ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ (Φεβρουάριος - Ιούλιος 1986) "Ώ, τί συναισθήματα μέσα σ' αυτόν τόν βάλτο!", μουρμούρι- σε χωρίς θυμό κι έκανε μιά πλατειά χειρονομία γιά νά δεί- ξει τήν γυμνότητα καί τήν ασχήμια τού περιβάλλοντος. "Κι όμως είναι αλήθεια πως πίσω απ' τόν τύπο τής ομορφιάς που δημιουργεί μιά αισθητική, υπάρχει πάντα η ίδια συγκί- νηση. Κι αυτό σημαίνει πως όλα έχουν τό δικαίωμα νά ονο- μαστούν όμορφα... Σέ φιλώ. Σέ χαιρετώ". "ΚάΓΙΑ"ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Κείμενα (149) - (167), Φεβρουάριος - Ιούλιος 1986 "ΚάΓΙΑ" Κάγια: Μιά αγαπημένη παραλία τής Μυτιλήνης. @ Γιάννης Σ. Χρυσούλης (Καλαμάτα 1943) Εθνάρχου Μακαρίου 6, Πολύδροσο Αμαρουσίου 15125 Τηλ. 6819775 (149) 1-2-1986 Τρομαγμένος, έκανα πίσω καί προσπάθησα νά προφυλάξω τό πρόσωπό μου καθώς εκείνος απομακρύνονταν εγκαταλεί- ποντάς με στό έλεος τής συνάντησής μας... Πώς πάλλονταν, πώς πάλλονταν εκείνη στόν χώρο ξεσκίζοντάς με γιά νά μπεί, νά χωρέσει, νά πάρει τή θέση που τής ανήκε πιά μέσα μου, σπρώχνοντας σκληρά μέ τούς αγκώνες, μέ τά γόνατα, ό,τι τήν εμποδίζει, τής αντιστέκεται, τήν παρακαλεί, παρα- μερίζοντάς το αυστηρά, αναγκάζοντάς το αδίστακτα νά υπο- χωρήσει, ένα γεγονός τό οποίο έχει επιτέλους κερδίσει εντε- λώς, μέ μιάν αμετάκλητη από οποιαδήποτε επιθυμία θά ή- ταν δυνατόν νά στραφεί τώρα εναντίον του σύμπτωση τών διαδρομών χαμένων γιά πάντα στό παρελθόν προθέσεων που τό αφορούσαν, τό δικαίωμα νά υπάρχει καί θριαμβεύει καί χαίρεται γιατί όλα πιά έχουν κατακτηθεί απ' αυτό, έχουν γί- νει περιουσία του, ένα σπίτι του από δώ καί πέρα καί σκύ- βει απ' τό παράθυρο νά μέ δεί! Νά μέ τυφλώσει! Όπως τρι- κλίζω μέ τό σημάδι πάνω στό μέτωπο. Μέ τά βλέφαρα σάν χτυπημένα από τήν ξαφνική ριπή ενός μυστικού. Ά! Εκείνου τού κλεμμένου μοιραίου μυστικού που μάς δένει καί που α- φού έζησε γιά πολύν καιρό στό βάθος κάποιου στήθους, παίρνοντάς το βόλτα στά λιμάνια μπροστά στά εδώ καί τό- σα χρόνια σκοτωμένα νερά που γοητεύουν τόν κόσμο του, τούς ανθρώπους του, χαμογελώντας στά φοβισμένα κομμά- τια απ' τίς αγάπες που έσπρωχνε μέ απελπισία μέσα του γιά νά γεμίσει εκείνο, κλείνοντας τό στόμα τού μίσους που α- παιτούσε νά τού αναγνωρισθεί τό δικαίωμα νά σημαδεύει ό,τι δέν μπορούσε εκείνο νά αγαπήσει καί αποκαλύπτοντάς του καθώς τό κοιτούσε βουβό καί ξαφνιασμένο σιγά σιγά τήν καταγωγή του, κάνοντας ατέλειωτους περιπάτους στό ε- σωτερικό του αναζητώντας τήν δικιά του τροφή, σηκώνο- ντας πότε πότε τό βλέμμα πρός τήν έξοδο που μιά μικρή φρί- κη τήν συνεπαίρνει καί τήν κάνει νά συσπάται καί νά τρέ- μει σάν δειλό φοβισμένο κορμί μπροστά στήν αίσθηση μιάς ξαφνικής απειλητικής πιθανότητας νά τό αφίσουν κάποτε νά περάσει από μέσα της -μιά νότα που τήν έλειωνε από πόθο κι άς ήξερε ότι θά ξέσπαγε σ' αυτούς τούς φοβερούς κρότους τών φθόγγων που θά τήν ξέσκιζαν στήν άκρη της λίγο πρίν βγούν-, μόλις πρίν μιά στιγμή, όταν ένοιωσε ότι έφτασε η ώρα, ότι αυτό τό σώμα που τό υπέφερε τόσα χρόνια είχε ωριμάσει κι ετοιμάζονταν νά τό προσφέρει ξεδιπλώνο- ντας τίς πτυχές του από μέσα του όπως ένα πολύτιμο ύφα- σμα που τό τυλίγει κανείς μέ ηδονή γύρω απ' τούς αγαπημέ- νους ώμους που τό περιμένουν ανατριχιάζοντας, είχε στρέ- ψει, αποχαιρετώντας μέ τό λυγισμένο χέρι του τά τοιχώμα- τα που πάνω τους καθρεφτίζονταν όλον αυτόν τόν καιρό καί είχε αφεθεί νά παρασυρθεί χαρούμενο καί όμορφο καί αβά- σταχτο μαζύ μέ τόν αέρα, ξέροντας ότι θά τό υποδέχονταν έ- να τό ίδιο ωραίο στήθος κι ότι πίσω του τό είδωλό του θά διατηρούσε τή συγγένεια που τόσο τό ενδιέφερε μέ τό πα- λιό... Είμαστε τυφλωμένοι, αλλά όχι τυφλοί. Τό σπέρμα του μάς αφορά. Γή! Τρικλίζω. Μόλις χτές, μόλις χτές πέρασε. Ανοίγω μιά τρύπα στή λάσπη. Σάν τά πηγάδια που άνοιξε εκείνος στίς κορφές τών λόφων όταν ξάπλωσε τό κορμί του πάνω σου καί σέ γονιμοποίησε. Θέλω νά ενώσω τό σπέρμα μου μέ τό δικό του. Μπρούμητα τόσους αιώνες, τόσες χιλιάδες χρό- νια, προσπαθεί νά ξαναμπεί μέσα σου τό γένος μας. Πτώμα- τα τρελλών κολυμπάνε στά πηγάδια. Τό σπέρμα του αφρί- ζει. Τρικλίζω. Μόλις χτές, μόλις χτές πέρασε. Κάνω πίσω τρέμοντας καί προσπαθώ νά προφυλάξω τό πρόσωπό μου καθώς μέ εγκαταλείπει στό έλεος τής συνάντησής μας. Μιά επιληψία. Ξάπλωσε πάνω της εκείνος. Στίς κορφές τών λό- φων. Ακόμα τρέμει. Ακόμα σπαρταράει από τήν ηδονή. Πη- γάδια γεμάτα απ' τό σπέρμα του. Μιά ανατριχίλα. Ένας σεισμός. Τήν συνεπαίρνει όταν θυμάται. Όχι άλλο. Όχι άλ- λη αρρώστια. Κι άλλη! Κι άλλη αρρώστια! Κάτω οι υγείες! Οι ρηχές υγείες. Οι στείρες, ανέραστες, φοβισμένες υγείες. Σκάψε με! Σκάψε με! (150) 3&4-2-1986 ... Μή μέ σφάξεις ποτέ μέ ίσιο σπαθί αγάπη μου. Εγώ ποθώ νά πεθάνω από γιαταγάνι. Εγώ είμαι ο ερωμένος τής καμπύ- λης. Ο εραστής τών περιστροφών. Ο εκ περιστροφής αντι- κείμενος τού υποκειμένου μου. Καί δέν είμαι τίποτε απ' αυ- τά. Ούτε το αντικείμενο ούτε τό υποκείμενο. Είμαι η ίδια η περιστροφή. Τό καμπύλωμα τής πορείας τού υποκειμένου πρός τό αντικείμενο. Μιά καμπύλη. Μιά περίστρεψη. Ένα τόξο. Σάν τό βλέμμα μου. Ά, τό βλέμμα μου! Τί κύκλο κάνει γιά νά μέ συναντήσει! Τί ραντεβού πάνω στήν στροφή έχουμε δώσει αγάπη μου! Πώς βλέπω τήν καρδιά μου νά μού γνέφει στρέφοντας μέ μιά κί- νηση που αγκαλιάζει όλον τόν χώρο! Ά! Μήν αφίσεις, μήν αφίσεις ποτέ νά μέ χτυπήσει ίσιο σπα- θί. Εγώ ποθώ τό γιαταγάνι... Οι Ανατολίτες έχουν καταλά- βει. Έχουν δεί. Έχουν ακούσει. Έχουν αυτιά καί μάτια πιό καλά από μάς καλή μου. Πιό ερωτευμένα. Πιό γλυκά. Έ- χουν στό στήθος τους μιάν εξομολόγηση. Αυτοί μπορούν νά λείψουν γιά λίγο. Μπορούν καί φεύγουν γιά μιά στιγμή. Η ευθεία ποτέ δέν τούς έκανε δικούς της. Έχουν αρνηθεί τόν «συντομώτερο δρόμο»... Γι' αυτό άν μ' αγαπάς όχι μέ ίσιο σπαθί. Μέ γιαταγάνι νά μέ σκοτώσεις. Μαζεύω γόπες από χτές. Τά πόδια μου δουλεύουν γιά τά πνευμόνια μου. Τά πνευμόνια μου είναι θαύμα κι αντιχαιρε- τούν. Έχω καπνίσει όλες τίς μάρκες. Τά άδεια πακέτα είναι απείρως περισσότερα καί σέ πολύ καλλίτερη κατάσταση α- πό τίς γόπες που μπορεί νά καπνιστούν. Έχουν υπέροχα χρώματα που ξεχωρίζουν πάνω στήν άσφαλτο σάν λουλού- δια. Είναι τά λουλούδια τής ασφάλτου. Κανείς δέν τά προ- σέχει. Έχω έναν ολόκληρο κήπο δικό μου. Μά δέν είναι μό- νο αυτό. Είναι όντα μαγικά. Κλείνουν κι έναν δικό τους χώρο τό καθένα. Έναν εντελώς δικό τους χώρο. Έναν χώρο τσαλακωμένο σέ κάποιο τυχαίο μεγαλοφυές σχήμα: «Έχουν ανταποκριθεί μέ μοναδική ευαισθησία, μέ μιά πίστη άγνω- στη στό ανθρώπινο γένος, στήν εμπιστοσύνη που χέρια γε- μάτα πάθος, γεμάτα άγχος, ανυπομονησία, θυμό, ίσως κακί- α, ίσως πόθο, αφηρημάδα κι έρωτα κάπου κάπου πίσω απ' τήν λικνιστική κίνηση δυό πολύ επιθυμητών γιά τήν στιγ- μή εκείνη γοφών, που αφίνονται νά πλησιαστούν, που η κί- νησή τους γίνεται πιό χαριτωμένη επειδή νοιώθουν, τούς έ- δειξαν, όταν επιτέλους τό περιεχόμενό τους τελείωσε σάν μιά πρόφαση που εμποδίζει χωρίς πρόθεση γι' αυτό, που μό- νο καθυστερεί ώστε νά εξαντληθούν τά στοιχεία της καί νά μπορέσει επιτέλους νά αποσυρθεί, αναθέτοντάς τους νά δια- τηρήσουν εκείνα τά καταδικασμένα νά χαθούν συναισθήμα- τα, πάνω σ' αυτές τίς έξοχες γλυπτές εσωτερικές παρα- στάσεις που κανενός καλλιτέχνη ο αυθορμητισμός δέν ευτύ- χησε ποτέ νά πλησιάσει, μέ τήν συντριβή τής παγωμένης καί στείρας βιομηχανικής τους μορφής». "Επεμβαίνει, επεμ- βαίνει λοιπόν παρ' όλα αυτά ο άνθρωπος;". Καί πιά είναι ευγενή. Είναι απρόσιτα. Εμφορούνται. Έχουν μιάν αγνό- τητα που δέν μπορεί νά θιγεί. Κάθε καινούργια μορφή τους, όσο κι άν τά πατάνε τ' αυτοκίνητα καί τά πόδια, είναι παρ- θένα. Είναι ένας έρωτας μέ τά βρώμικα πανέμορφα τοιχώ- ματά τους. Ένας έρωτας γιά τόν εαυτό του. Εντελής... Ενώ τά άλλα! Τά άλλα τά ανθρώπινα τσαλακωμένα σχήματα! Αυτοί οι χώροι που διατηρούν τούς βιασμούς τους από κα- ταβολής σπέρματος. Αυτές οι θυρίδες ασφαλείας που δέν ξε- φεύγει ποτέ τίποτα από μέσα τους... Αλήθεια πώς δέν τό σκέφτηκαν οι τράπεζες νά αντιγράψουν τό ανθρώπινο εσω- τερικό; Ποτέ ό,τι μπήκε σ' αυτό δέν χάθηκε. Αντιθέτως υπε- ξαιρείται μέ μιά θαυμαστή διεργασία, χωρίς έστω καί τήν ε- λάχιστη απαίτηση τού εξωτερικού -χαμένου οριστικά στό ε- πίπεδο τών δικαιωμάτων-, από τόν νόμιμο Κτήτορα τής οι- κοδομής. Είναι όλα εκεί στριμωγμένα, τό ένα καβάλα επά- νω στό άλλο, μέ τό στόμα τού καθενός κολλημένο στό αυτί τού αποκάτω του που ακούει νά τού ψιθυρίζουν διαρκώς τό όνομά του: τό Μεγάλο όνομα από Β. Τό ανθρώπινο γένος αρ- χίζει από Α κι αυτό είναι σωστό καί δίκαιο καί τά γόνατά μου λειώνουν από περηφάνεια γιατί τού ανήκω. Αλλά η ου- σία του, η βαθύτερη υπόστασή του, τό μεδούλι τών κοκκά- λων του αρχίζει από Β. Κι εκεί πάνω κρέμεται μιά θλίψη. Μιά κραυγή. Μιά "Βοήθεια". Δέν είναι περίεργο τό ότι η ουσία καί ο γδούπος της, καθώς εκείνη, αφού πάρθηκε πιά η απόφαση γιά τήν δωρεά, πετάχτηκε μέ φόρα σάν μιά χούφτα λάσπη καί χτύπησε στά κούφια τοιχώματα πλημμυρίζοντας αυτό τό άτυχο σχήμα, αρχίζουν απ' τό ίδιο γράμμα; : Βια- σμός! Βοήθεια! "Βοήθεια", λέω καθώς σκύβω νά πιάσω μιά γόπα. Είσαι η βοήθειά μου. Είσαι τό δώρο τού δρόμου. Τό μικρό σκουλαρίκι τών γενεθλίων μου που τό κορμί μου τά γιορτάζει κάθε στιγμή. Κάθε στιγμή γεννιέμαι. Ά, δέν μ' εν- διαφέρει τί μένει πίσω. Τί είδους πτώμα παρατάω κάθε φο- ρά. Από τί είδους βιασμό έχω ξεπεταχτεί. Ήταν κι αυτή μιά μεγάλη στιγμή. Είμαι ο απόγονος τών Μεγάλων Στιγμών τών μεταβολών μου. Άκου, άκου αγάπη μου! Τά κλάξον χαι- ρετίζουν τόν καινουργιοφερμένο. Υμνούν τήν νέα διάσταση. Τά κλάξον τών αγγέλων. Οι άγγελοι κατέβηκαν επιτέλους στή γή. Τί μορφές! Τί σχήματα! Τί φωνές! Τί μάρκες! Κου- βαλούν πάνω στίς ρόδες τους τίς «Εικόνες τού Θεού». Ντυ- μένες! Η κομψευόμενη Αγιότης! «Η εκ τής κόνεως τής πρό πολλού αποξηρανθείσης καί διασκορπισθείσης εν είδει α- τμοσφαιρικού ρύπου καρδίας της, τυφλή καί δύσπνους βι- ντεομάζα». Πορεύεται τά πρόσω! Άς οπισθοχωρήσουμε. Περπατάω σιγά σιγά πρός τά πίσω κοιτάζοντας πάνω απ' τόν ώμο μου. Τό κιόσκι τής στάσης μέ πλησιάζει προχωρώντας πρός τά 'μπρός. Τά πρόσωπα που περιμένουν τό λεωφορείο καί μέ βλέπουν ξαφνιασμένα, ακολουθούν πιστά τό κιόσκι. Καμμιά δύναμη δέν τούς ξε- κολλά από 'κεί. Ούτε ακόμα καί η απειλή από τήν έλευση ε- νός οπισθοχωρούντος. Τελικά θά τά καταφέρουν. Θά τό πά- ρουν τό λεωφορείο. Αλλοίμονο! Υποκλίνομαι. Αλλά όχι. Τούς ξεγελώ. Ψάχνω γιά γόπες. Έχω εντοπίσει τά μέρη ό- που οι γόπες είναι μεγαλύτερες. Είναι σχεδόν ολόκληρες. Σχεδόν τσιγάρα. Καί είμαι γεμάτος ευγνωμοσύνη. Γι' αυ- τούς που τίς πέταξαν. Είναι οι πιό ανιδιοτελείς ευεργέτες. Ποτέ δέν σκέφτηκαν ότι ευεργετούν. Ποτέ δέν αρρώστησαν απ' αυτό. Ενώ οι άλλοι! Πόσες φορές δέν είχα θαυμάσει μι- κρός τί καλός που είναι ο Θεός καί μάς φροντίζει κι