντζούρια; Ώς πότε θά κάνεις τόν κουφό; Βγές νά δείς πώς έχουμε πετσοκοφτεί! Πώς σφαζόμαστε μέ τά γυαλιά από τά τζάμια Σου! Πώς έχουμε καταντήσει! Πώς ψάχνουμε τά σκουπίδια γιά νά βρούμε καμμιά τρίχα απ' τά μαλλιά Σου που ποιός ξέρει, μπορεί κάποιος άνεμος νάχει αρπάξει τήν ώρα που χτενίζεσαι καί νά τήν έφερε ώς εδώ! Κανένα κομ- ματάκι από τά νύχια Σου! Πώς κοιτάζουμε ψηλά, πώς α- πλώνουμε τήν ποδιά μας, πώς ενώνουμε σάν κύπελλο τίς χούφτες μας γιά μιά σταγόνα από τά μάτια Σου! Γιατί κλαίς! Κλαίς πίσω απ' τό κλειστό Σου παράθυρο κι Εσύ! Δέν είναι αλήθεια; Τόχουμε καταλάβει! Τόχουμε καταλάβει εδώ καί καιρό! Εδώ καί τόσον καιρό! Ώστε λοιπόν είσαι κι Εσύ φυλακισμένος! Ώστε γιά ν' ακούσουμε τούς λιγμούς Σου μάς είχες προειδοποιήσει νά κρατήσουμε τ' αυτιά μας ανοιχτά! Τίς καρδιές μας έτοιμες! Τά μάτια μας στραμμένα, όχι πρός τά κάτω, όχι πρός τίς δικές μας πληγές, όχι πρός τό δικό μας αίμα, αλλά πρός τά πάνω, πρός τόν Καύκασο ό- που χάνεις κάθε μέρα τό συκώτι Σου! Είσαι Εσύ λοιπόν αυ- τός που περιμένει τή σωτηρία; Είναι δυνατόν; Είναι δυνα- τόν νά περιμένεις Εσύ από εμάς νά σέ σώσουμε; Είναι δυνα- τόν νά περιμένεις νά σέ σώσει ο Υιός τού Ανθρώπου; Τότε πρέπει ν' αρχίσουμε νά ψαχνόμαστε! Νά ψαχνόμαστε πάλι απ' τήν αρχή! Κάτι μάς έχει ξεφύγει! Κάπου κάναμε λάθος! Πάνω από κάτι περάσαμε βιαστικά! Τά μάτια μας δέν κατά- λαβαν. Τ' αυτιά μας δέν άκουσαν. Κάποιο δώρο Σου έχει παραπέσει σέ κάποια σκοτεινή μας γωνιά... Καλά λοιπόν. Καλά. Άφισέ με νά πάρω τό χέρι τού Μάριου. Άφισέ με νά τόν πάρω μαζύ μου. Στό δρόμο! Στόν δρόμο ξανά αγόρι μου! Πρέπει νά τρέξουμε! Πρέπει νά ψάξουμε! Πρέπει νά κοιτά- ξουμε ξανά στά σκουπίδια μας! (113) 18-3-1985 "Ποιά θά διαλέξουμε; Αυτή; Ή αυτή; Πρέπει νά υπάρχει πο- λύς έρωτας μέσα της. Αλλοιώς εκείνο θά είναι κιόλας νε- κρό. Ή θά ετοιμάζεται νά πεθάνει. Όχι! Όχι! Μήν υποχω- ρείς! Μήν κουράζεσαι! Πρέπει νά ψάξουμε! Κι άλλο! Κι άλ- λο! Έλα, άς στρίψουμε από δώ. σ' αυτό τό δρομάκι τού πάρ- κου. Έχει κάτι παγκάκια πνιγμένα στά λουλούδια. Ό,τι πρέπει γιά νά καθίσει καί νά ξεκουραστεί ένα εξαιρετικό πλάσμα. Όπως τό θέλουμε. Νάτο κιόλας!"... -Εχτές μέ τρόμαξε ένα όνειρο. Ήταν η Πάρνηθα! Ήταν η Πάρνηθα που σηκώθηκε κι άρχισε νά περπατάει! Πρός τά δώ, πρός τό σπίτι μας! Η κοιλιά μου πήγαινε νά σπάσει. Κι εσύ κοιμόσουνα! Τόβλεπα στόν ύπνο μου πως κοιμόσουνα. Μή μ' αφίνεις! Τό σπίτι άρχισε νά τρέμει. Άκουγα τούς τοί- χους νά σωριάζονται. Δέ θά μείνει τίποτα! Τίποτα από τήν άρρωστη ζωή μας. Πρέπει νά τρέξω! Πρέπει νά φύγω! Εσύ δέν πρέπει νά πεθάνεις! Σέ βλέπω που αναδεύεσαι, που κυ- ματίζεις. Ανάμεσα στά στήθεια μου καί στά σκέλια μου. Πώς είναι δυνατόν νά σέ πάρει η Πάρνηθα! Πώς είναι δυνα- τόν νά σέ σκοτώσει; Σάν τούς άλλους! Ακούω τίς φωνές τους καθώς συνθλίβονται. Τά ουρλιαχτά τους. Πού είναι η μάνα; Πού είναι ο γιός; Πού είν' ο πατέρας; Πού βυθίστηκε η κόρη; Τή θάλασσα, τή θάλασσα φοβόμαστε μέχρι τώρα. Αυτή θά εκδικιώταν. Η Πάρνηθα! Χριστέ μου! Η Πάρνηθα! Στήν Πεντέλη! Φύγε στήν Πεντέλη! Μαζύ μέ τούς άλλους. Πρέπει νά ζήσει! Πρέπει νά ζήσει!... Τί θά γίνει αύριο; Μπορεί νάναι η Πεντέλη. Κι ο Υμηττός. Καί τό Αιγάλεω. Όλα μαζύ. Πού θά πάμε; Στά ξύλινα τείχη ξανά;... Ά, Αθήνα! Αθήνα! Χτές κατάλαβα γιά πρώτη φορά πόση υπομονή έχουν κάνει τά βουνά σου! Πώς τ' αντέχουν! Καθώς τά ξεκοιλιάζουμε! Καθώς ξεκοιλιαζόμαστε! Ένα Αι- γάλεω είμαι κι εγώ. Μιά Πάρνηθα. Μιά Πεντέλη. Ένας Υ- μηττός... Όμως εσύ θά ζήσεις. Πρέπει νά ζήσεις. Σάν τή Γή έχει στρογγυλέψει η κοιλιά μου! Σάν τή Γή που θά γεννήσει τό Φεγγάρι της. Κόρη μου! Γιέ μου!... σ' αγαπώ! σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ πρίν ακόμα βγείς στό φώς, πρίν η καρδιά σου χω- ριστεί απ' τή δικιά μου, πρίν σταματήσεις νά μέ βυζαίνεις α- πό μέσα μου, μέσα μου, πρίν επαναστατήσεις, πρίν αναστρα- φείς, πρίν αποφασίσεις νά τραβήξεις τό δρόμο σου ξεπερνώ- ντας με, ξεσκίζοντάς με, ανοίγοντας μέ τό κεφάλι σου τό παραπέτασμα τού Ναού που σού κλείνει τή θέα. Από ποιούς κόσμους έρχεσαι; Σέ ποιόν κόσμο ζούσες πρίν νά μπείς στόν δικό μας; Γιατί διάλεξες εμένα; Τή μήτρα τήν δικιά μου; Ποιός σού τόχε πεί, ποιός σού τόχε μαρτυρήσει πως εγώ ή- ξερα νά υποδέχομαι τούς καλεσμένους μου; Πως θά σέ φύ- λαγα, θά σέ περποιώμουν όλον αυτόν τόν καιρό, ώσπου νά μεγαλώσεις, ώσπου νά δυναμώσεις, ώσπου νά ξεπροβάλλεις μέ τή σφραγίδα τής δικιάς σου, τής κατάδικιάς σου ζωής στό μέτωπο; Τί κι άν δέν τήν βλέπουν οι άλλοι! Τήν βλέπω εγώ από τώρα. Ρόδινη, ανάμεσα στά μάτια σου. Πάνω στά χείλια σου. Είναι τό φιλί! Τό Φιλί τού Κόσμου που σέ χαι- ρετίζει. Καθώς τό μέτωπό σου ξεπροβάλλει. Καθώς τά χεί- λια σου δίνουν τό τελευταίο φιλί σου στό κορμί μου. Στά δικά μου χείλια... Μή φοβηθείς! Μή φοβηθείς καλό μου. Μωρό μου. Μή τόν αφίσεις νά σέ φοβίσει. Εσύ τού κάνεις τή χάρη. Εσύ τόν στολίζεις μέ τόν ερχομό σου. Εσύ τόν κά- νεις καί ζεί. Τί θάταν χωρίς εσένα; Άμμος καί πέτρες κι ά- δειο νερό κι ένας αέρας νά τά χτυπάει ανάμεσά τους. Σ' αγα- πώ. Σ' αγαπώ... "Κοίταξε! Κοίταξε τί ζωντανό είναι! Κοίταξε πόσος Έρω- τας είναι μαζύ του! Πώς τού χορεύει. Πώς τό κάνει καί γε- λάει... Εσύ δέν έλεγες κάποτε πως οι άνθρωποι δέν είναι ί- σοι, αλλά πως αυτός που θά προτείνει ένα οποιοδήποτε μέ- τρο σύγκρισης, είναι ύποπτος; Μά πόσο ύποπτος μπορεί νά είναι ο έρωτας; Γιατί μήπως αυτός δέν είναι τό μέτρο; Μή- πως αυτός δέν προτείνει ο ίδιος τόν εαυτό του σάν μέτρο; Μήπως απ' αυτόν δέν αρχίζει η ανισότητα ανάμεσα στούς ανθρώπους; Μήπως από τήν παρουσία ή τήν απουσία του δέν καθορίζεται άν ένα παιδί θά γεννηθεί ζωντανό ή νεκρό; Ή σχεδόν νεκρό; Ετοιμοθάνατο; Που θά τό αποτελειώσουν οι ίδιοι που τό γέννησαν; Η ίδια του η μάνα; Η νεκρή μήτρα τής μάνας του; Αρκεί μιά ασήμαντη ηδονή, ένα πετάρισμα ανάμεσα σέ δυό σκέλια, γιά νά φτιαχτεί ένας ολόκληρος άν- θρωπος; Ένας ερωτικός Άνθρωπος; Τί όντα είναι αυτά που σέρνονται σ' αυτόν τόν πλανήτη; Άρρωστοι! Άρρωστοι! Τί είναι η Λέπρα μπροστά στή Βλακεία τους; Πότε επιτέλους θ' ανακαλύψουν τόν Ιό τής Βλακείας που τούς τρώει; Ώς πότε θ' αντέχει η ζωή νά τούς δίνει καινούργιες ευκαιρίες γιά να τίς καταστρέφουν έτσι; Πρίν ακόμα δούν τό φώς; Πρίν ακόμα συλληφθούν; Πριν ακόμα αρχίσουν νά λέν' τά πρώτα τους λόγια; Ώς πότε αυτός ο όλεθρος τής κεκτημένης ταχύτητας που ρίχνει τόν ένα πάνω στόν άλλον γιά νά τόν κατασπαράξει καί που δέν γνωρίζει σύνορα, δέν γνωρίζει ό- ρια, δέν γνωρίζει κάστες καί τάξεις; Πόσο άρρωστοι πρέπει νά είναι ώστε νά νομίζουν ότι μπορεί νά απομονώσουν ένα χώρο καί 'κεί νά ευτυχίσουν μόνοι τους! Μ' αυτούς που διά- λεξαν νά πάρουν μαζύ τους! Πόσος καιρός θά πρέπει νά πε- ράσει ακόμα γιά νά καταλάβουν ότι δέν μπορούν νά κόβο- νται σέ κομμάτια; Ότι στριφογυρίζουν σ' έναν φαύλο κύ- κλο, προσπαθώντας νά ικανοποιήσουν τά κομμάτια στά ο- ποία έχουν κόψει τούς εαυτούς τους; Ότι μόνο σάν σύνολα μπορούν νά βρούν αυτό που ψάχνουν απελπισμένα;: τήν ηδο- νή τού καθενός τους σάν σύνολο, από τήν επαφή του μέ τό σύνολο τού άλλου; Πως η πιό ζηλευτή ιδιοκτησία η πιό σπουδαία περιουσία σ' αυτόν τόν κόσμο είναι η ηδονή που αυτοί που προσπαθούν νά τήν κατοχυρώσουν γιά λογαρια- σμό τους έχουν τήν αφέλεια νά πιστεύουν πως μπορεί νά λειτουργήσει καί πέρα απ' τό επίπεδο τών γεννητικών τους οργάνων έτσι όπως είναι αυτοί στήν διάρκεια, αλλά καί στό τέλος τής όπως νομίζουν επιτυχημένης προσπάθειάς τους; Είναι άρρωστοι! Άρρωστοι! Γιατί σάν ευτυχία λογα- ριάζουν τόν αποκλεισμό από τόν χώρο τους όλου τού υπό- λοιπου κόσμου, που ό,τι καί όσοι τόν απαρτίζουν θά μπο- ρούσαν νά είναι ηδονικοί τους σύντροφοι. Καί πιά αυτός που κυβερνάει είναι ο φόβος! Επειδή μόνο ο φόβος μπορεί νά κρατήσει τούς άλλους απ' έξω. Μόνο ο φόβος γιά τίς διαρ- κείς επιθέσεις εκείνων, ώστε νά μπούν, έχει μείνει στούς μέ- σα. Δέν είναι θλιβερό, πως αυτό που θά χαρακτηρίσει τό γέ- νος τών ανθρώπων στήν Ιστορία τού Σύμπαντος, άν συνεχι- στούν όλα έτσι, θά είναι: «Βλάξ! Δολοφόνος τών παιδιών του! Ο αληθινός Βασιλιάς τού κόσμου του ήταν ο Φόβος!». Όμως έλα, έλα τώρα! Έλα νά μοιράνουμε αυτή τήν τυχερή μικρή ζωούλα που κολυμπάει μέσα σέ μιά μήτρα που δέν προσπαθεί νά τό κάνει εμετό. Σέ μιά μήτρα που κάνει έρωτα μαζύ του. Που γιά όλους αυτούς τούς μήνες θά ζούν μαζύ σ' έναν οργασμό δικό τους. Μοναδικό. Ίσως είναι η μόνη πε- ρίπτωση που μπορεί πραγματικά ν' απομονωθεί ένας χώ- ρος... Άς στείλει ο Κόσμος τή Μουσική του! Άς πλημμυρί- σει μέ ηδονή τά Πλάσματά του! Άς αποκατασταθεί, άς γεμί- σει τίς καρδιές η Δύναμη που τόν κινεί, ο Άνεμος που φου- σκώνει τό πανί του, ο Έρωτας Θεός! (114) Οκτώβρης 1984 καί Μάρτης 1985 Άν ο εχθρός τού Καλού είναι τό καλλίτερο, τότε ο εχθρός τού Κακού είναι τό χειρότερο. Η ίδια αγωνία υπάρχει καί στίς δυό ερωτήσεις μετά τήν εγκατάλειψη τής κάθε φοράς: "Είναι τουλάχιστον καλλίτερός μου;", "Είναι τουλάχιστον χειρότερός μου;". "Άχ, σύντροφέ μου, σύντροφέ μου!", λέει τό Κακό στό Καλό, "άν δέν θέλεις νά χάσεις αυτό που αγα- πάς πρέπει νά γίνεις καλλίτερος. Δέν τό ξέρεις; Ο εχθρός τού καλού είναι