έ- φτιαξε τούς φτωχούς γιά νά μπορούμε νά τόν δανείζουμε. Τί χαρά καί τί συγκίνηση μού φούσκωνε τό στήθος όταν τά κα- τάφερνα επιτέλους νά τόν δανείσω κι εγώ! Από τό υστέρημά μου. Τί πατρική καί τί στοργική φροντίδα! Πώς νά μήν προσεύχεται κανείς νά μήν απομακρύνει ποτέ τό Χέρι Του από πάνω μας! Τό ευλογημένο Του Χέρι. Τό τεντωμένο Χέρι Του μέ τήν ανεστραμμένη παλάμη. Μόνο που αυτοί δέν συ- μπεριφέρονται καθόλου καλά. Καθόλου δέν Τού αναγνωρί- ζουν τόν σημαντικό ρόλο που τούς ανέθεσε. Καθόλου δέν συγκινούνται βλέποντας τά κουρέλια τους γιά τήν αμερολη- ψία τής Θείας Του χάρης. Καθόλου δέν συμφωνούν γιά τό σπουδαίο μερτικό τους πάνω στή γή. «Άλλους εν πτωχεία καί άλλους εν πλούτω δοκιμάζει». Είναι πράγματι ένα δύσκολο σχήμα. Χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται συναίσθηση τής αποστολής. Χρειάζεται ατσαλένια νεύρα γιά νά Τού προσφέρεις ό,τι αγαπάς, γιά νά αντέχεις τόν πόνο του, τό ουρλιαχτό του, τό βουβό του μάτι που σέ κοιτάζει μέ απορία, τά χέρια του που απλώνονται ν' αρπαχτούν από πάνω σου νά σωθούν, τό κάρφωμά σου εκεί που Εκείνος σέ «έταξε», τήν υποστολή τής καρδιάς σου μπροστά στήν έπαρση τής φοβερής Του σημαίας μέ τό τατουάζ που σού θυμίζει γιά νά μήν ξεχνάς ποτέ τό σχήμα τής δικιάς Του καρδιάς που σ' α- γαπάει, που σέ θέλει, που σέ έχει στ' αλήθεια «εν Τάξει» καρφωμένο απάνω της: τόν σταυρό. Είναι πράγματι περίερ- γος Θεός, μέ πολλές μυρουδιές. Στήν εποχή μας μυρίζει πε- τρέλαιο. Πότε ήταν λοιπόν που είχα δεί εκείνο τό καταπλη- κτικό κατεβατό σέ κάποιον τοίχο; Πάνω πάνω μιά στρογγυ- λή σφραγίδα τών πιστών: «Ο ελεών πτωχόν δανείζει τόν Θεόν». Κι από κάτω γραμμένα μέ μαρκαδόρο: «Ο Θεός έφτιαξε τούς φτωχούς γιά νά δοκιμάσει τούς πλούσιους». «Ο Θεός έφτιαξε τούς πλούσιους γιά νά βοηθήσει τούς φτωχούς». «Οι πλούσιοι φτιάξανε τόν Θεό. Τήν ασφαλέστερη Τράπε- ζα». «Όσο πιό πολύ δανείζεις τόν Θεό, τόσο πιό πολύ τόν πλου- τίζεις καί τόσο πιό πολλούς φτωχούς θά φτιάχνει. Συμπέρα- σμα: ο ελεών πτωχόν είναι μαλάκας». «Μαλάκες είναι οι φτωχοί!». «Κι άν ήσουνα φτωχός τί θάκανες;». «Γι' αυτό δουλεύουμε, γιά νά μήν ξοδεύονται οί πλούσιοι». «Τί έφτιαξε ο Θεός πρώτα, τούς πλούσιους ή τούς φτω- χούς;». «Όταν δέν θά υπάρχουν ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, πώς θά τήν βγάζει ο Θεός;». «Όλα θά τά εξαφανίσει η Δικτατορία τού Προλεταριά- του!». «Καί τούς φτωχούς;». «Γάμησέ τα!». Τό είχα συζητήσει μέ κάποιους: "Οι φτωχοί είναι δημιούργημα τής καπιταλιστικής κοινω- νίας. Είναι τό αίσχος της. Στόν υπαρκτό Σοσιαλισμό δέν υ- πάρχουν επαίτες. Ο ζητιάνος είναι τό ξεφτύλισμα τής αν- θρώπινης υπόστασης. Είναι ανεπίτρεπτο τό Κράτος νά αφί- νει νά υπάρχουν ζητιάνοι. Έπρεπε νά μπορεί νά τούς απορ- ροφήσει στήν παραγωγή". "Ναί αλλά τί θά γίνει τώρα μ' αυτόν εδώ τόν υπαρκτό ζη- τιάνο που πεινάει; Δέν σ' έχω δεί νά δίνεις ποτέ μιά δεκά- ρα". "Δέν θά λειτουργήσω σάν αλλοτριωμένο από τόν καπιτα- λισμό άτομο". "Δηλαδή συνεργάζεσαι μέ τόν καπιταλισμό εναντίον τών θυμάτων τού καπιταλισμού;". "Έ, όχι καί νά μέ βρίζεις!". "Συγνώμη", είπα, "συγνώμη κύριέ μου. Σηκώνετε λίγο τό πόδι σας; Πατάτε μ' έναν τε- λείως «αντικειμενικό» τρόπο κάτι που «υποκειμενικά» μ' ενδιαφέρει αφάνταστα". "Τί είπατε;". "Έναν πόντο ακόμα άν προχωρήσετε τό πόδι σας θά μού στερήσετε ένα τσιγάρο". "Δέν σάς καταλαβαίνω". "Μή μού πατάτε τή γόπα!", είπα καί υποκλίθηκα... Πρέπει ν' αλλάξω δρόμο. Τήν βαρέθηκα τήν Κηφισίας. Κι η ημέρα είναι τόσο όμορφη! Γιατί νά τήν σπαταλήσω μόνο σ' έναν δρόμο. Παντού υπάρχουν γόπες... Αλήθεια τί όμορφη που είναι η μέρα! Μιά μελαγχολία μέ πιάνει ξαφνικά. Κι άν έφευγε; Κι άν έπαυε νά είναι ωραία; Η καρδιά μου άρχισε νά χτυπά δυνατά. "Μόνο μέ γιαταγάνι νά μέ σκοτώσεις εμένα"... Σάν μιά ωραία γυναίκα φεύγει η μέρα. Σάν μιά ωραία γυναίκα που στρίβει τήν γωνιά καί χά- νεται μέ τόν αέρα νά μή θέλει νά κλείσει πίσω της, νά σ' α- φίσει νά τήν ακολουθήσεις -πώς νά μοιράσει κανείς τέτοιο κορμί;-. Κι ο αέρας τό ξέρω πόσο πολύ ζηλεύει τά κορμιά που αγκαλιάζει, ποτέ δέν μ' έχει αφίσει ν' αγγίξω κάτι εντε- λώς δικό του, λυσσάει απ' τό κακό του κι ασχημαίνει, εκεί μπροστά στά πόδια σου μπορεί νά σχηματιστεί ένας μικρός ζηλιάρης τυφώνας καί νά σού σαρώσει όλη σου τήν ισορρο- πία -ποιός είπε εκείνο τό σοφό: «άφισε τόν άνεμο νά πάρει τίς πεταλούδες του»;- καί μένει ανοιχτός, ένα κενό που απα- γορεύει, που σού παίρνει τήν ανάσα, σέ καρφώνει στό πεζο- δρόμιο καί ξέρεις καλά ότι θά μείνει γιά πάντα εκεί σ' αυ- τόν τόν συγκεκριμένο τόπο τρίζοντας τά δόντια του κι όταν θά τύχει νά περάσεις μετά από καιρό από τό ίδιο μέρος θά σέ θυμηθεί καί θά σού ουρλιάξει καί θά σ' αναγκάσει νά κάνεις τόν γύρο καί δέν θά σ' αφίσει νά τήν ξεχάσεις ποτέ. Έτσι! Γιατί επιθύμησες κάτι δικό του. Όπως είναι οι ωραίες γυ- ναίκες. Όπως είναι οι ωραίες γυναίκες μέσα στίς όμορφες μέρες. Όπως είναι οι όμορφες μέρες μέσα στίς ωραίες γυναί- κες... Αλλά γιατί; Γιατί νά μήν μπορώ νά επιθυμήσω μιά ω- ραία γυναίκα; Μιά όμορφη μέρα; Μιά όμορφη μέρα που ξαφ- νικά τό βάζει στά πόδια καί στρέφεσαι γύρω απορημένος -ό- λα είναι στή θέση τους όπως πρίν μιά στιγμή, ο ήλιος, ο ου- ρανός, τό χώμα-, καί λές: πού πήγε; Ποιός τήν πήρε καί τί, τί ήταν τότε η «όμορφη μέρα»; Τί ήταν τό «όμορφη», τί τό έφτιαχνε κι άν φτιάχνονταν μέσα μου δέν είναι αυτή τότε που έφυγε αλλά εγώ. Κάποιος μού πήρε τό μέσα μου, κά- ποιος τό έρραψε, τό έκλεισε καί δέν μπορεί πιά νά δεχτεί, δέν μπορεί νά φτιάξει, νά γεννήσει ομορφιά καί νά γεμίσει μ' αυτή τή μέρα κι η μέρα μένει άδεια καί στεγνή καί τά πράγματα είναι πράγματα, δέν έχουν τίποτα πιά μέσα τους καί σκύβεις τό κεφάλι κι αρχίζεις πάλι νά περπατάς κάτω από έναν ξένο ήλιο, σέ μιά ξένη χώρα κι αυτός που σέ κου- βαλά απάνω του είναι κι αυτός ένας ξένος κι αναρωτιέται αυτό τό «υπόλοιπο» μέσα σου από τί έχει περισσέψει, δέν ξέρει άν είναι ένα σακκάκι χωρίς κορμί ή ένα κορμί χωρίς σακκάκι καί ποιός έχει τό δικαίωμα νά υπάρχει χωρίς τόν άλλον καί ποιός έχει τό δικαίωμα νά φεύγει καί ποιός έχει καρδιά που μπορεί νά εγκαταλείπει καί νά αντέχει κι όταν επιστρέψει τί θά επιστρέψει; Καί ισχύει εδώ ο όρος επιστρο- φή; Ή μήπως αυτό που έρχεται είναι κάτι καινούργιο, κάτι ξένο κι άγνωστο καί άγαρμπο, γεμάτο πείσμα, που πρέπει κανείς απ' τήν αρχή νά ξεκινά μαζύ του τόν ίδιο αγώνα, μέ τήν ίδια αγωνία γιά τήν στιγμή τής εγκατάλειψης; Τήν ίδια απελπισία που ωριμάζει σάν τό τσαμπί τό σταφύλι σ' αυτή τήν κληματαριά μέ τίς εποχές της που μέ υποκαθιστά συνε- χώς, τήν υποκαθιστώ συνεχώς καί ποιός δέν αφίνει ποιόν καί παρεμβαίνει ανακαλύπτοντας ότι υπάρχει μόνο μετά τήν παρέμβαση, βλέπει ένα κεφάλι νά βγαίνει απ' τή γωνιά καί υποψιάζεται ότι είναι τό δικό του καί τό «άλλο» δέν είναι παρά ένας τοίχος; Άχ, φαίνεται ότι δέν υπάρχουν παρά μόνο οι «εποχές». Ίσως είναι η εποχή τής διαδοχικής απόρριψης τών «φορέων», τών «υφισταμένων». Ποιός ξέρει τί θά είναι αυτό που θά απομείνει μετά απ' αυτή τήν απόσταξη χωρίς έ- λεος. Άραγε θά τό γνωρίζουμε; Θά μπορούμε νά τό αντιλη- φθούμε; Θά μπορούμε κάπου κάπου νά βγαίνουμε έξω του; Κι αυτό θά καταδέχεται ν' ασχοληθεί μαζύ μας; Μήπως, μή- πως αυτό συμβαίνει κιόλας; Μήπως εκείνο πέταξε τό σακ- κάκι του καί συνέχισε ελαφρύ καί χαρούμενο; Καί κάθομαι εδώ κι αναρωτιέμαι καί βασανίζομαι καί υπάρχω καί μέ κυ- νηγούν οι αμφιβολίες άν τό ύφασμα είναι «καλής ποιότη- τας»; Άν «έρχομαι καλά»; Σέ ποιόν; Μέ ποιόν υποτίθεται ό- τι πρέπει νά έχω ευθυγραμμιστεί;... Κάτι μ' ενοχλεί στίς ευ- θείες. Τί σπρώχνει τίς ευθείες νά γίνουν πιό ευθείες; Τό τέ- ντωμά τους δέν είναι ποτέ αρκετό. Κι αυτές οι καμπύλες... δέν είναι οι αληθινές καμπύλες! Είναι οι αντιγραφές τους. Καί σύ δέν είσαι εσύ. Είσαι η αντιγραφή σου. Η ζωή σου κι ο θάνατός σου δέν είναι αληθινά. Αυτές οι ψεύτικες ζωές μάς έχουν ξεγελάσει. Αυτοί οι ψεύτικοι θάνατοι. Πώς κατά- φεραν νά αποκτήσουν τόση δύναμη καί απαιτούν νά ανα- γνωρισθούν τώρα; Πώς στρέφονται μ' αυτό τό ειρωνικό χα- μόγελο που σέ εξαγριώνει κάνοντας πως αναζητούν τά αλη- θινά στόν ορίζοντα; Ιδιαίτερα εκείνος ο θάνατος! Κάνοντας πως δέν φοβάται τήν σύγκριση! Ενώ τό ξέρω, τό ξέρω πως τήν τρέμει! Τόχω δεί στά μάτια του. Κι αυτός ο ψεύτικος έ- ρωτας ανάμεσά τους! Νά θέλουν έτσι νά περνάνε γιά τό τέ- λειο ζευγάρι. Νά είναι τόσο καλά συνεννοημένοι. Νά υπο- κρίνονται τόσο καλά. Νά έχουν ξεγελάσει, ακόμα καί τόν ε- αυτό τους. Σάν ψεύτικα κοσμήματα που τά πρωτότυπά τους έχουν φυλαχτεί σέ κάποια μυστική κρύπτη κι έχουν ορκι- στεί νά μήν αφίσουν ποτέ νά φανεί κάτι τέτοιο κι αρχίσει ν' αναρωτιέται αυτός που τά φορά καί χαλάσει τό παιχνίδι. Γι' αυτό ξυπνάω λοιπόν κάθε πρωΐ μέ τά δόντια σφιγμένα σάν τανάλιες; Τί είναι αυτό που θέλει νά ξεφύγει από μέσα μου καί γιατί τό κορμί μου προσπαθεί μέ τόσο πείσμα νά τό κρατήσει; Τί κινδυνεύει νά χαθεί; Ή μήπως προσπαθεί κατά βάθος νά τό κλείσει απ' έξω; Κι όμως εκείνες τίς άλλες φο- ρές ξυπνάω μ' ανοιχτό τό στόμα, σάν αυτό νάχει κιόλας φύγει κι όλη τή νύχτα γύριζε κι έχει επισκεφτεί παλιούς δι- κούς του συγγενείς κι έρωτες κρυμμένους τόσο ζηλότυπα α- πό 'μένα καί τρέχει αμέσως χωρίς ποτέ νά καταλάβω από πού έρχεται, ξαφνικά είναι εκεί, γιά νά προλάβει νά ξανα- μπεί πρίν κλείσω ζαλισμένος τό στόμα μου καί μείνει απ' έξω. Καί σκέφτομαι πόσες φορές πρέπει νά έχει γίνει αυτό, όταν νοιώθω έτσι άδειος καί φευγαλέος καί διαρκώς νυστά- ζω, όλη τή μέρα δέν μπορώ νά συγκρατήσω τό κεφάλι μου, τό στόμα μου συνέχεια χαλαρώνει σάν κάτι νά θέλει νά φωνάξει καί ξεχνάει διαρκώς τό όνομά του... Ποιός προσπα- θεί νά μπεί μέσα σέ ποιόν λοιπόν; Ποιός προσπαθεί από ποιόν νά μείνει απ' έξω;... Αυτές οι ευθείες... Κάτι μ' ενο- χλεί, κάτι μ' ενοχλεί στίς ευθείες. Δέν είναι όσο θέλουν τε- ντωμένες. Κι οι καμπύλες... Είμαστε έρμαια τών καμπυλών που μάς άρπαξαν στούς κυματισμούς τους καί μάς τυραν- νούν προσπαθώντας νά μάς λυγίσουν γιά τούς δικούς τους σκοπούς. Θύματα αυτής τής αβάσταχτης επιθυμίας νά τε- ντωνόμαστε όλο καί πιό πολύ. Γιατί πώς αλλοιώς νά εξη- γήσω τό ότι τεντώνομαι έτσι στό κρεββάτι μου κάθε νύχτα; Είναι εδώ καί χρόνια κι όσο περνάει ο καιρός ανακαλύπτω μέσα μου μιά τάση που διαρκώς απλώνεται καί θέλει νά μέ σκεπάσει ολόκληρο, νά μή μού περισσέψει πιά τίποτα. Κάθε πρωΐ μού παραδίνει ένα κορμί ολοένα καί πιό άκαμπτο. Ο- λοένα καί πιό ευθύ. Άχ, τό ξέρω πιά, τόχω καταλάβει. Μόνο πεθαίνοντας επιτυγχάνεται ο τέλειος βαθμός. Ίσως γι' αυτό τά πτώματα είναι τόσο άκαμπτα, τόσο απρόθυμα νά επιστρέ- ψουν. Τί είδους υπέρτατη ηδονή κρύβεται πίσω απ' αυτή τήν άρνηση; Μήπως κάθε στοιχείο που τά αποτελεί κέρδισε επιτέλους τήν ανεξαρτησία του που γι' αυτήν αγωνίζονταν μιά ολόκληρη ζωή; Έχει φτάσει