τό καλλίτερο!". "Άχ, σύντροφέ μου", λέει τό Καλό στό Κακό, "άν δέν θέλεις νά χάσεις αυτό που αγα- πάς πρέπει νά γίνεις χειρότερος. Δέν τό ξέρεις; Ο εχθρός τού κακού είναι τό χειρότερο!". "Δώσ' μου τό χέρι σου!", είπε τό Κακό στό Καλό καί τού άρπαξε τό χέρι μέ μιάν άγρια α- ποφασιστικότητα. "Κι εγώ θά σέ φιλήσω στό στόμα!", είπε τό Καλό κι αγκάλιασε σφιχτά τό Κακό. "Τόσα χρόνια υπο- τίθεται ότι πορευόμαστε χωριστά καί κανείς μας δέν αναρω- τήθηκε πώς συμβαίνει νά συναντιώμαστε διαρκώς στούς ί- διους χώρους, τόσο, ώστε δέν είχε, κάθε φορά, ο καθένας μας, άν τύχαινε κι έφτανε πρώτος εκεί, παρά νά στρέψει τό βλέμμα του πρός μιά οποιαδήποτε διεύθυνση καί ήταν βέ- βαιο πως θά συναντούσε τόν άλλον. Μάλιστα όσο περισσό- τερο τό σκέφτομαι τώρα, τόσο πιό πολύ σιγουρεύομαι πως απαραίτητη προϋπόθεση γιά νά εμφανισθεί κάποιος από μάς σ' έναν χώρο, είναι νά έχει προηγουμένως αυτός ο χώρος κατακτηθεί από τόν άλλον". "Είσαι λοιπόν η απαραίτητη προϋπόθεσή μου!", είπε τό Κακό στό Καλό καί τού ανταπό- δωσε τό φιλί μέ πάθος. "Μά συγγενεύουμε περισσότερο απ' ότι νομίζουν", είπε τό Καλό στό Κακό, "καί θά δείς τί εννο- ώ. Γιά νά πάει κανείς απ' τό καλό στό καλλίτερο χρειάζεται πρώτα απ' όλα νά είναι έτοιμος νά αντιληφθεί τό καλλί- τερο, που άν καί διαρκώς πλανιέται γύρω του, ωστόσο είναι σάν νά μήν υπάρχει αφού δέν μπορεί νά τό δεί. Χρειάζεται λοιπόν νά προετοιμαστεί γιά νά δεχτεί τό καλλίτερο, δηλα- δή νά προσπαθήσει, απορρίπτοντας αυτό που μέχρι τώρα νό- μιζε γιά καλό, σάν τό μόνο υπάρχον, νά αυξήσει τήν ευαι- σθησία του ώστε νά βελτιώσει τήν επιδεξιότητά του στό ψά- ξιμο καί νά περιμένει, ίσως γιά πολύν καιρό, παρατηρώ- ντας τίς μεταβολές που αυτή η προσπάθεια θά φέρει στόν ε- αυτό του, τή στιγμή που αυτή η κερδισμένη ευαισθησία θά τού αποκαλύψει ένα καινούργιο κομμάτι από τόν κόσμο, που μέχρι τώρα ήταν ανίκανος νά αντιληφθεί. Μιά τέτοια πορεία θά ήταν ίσως τό ωραιότερο πράγμα που θά μπορούσε νά ευχηθεί κανείς σ' έναν άνθρωπο, άν δέν ή- ταν τόσο εύκολο νά χάσει τόν προσανατολισμό της καί νά στραφεί πρός τό μέρος σου. Θέλω νά πώ, ότι χρειάζεται τό- ση δύναμη γιά νά μή χάσει κανείς από τά μάτια του καί ξε- χάσει τόν αρχικό σκοπό αυτού τού ταξιδιού που τόν είχε υ- παγορεύσει ένα ολοκληρωμένο συμφέρον, ώστε καταντά νά είναι ένα σπάνιο φαινόμενο αυτός που μπορεί γιά κάμποσο καιρό νά βαδίσει μέ επιτυχία πάνω σ' αυτό τό τεντωμένο σχοινί. Παρ' όλον όμως αυτόν τόν κίνδυνο, δέν έχω διστά- σει ποτέ μέχρι τώρα νά ενθαρρύνω όσους ξεκινούν απ' τήν δική μου μεριά κι άν καί τ' αποτελέσματα όλων αυτών τών προσπαθειών που έχουν γεμίσει όλες αυτές τίς χιλιετηρίδες πρέπει νά έχουν ικανοποιήσει εσένα πολύ περισσότερο απ' ό,τι θά μπορούσες νά περιμένεις, ενώ αντίθετα εμένα μ' έ- χουν αφίσει σχεδόν μ' άδεια χέρια, αυτό τό λίγο που κερδί- θηκε τελικά γιά τή δική μου μεριά είναι πιό πολύ απ' ό,τι είχα ονειρευτεί καί στά πιό τρελλά μου όνειρα". "Αυτό τό φιλί που ανταλλάξαμε πρίν από λίγο", είπε τό Κακό, "παρ' όλο που είναι δύσκολο νά τό πιστέψει κανείς, είναι αυτό που στεφανώνει τίς αξιοθαύμαστες αυτές προσπάθειες όχι μόνο τών δικών σου αλλά καί τών δικών μου αφοσιωμέ- νων, που, όσο κι άν αυτό γιά ένα βιαστικό βλέμμα θά φαίνο- νταν παράλογο, είχα όλο αυτό τό τεράστιο διάστημα τήν χα- ρά νά βλέπω πόσο αδύνατον τούς ήταν τελικά νά κρατηθούν σέ μιά σταθερή πορεία καί ν' αποφύγουν μέχρι τό τέλος νά συναντήσουν τήν καρδιά τους άν κι από τήν αρχή τόν εί- χαν απομονώσει καί είχαν πλήρη επίγνωση αυτού τού θανά- σιμου κινδύνου". "Σέ θέλω τόσο πολύ!", είπε χαμογελώντας γλυκά τό Καλό κι άπλωσε τρυφερά τό χέρι του. "Ποτέ δέν πίστεψα πως είσαι εσύ αυτός που μάς κράταγε χωρισμένους τόσον καιρό. Πάντα κάτι βαθειά μέσα μου μού έλεγε πως ό- χι μόνο είμαστε αδέρφια που κάθε φορά γεννιούνται από τήν ίδια μήτρα καί νανουρίζονται στήν ίδια αγκαλιά, αλλά πως είμαστε κάτι πολύ περισσότερο: εραστές! Που κάποιος που δέν έχει καμμιά σχέση μέ τόν έρωτα, κάποιος που έμεινε γιά πάρα πολύν καιρό μόνος, κάποιος που ίσως ποτέ δέν φαντα- ζόταν πληρώνοντας τέτοια λύτρα γι' αυτή τήν θέση -που πί- στεψέ με δέν τή ζηλεύω καθόλου- ότι τήν είχε αγοράσει τό- σο ακριβά, έχει -απλά καί μόνο μέ τήν ύπαρξή του, μέ τήν παρουσία του, χωρίς κατ' ανάγκην νά υπάρχει καμμιά τέ- τοια πρόθεση από μέρους του- χωρίσει. Κι όχι μόνο εμάς, αλλά τά πάντα! Ο Φόβος τόν περικυκλώνει σάν τιμητική συνοδεία. Τί τού χρειάζεται άραγε ένας τέτοιος παρακοιμώ- μενος; Πώς μπορεί καί κοιμάται δίπλα σέ μιά τέτοια ανάσα; Ποιός