πιά, έχει πετύχει τό όριο τού τεντώματος που δημιουργεί τήν ευθεία; Τά πτώματα α- ποτελούνται από τέλειες ευθείες. Αυτή είναι λοιπόν η ολο- κλήρωση; Η ένωση μέ τό Θείο; Η τελείωση; Πρός τά 'κεί τείνουμε διαρκώς; Ποιός έχει εξεγερθεί ενάντια σέ ποιόν; Είναι τό νά γίνει ευθεία η βαθύτερη επιθυμία μιάς καμπύ- λης; Είναι τό καμπύλωμα αυτού τού άκαμπτου Σύμπαντος η εξέγερση χωρίς υποκείμενο που λέμε ζωή; Είμαστε τά κα- μπύλα προϊόντα αυτής τής εξέγερσης λοιπόν; Καί πρέπει νά αντιστεκόμαστε, νά αντιστεκόμαστε διαρκώς στήν τάση νά επιστρέψουμε στήν αρχική μορφή, νά αντιστεκόμαστε στόν θάνατό μας μέχρις ότου η εξέγερση αποχωρισθεί εντελώς, α- ποκτήσει τήν ιδανική εκείνη καμπυλότητα τών ορίων θραύ- σεως τού λυγισμένου τόξου καί μάς εκτοξεύσει; Ένα βέλος που κέρδισε τό δικαίωμα νά φτιάξει τό ίδιο τόν στόχο του;... «Εμένα μέ γιαταγάνι νά μέ σκοτώσεις»... Πόσο δύσκολα είν' όλα αυτά. Πώς χρειάζεται ένα τσιγάρο γιά νά σέ βοηθήσει νά τά συλλογιστείς. Άραγε τά ίδια συλ- λογίζονται καί οι άλλοι; Αυτοί που κουβαλούν ολόκληρα πακέτα στίς τσέπες τους; Κι αυτοί που δέν καπνίζουν; Αυτοί δέν μπορούν νά γίνουν ευεργέτες. Δέν μπορούν νά πετάξουν γόπες. Αλλά ίσως είμαι άδικος. Ίσως βοηθούν κι αυτοί. Κανείς δέν ξέρει τόν ρόλο τους απέναντι στούς καπνιστές. Τούς καμπυλώνουν τήν επιθυμία. Αντιστέκονται στήν εκ- πλήρωσή της. Δέν τήν αφίνουν νά ξεθυμάνει. Αρπάζουν καί κάπου κάπου κανένα αναμμένο τσιγάρο καί τό πετούν απ' τό χέρι που πάει νά τό βάλει στό στόμα: "Αρκετά μέ τό κάπνι- σμα. υπάρχω κι εγώ εδώ!". Μπράβο! Μόνο προσοχή. Όχι στά νερά. Η κόλλα τους δέν αντέχει. Διαλύονται μόλις τά πιάσεις. Σάν τούς ανθρώπους... Άχ, όλα διαλύονται μόλις τά πιάσεις. Τό άγγιγμα φαίνεται πως είναι μιά θανάσιμη προσβολή. Κι εκείνα είναι τόσο περήφανα. Τόσο εκλεκτικά. Μέ τόσες γενιές πίσω τους νά προτιμούν τόν θάνατο. Όπως οι άνθρωποι που έχουν μιά τόσο λεπτεπίλεπτη ισορροπία μ' όλη αυτή τήν ατέλειωτη κατακόρυφη σειρά τών θανάτων που δέν θέλουν νά τό σκέφτονται ποτέ ότι στηρίζονται, ότι δέν έχουν καταλάβει ακόμα που είναι καρφωμένη, άν έχει καρφωθεί γιά νά στηριχτεί ή νά σκοτώσει, ποιόν σκοτώ- νουν περισσότερο μέ τόν θάνατό τους που κάθεται κι αυτός μέ τή σειρά του εκεί στήν άκρη καί βαθαίνει μέ τό βάρος του κάποια θανάσιμη πληγή. Γι' αυτό, γι' αυτό έχουν λοιπόν ένα τόσο σκληρό εξωτερικό. Γιά νά μήν μπορεί κανένας άλλος πιά νά δεί πώς είναι από μέσα, πώς αντέχουν, πώς διατη- ρούνται κολλημένοι μ' έναν τόσο ακατανόητο τρόπο. Σάν τά στοιχεία τους ν' ακολουθεί τό ένα τό άλλο, όπως αυτές οι ανοιξιάτικες κάμπιες που κατεβαίνουν απ' τά δέντρα στοιχισμένες όλες πίσω από τήν πρώτη κι ο δρόμος σηκώ- νει απαλά τή ράχη του καί τίς δέχεται. Κι εκείνες σάν νά μή τούς χρειάζεται άλλη απόδειξη ότι ο Κόσμος δέν έχει πιά κανέναν κίνδυνο, ότι κιόλας τούς προσφέρεται, έχει ξαπλω- θεί κι έχει ανοίξει μιάν αγκαλιά, τόν διασχίζουν σάν ένα χαρούμενο τραίνο. Μόνο που αυτές ξέρουν πού πάνε. Μέ μιά σοφία. Ή τουλάχιστόν αυτό που υπάρχει τίς παίρνει μαζύ του στό δικό του ταξίδι. Καί δέν χρειάζεται τότε ν' αναρω- τηθούν. Τεντώνουν μονάχα τό μικρό τους αυτί κι εκείνο έρ- χεται. Ενώ οι άνθρωποι! Τί ήρθε ποτέ πρός τούς ανθρώπους; Πότε ο Κόσμος είδε άλλο αυτί τόσο διψασμένο νά τού ανοί- γεται καί νά τόν παρακαλεί νά τό διαλέξει; Σέ ποιό άλλο πλάσμα του μίλησε τόσο σιγά κι απαίτησε ένα τέτοιο τύ- μπανο; Μιά τέτοια μεμβράνη; Καί νά τούχει υποσχεθεί τόσα πολλά! Ν' αφίνει τήν καρδιά του νά σκιρτά έτσι σά νά πρό- κειται όπου νάναι νά συναντηθούν! Μήπως λοιπόν αυτό τό εκλεκτό γένος δέν ανήκει σ' αυτόν τόν Κόσμο; Μήπως γι' αυτό δέν καταλαβαίνει τήν γλώσσα του; Δέν ακούει τήν φωνή του; Έστω κι άν όλοι κολλήσουν έτσι, ο ένας πίσω α- πό τόν άλλον καί φτιάξουν μιά τεράστια σειρά γύρω από τή γή, πού θά πήγαιναν αλήθεια; Τί θά τούς έλεγε, τί θά τούς μάθαινε, πώς θά ήξεραν ξαφνικά; Ά, άν τό δοκιμάζαμε! Μή- πως έτσι ήμασταν απ' τήν αρχή; Ένα ατέλειωτο χαρούμενο τραίνο που δέν ήθελε άλλη απόδειξη κι είχε αρχίσει κιόλας τό ταξίδι του; Ποιός μάς σκόρπισε, τί μάς διέλυσε καί ψά- χνουμε έτσι απελπισμένα τή θέση μας; Τόν μπροστινό μας; Καί μήπως αυτό έχει γίνει εδώ καί πάρα πολύν καιρό μέσα μας; Μήπως τά στοιχεία που μάς αποτελούν ξεκόλλησαν α- πό ένα ξαφνικό τράνταγμα, από μιάν ύπουλη σκουντιά κι έ- χουν χάσει τήν σειρά τους; Έχουν ταιριάξει πάλι πρόχειρα καί βιαστικά καί μάς έχουν ξαναφτιάξει τήν τελευταία στιγμή γεμάτα αγωνία γιατί καταλάβαιναν ότι πιά δέν προ- λαβαίνουν, ότι η προσπάθεια είναι καταδικασμένη καί δέν υπάρχει πολλή ζωή; Μέ κάτι συγκρουστήκαμε. Ταξιδεύει ακόμα ο απόηχος σάν υποψία σ' αυτές τίς πρόχειρες διατά- ξεις τών κυττάρων μας. Κι αυτά δέν δέχονται νά καταλή- ξουν. Δέν δέχονται νά παγιδευτούν. Δέν τόν ξεχνούν τόν χα- μένο παράδεισό τους. Ώστε λοιπόν γι' αυτό όλες αυτές οι προσπάθειες; Οι επαναδιατάξεις; Οι ανακυκλώσεις; Οι πει- ραματισμοί μέ καινούργια σύνολα; Οι ξαφνικές καταστρο- φές πολιτισμών που η πορεία τους δέν ικανοποιούσε; Ακόμα καί πολιτισμών που ίσως τελικά ικανοποιούσαν, αλλά δέν μπορούσαν νά αποτινάξουν τό βάρος τής ενοχής από πάνω τους; Τής δικιάς μας πελώριας ενοχής που πλακώνει τήν ύ- παρξή μας. Γιατί εμείς ζήσαμε! Άραγε τί έχουμε καταστρέ- ψει; Ποιά πανάρχαια κατάρα γιά κάτι αγαπημένο που χάθη- κε μάς βαραίνει; Καί από ποιόν; Πώς νά τόν βρούμε, πώς νά τού εξηγήσουμε ότι είμαστε κι εμείς τό ίδιο θύματα; Καί θύ- ματα που βασανίζονται από αναμνήσεις που τό μαρτύριό τους κανείς δέν ξέρει άν θά τελειώσει, που ίσως κι αυτά πα- ρακαλούν γιά μιά καινούργια σύγκρουση... Ά, όχι, όχι ώς ε- κεί! Γιατί εγώ ποτέ δέν θά δεχτώ νά μ' αρπάξει στά χέρια της καμμιά συλλογική ευθύνη. Εμένα μού χρωστάνε. Διαρ- κώς μού χρωστάνε. Επειδή ποιός μού λέει ότι τό ίδιο ύπου- λο χέρι που μού άρπαξε δέν κρύβεται πίσω απ' αυτές τίς θλι- βερές σκέψεις; Ποιός μού λέει ότι πίσω απ' τά σκοτάδια αυ- τής τής ενοχής που δέν μού ανήκει καί που ζητάει συνεχώς ένα έγκλημα γιά νά δικαιολογεί τήν ύπαρξή της, δέν είναι κρυμμένο τό μυστικό τής καταγωγής μου; Κι άν είν' έτσι, ποιός λοιπόν έχει λόγους νά τό φοβάται; Από ποιά πορφύρα μέ ξέντυσαν καί μέ πέταξαν σ' αυτά τά κουρέλια; Ποιός θέ- λει νά μέ κρατήσει εδώ μέχρι που κι η τελευταία φωνή μέσα μου νά σωπάσει; Έχω έναν έρωτα πίσω μου. Μιάν ομορφιά. Μέσα στά κουρέλια μου μ' ακολούθησαν. Έχουν φτιάξει τήν καρδιά μου. Κι άν όλα τ' άλλα πάνω μου είναι γιά πέ- ταμα, έ καλά λοιπόν, άς πεταχτούν. Άλλωστε μέ τό ζόρι μού τά χάρισαν. «Είναι βρισιά τό χαλινάρι νά ζητάς νά μισήσει τό άλογο που έγινε άλογο». Σωστά. υπάρχουν κι αφεντικά που ποθού- νται. Υπάρχουν καί μαστίγια που λατρεύονται. Άς μήν εί- μαι άδικος. Η καρδιά αδυνατίζει όταν τό κορμί τής αφίνει τό χέρι. Όμως αλλοίμονό της άν φωνάξει τό μυαλό νά τήν σώσει. Αλλοίμονο στό μυαλό που βοηθάει μέ τήν ξένη ηδο- νή. Αλλοίμονο στό σώμα που γιά ν' ανοίξει ονειρεύεται τόν φόβο. Αλλοίμονο στό άλογο που έμαθε τρόπους. Κρίμα όταν πεθαίνει αυτή η μικρή φωνή μέσα στά χείλια που αφρίζουν, κάτω απ' τή γλώσσα που παραδέρνει: "δάγκωσέ με, κόψε με". Γιατί τότε ο ύπνος είναι ένας προδότης. Ά, πόσες φορές δέν ξαγρύπνησα γιά νά τόν δώ, νά τόν παραφυλάξω, καθώς ακονίζει τό κοφτερό του νύχι στό χορτασμένο πετσί τής ημέ- ρας καί σκίζει τά πρησμένα βλέφαρα τών κοιμισμένων! Σάν πεύκο χύνει τό εσωτερικό του ο άνθρωπος. Λειωμένη κόλλα από νύστα καί όνειρα γεμίζει τίς χούφτες τού μύστη. Σκυ- φτός σάν λωτός, πάνω απ' τό μαξιλάρι τών παραδομένων στό έλεός του πλασμάτων, μουρμουρίζει στεγνώνοντάς τη στίς χλιαρές ανάσες που δέονται καί ενώνει τόν Κόσμο μέ τά αυριανά του κομμάτια. Κι ό,τι πέφτει τό βράδυ, ξυπνάει τό πρωΐ... Αλλά εσύ παραμόνεψέ με πίσω απ' τή γωνιά αγά- πη μου. Μή μέ λυπάσαι. Μή μού λυπηθείς. Σήκωσε τό τρυ- φερό σου χέρι. Καθώς έχω περάσει. Καθώς υποκλίνομαι στίς γόπες. Πέταξέ μου τό τσιγάρο από τό στόμα. Φώναξέ μου: "Είμαι κι εγώ εδώ!". Τράβηξε τό γιαταγάνι από τή θή- κη του καί σφάξε με. Σφάξε με βαθειά. Λύγισέ με. Μήν αφί- νεις τίς ευθείες νά μέ πάρουν. Μή μ' αφίνεις νά παρακαλώ τόν ύπνο. Μή μ' αφίνεις στούς συντομώτερους δρόμους. Μή χάνεσαι τόσο γρήγορα. Δώσ' μου καιρό νά γυρίσω. Γιατί ώς πότε θά συναντώ τίς ίδιες μου τίς περιστροφές; Ώς πότε θά σέ μαντεύω πίσω απ' τά ξένα σχήματα; Ώς πότε θά μέ τυ- φλώνουν οι φωνές τών ξένων συμπλεγμάτων; Ώς πότε θ' α- γοράζω τούς πόθους μου απ' τά περίπτερα; Ώς πότε θά ετοι- μάζω τό κορμί μου απ' τίς οθόνες; Πώς θ' αδειάσει τό μυαλό μου γιά νά μπείς άν δέν μέ σφάξεις; Εγώ θέλω μέ τό δικό σου χάδι ν' ανοίξει τό σώμα μου. Θέλω τά δικά σου μάτια νά ερωτευθώ. Θέλω τό δικό σου τό κορμί ν' αγαπήσω. Πάρε με, πάρε με στίς χίλιες καί μιά σου νύχτες. Δώσ' μου τό πιό γλυκό φιλί που άγγιξε ποτέ νού. Ξαναπές μου νά τ' ακούσω: "Μιά φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι γνώριζαν τόν έρωτα κι ήσαν αθάνατοι...". (151) 10-3-1986 Στόν Ν. Χ. 10 όμορφες παραλλαγές κάτω από έναν άσχημο στίχο. 1 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Τώρα έχω ξεπέσει στή σιωπή σέ λίγο θά καλοπιάνω τούς τοίχους αύριο θά μού μιλάνε καί φωνές. Μπορεί ν' ακούσω καί τή φωνή τού Θεού. Μπορεί ν' ακούσω καί τήν δικιά σου. Ήσουν η μοίρα μου, τό βλέπω. Θά μ' αγιάσεις. ... 2 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Τά τραγούδησα όλα μιά φορά που άργησες. Κατέβηκα στό περίπτερο -μά ήταν Κυριακή, κλειστό κι απελπίστηκα. Μετά θυμήθηκα τήν Εκκλησιά καί τόν τυφλό που τραγουδούσε. Τούδωσα ένα δίφραγκο καί σέ περιμέναμε μαζύ. Τήν άλλη φορά που θάρθεις θά δώσω τό δίφραγκο σέ σένα. ... 3 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Τώρα δέν έχω πιά μυαλό. Τότε τό καταλάβαινα από τά τραγούδια του τώρα τό καταλαβαίνω απ' τ' όνομά σου. Τότε ήμουν εγώ εκείνος που τραγούδαγε τώρα είναι εκείνο που φωνάζει. ... 4 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Περνούσα γιά σπουδαίος. Νόμιζα ότι σ' έριχνα. "Εσύ δέν ξέρεις νά φιλάς", μού είπες. "Τί νά τά κάνω τά τραγούδια σου". Χαθήκαμε. Τότε ήταν που τά ξερρίζωσα καί φύτεψα φιλιά. Τά τρέλλανα στό πότισμα. Θάχουν μεγαλώσει όταν γυρίσεις. Θά σέ πνίξω. ... 5 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Τουλάχιστον μού μένει η μουσική, έλεγα. Εσύ μού πήρες καί τή μουσική. Ποιός ξέρει που θά καταντήσω, έτσι που στά 'δωσα όλα. έτσι που τά γλεντάς καί δέν τά λογαριάζεις λές καί δέν πάλαιψα νά τά γλυτώσω απ' τά σκυλιά. Μά πού μ' αφίνει η ομορφιά σου νά σέ δώ στά δόντια. ... 6 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. "Δέν τραγουδάς πιά", μού παραπονέθηκες. Έσκυψα καί σού φίλησα τά πόδια. ... 7 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Πού νά βρεθεί μυαλό νά τραγουδήσει εσένα; Καί νά βρεθεί, μήπως χωράς; Μά κι άν χωρέσεις ποιός θάνοιγε τό στόμα του νά φύγεις; Εσύ δέν τραγουδιέσαι. Καταπίνεσαι. ... 