τού τόν επέβαλλε; Τί μπορεί νά τόν διαπεράσει; Αλλά ίσως βιάζομαι νά τόν κατηγορήσω. Ίσως παρ' όλα αυτά, παρ' όλο που θά τού είναι αδύνατον νά γίνει παρατηρητής τού εαυτού του αφού δέν μπορεί νά βγεί έξω απ' αυτόν, ίσως νά υποφέρει κι εκείνος γιά τόν διαχωρισμό που έχει επιβάλ- λει σέ όλα τά πράγματα, ίσως νά αισθάνεται ένοχος γιά τό ότι κοιτάζοντάς τα δέν βλέπει νά αντανακλάται απ' αυτά παρά φόβος γι' αυτό που τά διαχωρίζει, δηλαδή γιά Εκεί- νον, κι απελπισμένη επιθυμία νά τό διαπεράσουν καί ν' α- γκαλιαστούν μέ λαχτάρα. Καί ίσως έχει συμβεί μιά μεταβο- λή. Ίσως αυτό που δέν θά περίμενε ποτέ κανείς ότι θά μπο- ρούσε νά μεταβληθεί, ίσως κι αυτό ακόμα, δηλαδή Αυτός, νά μήν είναι τελικά αμετάβλητο. Ίσως νά τό πιστεύαμε αυ- τό, καί πολύ περισσότερο Εκείνος -τό ότι δηλαδή δέν πρό- κειται ποτέ νά μεταβληθεί- επειδή κράτησε τόσο πολύ η πε- ρίοδος που φαίνεται ότι Τού χρειάζονταν γιά νά ωριμάσει νά γίνει χειρότερος ώστε νά αντιληφθεί τό καλλίτερο. Καί τώρα, νά! Επιτέλους κάποιος καινούργιος άνεμος άρχισε νά φυσάει στά πανιά μας που είχαμε πιά τόσο εντελώς πειστεί ότι θά έμεναν κρεμασμένα κι ακίνητα γιά πάντα, κάτι ζω- ντανό αναδεύεται κάτω απ' τά πόδια μας που είχαμε ξεχάσει ότι δέν ήταν φυτρωμένα σάν βράχια σέ καμμιά ξέρα, καί στ' αυτιά μας μιά φωνή ψιθυρίζει ότι οι αστερισμοί από πάνω μας, παρ' όλο που έμοιαζαν νά μήν κινούνται καθόλου, τρα- βούσαν ωστόσο τόν δρόμο τους καί τό πλοίο μας αργά ή γρήγορα θά τούς ακολουθούσε. Γιατί πώς μπορεί νά εξηγη- θεί τό ότι σέ νοιώθω ολοένα καί περισσότερο δικό μου; Πώς μπορεί νά εξηγηθεί τό ότι δέν σέ φοβάμαι πιά καί θέλω νά σού δοθώ;". "Κι εγώ θέλω νά σού δοθώ", είπε τό Κακό α- πλώνοντας κι αυτό τρυφερά τό χέρι του. "Στ' αλήθεια, εκεί- νο που μάς απομάκρυνε, εκείνο που μάς χώριζε καί μάς έκα- νε νά φαινόμαστε ο ένας στά μάτια τού άλλου σάν κάποιος μισητός ξένος, εκείνο που μάς δημιουργούσε καί συντηρού- σε τίς χωριστές μας υπάρξεις, φαίνεται πως έχει χαθεί. Λές Εκείνος νά ανακάλυψε επιτέλους τό ταίρι Του; Ο Φόβος φεύγει! Άς υποδεχτούμε τόν Έρωτα!". (115) 30-3-1985 Κι άν σού μιλάω έτσι είναι γιατί ξέρω, ξέρω πολύ καλά πό- σο αμείλικτος πρέπει νά είναι κανείς μέ τόν εαυτό του γιά νά γλυτώσει απ' αυτόν τόν βάλτο. Πόσο αμείλικτος πρέπει νά είναι κανείς μέ τόν βάλτο του άν θέλει νά γλυτώσει απ' τόν εαυτό του. Κι άν σού μιλάω έτσι... Μή μ' ακούς! Μή μ' ακούς! Ακόμα δέν ξέρω! Ακόμα δέν έμαθα ποιός είναι ο βάλ- τος μου! Ακόμα δέν ξέρω ποιός είναι ο εαυτός μου! Αρκετά κλάψαμε! Άς αφεθούμε στό πάθος τών Πορτογαλλέ- ζικων τραγουδιών. Εκεί ο άνθρωπος βυθισμένος μέσα του παλεύει μέ τόν έρωτα. Μέ τόν έρωτα που αυτή η μοναδική γλώσσα έχει ποτίσει τίς καρδιές τών ανθρώπων της. Μέ τό πάθος που υπάρχει στήν μουσική τών λέξεων. Τών δικών της λέξεων. Μέ τήν μουσική που έβγαλαν οι άνθρωποί της απ' αυτήν. Που αναστατώνει καί τήν δικιά μου καρδιά κα- θώς τήν ακούω. Που κάνει κι εμένα νά βυθίζομαι μέσα μου. Νά παλεύω μέ τόν δικό μου έρωτα. Μέ τόν έρωτα που υπάρ- χει στό κορμί μου. Ζυμωμένος μέ τή σάρκα μου, μέ τά κύτ- ταρά μου. Μέ τά όνειρα τών κυττάρων μου. Τά όνειρα τών μικρών κοκκάλων που φτιάχνουν τίς παλάμες μου. Τών δα- χτύλων τών ποδιών μου. Τών τριχών καί τού χνουδιού που καλύπτει τό δέρμα μου. Τού κόκκινου ποταμού που μέ δια- τρέχει, που μέ ποτίζει, που μέ μεταφέρει από τή μιά μου ά- κρη στήν άλλη. Θέλω νά ερωτευτώ τό κορμί μου! Τί άλλο νόημα μπορεί νά έχει αυτό τό περίφημο "Γνώθι σ' αυτόν"; Πώς νά γνωρίσεις κάτι άν δέν τ' αγαπήσεις; Άν δέν τό ερω- τευτείς; Καί θέλω νά μέ ερωτευτεί κι αυτό! Τού έχω φερθεί τόσο χυδαία! Τόσο βάναυσα! Τό έχω τόσο υποτιμήσει! Πώς μ' ανέχεται! Πώς μέ έχει ανεχτεί ώς τώρα! Πώς δέν μέ έχει αποβάλλει; Τί κάνει τό αίμα μου νά εξακολουθεί νά κυκλο- φορεί; Εγώ ποτέ δέν τούδωσα σημασία. Μόνο νά τό χρησι- μοποιώ ξέρω. Καί νά τό χρησιμοποιώ έτσι πρόστυχα! Έτσι επιπόλαια! Σάν μιά κούκλα. Σάν κανένα κουρέλι. Πόσες φορές δέν έχω τσακίσει αυτό τό λεπτεπίλεπτο κόσμημα; Αυτό τό κρυστάλλινο λουλούδι; Πώς είναι δυνατόν νά κρα- τάω στά χέρια μου έναν τέτοιο θησαυρό καί νά μήν τό κατα- λαβαίνω; Νά μήν είμαι έτοιμος νά τό καταλάβω; Νά μή μού φτάνει η ζωή μου νά ετοιμαστώ; Κι εκείνο ξαφνικά ν' αρχί- σει νά γέρνει, νά μαραίνεται, πρίν νά προλάβω, πρίν ξεκινή- σω κάν γιά νά τό συναντήσω! Νά χανόμαστε έτσι στό δρό- μο! Όχι! Όχι! Πρέπει νά προλάβω. Πρέπει νά τό προλάβω. Πρέπει νά περπατήσω πλάϊ του. Πρέπει νά ξεπεράσω αυτό που μάς χωρίζει. Πρέπει επιτέλους νά ενωθούμε. Νά γίνουμε