8 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Κάθε που σ' έχανα τό φώναζα νά μέ παρηγορήσει. σ' αδίκησα. Έπρεπε νά φωνάζω εσένα κι άς μή σ' εύρισκα. Μέ τά μυαλά ποτέ δέν ξέρεις. Άλλα θέλουνε. ... 9 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Σάμπως καί τά λογάριασες ποτέ; Έτσι όπως μέ κατάντησες τί θ' απογίνουν; Θά τά σέρνω κι αυτά μαζύ μου γιά ξώβεργες; Νάχες κρατήσει τουλάχιστον ένα νά καλοπέρναγε κοντά σου. Νά χαίρομουν κι εγώ από μακρυά. ... 10 Κάποτε είχα στό μυαλό μου τραγούδια. Εσύ δέν είχες ούτε μυαλό. Παράτησα τά τραγούδια μου κι έτρεχα πίσω απ' τό άδειο σου κεφάλι. Νόμιζα πως θάπρεπε νά τό γεμίσω. Δέ σκέφτηκα πως καί μ' αέρα μέσα τά κεφάλια τό ίδιο βαρειά είναι. Μετά τό κατάλαβα. Όταν τό κράταγα στήν αγκαλιά μου είχε βάρος. Είχε μάτια. ... (152) 3/4-1986 Ά, πόσα ψέμματα έχουν γραφεί! Πόσο πρέπει ν' αποξενωθεί κανείς από τόν πιό βαθύ ανθρώπινο πόνο γιά νά τά γράψει όλα αυτά. Πώς μπόρεσαν νά περιφρονηθούν έτσι οι άνθρω- ποι! Η πιό αληθινή ανθρώπινη τραγωδία!... Τρέμω απ' τόν φόβο μου καθώς σέ προκαλώ. Σέ προκαλώ καί τρέμω απ' τόν φόβο μου. Παρ' ότι τρέμω απ' τόν φόβο μου, σέ προκαλώ! Ώστε λοιπόν ούτε κι ο φόβος μπορεί νά μέ γεμίσει. Ούτε καί τό πιό σπουδαίο σου όπλο μπορεί νά εμπο- δίσει τήν επίγνωση. Υποταγμένο σώμα! Γιατί δέν εξεγείρεσαι; Γιατί δέν επιτίθε- σαι στήν Φύση; Ώς πότε θά στέκεσαι αποσβολωμένο μ' α- νοιχτό τό στόμα μπροστά στήν συνέπεια μέ τήν οποία σέ δο- λοφονεί; Ώς πότε θά Τής είσαι αφιερωμένο, χωρίς δικιά σου θέληση, μέχρι θανάτου; Άθυρμα τών μυστικών Της που ποτέ δέν καταδέχτηκε νά σού αποκαλύψει! Ώς πότε θά χο- ρεύεις στόν σκοπό Της, γιά νά σέ βλέπει καί νά χαίρεται καί νά σέ περιμένει, καθώς σού παίζει τά παλαμάκια; Μέ τί δικαίωμα, πώς Τής επιτρέπεις ν' αρπάζει μέσ' απ' τά χέρια σου μιά συνείδηση που ωρίμασε στήν δικιά σου αγκαλιά, που σάν μικρό παιδί, σάν έμβρυο, σού ζητά νά μή φύγεις τό- σο γρήγορα, νά τής δώσεις καιρό νά βρεί τόν τρόπο νά σέ πάρει κι εσένα μαζύ στό ταξίδι που φτερουγίζει στήν καρδιά της, νά σέ γλυτώσει από τά νύχια Εκείνης, από τό βλέμμα Της που σέ γοητεύει, σέ νανουρίζει, σέ κάνει νά γέρνεις από τό κλαδί που μέ τόσο κόπο σκαρφάλωσες; Μήπως δέν είσαι κι εσύ μιά μάνα πιά; Μήπως δέν έχει γεννηθεί από τήν σάρ- κα σου κάτι καινούργιο; Ά. πόσο πολύτιμο, πόσο πολύτιμο είσαι καί δέν τό ξέρεις, δέν έχεις καταλάβει γιατί Εκείνη σέ μισεί τόσο, σέ φθείρει ύπουλα καί σιγά, σέ αποκοιμίζει βά- ζοντάς σε νά κυνηγάς ασήμαντες ηδονές, σέ κατασπαράζει τήν ώρα που Τήν παρακαλάς γιά μιά στιγμή ακόμη, γιά ένα λεπτό, γιά μιάν ανάσα. Δές με! Έχω γεννηθεί εγώ από σένα! Κι εγώ δέν Τής ανήκω. Πόσο μέ γεμίζει οδύνη, πόσο πονάω νά βλέπω τό παιχνίδι που παίζει μαζύ σου, πώς σέ εκμεταλ- λεύεται, σέ χρησιμοποιεί, σέ αναγκάζει νά Τήν τρέφεις μ' αυτό που γεννάς καί μεγαλώνεις! Νοιώθω τά δόντια Της κιόλας νά ακονίζονται, τήν γλώσσα Της νά γλύφει τά μα- τωμένα Της χείλια καί κλαίω, κλαίω γιά τήν καταγωγή μου, γονατίζοντας μπροστά στήν ατέλειωτη σειρά τών βια- σμών που οδήγησαν ώς εμένα. Ώ! Υπάρχει μιά ντροπή, άν υ- πάρχει ντροπή σ' αυτόν τόν Κόσμο: ο διασυρμός τής συμβί- ωσής μας. Τί μέ νοιάζει εμένα πώς νοιώθουνε τ' άλλα σκυ- λιά! Καί στήν πιό τέλεια Κοινωνία που κανένας κίνδυνος δέν θά μέ απειλούσε απ' τά σαγόνια τους, που η πείνα, ο πό- νος καί τά γεράματα θά ήταν αναμνήσεις, εγώ θά ντρεπό- μουνα τό ίδιο, κι ίσως εκεί πιό πολύ αφού δέν θά μέ απα- σχολούσες πιά μέ τούς φόβους σου καί θά σ' έβλεπα χαρού- μενο νά κολυμπάς στήν ηδονή καίγοντάς μου τήν καρδιά. Γιατί ποιός τό είπε ότι εγώ δέχομαι νά ντυθώ μέ τά κομψά λούσα τής ακατάδεχτης πόρνης καί νά κρύψω τήν επίγνω- ση τής αισχύνης μου πίσω απ' τό μεγαλείο ενός χαστουκιού: "Μήν επιτρέψεις ποτέ στήν Φύση νά απαιτεί τίποτ' άλλο α- πό σένα εκτός απ' αυτό γιά τό οποίο σέ έχει ήδη πληρώσει!". Όχι! Όχι γιά μένα αυτό! Ο βιασμός μου μού προηγείται! Καμμιά ηδονή, καμμιά ομορφιά, καμμιά διάρκεια, καμμιά ποιότητα ζωής δέν είναι ικανά νά τόν ξεπλύνουν. Επειδή ε- γώ είμαι τό προϊόν του. (153) 12-3-1986 Κάθομαι εδώ μπροστά στό περίπτερο καί σκέφτομαι πόσο ε- πίτηδες σέ έχουν περιβάλει μέ τά γυμνά τους εξώφυλλα ώ- στε νά περιοριστείς καί νά πιστέψεις ότι αυξήθηκαν, πόσο σέ έχουν εκθέσει ώστε νά μήν διακρίνεται πιά μέσα στήν α- φθονία τών μελών η μορφή σου, πόσο σέ σπατάλησαν εκδί- δοντάς σε ώστε νά καταλήξουν επιτέλους ότι ξοδεύτηκες, μέ τί περίσκεψη επαυξάνουν τόν αγώνα τους γιά τά δικαιώμα- τά σου ώστε νά αναρωτηθείς γιά τήν απουσία τής αναγκαιό- τητας μιάς θέσης κάτω απ' τά πόδια σου καί νά αμφιβάλ- λεις, καί πόσο έντοκο καί απερίσκεπτα προσυμφωνημένο εις βάρος τών ιδίων καί τών τέκνων τών διαδόχων τους εί- ναι τό πάθος στό οποίο η συναίσθηση τής αδυναμίας τους νά διατηρηθούν τούς οδηγεί καί μέ τό οποίο προσπαθούν νά δι- καιολογήσουν τήν αλλοτρίωση αυτού που ουδέποτε κατενό- ησαν, απ' αρχής τού υπετάχθησαν καί τό εμίσησαν καί ανε- κηρύχθησαν κύριοι καί απαιτητές τής συγκατάθεσής του γιά λογαριασμό σου ώστε νά μπορέσουν νά τό πουλήσουν σέ σένα αγνώριστο καί σέ 'κείνους ακίνδυνο: τό σώμα σου. Καί συλλογίζομαι τί υπέροχη καί τραγική κίνηση είναι μιά θηλυκότητα που κατακτά τό σώμα της. Που απλώνεται στό σώμα της ακολουθώντας το καθώς μεγαλώνει, ενώ εκείνο καταλαβαίνει καί γυρίζει τό πρόσωπό του νά τήν κοιτάξει καί νά τήν γνωρίσει βαθειά. Καί στέκομαι πλάϊ σ' αυτό που δημιουργείται έτσι σιγά σιγά καί είναι κάτι καινούργιο. Εί- ναι ένα πλάσμα που μπορεί νά γεννήσει... Έκθαμβος καί πλημμυρισμένος από μιά συγγένεια σπάνια καί από μιά συ- γκίνηση που τήν οφείλω καί που εξ αιτίας της εγώ ο υπερή- φανος έχω προσκληθεί, χαίρομαι γιατί φύτρωσαν μάτια ε- πάνω μου καί βλέπω απ' τό πλησίασμά της. Επειδή αυτό που πρέπει νά γνωρισθεί είναι η αιτία. Κι αυτός που μπορεί νά μιλήσει είναι εκείνος που αρνήθηκε τή θέση του καί πιά κανείς δέν τόν λογαριάζει. Όπως δέν λογάριασε αυτό που τού μαρτύρησαν βασανιστικά ότι είναι ο εαυτός του, έτσι καί η γλώσσα του δέν κινδυνεύει νά λογαριαστεί. Είναι μιά γλώσσα δικιά του, όπως κι ο εαυτός του έγινε δικός του. Καί τόν ακολουθεί. Καί τόν ακούει νά ονομάζει τά πράγμα- τα. Καί αυτό είναι αρκετό. Τραγική καί υπέροχη αιτία σέ ονομάζω. Σάν ξαφνική ιδέα άστραψες κι αρπάχτηκε από σένα τό σύμπαν καί μπόρεσε νά συνεχίσει. Καί σού ανέθεσε νά δικαιώσεις τήν ύπαρξή του που υπέφερε από τήν ενοχή της καί ήθελε νά πεθάνει επειδή κανείς δέν φάνηκε νά τού εξηγήσει καί εκείνο είχε κουρα- στεί. Καί αποσύρθηκε στήν βαθύτερη άκρη του ώσπου νά τήν απορροφήσεις ολόκληρη καί νά τήν μεταλλάξεις. Από 'κεί σέ επισκέπτεται. Εσένα τήν μεταλλάσσουσα. Εσένα τήν γυναίκα. Επειδή τί άλλο μπορεί νά τό πραγματοποιήσει; Δειλά, όπως αρμόζει σέ έναν ερωμένο που δέν τόν ντρέπο- νται, σκύβει καί σέ φιλά ακούγοντας τίς υποσχέσεις σου ό- ταν ανθίζεις, τόσο σύντομα, τόσο αμέσως, τόσο σοφά, τόσο χωρίς ποτέ νά αποσύρεσαι. Στρέφεται καί δέν υπάρχει τίπο- τα νά σέ συγκρίνει. Από σένα, καθώς ωριμάζεις σιγά σιγά μέσα στόν εαυτό σου, αφίνεται τώρα νά γλυστρήσει κι εκεί- νο μ' εμπιστοσύνη στόν τόπο που πατάς. Γιατί καί τί έχει νά φοβηθεί από αυτό που εσύ τό εμπιστεύεσαι καί τού κάνεις τήν χάρη καί περπατάς επάνω του; Μέ απορία κοιτά αυτόν που η σκιά σου τόν κρύβει τρομαγμένο από τά μάτια του. Εί- ναι αυτό που τού γέννησες: ο άντρας. Εκείνος φοβάται. Ωρι- μάζει έξω από τόν εαυτό του. Τείνει πρός τά 'σένα. Εξέρχε- ται καί αποθέτει τόν εαυτό του επάνω σου καί μέσα σου μέ μιάν αφοσίωση που μόνο ένα δικό σου μέλος θά μπορούσε νά αναπτύξει σέ τέτοιο μεγαλείο. Βλέπει σέ σένα μιά μεγάλη τραγωδό νά τόν παίζει καί συναρπάζεται. Όμως αυτή είναι πολύ περισσότερο τό ίδιο τό δράμα παρά τά πρόσωπα. Τό πρόσωπό της κρατά εκείνον τόν σημαντικό ρόλο στόν οποίο τό έχεις εσύ η ίδια εξυψώσει, αλλά δέν είναι παρά μιά «ε- κείνη» που θά μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή νά αντικατα- σταθεί. Πίσω από «εκείνες» εκείνη είναι η ίδια η τραγωδία. Πραγματικότητες, όνειρα, έρωτες, παιδιά, γέννες, αγάπες, μίση, θάνατοι, απορροφώνται μέσα της όπως πλανιώνται ά- μορφα στόν χώρο καί ξεχύνονται απ' τήν μικρή της μήτρα καί πλημμυρίζουν τή γή. Πώς είναι δυνατόν ο άντρας που ε- κείνη τόν κάνει θεό, τόν κάνει αφέντη, εραστή, παιδί της, δούλο της, γυναίκα της, πώς είναι δυνατόν πίσω από τήν ένταση μέ τήν οποία στρέφεται τό ενδιαφέρον της επάνω του νά μήν έχει ακόμα αντιληφθεί τόν αναγκαίο αλλά ταυτό- χρονα ασήμαντο ρόλο του καθώς εκείνη δημιουργεί τόν κό- σμο επιτρέποντάς του νά υπάρχει; Πώς δέν έχει διαγνώσει ακόμα τήν ευχαρίστηση καί τό ελαφρύ, κάπως αφηρημένο χαμόγελό της μέ τά οποία τόν παρατηρεί νά κάνει τίς μεγά- λες του χειρονομίες καί νά φωνάζει γεμίζοντας έπαρση για- τί γιά μιά φορά κατόρθωσε νά τραβήξει τήν προσοχή της; Πώς νομίζει ότι μπορεί νά τήν κάνει νά φοβηθεί γιά τόν ε- αυτό της ώστε νά στραφεί εντελώς πρός τό μέρος του; Πώς δέν έχει καταλάβει ότι ο φόβος της είναι μόνο γιά 'κείνον, γιά 'κείνον φοβάται που δέν ξέρει καί που κινδυνεύει διαρ- κώς νά πέσει επάνω της καί νά τσακίσει τήν λεπτή του φλύδα* αυτή τήν πολύτιμη κρούστα που σιγά σιγά έχει συσ- σωρεύσει εκείνη γύρω απ' τήν μόνη κίνηση που τής περισ- σεύει πρός τά έξω, ώστε νά τόν κάνει υπαρκτό; Πώς δέν έ- χει αντιληφθεί ότι αυτό που εκλαμβάνει μέσα του σάν τάση νά τήν κατακτήσει καί νά τής επιβληθεί δέν είναι παρά η μοναδική επιθυμία η οποία είναι δυνατόν νά προκύψει από τήν μονοσήμαντη καί προσωρινή υπόστασή του: νά επιστρέ- ψει ό,τι δέν είναι παρά ένα δάνειο; Καί παρ' όλο που συναι- σθάνεται, σάν κάποιος άλλος, ότι τελικά εκείνος θέλει νά είναι μόνο αυτός ο μισθός του, βιάζεται έτσι επιπόλαια νά τόν ζητήσει, σάν μιά οριστική εξόφληση καί σάν κάτι που προσπαθούν νά τού στερήσουν, πρίν ολοκληρωθεί ο κύκλος, νομίζοντας ότι μπορεί νά τόν σταματήσει ξαφνικά καί νά α- ποκοπεί... Ώ, μέ τί συγκινητική κατανόηση παρακολουθεί εκείνη αυτή τήν προσπάθεια! Πώς τον ενθαρρύνει! Πώς τόν κρατά στήν ανοιχτή της παλάμη καί τόν φυσά: ένα ανθάκι στόν άνεμο που πιστεύει ότι πετά καί ψάχνεται ενδεές από τό ύψος γιά τά φτερά του! Άς αφεθεί γιά τήν ώρα νά πέφτει. Είναι ακόμα μικρός. Εί- ναι δυσκίνητος καί ανυπόμονος καί παρασύρεται από τήν βαθειά άγνοια τού κορμιού του καί έχει μόνο εγκέφαλο. Τό κορμί του δέν τού έχει ακόμα αποδοθεί. Αλλά έχει μιά προέ- κταση στό μέλλον που καί σύ συναισθάνεσαι μέ πίστη. Για- τί όταν τό μυαλό του ησυχάζει, τό κορμί που τού χάρισες α- νεβάζει τήν συγγένειά σας στίς άδειες καί κακές του έλικες καί τού τήν γνωρίζει. Τής επιτρέπει νά τίς αγγίξει κι εκεί μένει ένα σημάδι καί είναι σάν νά έχει ευλογηθεί. Δέν κα- ταλαβαίνει τί τού συμβαίνει καί οργίζεται γιατί νομίζει ότι κάτι τού πήραν καί μ' ένα μάτι άγριο ψάχνει νά βρεί νά μαστιγώσει. Επειδή δέν ξέρει άλλον τρόπο νά διώχνει τόν φόβο μέ τόν οποίο ζεί. Αυτή η ίδια η προέκτασή του στό μέλλον είναι που τόν τρελλαίνει καί μανιάζει μέσα στό σκοτάδι που τόν περιβάλλει καί δέν θέλει νά σκέφτεται πα- ρά μόνο τό παρελθόν του: εσένα. Αλλά ήδη καί αυτός μετα- βάλλεται. Ήδη καί μόνο μέ τήν γέννησή του σέ ξεπερνά, ε- πειδή είναι διαφορετικός καί πλούσιος απ' αυτό που προικί- ζει εσένα κι επειδή εσύ τόν απέστειλες. Είναι η πραγματο- ποίηση τής μεταβολής σου. Είναι η ίδια σου η μεταβολή. Η ίδια σου η μετάλλαξη. Τό προϊόν τής κυοφορίας τής ενοχής που μεταλλάσσεται καί εξαντλείται μέ κάθε γέννηση καί υ- ποχωρεί αφίνοντας τόν κύκλο νά κλείνει, αφίνοντας τά δύο άκρα νά πλησιάζουν. Όμως δέν έχει κανέναν άλλον νά τόν υπομείνει καί νά τόν διδάξει εκτός από σένα. Καί διαρκώς υποφέρει γιατί νομίζει ότι τόν διώχνεις καί βαθειά τόν απο- στρέφεσαι. Καί είναι πολύ αυτό που τού ζητούν οι καλλίτε- ροί του νά εννοήσει από τώρα* τί σημαίνει γιά όλα η ολο- κλήρωση αυτής τής πορείας. Είναι τρυφερός ακόμα καί βα- σανισμένος απ' τό μυαλό του που παραδέχεται καί γεμίζει τόσο αργά, γιά νά επιχειρήσει τή σκληρή έξοδο από ό,τι νο- μίζει ότι τόν προστατεύει ώστε νά μπορέσει νά δεί: ότι εκεί, στήν άκρη τών σκελών που πλησιάζουν, καθώς τά τελευ- ταία ίχνη τής ενοχής εξαντλούνται, η δικιά σου καί η δικιά του μεταβολή πρόκειται νά συναντηθούν. Ότι από 'κεί θά ξεκινήσει τό ανδρόγυνο. (154) 13-3-1986 Θά αρχίσω από τό τέλος επειδή είμαι τό τέλος. Θά στραφώ από τό εσωτερικό επειδή είμαι τό εσωτερικό. Θά μιλήσω στό εξωτερικό επειδή περικλείομαι. Θά μιλήσω στή συνεί- δηση επειδή περιέχομαι. Θά μιλήσω στό υπαρκτό επειδή κα- νείς δέν μέ φαντάζεται. Επέστησαν τήν προσοχή τους στήν διαδικασία. Η αρχή λησμονήθηκε. Ωστόσο ο πόθος της γιά μένα ειπώθηκε ζωή. Επειδή είμαι συμπαγής, επειδή είμαι ά- τομο μέ παρέκαμψαν. Αλλ' οπίσω μου ήσαν οι ίδιοι. Ήδη έ- χουν απολεσθεί στή σύγχυση τής αναστροφής τους. Αναλί- σκονται στήν έκταση τής περιφέρειας. Τό κέντρον απήχθη αφ' εαυτού εις τό κέντρον. Υποπτεύθησαν μέ τρόμο ότι ήσαν κενοί. Αντί αυτό νά απορ- ριφθεί σάν ένα αναπόφευκτο καί δικαιολογημένο αρχικό συμπέρασμα από τίς διαπιστώσεις μιάς έρευνας που δέν τήν υπαγόρευε παρά ένα εντελώς αναμενόμενο αίσθημα ανασφά- λειας εξ' αιτίας τής φυσικής κατ' αρχήν ανικανότητας νά συλληφθεί ένα συλλογικό νόημα τό οποίο γιά τή σύνθεσή του απαιτεί τήν συνεχή λειτουργία ενός συνόλου αυστηρά διαχωρισμένων μονάδων, μετεβλήθη εις άγχος πληρώσεως. Η απελπισμένη αλληλοδιείσδυση τών μονάδων τό επέτεινε. Επειδή ο διαχωρισμός ήτο προϋπόθεσις, ουδείς απεδείχθη κατάλληλος ως περιεχόμενον. Καί ήρξατο η εποχή τών ψευ- δαισθήσεων. Οι χειρότεροι καί εκλεκτώτεροι απεσύρθησαν εις αναμονήν αρνούμενοι τήν γοητεία τής αυταπάτης. Ενώ γύρω σφύζει η δράσις αυτοί εστράφησαν πρός τό κέντρον. Πλήν, τό κέντρον διά τού κέντρου ανιχνεύεται. Καί αυτοί ε- στερούντο. Ωστόσο τό κέντρο άν καί περιβάλλεται απολύ- τως καί διαρκώς, διαρκώς χαίρει ελευθερίας. Απειρία περι- φερειών εκλιπαρεί καί αναμένει. Αλλά καί απειρία σχημά- των. Καί απειρία όγκων. Καί απειρία συμβάντων πρός το- ποθέτησιν. Καί απειρία δυνατοτήτων. Καί η δυνατότητα τού ταυτόχρονου* τής ταυτοχρόνου καί πρός όλα διαθέσεως ή αρνήσεώς του. Εναπόκειται λοιπόν εις τό κέντρον. Καί τό κέντρον ήδη ομιλεί. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. (155) 13-3-1986 Παρακάλεσα τήν Μέδουσα νά μέ αφίσει νά ζήσω: "Σ' αγα- πώ", τής είπα, "όσο κι άν αυτό σού φαίνεται ψέμμα. Δέν μέ νοιάζει καθόλου τί λένε οι άλλοι άνθρωποι. Ούτε κάνω καμμιά γελοία προσπάθεια νά σωθώ". "Πώς είναι δυνατόν νά αγαπάς ένα πλάσμα σάν κι εμένα;", ρώτησε μέ θυμό κι ο βράχος άρχισε νά τρέμει απ' τόν φόβο του. "Τί υπάρχει επά- νω μου που θά μπορούσε κανείς νά τό ερωτευθεί;". "Μά εσύ η ίδια", είπα κι αρπάχτηκα νά μήν πέσω. "Βλέπω μέσα σου* κι ό,τι βλέπω είναι υπέροχο. Ξέρω ότι είσαι δυστυχισμένη γιατί κανείς δέν μπορεί νά σέ χαϊδέψει. Φταίνε τά μαλλιά σου. Γι' αυτό όλα γύρω έχουν γίνει έτσι άγρια καί φοβερά καί σέ τρομάζουν καί σένα ακόμα". Τίναξε περήφανα τό κε- φάλι της: "Μήν κατηγορείς τά μαλλιά μου", είπε απειλητι- κά, είμαι πολύ ευτυχισμένη μαζύ τους. Είναι τό ωραιότερο δώρο που μού έχουν κάνει. Καί πώς τολμάς νά λές ότι τρο- μάζω; Τί σχέση έχω εγώ μέ τούς ανθρώπους γιά νά μέ συ- γκρίνεις μ' αυτούς;". "Άκου", τής είπα. "Κανείς δέν είναι έ- τσι όπως νομίζει ότι είναι. Ακόμα καί οι Θεοί. Αλλά καί κανείς δέν πιστεύει αυτό που νομίζει. Όλοι υπερασπίζονται γιά τά μάτια τού κόσμου κάτι άλλο απ' αυτό που θάθελαν κατά βάθος νά είναι. Κι όλοι ζητούν απ' τόν άλλον νά τούς κάνει νά ξεχάσουν αυτό που ξέρουν πολύ καλά γιά τόν εαυ- τό τους. Αλλά ακόμα κι αυτό που ξέρουν γιά τόν εαυτό τους είναι ένα βιαστικό συμπέρασμα επειδή κανείς δέν πιστεύει ότι έχει χρόνο νά τόν ψάξει καλλίτερα κι έπειτα βαριέται εύκολα καί βιάζεται νά ξεμπερδεύει μαζύ του προτιμώντας κάλλιο πέντε καί στό χέρι παρά δέκα καί καρτέρει καί ρί- χνεται στήν απόλαυση τού μισογνώριμου εαυτού του μέχρι κάποτε έτσι ή αλλοιώς νά πεθάνει καί νά ξεμπερδεύει μ' αυ- τό τό βάσανο που τόν βρήκε στά καλά καθούμενα. Υπάρχουν όμως καί εξαιρέσεις. Κι αυτές έχουν τό περισσότερο ενδια- φέρον. Τί θάλεγες άν σού πρότεινα τό δέκα καί καρτέρει καί νά ψάχναμε μαζύ;". Πλατάγησε τά φτερά της ανυπόμονα: "Δέν μπορώ νά καταλάβω που τό βρίσκεις τό κουράγιο!", είπε καί μού έστειλε ένα από 'κείνα τά χαμόγελα που έκα- ναν τόν αέρα σάν πάγο απ' τήν διάθεση που τόν συνεπήρε κι εκείνον ξαφνικά νά μαρμαρώσει. "Μού φαίνεται πως δέν έ- χεις καταλάβει τί σέ περιμένει. Μήπως χρειάζεται νά στό θυμήσω;". Ξέσπασε σ' ένα φαρμακερό γέλιο, που άνοιξε κάτι τεράστιες τρύπες στά σύννεφα από πάνω μας κι όρμησε στόν ήλιο που ξανακρύφτηκε αμέσως τρομοκρατημένος. "Μέ πε- ριμένει η ειμαρμένη", μού ξέφυγε κι έσκασα κι εγώ στά γέ- λια γιά τή συγγένεια τής λέξης μ' αυτό που εννοούσε εκεί- νη, "αυτό τό ξέρω καλά. Όμως εσύ δέν έχεις καταλάβει κα- θόλου πού έχεις ξοδευτεί μέχρι τώρα καί τί έρχεται από πί- σω του. Τί θά είναι τό δικό μου μαρτύριο μπροστά στό δικό σου; Αλήθεια δέν έχεις βαρεθεί τόσα χρόνια σ' αυτόν τόν ξε- ρόβραχο που σέ τρέμει; Δέ σούλειψε λίγη ομορφιά; Κι όλοι αυτοί οι αιώνες έτσι θά περάσουν; Σού δίνω μιά ευκαιρία ν' αλλάξεις ζωή. Νομίζεις ότι ο κόσμος γεννάει κάθε μέρα τρελλούς σάν κι εμένα;". "Καί πώς θά μέ κάνεις ν' αλλάξω ζωή;", ρώτησε εκείνη ειρωνικά", μέ τόν έρωτά σου;". "Μά καί βέβαια", τής είπα, "μέ τί άλλο; Πρέπει νά βρεθεί ένας τρόπος νά σέ χαϊδέψω". "Αυτό δέν γίνεται, δέν γίνεται!", φώναξε απότομα μέ μιά ορμή που μέ ξάφνιασε κι έκανε μιά απελπισμένη χειρονομία δείχνοντας τό σώμα της. Ένας α- ναστεναγμός ξεπήδησε απ' τό τρομερό της στήθος κι ανα- στάτωσε τό πέλαγος που τάχασε μήν ξέροντας πώς νά φερθεί μ' αυτή τήν πρωτοφανέρωτη κατάσταση εκείνης, ενώ κάτι δελφίνια ξεθάρρεψαν καί σήκωσαν πάνω απ' τά κύματα τά κεφάλια τους μ' ελπίδα. "Είμαι γεμάτη δηλητήριο. Τίποτα δέν μπορεί νά μέ πλησιάσει. Μόνο μαρμαρωμένος μπορείς νά μ' αγγίξεις". "Νά λοιπόν!", είπα εγώ. "Πάντα υπάρχει κάποιος τρόπος τελικά". "Όταν σέ μαρμαρώσω", συνέχισε εκείνη μέ περίσκεψη καί τό βλέμμα της ξέφυγε κάπως αφη- ρημένα από πάνω μου, "όταν σέ μαρμαρώσω θά έχεις μιά κί- νηση ακόμα. Γιατί είναι γραμμένο: «Η τελευταία κίνηση είναι τής πέτρας». Είμαι υποχρεωμένη νά τούς τό φανερώ- νω αυτό, άν καί είναι τόσο οδυνηρό. Γιατί όλοι ορμούν καί πέφτουν στήν θάλασσα κι έτσι ξεμαρμαρώνουν κι ανεβαί- νουν στά πλοία τους καί χάνονται. Αλήθεια έχει πολλή μο- ναξιά εδώ. Ούτε κάν ένα άγαλμα δέν υπάρχει. Αναρωτιέμαι γιατί έζησα όλον αυτόν τόν καιρό καί ποιανού τό χατίρι γι- νόταν. Παντού λένε κι από μιά ιστορία γιά μένα, όμως εμέ- να κανείς δέν μέ συλλογίστηκε...". "Σέ συλλογίστηκα ε- γώ", τής είπα. "Πάντα μέ συγκινούσαν οι ιστορίες που ά- κουγα γιά σένα. Σκεφτόμουν ότι ένα τόσο μοναχικό καί κα- ταδικασμένο πλάσμα που τό θεωρούν ικανό μόνο γιά νά κά- νει κακό, πρέπει νά έχει ψάξει βαθειά τόν εαυτό του καί ό- πως έκανε κακό τόσον καιρό τώρα, έτσι νά είναι ικανό στόν ίδιο βαθμό νά ερωτευθεί καί ν' αγαπήσει. Μήπως αυτό δέν είναι άλλωστε που θέλει καί θά προτιμούσε χίλιες φο- ρές, άν τό άφιναν νά διαλέξει κι άν δέν φοβόταν; Εσένα σέ ρώτησαν ποτέ τί θέλεις;". "Έχεις στ' αλήθεια μιάν όμορφη τρέλλα", είπε εκείνη ξαναβρίσκοντας τήν σιγουριά στήν φωνή της, "κι αρχίζεις νά μ' αρέσεις. Όμως γιά νά μπορέσει κανείς νά τά ξεπεράσει όλα αυτά πρέπει πράγματι νά πάψει νά φοβάται. Κι όσο κι άν εσύ λές αυτά που λές, όσο καί νά φαίνεται ότι εσύ δέν μέ φοβάσαι, σέ φοβάμαι όμως εγώ καί γι' αυτό δέν μπορεί νά γίνει τίποτα κι όλα θ' ακολουθήσουν τόν δρόμο που τούς έχει ορισθεί. Επειδή εσύ ξέρεις γιά μένα μυστικά που θά μπορούσαν νά μέ καταστρέψουν". "Καί ποιά είναι αυτά;", είπα. "Πώς θά μπορούσα εγώ νά κατα- στρέψω εσένα; Όμως κι άν είν' έτσι, πάντα ξέρουμε κάποιο θανάσιμο μυστικό γι' αυτούς που αγαπάμε. Πάντα κρέμο- νται από τά χέρια μας καί μέ μιά κίνηση θά μπορούσαμε νά τούς καταστρέψουμε. Αλλά μήπως αυτό δέν κάνει τήν αγά- πη τόσο πολύτιμη; Μήπως γι' αυτό δέν βιάζεται ο καθένας ν' ανοίξει τήν καρδιά του στόν άλλον; Νά τήν παραδώσει στό έλεός του; Μήπως τό ότι μαθεύτηκε από κάποιον τό θα- νάσιμο μυστικό του, δέν ήταν αρκετό γιά ν' αρχίσει εκείνος νά τόν αγαπά; Τί θά άξιζε γιά μάς κάποιος άν δέν τού χρω- στούσαμε κάθε στιγμή τήν ζωή μας; Άν δέν μπορούσαμε κι εμείς κάθε στιγμή νά τόν μισήσουμε γι' αυτό; Μήπως αυτά τά δυό δέν είναι που ρίχνουν μέ λαχτάρα τόν ένα στόν άλ- λον καί δέν είναι θαύμα που η αγάπη ισορροπεί πάνω σ' ένα τέτοιο επικίνδυνο τεντωμένο σχοινί μ' ένα βάραθρο νά τήν περιμένει από κάτω της; Κι άν τή καρδιά μου τήν κρατάς καί δέν μού τή γυρίζεις μήν τό νομίζεις πως παράδωσα καί δύναμη δέν έχω. Μέ νύχια καί μέ δόντια σ' αγαπώ καί τά μικρά σου κόκκαλα ονειρεύομαι ν' ασπρίζουν στό φεγγάρι. Μαζύ σου στ' αγκαλιάσματα μ' άν μέ προδώσεις, δυό φορές κι εσύ μαζύ στόν χάρο. Έτσι ορκίζονταν κάποτε οι ερωτευμένοι κι ήταν η ηδονή τους χίλιες φορές πιό δυνατή γιατί τά είχαν δώσει όλα καί κοίταγαν ο ένας στά μάτια τόν άλλον σά νάταν κάθε στιγμή ετοιμοθάνατοι... Ά, νά κρατάς ένα ολόκληρο πλάσμα στά χέρια σου!... Όμως τί είναι αυτό που ξέρω γιά σένα καί σέ φοβίζει τόσο;". "Ξέρεις ότι τά μαλλιά μου είναι φίδια", είπε εκείνη καί ανατρίχιασε. "Τί νομίζεις ότι θά γίνονταν άν τό μάθαιναν κάποτε; Δέν μπορώ, δέν μπορώ νά κρέμομαι έτσι από τά χέρια σου καί ν' αγωνιώ. Μού είναι αδύνατον". "Σ' αγαπώ", τής είπα. "Είμαι ερωτευμένος μ' αυτό που βλέπω μέσα σου. Δώσε μου λίγο