ένα. Μήπως αυτός δέν είναι ο "Ιερός Γάμος"; Τό "Ιερό Μυ- στήριο"; Η "Ελευσίνα"; Τό "Ταξίδι στά Κύθηρα"; Μά τί εί- ναι εκείνα, τί είναι εκείνα που μάς έχουν χωρίσει; Που μέ κρατάν μακρυά του; Που δέν μ' αφίνουν νά τό πλησιάσω; Έπρεπε μέσα απ' αυτό νά κοιτάω τόν κόσμο! Αυτό δέν μπο- ρεί νά είναι ένα οποιοδήποτε αντικείμενο. Όχι. Όχι. Δέν μπορεί νά είναι ένας "Απέναντι". Εγώ, έχω απομακρυνθεί. Εγώ είμαι ο "Απέναντι". Αυτό στέκει εκεί, στή θέση του! Γεμάτο έρωτα! Μού απλώνει τά χέρια! Είναι εγώ! Είμαι αυ- τό! Τί μάς χωρίζει; Η Αισθητική; Βλέπω τό πόδι μου. Ά, τί μ' ενδιαφέρει πιά άν είναι όμορφο ή άσχημο; Τί μ' ενδιαφέ- ρει πιά η αισθητική του ομορφιά; Εκείνο που μ' ενδιαφέρει τώρα είναι η ομορφιά τής λειτουργίας του! Κι άν δέν λει- τουργεί σωστά, άν η λειτουργία του δέν μέ γεμίζει ηδονή ό- πως θά έπρεπε, άν η λειτουργία του δέν είναι μιά ερωτική σχέση μαζύ μου, άν όταν τό πόδι μου κινείται δέν κάνω έ- ρωτα μαζύ του, δέν πλημμυρίζω από ηδονή, ποιός φταίει γι' αυτό; Πώς θά τολμούσα ποτέ νά τού ζητήσω ευθύνες; Αφού εγώ είμαι εκείνος που τό έχει περιφρονήσει. Αυτός που δέν τό έχει αποδεχτεί έτσι όπως είναι. Αυτός που από μιά στιγ- μή καί πέρα, από τά πολύ μικρά του ακόμα χρόνια, έχει, σύμφωνα μ' αυτά που τόν μάθανε, σύμφωνα μέ τίς αισθητι- κές που τού φυτέψανε στό μυαλό του καί που ποτέ δέν ανα- ρωτήθηκε τί σκοπούς και τί συμφέροντα εξυπηρετούσαν, αρ- χίσει νά τό απορρίπτει. Νά μήν τό δέχεται έτσι, όπως ήταν. Έτσι όπως διαμορφώνονταν. Νά τό σπρώχνει αναγκαστικά νά περιοριστεί στό σχήμα του. Έτσι όπως θά έπρεπε, σύμφωνα μ' αυτές τίς αισθητικές τής κάθε φοράς, νά είναι. Νά τό σπρώχνει νά απομακρυνθεί από εκείνο που τό ενδια- φέρει αυτό. Από τήν λειτουργία του. Που η μορφή καί τό σχήμα του, έτσι όπως από μόνο του διαμορφώνονταν, δέν ε- ξυπηρετούσαν παρά αυτή. Αυτή που σιγά σιγά γίνονταν κάτι ασήμαντο γι' αυτόν, κάτι τυχαίο, κάτι που ο έρωτας δέν είχε καμμιά σχέση μαζύ του. Ά! Πώς άφισα νά μέ παρα- σύρει έτσι τό σχήμα! Πώς περιφρόνησα έτσι τήν λειτουργία! Πώς στερήθηκα τόσον έρωτα! Γιατί η λειτουργία του μήπως δέν ήταν ένας αδιάκοπος έρωτας; Μιά συνεχής ηδονή; Που μού τήν πρότεινε εκείνο! Που μού τήν πρόσφερε εκείνο! Από μόνο του! Που εγώ ήμουν τυφλός! Τυφλός γιατί δέν τήν έ- βλεπα. Γιατί τήν περιφρονούσα. Ενώ ήταν εκεί μπροστά μου. Τήν είχα ζήσει κιόλας. Τήν είχα ζήσει όταν ήμουν παι- δί. Όταν ακόμα δέν καταλάβαινα από αισθητικές. Όταν δέν μέ είχε συντρίψει η οποιαδήποτε σύγκριση. Πώς τά ξέχασα όλα αυτά! Τήν ηδονή που μέσα της κολυμπούσα τότε. Τήν η- δονή, τόν έρωτα που ξεχείλιζαν όλα τά πράγματα γύρω μου, όλος ο κόσμος. Εκτός απ' τούς ανθρώπους. Μόνο αυτοί, μό- νο σ' αυτούς υπήρχε σκοτάδι. Μόνο αυτοί τό κουβαλούσαν επάνω τους. Στά μάτια τους, στά λόγια τους, μέσα στίς τσέ- πες τών ρούχων τους. Ώ, πόσο λίγοι, πόσο λίγοι ήταν αυτοί τούς οποίους τό φώς που έδενε τότε τό κορμί μου μέ τόν κό- σμο, τούς αγκάλιαζε χωρίς νά φοβάται, χωρίς νά προσπαθεί νά τούς αποφύγει γιά νά μή τό ασχημήνουν, που στέκονταν επάνω τους καί τούς τριγύρναγε καί έπαιζε μαζύ τους καί μέ έσπρωχνε πρός αυτούς! Καί πόσο πολλοί ήταν εκείνοι που τούς έβλεπε καί έτρεμε καί φοβόταν καί γέμιζε φρίκη καί μέ έσπρωχνε μακρυά, μέ έκανε νά τό βάζω στά πόδια! Μακρυά! Μακρυά! Κι άλλο! Κι άλλο! Ποιός μέ χώρισε απ' τό κορμί μου; Ποιοί μέ χώρισαν απ' τό κορμί μου; Πώς δημιουργήθη- κε σιγά σιγά αυτή η υπόσταση που μέ άρπαξε ξαφνικά, που ορθώθηκε ένα πρωΐ κρατώντας ένα παλιόξυλο, μιά σάπια βοϊδόπουτσα, καί τά βρόντησε στό τραπέζι, φτύνοντας πάνω μου τίς δυό συλλαβές που τής είχαν πάρει τά μυαλά: "Ε- γώ!"; Ποιός τής έδωσε τό παλιόξυλο καί τής είπε πως ήταν σκήπτρο; Ποιός τής χάρισε τή σάπια βοϊδόπουτσα καί τής είπε πως ήταν τό μαστίγιο τής εξουσίας της; Ποιός τήν έμα- θε νά φτύνει αυτόν τόν εμετό; Ποιός τήν ετοίμασε γι' αυτό τό πραξικόπημα; Ποιός είναι ο Αλχημιστής τού Κακού; Ο Αλχημιστής τού Καλού; Ο Μείκτης τών Δηλητηρίων; Ο Α- πομυζητής τών Παιδικών Χυμών; Ο Δημιουργός τών Αι- σθητικών; Ο Συντηρητής τών Κεκτημένων Ταχυτήτων; Ο Εκκολαψίας τών Τεχνητών καί Κατά Παραγγελίαν Ω- ριμάνσεων; Γιατί τά μάτια μου γεμίζουν δάκρυα; Καθώς α- κούω τό Πορτογαλλέζικο τραγούδι. Καθώς η καρδιά μου γεμίζει λαχτάρα. Πόσο ερωτευμένη πρέπει νά είναι εκείνη μέ τό κορμί της γιά νά τραγουδά έτσι! Πόσο ερωτευμένος πρέπει νά είναι μέ τό κορμί του αυτός που έγραψε αυτή τή μουσική; Που τήν κατέβασε, τήν άρμεξε απ' τό στήθος τού Γαλαξία, τόν φίλησε στό στόμα γιά νά τού τήν πάρει; Υπάρ- χουν! Υπάρχουν λοιπόν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι! Τέτοιοι ε- ρωτικοί άνθρωποι! Που ξεγλύστρησαν! Που γλύτωσαν! Που όταν στρέφουν πρός τόν εαυτό τους, μέσα τους, όταν αντι- κρύζουν τό κορμί τους βλέπουν μιά τέτοια ομορφιά! Που δέν τήν έχει καταστρέψει καμμιά αισθητική, που δέν μπορεσε νά τήν αγγίξει κανένας διασυρμός, που δέν παραμόρφωσε καμμιά σύγκριση! Ά!, πώς γεμίζω έτσι έρωτα ακούγοντάς την! Πώς νοιώθω τήν έξοχη ηδονική στήση τής καρδιάς μου! Τήν ηδονική στύση καί τών πιό μικρών στοιχείων που μέ απαρτίζουν! Πώς γίνονται έτσι ρόδινες οι άκρες τών νυ- χιών μου! Πώς αισθάνομαι τόν αφαλό μου νά βαθαίνει! Πώς ανοίγουν έτσι οι αδένες μου! Πώς ρέουν έτσι τούς χυμούς τους! Πώς ορμάει τό αίμα μου σάν κύμα καί φουσκώνει τά χείλια μου! Πώς πάλλεται αυτή η συκοφαντημένη, η δυσφη- μισμένη, η χρησιμοποιημένη τόσο άδικα, τόσο λάθος, τόσο επίτηδες σάν σφετεριστής, σάν υπεξαιρέτης, σάν απαλλο- τριωτής όλων τών υπολοίπων, όλου τού άλλου κορμιού, σάν τσιγκέλι απ' όπου κρεμάστηκε σάν σφαχτάρι ο άνθρω- πος, περιοχή τών γεννητικών μου οργάνων! Πώς ανοίγει, πώς χαλαρώνει, πώς ελευθερώνει τά πάντα κι εκείνη η άλ- λη συκοφαντημένη συντρόφισσά της, η "λερωμένη περιο- χή", η "ασυζήτητη περιοχή", που πάνω της έχει συγκεντρω- θεί κάθε άγχος, κάθε σύμπλεγμα, κάθε φόβος καί τήν έχει πετρώσει, τήν έχει δέσει κόμπο, έχει χρησιμοποιήσει τόν σφυκτήρα μύ της γιά νά στραγγαλίσει τόν έρωτα όλου τού κορμιού, γιά νά στραγγαλίσει όλον τόν άνθρωπο! Αυτή! Η περιοχή τού Πρωκτού! Ποιός ανακάλυψε αλήθεια τά Γεν- νητικά όργανα; Τίς ερωτικές ζώνες; Ποιός κατασκεύασε τήν Διαστροφή απαγορεύοντας; Δημιουργώντας ενοχές; Α- ποδεικνύοντας τό σωστό; Γιατί πρέπει η στήση τού πέους μου νά είναι πιό σημαντική από τή στήση μιάς οποιασδήπο- τε τρίχας πάνω στό σώμα μου; Από τή στήση τών βολβών τών ματιών μου όταν κοιτάζουν δυό άλλα μάτια αγαπημένα; Από τή στήση τής γλώσσας μου όταν αγγίζει τήν αγαπημένη της γλώσσα; Επειδή είναι πιό εμφανής; Επειδή οδηγεί εις τεκνογονίαν; Επειδή μέ έμαθαν ότι η ηδονή μπορεί νά προ- κύψει μόνο απ' αυτό; Τό σώμα σού δίνει ό,τι τού ζητάς! Θά σού δώσει ό,τι τού ζητήσεις! Είναι τά πάντα! Θά σού δώσει τά πάντα! Χωρίς πίεση. Χωρίς πόνο. Αλλά πρέπει νά μάθεις τή γλώσσα του! Πρέπει νά μάθεις νά τού μιλάς! Ώς πότε θά τό πλησιάζουμε σάν Ικέτες; Ώς πότε θά τό πλησιάζουμε σάν Δήμιοι; Ώς πότε θά τό πλησιάζουμε μέ τόν εγκληματικό τρόπο που πλησιάζουμε τά παιδιά μας; Που υποχρεώνουμε τά παιδιά μας βιάζοντάς τα νά κάνουν αυτό που είναι γιά μάς συμφέρον; Ώς πότε θά τό μεταχειριζόμαστε σάν μικροα- πατεώνες; "Όπου δέν ισχύει Λόγος πίπτει Ράβδος!"; Μά ποιός είναι αυτός που έπρεπε νά μάθει νά μιλάει; Νά μάθει νά τού μιλάει; Ποιός είναι αυτός που έπρεπε νά ασκηθεί πά- λι στόν Λόγο; Νά ξαναθυμηθεί τόν Λόγο που ήξερε όταν ή- ταν παιδί καί που τόν ανάγκασαν νά τόν ξεχάσει; Τού τόν α- ντικατέστησαν σιγά σιγά μέ τήν Καθολική Δυσλεξία που τόν διακρύνει; Μήπως πίσω από κάθε τι που ονομάζουμε Διαστροφή θά πρέπει νά ψάξουμε γιά τήν απουσία τού Δια- λόγου; Γιά τήν αντικατάσταση, που έχει γίνει, τού ενός απ' τούς δυό συνομιλητές μέ έναν κωφάλαλο βιαστή; Πώς είναι δυνατόν νά επιτρέπει κανείς στόν εαυτό του νά αποδέχεται, σάν υποταγή στίς οποιεσδήποτε ενοχές, στά οποιαδήποτε συ- μπλέγματα, σάν απελευθέρωση από τίς οποιεσδήποτε ενοχές, από τά οποιαδήποτε συμπλέγματα, τήν παράδοση αυτού τού θαυμάσιου ερωτικού πλάσματος που έχει μέσα του, που κα- τέχει, που είναι η περιουσία του, η μόνη δικιά του περιουσί- α, στό έλεος τής κεκτημένης του ταχύτητας, στό έλεος τής κεκτημένης διαμόρφωσής του που εξακολουθεί κατά βάθος νά τόν κυβερνά; Πώς δέχεται νά τό εγκαταλείπει έτσι έρ- μαιο τής "ευκολωτέρας οδού" γι' αυτόν, τού δρόμου που έ- χει πεισθεί ότι είναι ο μόνος δυνατός γι' αυτόν; Δέν αξίζει άραγε μιά πιό σοβαρή προσπάθεια; Πώς μπορεί καί μαθαίνει κανείς μιά ξένη γλώσσα; Ένα όργανο; Μιά επιστήμη; Γιατί είναι τόσο δύσκολο νά ξαναμάθουμε νά μιλάμε σάν παιδιά μέ τόν Παιδικό μας Έρωτα; Πότε λοιπόν θά πλησιάσουμε πάλι τό κορμί μας σάν εραστές; Σάν ερωμένοι; Χωρίς φόβο; Χωρίς φοβέρα; Χωρίς νάμαστε τρομοκρατημένοι τρομοκρά- τες; Εξαπατημένοι απατεώνες; Περιδεείς πανικόβλητοι βια- στές μέ τό άγχος τής επίγνωσης; Γιατί δέν μπορεί αυτό τό ξερό λειβάδι νά γεμίσει λουλούδια; Μήπως ψάξαμε στ' αλή- θεια γιά νερό; Μήπως δέν υπάρχουν τόσες πηγές μέσα μας; Πόσοι έχουν σκάψει πιό βαθειά γιά νά τίς βρούν; Πόσοι δέν έχουν σταματήσει μέ τόν πρώτο ιδρώτα; Ώς πότε θά είμαστε