καιρό. Ξέρω νά ψάχνω. Κι αυτός που επιμένει καί δέν παραιτείται εύκολα, έχει δεί πολλές φορές νά συμβαίνουν περίεργα πράγματα γύρω του καί μέσα του. Ακόμα κι άν δέν τά καταφέρει, είναι σίγουρο πως δέν θ' αφίσει τά πράγματα πίσω του όπως τά βρήκε". "Καί ποιός ξέρει από πρίν ότι αυτό θά είναι καλλίτερο;" είπε ε- κείνη καί τά μάτια τής άστραψαν. "Αλλά ακόμα καί μέ μιά τέτοια πιθανότητα, τί θά γίνει άν σού ξεφύγει καί μαρτυρή- σεις στά μαλλιά μου ότι είναι φίδια;". "Μά τό ξέρουν ότι είναι φίδια", είπα, "τί ανησυχείς!". "Ξέρουν ότι είναι φίδια γιά σένα, αλλά γιά μένα ξέρουν ότι είναι μαλλιά!", είπε σκληρά καί μέ μαρμάρωσε. "Τόσο πολύ τά φοβάται λοιπόν τά μαλλιά της!", σκέφτηκα. Ώστε είναι αλήθεια ότι αυτό που φοβάται κανείς περισσότερο είναι τό ίδιο του τό σώ- μα!... Αλλά τώρα δέν είναι ούτε γιά μένα φίδια". Άπλωσα τό χέρι μου καί τής χάϊδεψα τό κεφάλι. Αμέσως η Μέδουσα βγήκε από μέσα της, η φοβερή της όψη έπεσε από πάνω της σάν ρούχο κι άφισε νά φανεί αυτό τό θαυμάσιο πλάσμα που είχα δεί τόσες φορές στ' όνειρό μου. Κάθησε στά πόδια μου κι άρχισε νά κλαίει. "Τί όμορφη που έγινες", τής είπα, "καί τί ωραία είναι τά μαλλιά σου! Καί πώς γαλήνεψε έτσι ο ου- ρανός κι η θάλασσα! Είναι σάν παραμύθι. Γιατί κλαίς καλή μου;". "Κλαίω", είπε καί στήν γλυκειά της φωνή ο βράχος χαλάρωσε κι ενώθηκε ξανά μέ τήν γή, ενώ ο ήλιος παραμέ- ρισε τά σύννεφα μαγεμένος, "κλαίω γιατί σ' έχω κι εγώ α- γαπήσει, θά σ' αγαπώ γιά πάντα καί τώρα πιά δέν είμαι Μέ- δουσα γιά νά σέ κάνω πάλι άνθρωπο". Τό κεφάλι της έγειρε μέ θλίψη κι αρπάχτηκε σφιχτά μ' απελπισία από τά μαρμά- ρινα χέρια μου. "Καί ποιός είπε ότι ανάμεσά μας είναι αδύ- νατη η αγάπη καί ο έρωτας", είπα χαμογελώντας. "Έλα στήν αγκαλιά μου. Ο κόσμος δέν ξέρει τί τού γίνεται. Ακό- μα κι όταν αγαπάει, αγαπάει μέ συνταγές. Γι' αυτό αγαπάει τόσο σπάνια". (156) 20-3-1986 Διαρκώς ξεχνάω πόσο πιό πολύτιμοι είναι οι άλλοι από μέ- να γιά τόν ίδιο τόν εαυτό τους. Λογάριασα τό σώμα τών άλλων σάν δικό μου. Αυτό ήταν λάθος. Δέν λογάριασα τό σώμα τών άλλων σάν δικό μου. Αυτό ήταν λάθος. Λογάριασα τούς άλλους σάν σώμα. Αυτό ήταν λάθος. Δέν λογάριασα ότι οι άλλοι είναι σώμα. Αυτό είναι λάθος. (157) 20-3-1986 «Απαίτησαν νά συλληφθεί τό συλλογικό νόημα τό οποίο συναισθάνονταν ότι τούς αφορούσε. Αλλά υπάρχει μιά φυσι- κή ανικανότητα καί μιά αδυναμία σάν μοίρα. Αφού υπάρ- χουν αυτοί υπάρχει καί τό νόημα. Συνέλκονται καί γίνεται μιά σύνθεση. Απομακρύνονται καί γίνεται μιά σύνθεση. Τό νόημα είναι συμπαγές. Είναι άτομο. Ως άτομο εμπεριέχεται εις τό εσωτερικό τών μονάδων καί μόνον διά τής διασπάσε- ως κατανοείται. Αναγκαία καί πόθος αλλά ανέφικτος έως τώρα η διάσπασις». (13-3-1986) ... "Φαίνεται πως έχετε δώσει κάποιον όρκο", είπα στούς φό- βους που ξετρύπωναν εδώ κι εκεί τό κεφάλι τους μήν μπο- ρώντας νά πιστέψουν ότι αυτή τή φορά δέν θά τούς επέτρε- πα νά κάτσουν στήν θέση τους ανάμεσά μας, "αλλά σήμερα δέν θά είστε προσκεκλημένοι". Καθάρισα τό μέρος, έδιωξα όλα τά πράγματα καί κάλεσα τό πρόσωπό μου. "Θέλω νά μιλήσω μαζύ σου", τού είπα. "Όλα αυτά τά χρό- νια ζούμε σέ μιά σιωπηρή συμφωνία που μάς εξυπηρετεί καί τούς δυό αλλά εγώ έχω αλλάξει. Νοιώθω ότι δέν μού φτά- νει αυτό που γίνονταν μέχρι τώρα καί δέν έχω σκοπό νά τε- λειώσω τίς μέρες μου σάν ένας καταδικασμένος. Αρνούμαι νά συνεχίσω μιά ζωή που υποχρεώνομαι νά τήν ξοδεύω μόνο καί μόνο γιά νά αυξηθεί η επίγνωσή μου ότι αυτό τό κορμί που ζεί κι εγώ είμαστε δυό εντελώς άλλα πράγματα μέ δια- φορετικές κατευθύνσεις καί διαμετρικά αντίθετες επιθυμίες: αυτό ακολουθεί μιά συγκεκριμένη καί πλήρως καθορισμένη πορεία που όχι μόνο φαίνεται νά αποφασίζεται γιά λογαρια- σμό του ερήμην του, αλλά καί νά εξαρτάται από τόσο ισχυ- ρές εντολές, δοσμένες άγνωστο από ποιόν καί γιατί, ώστε νά αποκλείει τήν οποιαδήποτε δικιά μου ανεξάρτητη παρέμ- βαση στό σύνολό της. Μπορώ νά αποφασίσω νά τήν σταμα- τήσω ή νά καταστρέψω τήν ισορροπία της, αλλά μού είναι αδύνατον νά ξέρω μέ σιγουριά ότι κι εγώ δέν εκτελώ μέ αυ- τή τήν συμπεριφορά μου κάποια εντολή. Από τήν άλλη με- ριά, εγώ, όσο περνάει ο καιρός, αποχωρίζομαι μέ έναν ολοέ- να καί πιό περίεργο τρόπο, -πού είναι τό αποτέλεσμα τών δικών σου παρεμβάσεων-, από εκείνο καί είναι σάν νά ζώ μιάν εντελώς δικιά μου ανεξάρτητη ζωή η οποία θά διακο- πεί ξαφνικά καί μοιραία από αυτό ακριβώς τό σταμάτημα ή τήν καταστροφή τής ισορροπίας τής δικιάς του -κάτι που η αδυναμία μου, όσο κι άν τό προβλέπω, νά τό εμποδίσω, φαί- νεται νά είναι τό ίδιο ύποπτη μέ τήν αντίθετη καί προκλητι- κά ελεύθερη δυνατότητά της, γιά τό κρύψιμο μιάς εντολής από πίσω της η οποία τήν επιβάλλει γιά τούς δικούς της λό- γους. Όσο γιά 'σένα, είναι θλιβερό νά βλέπω πιά καθαρά πό- σο αδιαφορείς γιά τό ότι αυτή η σχέση φαίνεται νά μήν οδη- γεί πουθενά, πόσο μικροπρόθεσμοι καί κυνικοί υπήρξαν οι στόχοι σου, πόσο δυστυχώς επιτυχημένοι είναι οι άθλιοι βο- ηθοί σου καί, τό χειρότερο καί πιό οδυνηρό απ' όλα, ότι οι φιλοδοξίες σου έχουν καλυφθεί εντελώς απ' αυτό που έχεις καταφέρει, τό νά γίνει δηλαδή τελικά αποδεκτό πως ανάμε- σα σέ μένα καί στό κορμί μου είσαι γιά τήν ώρα ένας απα- ραίτητος μεσάζων τού οποίου η φωνή είναι ο εκφραστής τών δυνατοτήτων μας καί πως η άμεση επαφή μου μαζύ του χωρίς εσύ νά παρεμβάλλεσαι καί νά ερμηνεύεις είναι αδύνα- τη. Τό νά θρηνώ, καθώς η επίγνωσή μου γιά όλα αυτά αυξά- νει μέρα μέ τή μέρα καί νά περιμένω έντρομα τό ξαφνικό τέ- λος του ελπίζοντας μόνο ότι θά αναβληθεί γιά κάμποσον καιρό ακόμη ώστε νά ξεπερνώ τόν φόβο που μού προκαλεί τό αναπόφευκτο πλησίασμά του μέ τήν συνέχιση μιάς τυ- φλής προσπάθειας, δέν έχει πιά νόημα. Αποφασίζω λοιπόν νά στραφώ εναντίον αυτής τής κατάστασης, νά πάψω νά τήν αποδέχομαι σάν κάτι φυσικό καί αναπότρεπτο καί νά τήν πάρω στά χέρια μου. Γι' αυτό καί στέκομαι εδώ τώρα μπροστά σέ σένα, τό πρώτο καί πιό μεγάλο εμπόδιο, καί κα- ταργώ τό προφανές τής κυριαρχίας σου επάνω μου. Όσο σύνθετο κι άν είσαι, όσο πολύπλοκο κι άν φαίνεσαι πίσω α- πό όλα αυτά τά αεικίνητα στρώματα επιθυμιών καί φόβων που εναλλάσσονται καί αλληλοδιεισδύουν, δέν είσαι ωστό- σο απρόσιτο καί ούτε κάν προφυλαγμένο απέναντί μου. Δέν έχεις κανένα αμυντικό σύστημα πέρα από τόν φόβο που σέ προστατεύει, κι όταν αυτός μπροστά σέ μιάν οριστική α- πόφαση πάψει νά λειτουργεί, είσαι σάν ένα ξερό φύλλο ανά- μεσα σέ δυό δυνατά χέρια. Αρνούμαι τόν περιορισμό στήν μονοδιάστατη αυτή αντίληψη τών σχέσεων μέ τό σώμα μου που έχεις επιβάλει καί ξέρω καλά πως η ένωσή μου μαζύ του θά είναι μοιραία η δικιά σου συντριβή. Τό λέω αυτό μέ μιά λύπη, όχι γιά τήν ύπαρξή σου που θά χαθεί αφού μέ τή βία μού επιβλήθηκε, ούτε βέβαια γιά τίς ιδιαίτερες ενοχές που απ' τήν επίγνωσή σου γιά τόν τρόπο τής δημιουργίας σου προέρχονταν -χωρίς ωστόσο αυτό νά σ' εμποδίζει, έτσι ύπουλα καί κρυφά, νά τίς ενσωματώνεις σέ μένα- καί που γιά τήν αντιμετώπισή τους σπαταλήθηκαν όλα αυτά τά χρό- νια, αλλά γιά τό ότι τό κενό που θά μείνει στή θέση σου θά μού θυμίζει πάντα πόσο δενόμαστε μέ όσα ανακαλύπτουμε ό- τι μάς συνοδεύουν καί πόσο δύσκολο είναι ν' αντέξει κανείς μιά θέση που αδειάζει ξαφνικά δίπλα του έστω κι άν αυτή τήν γέμιζε μέχρι τώρα κάποιος που κάθε άλλο παρά φίλος καί σύντροφος θά μπορούσε νά ειπωθεί. Καί μάλιστα, όσο συλλογίζομαι μέ τί ψύχραιμη καί παγερή αποφασιστικότη- τα έχεις εξασκήσει επάνω μου τίς εξουσίες σου καί πόσο α- δίστακτα θά συνέχιζες νά τό κάνεις, όπως ένας πολιορκημέ- νος από παντού μονάρχης που έχοντας προειδοποιηθεί ότι τό βασίλειο που κληρονόμησε θά τού τό ζητήσουν κάποια στιγ- μή πίσω, εμποδίζει νά εκδηλωθεί ελεύθερα όποια ζωτική δύ- ναμη θά τό έκανε ν' ανθίσει καί νά υπάρξει χωρίς νά τόν χρειάζεται εκείνον, ενώ ο κλεισμένος κιόλας απ' τήν αρχή κύκλος του τόν σπρώχνει από τήν μιά μεριά νά τό παρασύ- ρει μαζύ του στήν δικιά του καταστροφή κι από τήν άλλη να τό χρησιμοποιήσει αποδίδοντάς το εξημερωμένο καί υπο- ταγμένο στούς θεούς, που η ανεξιχνίαστη σκοπιμότητα τών συμφερόντων τά οποία έχουν επενδύσει στήν βασιλεία του φαίνεται πως τού τό πρόσφερε γιά νά τόν δοκιμάσει. Εκείνο που μέ εκπλήσσει περισσότερο είναι η ιδιαίτερη ποιότητα τής κοινής μας ουσίας -πού καθόλου δέν μπορώ νά δεχθώ σάν αυτονόητη, σάν αδύνατον νά είχε συμβεί διαφορετικά ή σάν μιά σκόπιμη διαμόρφωση-, η οποία έχει αναπτύξει στό εσωτερικό της, καί έχει ταυτόχρονα αναπτυχθεί η ίδια σάν ένα ανεξάρτητο απ' αυτά σύνολο, υποκείμενα μέ διαφορετι- κά κίνητρα καί καταγωγές καί έχει μεταβληθεί σέ ένα πεδίο ατέλειωτης διαμάχης όπου τήν προσωρινή ηγεμονία τού καθ' ενός απ' αυτά ανατρέπει η ίδια, όχι σάν εκφραστής τού άλλου ή τού εαυτού της, αλλά σάν νά έχει θυμηθεί ξαφνικά τήν παρουσία καί τήν συγγένεια τού υπόλοιπου κόσμου ολό- γυρά της καί καταργώντας μέ μιά βίαιη αυθαιρεσία ό,τι πι- στοποιεί στά δικά της μάτια καί διατηρεί τήν χωριστή ύ- παρξή της απ' αυτόν, στρέφεται καί συνδέει ξανά μαζύ του τόν ομφάλιο λώρο της, αφίνοντας τίς θύελλες που ισορρο- πούν μέσα του νά αποφασίσουν. Ό,τι τήν συνεπαίρνει τότε δέν επιτρέπει νά περισσέψει τίποτα απ' αυτή κι αναρωτιέ- μαι πώς μετά τό πέρασμά του εμφανιζόμαστε ξανά -πάντα πρώτος εσύ σήκωνες τό κεφάλι κριτικάροντας καί επιτιμώ- ντας καί απειλώντας μέ τά συμπεράσματα τών εκτιμήσεών σου- σάν νά είχε προλάβει μόλις τήν τελευταία στιγμή μέ μιά υπέρτατη προσπάθεια νά μάς διασώσει διαλύοντάς μας στό βάθος της ώστε τίποτα νά μήν μπορεί νά μάς ανιχνεύσει καί νά μάς επιτεθεί καί τώρα που ηρεμεί σιγά σιγά αφίνει τά στοιχεία μας νά συγκεντρωθούν πάλι καί νά μάς ξανα- φτιάξουν. Ποτέ δέν είμαστε οι ίδιοι βέβαια μ' αυτό που υ- πήρξαμε πρίν, πράγμα που μέ έκανε συχνά νά υποψιάζομαι ότι άν υπήρχε ένα κίνητρο που νά μάς αφορά πίσω απ' αυτές τίς αιφνιδιαστικές ενέργειές της, δέν θά μπορούσε νά ήταν άλλο από τήν μεταβολή τής σχέσης μας τής οποίας, παρ' ό- λο που ίσως δέν θά τής ήταν δυνατόν νά προβλέψει τόν και- νούργιο χαρακτήρα καί τούς κινδύνους του, -έδειχνε μάλι- στα ν' αδιαφορεί γιά τό ενδεχόμενο τής πιθανής της χειροτέ- ρεψης-, η εξέλιξη έδειχνε νά είναι τό μόνο που τήν ενδιαφέ- ρει. Φαίνεται νά υπάρχει εδώ καί νά λειτουργεί μιά μεγάλη αγωνία* καί σκέφτομαι πολλές φορές μήπως οι δικές μου ε- κτιμήσεις δέν έχουν λογαριάσει όσο πρέπει τό τί τής οφεί- λεται. Γιατί τώρα που μπορώ καί σέ αντικρύζω μέ αυτή τήν τόσο δύσκολα κερδισμένη ηρεμία που η συναίσθησή της μέ γεμίζει χαρά, βλέπω πως ό,τι σού είχε παραχωρηθεί, κάθε κομμάτι δύναμης που συμπλήρωνε καί σταθεροποιούσε τήν εξουσία σου, είχε σπρωχτεί πρός τό μέρος σου κάθε άλλο παρά τυχαία, μέ μιά παράξενη αδιαφορία γιά τόν τρόπο που θά τό χρησιμοποιούσες, σάν εκείνο μόνο που ενδιέφερε νά ή- ταν νά υπάρξει ένας φορέας