έτσι χωρισμένοι από τά ίδια μας τά κορμιά; Ώς πότε θά εί- μαστε έτσι χωρισμένοι απ' τά κορμιά τών άλλων; Ώς πότε θά παίρνουμε κατά λέξη, ώς πότε δέν θά παίρνουμε κατά λέ- ξη εκείνον τόν Αρχαίο Γαλαξιακό Χαιρετισμό, που όλοι μας τόν ξέρουμε πολύ καλά κι άς τόν έχουμε ξεχάσει εδώ καί τό- σον καιρό, εκείνη τήν Πανάρχαια Γαλαξιακή Προσφώνηση: "Ένα εκατομμύριο πέη πάνω σ' όλο τό σώμα μου διψούν γιά τό ένα εκατομμύριο αιδοία σου. Καλημέρα!". (116) 31-3-1985 Στέκομαι εδώ μπροστά σου καί βγάζω ένα ένα όλα μου τά ρούχα. Τί δύσκολα κουμπιά! Τράβα μου, τράβα μού τα τά πουκάμισα τού Νέσσου βάλε τά δόντια σου νά δουλέψουν λοιπόν! Πώς θά τά βγάλω μόνος μου; Πώς θά μείνω γυμνός; Πάλι πίσω απ' τά ρούχα θά κάνουμε έρωτα; Πάλι μέσα απ' τά ρούχα; Στέκομαι εδώ μπροστά σου καί βγάζω ένα ένα όλα μου τά μάτια. Τί πεισματάρικοι βολβοί! Τί φταίχτες βολβοί! Δείξ' τους τό στήθος σου νά γλυκαθούν, νά ξεπροβάλλουν Καί τ' άλλο! Καί τ' άλλα! Ένα γιά τόν καθένα! Σκίζω μέ τό νύχι τίς ρόγες μου στέλνω τά δάχτυλά μου νά κυνηγήσουν τίς καρδιές μου βόσκουν τό χορτάρι κρυμμένες τά σκυλιά! Δέν τίς ενδιαφέρει! Δέν τίς ενδιαφέρει! Δέν τίς συγκινεί τό κοκκινάδι σου! Όσο γδύνομαι, τόσο στεγνώνω. Πασάλειψέ με μέ τό σπέρμα σου γλύψε μου τίς πληγές. Μέ καίει ο ήλιος. Ξεράθηκε η γλώσσα μου! Φτύσε στό χώμα νά κάνω λάσπη. Πρεπει νά φάω, νά δυναμώσω. Πρέπει ν' αντέξω νά σέ δώ γυμνή! Γυμνούς. Γυμνούς. Γυμνούς! (117) 3-4-1985 Γιατί, γιατί νά προσπαθήσω; Όταν όλα χάνονται! Όταν δέν σώζεται τίποτα από τήν μέρα που περνάει! Όταν η μέρα που πέρασε δέν έκανε καμμιά προσπάθεια νά σωθεί; Ά!, πόσο γλυκό είναι νά εγκαταλείπεσαι στή φθορά στήν απελπισία! Γέρνεις μέ λύπη τό κεφάλι... Γιατί νά μή σέ θυμάμαι πάντα όπως ήσουν τήν τελευταία φορά; Μέ τό πρόσωπο παραμορ- φωμένο από τό μίσος. Από τό θείο μίσος που σ' είχε πάρει στά φτερά του, που σέ πλημμύριζε μέ τό πάθος του καθώς ούρλιαζες, καθώς μού τό πέταγες στό πρόσωπο, ζώντας κιό- λας τίς αφάνταστα ηδονικές στιγμές όταν θά 'χα φύγει καί θά 'μενες μόνη ξαναλέγοντας μέσα σου τά λόγια που κάρφω- νες στό κορμί μου, στό στήθος μου, στά χέρια μου που ήθε- λες τόσο ν' αρπάξεις καί νά γεμίσεις φιλιά, νά τά σύρεις ζουπώντας τα πάνω στό στήθος σου, άγρια, γυρνώντας τά δάχτυλά τους πρός τά μέσα, παρακολουθώντας μέ διεσταλ- μένα μάτια τίς παράλληλες κόκκινες γραμμές, γλύφοντάς τα, δαγκώνοντάς τα, χώνοντάς τα στά μαλλιά σου! Γιατί νά ξανάρχεται η εικόνα τού σκυμμένου σου κεφαλιού καθώς τό βύθιζες στήν αγκαλιά μου μουρμουρίζοντας, μουρμουρίζο- ντας στήν γλώσσα σου, στήν γλώσσα που μίλαγε από μέσα σου, που ανέβαινε από μέσα σου εκείνη τή στιγμή γιατί νά ξανάρχεται τό πρόσωπό σου όταν τό σήκωνες μπροστά μου καί μέ μάτια που έλαμπαν, μ' ένα χαμόγελο που σπαρτάραγε κοροϊδεύοντας γλυκά, ψιθύριζες: "Εξήγησέ τα, εξήγησέ τα, μετάφρασέ τα, τώρα, τώρα, τί είπα σέ 'κείνο τό δάχτυλο, τί ξέρουν οι ρώγες σου που δέν τό ξέρεις εσύ, τί ξέρουν οι μι- κρές τρίχες στό στήθος σου, βρές τα, βρές τα, γιά ένα φιλί!". Γιά ένα φιλί! Μέ τί δικαίωμα ξεπερνάει τό τελευταίο παρα- μορφωμένο πρόσωπό σου αυτό τό φιλί; Πώς ξεπετάγεται έ- τσι μπροστά καί μέ παρασύρει καί μού γνέφει καί τό ακο- λουθώ! : "Πίσω, πάμε πίσω στά χείλια της! Έλα! Πίσω! Πί- σω! Σέ περιμένει!". Προδότη! Ψεύτη! Ωραίε ψεύτη γλυκέ, γλυκέ προδότη! Δέν υπάρχει πίσω. Κανείς δέν περιμένει. Κανείς δέν έχει περιμένει ποτέ. Μά εσύ υπάρχεις, υπάρχεις. Ταξιδεύεις. Πετάς. Σέ νοιώθω στά χείλη μου. Νοιώθω στά χείλη μου όλα τά φιλιά, όλες τίς αγκαλιές, όλους τούς έρω- τες. Γιά πού πέταξαν; Γιά ποιόν έγιναν; Γιά ποιόν δόθηκαν; Ποιός τρέφεται μ' όλα αυτά; Γιά ποιό Διάστημα, πού ταξι- δεύουν, πρός τά πού εκτοξεύονται μόλις βγούν, μόλις φτια- χτούν απ' τά κορμιά μας, ποιά αγκαλιά τά περιμένει; Ποιό μακρυνό πλάσμα τρέφεται μ' όλην αυτή τήν ηδονή; Ά, όχι! Όχι! Δέν τού τά δίνω! Εγώ τά θέλω τά δικά μου! Δέν θέλω νά μού φύγουν! Δέν θέλω νά μ' αφίσουν! Δέν θέλω ν' αδειά- σω! Δέν θέλω νά τρέχω σάν τρελλός νά ξαναγεμίσω! Μ' άλ- λα! Μ' ό,τι νάναι! Δέν Σού τά δίνω! Δέν τ' αφίνω νά μού φύγουν! Δέν μού τά παίρνεις! Εγώ τά κράτησα! Τ' αγάπησα! Ποτέ δέν ξέφυγαν από μέσα μου κατά τύχη! Εγώ έμπαινα μέ- σα τους. Ήμουν μέσα τους κάθε φορά. Μέσα σ' όλους τούς έρωτές μου! Μέσα σ' όλα μου τά φιλιά! Άν τά θέλεις πρέπει νά μέ πάρεις καί μένα. Ά, δοκίμασε! Δοκίμασε λοιπόν! Πώς τό θέλω! Πώς θέλω νά σέ συναντήσω! Πώς θέλω νά δώ τό πρόσωπό Σου! Τά χείλια Σου! Τό στήθος Σου! Τό σώμα Σου! Τήν καρδιά Σου! Αυτή! Αυτή πάνω απ' όλα! Πώς είναι