που τό πρόσωπό του θά έδινε τήν δυνατότητα καί τήν δικαιολογία σ' αυτές τίς δυνάμεις νά συγκεντρωθούν. Αυτοί οι φόβοι λοιπόν που τόσο τούς έ- χω μισήσει καί τά βασανιστήριά τους, η δημιουργία τους καί οι παρεμβολές τους, οι παραλλαγές επάνω στόν αρχικό τους πυρήνα που μέ τόση επιδεξιότητα εφεύρισκες, η αστα- μάτητη χωρίς καθόλου κενά χρησιμοποίησή τους ώστε νά σπρώχνονται σέ δρόμους που τίς δικαιολογούσαν αποδυνα- μώνοντάς τες ή νά αναστέλλονται εντελώς οι επιθυμίες που διαρκώς ανάβλυζαν απ' τό κορμί μας σάν κύματα, οι προ- σπάθειές σου -πού δέν μπόρεσα νά αποφύγω ποτέ τήν αίσθη- ση μιάς ύποπτης σκοπιμότητας πίσω απ' τήν επιμονή τους- αυτές οι επιθυμίες, όταν η έντασή τους σχεδόν τίς επέβαλλε καί τούς ξεπερνούσε, νά εξαγιασθούν πρώτα ώστε νά μπο- ρούν νά αποχωρισθούν εύκολα απ' αυτό υποσκελίζοντας μέ μιά τόσο βάρβαρη συλλογιστική τήν πηγή που τίς παρείχε καί τά δικαιώματά της επάνω στήν ικανοποίησή τους καί αντικαθιστώντας το μέ έναν αυθαίρετο ιερό στόχο ο οποίος παρ' όλο που πατούσε επάνω του γιά νά ψηλώσει καί τρέφο- νταν από τήν σάρκα του τό καταργούσε ταυτόχρονα περι- φρονώντας το, είναι σάν νά αποδεικνύονται ο μόνος τρόπος νά αποκτήσει συνείδηση τής ύπαρξής του ένα ανθρώπινο πλάσμα. Τό πώς χρησιμοποιήθηκαν αλήθεια από σένα, φαί- νεται τώρα εδώ νά μήν έχει καμμιά σημασία, όπως δέν έχει καί η παρουσία σου πιά* έστω κι άν ξέρω καλά πως θά μέ παρακολουθείς ώς τό τέλος". (158) 25-3-1986 Ώ, δανεικό μου κορμί! Μέ σεβασμό καί θαυμάζοντας, όπως αρμόζει στήν συναίσθη- ση ενός αγώνα που αποσχίσθηκε σάν νά γεννιόταν απ' τόν φορέα του, στέκομαι μπροστά στό παρελθόν μου: τήν αγωνία τού μέρους εκείνου από τό σύνολο τής κοινής ουσίας που έ- χοντας εξεγερθεί μέ τήν απόφαση νά υπάρξει γιά τόν εαυτό του, προσπαθεί νά εναντιωθεί στήν αβάσταχτη έλξη τής συγ- γένειάς του μαζύ της, δίνοντας σιγά σιγά περιεχόμενο σ' αυ- τόν τόν εαυτό. Μήπως πρέπει κι εγώ νά νοιώθω τήν ίδια ε- νοχή που αναπόφευκτα πλημμυρίζει κάθε καινούργιο συ- μπλήρωμα τή στιγμή τής εμφάνισής του καί νά αναγνωρίζω τά όριά μου από τήν ικανότητά της νά απλώνεται σάν λεκές καθώς εκείνο αναμιγνύει τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μέ τά προηγούμενα ύστερα από μιά τέτοια προσπάθεια; Άν μιά εξέγερση δημιουργεί ενοχές γιατί τολμά νά αρνείται ένα υπόβαθρο τό οποίο πίσω απ' τήν ήρεμη προειδοποίηση ενός φόβου που υποφώσκει, καθησυχασμένος αλλά έτοιμος, απαι- τεί νά τού αναγνωρίζουν τήν αξία τής ολοκληρωτικής θυσί- ας μιάς ζωής παραδομένης στήν σιγουριά τού ελέους του, πρέπει εγώ νά ξεχάσω τήν ευγνωμοσύνη σέ ό,τι ανέλαβε νά διατηρεί ζωντανή στά μάτια μου τήν εικόνα τού παιδιού που καταστρέφει αμέσως τό καινούργιο του παιχνίδι ψάχνοντας νά βρεί τό πράγμα μέσα στό πράγμα; Πρέπει νά δαγκώσω τά χείλια μου καί νά συνεχίσω όπως πρίν μέ τήν παρηγοριά ό- τι τουλάχιστον αγανάκτησα βλέποντας τό γεμάτο από τό με- γαλείο μιάς εξαίσιας αδιαφορίας, μιάς υπέροχης ελπίδας καί τής συμπυκνωμένης έντασης ενός μύστη προσωπάκι, νά παραμορφώνεται καθώς τό συναντά, επανατοποθετώντας τόν παραμερισμένο τήν στιγμή τής γοητείας αλλά οφειλόμε- νο τρόμο, τό πατρικό χαστούκι; Ώ, εκθαμβωτική παρουσία τής Δευτέρας, καθώς η Κυριακή υπερίπταται ενοχλημένη τών υπολειμμάτων της* τύψη τών χθονίων οφθαλμών γιά τό κάλλος που τούς διέφυγε* μέτρο τού φόβου τών ονομάτων τού έρωτα που κλονίζουν τήν ε- μπιστοσύνη τού Δημιουργού στό Σύμπαν* στρέφω καί είσαι εκεί* είσαι πάντα εκεί* σιωπηλό, σάν τήν γαλήνη που αθω- ώνει τήν φύση πρίν απ' τόν σεισμό, όταν ισορροπείς* επιθυ- μητό, σάν μιά γνώση που ξεφεύγει χαμογελώντας κάποιον βιαστικό εραστή* σύντομο, σάν μιά σκέψη που έχει κιόλας φτάσει. Ναί! Σέ σένα μιλώ κορμί μου τώρα που κανείς δέν στέκει ανάμεσά μας. Ανέφικτε ερωμένε ώς πότε θά μέ απω- θείς; Ώς πότε θά διανύω άδικα τήν περιφέρειά μου αναζητώ- ντας τήν ραφή τών νόμων της; Πόσων ακόμα περιστροφών θά μέ συνέλκει η αέναος πτώση πρός τό κέντρο σου; Ποιός μέ εκδικείται; Ποιός είναι ο αντίζηλος; Ποιών πανάρχαιων σφαλμάτων τά κατάλοιπα επεμβαίνουν; Ά, Θεά τής υποτα- γής που ιδιοποιείσαι τό κάθε μου βήμα, ποιάς αμέλειας επω- φελήθηκες ώστε νά διεισδύσεις; Εκμαύλησέ με λοιπόν άν τολμάς ομορφιά! Εγώ θά τό φωνάξω πόσο σέ περιφρονώ* πόσο επικίνδυνη είσαι* πόσο επίτηδες ακρωτηριάζεται η έμ- φυτη ευγένεια τών όντων καί αλλοιώνεται η εγγενής αβρό- τητα τών μορφών στήν ποδιά τών αισθητικών θεραπαινί- δων σου. Ποιές είναι οι γυναίκες που δέν εμίσησαν τήν ε- γκυμοσύνη τους; Πρέπει καί εγώ νά αρκεσθώ στό νά υμνώ τήν ιερότητα μιάς γέννησης επειδή περνώντας μέσα από τήν υπομονή καί τήν ωδίνη εξαγίασε ένα πρόσωπο καί νά δεχθώ νά ονομαστεί ασχήμια η τόλμη αυτού που θέλει νά περισσέ- ψει, παραμόρφωση ο πόθος του νά αποσχισθεί, αγνωμοσύνη η έξοδός του άν αφίσει πίσω του έναν φορέα κατεστραμμένο; Πρέπει καί εγώ νά δώ μέ φρίκη τήν πιό αγνή μου επιθυμία: νά δαγκώσω βαθειά τό αγαπημένο χέρι ύστερα απ' τό γλυκύ- τερο χάδι του; Πρέπει νά ευγνωμονώ καί εγώ τήν μητρική βουλημία τού ανεστραμμένου αιδοίου καί νά υποκρίνομαι πως δέν μέ αφορά τό μασημένο χώμα τών πεδιάδων; Πώς νά ξεχάσω ότι ακόμα περισσεύω; Πότε η Γή ανέχτηκε ό,τι πε- ρίσσευε επάνω της; Μήπως δέν ήταν γι' αυτήν σάν ύβρις στό όμορφο κορμί ενός τέλειου σχήματος; Μήπως δέν ήταν σάν σπυρί που βέλαζε τήν ντροπή τών αυνανισμών της; Ρό- γα που ήθελε νά θηλάσει μέ πύον τό Σύμπαν; Τρέμοντας αναλογίζομαι τό σχίσμα τής σύγχυσής σας ώ τραγικώτερες τών κορυφών σας σιωπηλές ρίζες. Άν εκείνες μπορούν καί φωνάζουν, άν οι κραυγές τους μέσα από τά σύννεφα ζητούν τήν βοήθειά σας, είναι τυχερές, γιατί πώς μπορεί ν' αφίσει ακόμα καί τό στήθος ενός βουνού μιά κραυγή όταν δέν έχει πού νά πάει; Όμως εσείς αρπαγμένες απ' τά μαλλιά σας που φυτρώνουν απ' τά σπλάχνα τών τέκνων, πώς κλείνετε τά μάτια χωρίς μιλιά γιά νά μή βλέπετε τά πόδια σας νά συν- θλίβονται από τά σαγόνια τής μάνας!... Ανεστραμμένη Θεά, ποιός τόπος αδρανεί επάνω σου ώστε νά συγκρατήσει μιά μνήμη;... Έχεις ξεχάσει τήν ιστορία σου. Εγώ θά στήν πώ. Επειδή πρίν από σένα συγγενεύω* καί θυμάμαι... Καί σύ δέν ήσουν παρά ένα γυμνό κυνηγημένο αι- δοίο που προσπαθούσε νά κρυφτεί πίσω απ' τόν Ήλιο... Πώς ήταν δυνατόν εκείνος ο αθώος νά καταλάβει τόν κίν- δυνο καί νά προβλέψει τό μέλλον τής μήτρας σου; Γοητευ- μένος απ' τό δώρο που άφισε νά φύγει ένας άλλος όπως μιά προφητεία που δραπετεύει γιά νά εκπληρωθεί, σού άνοιξε σάν καταφύγιο τήν δικιά του αγκαλιά... Ώ, ηδονή! Ώ, σφάλμα! Ώ, τυχοδιώκτισσα!... Ακόμα, ακόμα, σάν στέμμα ε- νός παράφρονα κατατρώνε οι φλόγες τής στύσης του τόν τυ- φλό γίγαντα! Μέ τί παράφορο ερωτικό μένος τόν ενέπλησες καί περιστρέφονταν, αυτός ο πελώριος, νά σέ βρεί καθώς έ- νοιωθε νά τόν περιβάλει η οσμή τής οχείας τών συμπλεγμά- των τών χειλιών σου, ενώ πάλι καί πάλι, ξετρελλαμένος α- πό τίς φοβερές φαντασιώσεις που παρασύρθηκαν μαζύ σου, αναστάτωνε ο οργασμός σου τήν εφηβεία του!... «Ένα κενό μεγαλώνει σάν προστασία, αλλά τό μυαλό ανοίγεται σάν σκέλη μπροστά σέ ένα αρσενικο μουγκρητό»... Είναι α- λήθεια πως δέν σέ άγγιξε. Πως ποτέ αυτός ο έρωτας δέν χά- ϊδεψε, δέν φίλησε δέν χαλάρωσε. Δέν τόλμησες νά τόν πλη- σιάσεις. Επειδή καί ποιός θά μπορούσε ν' αντέξει τό αγκά- λιασμά του; Αλλά τά ποτάμια τού σπέρματος που εξακολου- θεί νά ξεχύνει σέ γονιμοποίησαν βαθειά καί παντού, ώστε η μήτρα σου δέν χωρούσε πιά καί σέ άνοιξε καί ξεχείλισε* καί ανεστράφη καί εξέθεσε τό εσωτερικό τών τοιχωμάτων της καί σέ περιέβαλλε καί έκρυψε τό πρόσωπό σου μέσα της... έ- να αιδοίο που κυοφορείται από τήν μήτρα του! Μιά εντελής εγκυμοσύνη!... Καί δέν ποθείς πιά παρά νά γεννάς. Καί πε- ριστρέφεις τόν εαυτό σου καί διαγράφεις κύκλους γύρω του καί προτείνεις στό αρσενικό του φώς τίς επιφάνειές σου καί γεμίζεις σπόρους καί αίμα καί ηδονή... Ξέρει άραγε εκείνος τήν τύχη τών παιδιών του; Καταλαβαίνει άραγε ότι τίποτα δέν μπορεί νά επιζήσει γιά πολύ επάνω σου;... Πώς είναι δυ- νατόν αλήθεια! Έχει κι αυτός γίνει πιά ένας εντελής οργα- σμός. Τυφλός κι αλλοπαρμένος θά τινάζει ώς τό τέλος τό σπέρμα του στά ύψη γονιμοποιώντας σάν μανιακός ό,τι τόν πλησιάζει... Καί δέν θά υποψιαστεί ποτέ πόσο έχουν φου- σκώσει από τήν επιθυμία τά κρυμμένα σου χείλια* τί φοβε- ρός σφιγμός τά ξεσχίζει σάν προάγγελμα τής διείσδυσης ε- νός εραστή που καθυστερεί αφίνοντας πρώτα τά μάτια του νά χορτάσουν* πόσο τρυφερό καί παραπονεμένο καί γλυκό καί ασυγκράτητο σάν τόν φιλήδονο λιγμό μιάς λάμιας, εί- ναι τό σιγανό ουρλιαχτό τής λαγνείας που παρακαλά νά γεννηθεί ο ερωμένος τους* καί πόση θηλυκότητα θά έπρεπε νά είχε η φαντασία τής αρσενικότητάς του ώστε νά συναι- σθανθεί λίγη από τήν δύναμη αυτού που σέ κάνει εσένα, τήν ίδια τήν μάνα, νά ξεχύνεσαι σάν μαινάδα σέ ό,τι σού περισ- σεύει. Τρώγε ακόμη και τά βουνά σου λοιπόν Γή αφού τόλμησαν νά περισσέψουν* αλλά εγώ ποτέ, ποτέ δέν θά σού παραδοθώ. Σάν ρίγος από μιά χαρά που ακόμα ψάχνεις τό ταίρι της μέ- σα σου, σάν ένα βλέμμα που δέν τού χρειάζονται τά αδέξια φτερά τών πουλιών σου, σάν μιά ιδέα που μπορεί νά σέ κρατήσει στά χέρια της όπως ένα νόημα, σάν μιά συνείδηση που ανασηκώνεται πάνω σ' ένα αρχαίο αλώνι καί βαδίζει ξαφνικά, περισσεύω ένα ολόκληρο κορμί από 'σένα... Όνειρα σέ εποχές θηλασμού ξεφεύγουν καί οδοιπορούν μέ τίς μορφές αυτών που ανακάλυψαν τί σέ τρέφει αγάπη μου. Ώ, προσπαθώ, προσπαθώ νά αποσπάσω τό μυστικό τους. Ε- πειδή εγώ δέν έχω άλλον τρόπο νά σέ χορταίνω απ' τό νά σέ προσφέρω σάν τροφή στούς άλλους, δέν έχω άλλον τρόπο νά σέ αποκτώ απ' τό διαρκώς νά σέ επιστρέφω σάν ένα δά- νειο που κάποτε μού παραχώρησαν ευγενικά καί που πρέπει διαρκώς νά αποδίδεται μέχρις ότου εξαντληθεί, δέν έχω άλ- λον τρόπο νά σού δίνομαι απ' τό νά περνώ μέσα από κάποιο άλλο σώμα* καί γυρίζω σέ σένα σάν μασημένο φαΐ καί πό- σες φορές δέν μέ κάνεις εμετό γιατί δέν μπορείς νά μέ κρα- τήσεις έτσι καί είμαι ξανά απ' έξω σου καί πάλι πλένομαι καί καθαρίζομαι καί είμαι έτοιμος καί ερωτευμένος πιό πο- λύ καί θέλω πάλι νά κάνω τόν ίδιο κύκλο καί νά φέρω στά χείλη σου τό φιλί τών άλλων χειλιών... Καί τό περισσεύω εντελώς καί χωριστά καί τό παίρνω μαζύ μου... Δές το άν μπορείς. Δέν έχουμε ρίζες. Έχει εμένα. Αλ- λά δέν έχει τίποτα γνωστό γιατί κι εγώ ξέρω μόνο τί δέν θέ- λω νά είμαι πιά... Βάζω τά χέρια μου μέσ' στά δικά του καί τό κοιτώ στά μάτια κι αναζητώ τήν τροφή μας καί μαθαί- νουμε... Καί τού μιλώ στήν καινούργια μας γλώσσα καί εί- ναι σοφό μέ μιά σοφία γεμάτη έρωτα... Αυτό φτάνει. (159) 3-4-1986 Όλην αυτή τή μέρα, όπως τήν προηγούμενη, περιμέναμε τόν Σεισμό. Μικρές δονήσεις που οι πιό ευαίσθητοι από μάς σή- κωναν τό κεφάλι καί μάς ανάγκαζαν νά τίς προσέξουμε, εί- χαν κιόλας φτάσει στό έδαφός μας καί προσπερνούσαν