δυ- νατόν νά γεμίζει μέ ξένους έρωτες; Από ξένα φιλιά; Σά νά διαβάζεις πορνό στά περίπτερα. Σά νά βλέπεις πορνό στά σι- νεμά. Τί εισητήριο έχεις πληρώσει αλήθεια; Ποιός είναι ο πράκτοράς Σου; Ποιός είναι ο συλλέκτης Σου; Ο Πληρω- μένος Σου; Πώς δέν τόν έχουμε πάρει χαμπάρι ακόμα; Που τριγυρίζει έτσι ελεύθερος ανάμεσά μας! Έτσι άνετος! Που στήνει τό καρτέρι του πάνω απ' τά κρεββάτια μας, κάτω απ' τά στρώματά μας, στά μέρη που σμίγουμε, που φιλιώμαστε καί μάς τ' αρπάζει όλα μόλις βγούν από μέσα μας μόλις τά φτιάξουμε! Πρίν νά προλάβουμε κάν νά τά δούμε νά τά γνωρίσουμε πρίν νά μπορέσουμε νά γίνουμε αυτά! Βλέπω τούς έρωτες ζεστούς ακόμα, ακόμα αχνίζοντας από τή ζέστη τών κορμιών που τούς έφτιαξαν μέ τό πλησίασμά τους, ν' ανθίζουν σάν σπάνια λουλούδια γεμίζοντάς τους εκείνους ο- μορφιά. Πώς τολμάς νά τούς τούς παίρνεις; Πώς τολμάς νά τούς τ' αρπάζεις; Πώς τολμάς νά τούς ξεριζώνεις από πάνω τους; Από μέσα τους; Όλα αυτά τά φιλιά! Όλα αυτά τά χά- δια! Ακόμα κι άν είναι ο ένας μόνο που τά θέλει. Που θέλει νά τά κρατήσει. Πού θάχουνε πάει σέ λίγο; Πού θάχουνε πά- ει αυτοί σέ λίγο; Πώς θά τούς αφίσεις έτσι άδειους; Πώς έ- μαθες σιγά σιγά τούς ανθρώπους νά κάνουν έρωτα χωρίς έ- ρωτα; "Εις ανάμνησην!"... Βλέπω έναν τεράστιο Στρατό. Μιά απέραντη Θάλασσα νά ξεκινάει, νά σηκώνεται, νά σχίζει τά νερά, τίς στεριές, τό Διάστημα: "Πρός τούς Άγιους Τόπους! Πρός τήν Ιερουσα- λήμ! Πρός τά Κάστρα Του!". Είναι μιά σταυροφορία που δέν περιμένεις. Μιά εκστρατεία που δέν έχεις φανταστεί. Πώς είναι δυνατόν νά σκεφτεί κανείς ότι κάποτε θά γίνο- νταν! Απ' αυτά τά, έτσι όπως τά παράταγες κάθε φορά, ά- δεια σακκιά! Απ' αυτά τά χωρίς επίγνωση τών θανάτων τους σώματα! Ώ, θά τά δώσεις όλα πίσω! Θά τά ζητήσουν ό- λα! Όλους τούς έρωτες που γέννησαν! Όλα τά φιλιά που έ- δωσαν! Όλα τά χάδια! Κι όχι μόνο αυτά! Όχι μόνο αυτά! Γιατί δέν έχεις τραφεί μόνο μ' αυτά! Δέν τούς έχεις πάρει μόνο αυτά! Έχεις πάρει κι αυτά που ονειρεύτηκαν! Κι αυτά που έζησαν μέ τή φαντασία τους! Κι αυτά που επεθύμησαν, που περίμεναν λειώνοντας απ' τόν πόθο, απ' τήν απελπισία γιατί δέν μπορούσαν νά βγούν έξω απ' τό κορμί τους καί νά πετάξουν πρός τά 'κεί, νά συναντήσουν αυτό που ήθελαν καί δέν μπορούσαν νά κάνουν τίποτα παρά νά βυθίζονται καί νά περιμένουν! Κι ίσως αυτά πιό πολύ! Ίσως αυτά νά τά ήθελες περισσότερο από τ' άλλα! Απ' αυτά που συνέβαι- ναν. Ίσως γι' αυτό παραμόρφωνες έτσι αυτά που συνέβαι- ναν! Ίσως γι' αυτό δέν μπορούσε νά συναντήσει κανείς αυτό που είχε ονειρευτεί! Έτσι, όπως τό είχε ονειρευτεί! Καί πώς τούς έκανες σιγά σιγά νά τό δέχονται! Νά τό θεωρούν φυσι- κό! : "Μήν κάνεις όνειρα! Πού ζείς! Δέν είναι έτσι ο κό- σμος!". Όχι! Όχι! Έτσι είναι ο κόσμος! Ψέμματα τούς έλε- γες! Όλοι αυτό ήθελαν! Αυτό που είχαν ονειρευτεί! Αυτό που ονειρεύονταν. Εσύ τούς τό χάλαγες! Τούς τό λέρωνες! Μόλις συναντιώντουσαν. Τούς τό έκρυβες! Πρίν προλάβουν νά τό δούν στά μάτια τους. Ά, Σφετεριστή! Ά, Άρπαγα τών ονείρων! Όλα, όλα θά τά δώσεις πίσω! Θά πληρώσεις γιά ό- λους τούς Αθώους εγκληματίες που δημιούργησες! Γιά όλη τήν δολοφονημένη Αθωότητα! Γιά όλη τήν Αγνότητα που λερώθηκε! Γιά όλον τόν έρωτα που στερηθήκαμε! Γιά όλες τίς παραμορφωμένες επαναλήψεις τίς "Εις ανάμνησην" που κατάπιαμε! Φριχτός! Αξύριστος! μέ τά άχρηστα σκήπτρα Σου στό χέρι, θά παρακολουθείς από μακρυά. Χωρίς νά μπο- ρείς νά πάρεις τίποτα πιά. Πού τό ξέρεις! Ίσως σέ λυπηθού- με! Ίσως σέ συμπονέσουμε! Ίσως η ανύμπορη λύσσα τής ζή- λειας Σου νά μάς συγκινήσει! Υπάρχει τόση μεγαλοψυχία στόν άνθρωπο! Ποιός Σού είπε ότι Σού μοιάζει! Ποιός Σού είπε ότι πιστέψαμε τήν "Κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωσην"; Επειδή Εσύ έτσι είχες ερμηνεύσει τούς πόνους τού πλευρού Σου; Επειδή έτσι είχες ερμηνεύσει τό χέρι Σου που απλώθη- κε; Τό τεντωμένο Σου δάχτυλο; Είσαι σίγουρος ότι έδωσε; Είναι εδώ καί πάρα πολύς καιρός τώρα που τό υποψιαζόμα- στε! Που τό έχουμε καταλάβει! Που ξέρουμε πολύ καλά πιά ότι τίποτα δέ μάς έδωσε! Που νοιώθουμε πιά πολύ καλά ότι μάς πήρε! Ότι μάς παίρνει!... Αρκετά! Κράτησε πολύ! Κρά- τησες πολύ! Άς ασχοληθούμε πιά μέ τόν εαυτό μας! Άς α- σχοληθούμε μέ τόν Άνθρωπο! Μ' αυτό που είμαστε! Μ' αυτό που έχουμε μέσα μας! Δικό μας! Που κανείς, κανείς όμοιός Σου δέν έχει δικαίωμα επάνω του! Που αυτό δέν χρειάζεται κανένα σας! Που τού ανήκει τό Σύμπαν! Που τού ανήκεις κι Εσύ! Που ακόμα κι Εσένα μπορεί νά ερωτευτεί! Θά ασχοληθούμε μ' αυτό που είμαστε! Μέ τόν Άνθρωπο Έ- ρωτα! Meros2a Τέλος 120