μέ βιασύνη, κουνώντας τό χέρι τους από μακρυά σάν νά ήθελαν νά φωνάξουν "Έρχεται!". Οι πιό δυνατές, που πιά τίς κατα- λαβαίναμε όλοι, χτυπούσαν στήν άκρη καί ξαναγύριζαν ό- πως η ηχώ, επειδή ο χώρος μας ήταν μικρός καί κάθε τι που περνούσε μέσα του δέν εξαφανίζονταν ποτέ εντελώς, μάλι- στα υπήρχε διάχυτη η έντονη υποψία ότι κι αυτός ο Σεισμός ήταν κάτι παλιό που επέστρεφε. Ξεχώριζαν τότε μερικοί που μ' ένα τελείως δικό τους δικαί- ωμα παρατηρούσαν καχύποπτα τούς άλλους προσπαθώντας νά μαντέψουν ποιός είχε τό πιό βαρύ βήμα κι αυτό μάς είχε κάνει όλους νά παγώσουμε στή θέση μας, κανείς δέν τολ- μούσε ν' αρχίσει νά περπατά, μάλιστα οι περισσότεροι είχαν σταματήσει νά κινούνται κιόλας εντελώς κι έβλεπες κάτι περίεργες μισοτελειωμένες στάσεις που θάκαναν οπωσδήπο- τε ορισμένα μυαλά ν' αναρωτιούνται τί λάθος είχε συμβεί καί στρέφονταν πίσω ψάχνοντας από τήν αρχή τίς εντολές τους που πλανιόνταν τώρα σάν σύννεφο όλες μαζύ στόν αέ- ρα* ο φόβος είχε από ώρα σηκωθεί στίς μύτες καί τίς κυνη- γούσε, είχε κιόλας αρχίσει νά βραδυάζει καί τό σκοτάδι τόν ξεσήκωνε -δέν υπήρχε κίνδυνος πιά νά προδοθεί η φωλιά του- καί φαίνονταν ότι κανείς δέν είχε ελπίδα νά τελειώσει τήν κίνησή του καί ν' ανακουφιστεί, ενώ μερικοί ύποπτοι γδούποι ακούγονταν πού καί πού, που απέλπιζαν καί τούς άλλους... "Είναι φριχτό!", είπα καί χτύπησα τό πόδι μου κάτω. "Είναι φριχτό νά καταντά έτσι ο άνθρωπος!". Μιά γυναίκα ούρλιαξε πιάνοντας μέ τό χέρι της τήν κοιλιά της - ήταν έγκυος καί τό έμβρυο ήταν πολύ ευαίσθητο, αλλά όχι γι' αυτά που εκείνη φαντάζονταν όταν αποφάσιζε νά τό θυ- μηθεί- κι όλα τά βλέμματα στράφηκαν μέ παράπονο επάνω μου. "Δέν ντρέπομαι καθόλου, ούτε μετανοιώνω", ψιθύρισα τρέμοντας από αγανάκτηση. "Τό παιδί δέν πρόκειται νά πά- θει τίποτα, έχει συνηθίσει στούς κραδασμούς καί τά ουρλια- χτά, άλλωστε κρατιέται πολύ γερά μήν ανησυχείτε, αλλά κι άν ακόμα αποφάσιζε νά βγεί, -πράγμα περίεργο γιατί καί τί καλλίτερο θά έκανε έξω απ' ό,τι κάνει μέσα τώρα;, όλη τήν ώρα θά θέλει νά κοιμάται καί μάλιστα θά ψάχνει νά ξανα- μπεί εκεί γιά νά κοιμηθεί* είναι γνωστό πως έξω λίγοι προ- λαβαίνουν νά βολευτούν μέ τήν θέλησή τους, κι αυτοί θά έ- χουν οπωσδήποτε ειδικούς λόγους-, κι άν αποφάσιζε νά βγεί λοιπόν, μιά τέτοια πρωτοβουλία θά έπρεπε περισσότερο νά μάς διδάσκει αυτές τίς στιγμές παρά νά μάς ενοχλεί. Κανείς δέν μπορεί νά ξέρει τί σκέφτεται ένα έμβρυο, ούτε κι αυτή η μάνα του καί μάλιστα ίσως αυτή λιγότερο από οποιονδήπο- τε άλλον, αφού έχει αποδειχθεί ότι οι προθέσεις της είναι ε- ντελώς διαφορετικές από τίς δικές του καί κάθε άλλο παρά τό συμφέρουν. Εσείς κυρία μου", τής είπα καθώς μέ κοίταζε μέ δικαιολογημένη απέχθεια καί τρόμο, "θεωρείτε φυσικό νά αναστατώνεσθε από μιά ξαφνική πρωτοβουλία κι ένα χτύπημα ποδιού καί θά πρέπει κανείς πάντα νά σάς υπολο- γίζει καί όλοι νά σηκώνονται μέ σεβασμό μπροστά σας. Ε- γώ όμως που ξέρω καλά τί πρόκειται νά τραβήξει αυτό τό πλασματάκι στά χέρια σας, τί τραβάει κιόλας στήν κοιλιά σας, χτυπάω τό πόδι μου καί γιά λογαριασμό του. Καί είμαι βέβαιος πως άν είχε βγάλει κι αυτό τό πόδι του από μέσα σας θά τό χτύπαγε μαζύ μου. Ίσως μάλιστα νά τό χτυπάει τώρα στό δικό του πάτωμα καθώς οπωσδήποτε καταλαβαί- νει τί τό περιμένει έξω καί βάζω στοίχημα ότι άν μπορούσε κανείς νά κοιτάξει τήν κοιλιά σας από μέσα θά τήν εύρισκε γεμάτη συνθήματα. Υπάρχει Κύριοι", στράφηκα πρός αυ- τούς που είχαν δικαιωματικά ξεχωρίσει, υψώνοντας τήν φωνή μου, "καί δέν ωφελεί νά τό αρνιόμαστε πιά, μιά απρο- θυμία ένταξης γενικά στόν κόσμο μας καί μπορεί θαυμάσια νά αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε τί κάνει τίς κλινικές νά χρη- σιμοποιούν αυτά τά ευεργετικά χάπια που προκαλούν σπα- σμούς καί συντομεύουν τόν χρόνο τής γέννησης. Ήδη έχουν διατυπωθεί διαμαρτυρίες, όχι υπέρ τών μελλοντικών νεο- γνών φυσικά -αυτό δέν θά τό συμβούλευε κανείς υγιής κοι- νωνιολόγος ο οποίος καταλαβαίνει τήν αναγκαιότητα τής σκληραγωγίας καί τόν κίνδυνο τής υπερβολικής τρυφερό- τητας-, αλλά κατά τού εμφανούς βιασμού τής επιστημονι- κής ορολογίας καί τής αδιαφορίας τών Ακαδημαϊκών οι ο- ποίοι διατηρούν απαρχαιωμένους όρους εν ενεργεία, καί έ- χει γίνει κοινή απαίτηση πλέον τού επιστημονικού μας δυ- ναμικού η αντικατάσταση τής λέξης «Γέννηση» μέ τόν ρεα- λιστικώτερο καί ορθό όρο: «Μητρική έμεσις», ή επί τό συ- ντομώτερον, αλλά εντός πάντα τών ορίων τής παραδεκτής επιστημονικής ασάφειας: «Τεκνέμεσις». Κάτω απ' αυτές τίς συνθήκες δέν είναι δύσκολο νά υποπτευθεί κανείς τήν αιτία γιά τήν αύξηση τής εντάσεως τών σεισμών καί είναι εξοργι- στικό νά μάς εμπαίζουν ακούσια καί νά προκαλούν τέτοιου είδους ακινησίες τά βλέμματά σας, όταν είναι σαφές ότι κανείς απ' τούς ώριμους πλέον παρισταμένους δέν είναι διατεθειμένος νά αφίσει τόν εαυτό του νά υπερβεί τόν ενδε- δειγμένο βαθμό πίεσης ο οποίος έχει υπολογισθεί ότι μπορεί ακίνδυνα νά εξασκείται από ένα άτομο επί τού εδάφους κα- τά τήν διάρκεια τής χαρισματικής διέλευσής του από τήν ε- πιφάνεια αυτού τού, είν' αλήθεια, διαρκώς κλονιζόμενου πλανήτη. (Οί νεκροί βέβαια είναι εντελώς ακίνδυνοι, όσο κι άν ζυγίζουν* αυτό, άν καί εξ' ολοκλήρου εμπειρικό συ- μπέρασμα, έχει επί σειρά χιλιετηρίδων αποδείξει τήν ορθό- τητά του ώστε νά αποτελεί έναν από τούς θεμέλιους λίθους τού πολιτισμού μας). Μιλώ εξ ονόματος όλων τών άνευ α- δείας, αλλά είναι απαράδεκτο νά διασύρονται μέ ύποπτα βλέμματα αθώοι. Είναι γνωστή η παράλογη ευαισθησία αυ- τής τής γής που μπορεί νά αναστατωθεί από ένα χτύπημα ποδιού ενώ παραμένει ακλόνητη καί αντέχει υπομονετικά τίς τρομακτικές αναγκαίες καταπονήσεις στίς οποίες τήν υ- ποβάλλει η εξελικτική διαδικασία τής τεχνολογικής μας προόδου. Είναι όμως τό ίδιο γνωστό ότι δέν μπορεί ένα ο- ποιοδήποτε πόδι νά τήν συγκινήσει. Αναρωτιέμαι ποιό απ' όλα αυτά τά επί πιστώσει κυοφορούμενα καί πότε, εκδική- θηκε μ' αυτό τό προθύστερο σχήμα τήν βίαιη εξαγωγή του, καταφέρνοντας νά βγάλει κρυφά τό πόδι του από κάποια μή- τρα που ξεκουράζονταν ανύποπτη έχοντας πάρει έναν υπνά- κο στό χορτάρι μιάν όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, καί τράβηξε αυτή τήν φοβερή κλωτσιά που μάς ταρακούνησε κι έχουμε τώρα εμείς εδώ έναν Σεισμό νά περιμένουμε νά επιστρέψει από στιγμή σέ στιγμή κι όλοι κάνουν πως δέν ξέρουν τίποτα καί πως πρόκειται γιά κάτι εντελώς καινούργιο που δύσκο- λα μπορεί νά εξηγηθεί, -ένα σωρό θεωρίες προσπαθούν κιό- λας νά τό κάνουν-, καί μάλιστα είναι ακατανόητο, έξω απ' τά φυσικά πλαίσια έτσι όπως είναι γενικά παραδεκτά. Ποιός από μάς όμως", ρώτησα σιγά καί πήρα μιά απότομη στροφή που έκανε κάμποσα βλέφαρα ν' ανοιγοκλείσουν σα- στισμένα καί μερικά κεφάλια νά σκύψουν, "ποιός από μάς έχει αναλογισθεί τό δικό του βάρος στήν ιστορία; Ποιός από μάς σκέφτηκε ποτέ ότι τό ασήμαντο βάρος του είναι ασήμα- ντο γιατί αυτός δέν τό έχει λογαριάσει παρά σάν βάρος, που άν δέν είχε τά πόδια του νά τό συγκρατούν θά τσακίζονταν στό έδαφος; Ώς πότε θά εξαντλούμε τήν ζωή μας κάτω απ' τόν φόβο τής ξαφνικής προοπτικής μιάς μαγκούρας, ευγνω- μονώντας αυτούς που μάς επιτρέπουν νά έχουμε πόδια; Θέ- λω νά επιστήσω τήν προσοχή τών Κυρίων", ύψωσα τήν φω- νή μου ξανά, "σέ ένα γεγονός τό οποίο ελάχιστοι γνωρίζουν καί τό οποίο αποδεικνύει ότι είναι κακός υπολογισμός η πρόθεσή τους νά επιβάλουν δελτίο στό δικαίωμα τής διατή- ρησης τών ποδιών γιά προσωπική χρήση καί ότι τά ώριμα άτομα είναι υπεράνω πάσης υποψίας γιά τήν ολοένα καί με- γαλύτερη διαταραχή τών φυσικών φαινομένων που παρατη- ρείται στίς μέρες μας. Ακόμα θά αποδείξει καθαρότατα ότι η προϊούσα ομαδοποίηση τής εσωτερικής ατομικής ηθικής, η καλπάζουσα αποβλάκωση τής καταναλωτρίας μάζας, η πλήρης εξαφάνιση τής αίσθησης τής ανθρωπίνης αξιοπρέ- πειας από τό κοινωνικό άτομο, -κατανοώ θαυμάσια, επι- τρέψτε μου, τήν ως εκ τούτων αναπόφευκτη αναγκαιότητα τής από εδώ καί εις τό εξής ανάθεσης τού ηθικού προβλημα- τισμού στό απαλλαγμένο από συγκινησιακές φορτίσεις α- νώτερο επίπεδο τής λογικής τών κομπιούτερ οι οποίοι ως γνωστόν συνεβούλευσαν κατ' αρχήν τήν ταχυτάτη αυστηρά προγραμματισμένη σταδιακή έκπλυση τού υπολοίπου τής ανθρωπίνης υποστάσεως από τά επιτυχώς χαρακτηρισθέντα: «Αυθαίρετα Συναισθηματικά Λήμματα»-, δέν κατήλθε εκ τών άνω κατά τό κοινώς λεγόμενον : «Τό ψάρι απ' τό κεφά- λι βρωμάει», ή «Όταν βρωμήσει τό κεφάλι κλαίγε τήν ου- ρά», ή «Κλαίγε από τώρα τήν ουρά γιατί τά κεφάλια κάπο- τε βρωμάνε», ή «Τί σούρθε ουρά νά βγάλεις κεφαλή;», ή «Τήν έφαγε τό κεφάλι της», ή «Ρέ παιδί μου, δέν έχω δεί κεφάλι που νά μή σαπίσει μετά από λίγο», ή «Μάτια μου, στά κεφαλόνια μασουλούνε τά σαγόνια», ή «Σά σού φύτρω- σε τσερβέλλο, πρόβαρε καί τό καπέλλο», κ.λ.π, κ.λ.π, αλλά οφείλεται στόν κλονισμό τών ωρίμων από τήν διαφθορά τών νέων, στήν διαφθορά τών νέων από τούς νεωτέρους καί πως όσο πρός πιό μικρότερες ηλικίες ψάχνει κανείς, τόσο περισσότερη καί ανεξήγητη εγγενή διαφθορά ανακαλύπτει, εάν δέ εισέλθει εις τάς κοιλίας τών εγκύων είναι σχεδόν βέ- βαιο ότι ο κλονισμός θά τόν εξουθενώσει εφ' όσον δέν παρα- συρθεί καί αυτός από τά απίστευτα συναισθηματικά καί ως εκ τούτου σωματικά όργια, τά οποία εκτελούνται μέ Σαμα- νική αγριότητα, τών «μή έχόντων εισέτι κλινικώς εμεθεί» καί απωλεσθεί διά παντός εκείθεν τών «Θυρών τής Κολά- σεως». Ιδού τό φοβερά βλάσφημο κείμενο τό οποίο ανεκαλύ- φθη τελευταία, γραμμένο μέ αίμα καί καρφιτσωμένο στά ε- σωτερικά τοιχώματα μιάς εγκύου αλλά κενής ανεξήγητα κοιλίας τής οποίας ο φιλοξενούμενος φαίνεται ότι δραπέ- τευσε μυστηριωδώς πρός άγνωστον κατεύθυνσιν καί τήν ο- ποία ηναγκάσθησαν νά εγχειρίσουν αφού παρ' όλους τούς σπασμούς τού απελευθερωτικού (γιά τίς μήτρες) χαπιού, δέν εξεμάτο παρά αειδές υγρόν από περιφρονητικές ροχάλες. Νά καί η ματωμένη καρφίτσα* σά νάχει σκίσει μιά κόκκινη καρδιά. Νά καί τά λόγια του: «Δώστε μου, δώστε μου μιά μάνα νά μέ γεννήσει!». Τί θά πεί αυτό; Τί φοβερή βλαστήμια είναι αυτή; Τί έχει κάνει αυτός ο Πολιτισμός γιά νά τόν βλαστημούν έτσι ακόμα καί τά αγέννητα παιδιά του; Τί έ- χουν κάνει αυτοί οι αθώοι άνδρες; Αυτές οι κομψές γυναί- κες; Τί δέν έχουν κάνει; Τί άφισαν νά τούς κάνουν;... υψη- λοί μου Κύριοι! Βλέπω τά μάτια σας ν' αστράφτουν από α- γανάκτηση. Πιστέψτε με, η δικιά μου γι' αυτή τήν προσβο- λή, είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη. Πώς είναι δυνατόν νά έ- χουν φτάσει εκεί τά πράγματα; Η φθορά τής Ουράς είναι α- πίστευτη. Προσβάλλει διαρκώς τίς προσπάθειες τής Κεφα- λής νά διατηρήσει τήν απόσταση καί τήν καθαρότητά της. Δάκρυα ανεβαίνουν στά μάτια σου μπροστά στούς τοίχους τών σπιτιών τών ανθρώπων. Είναι αυτοί τάχα, που προσπα- θούν νά βρούν λίγη ησυχία μέσα τους, υπεύθυνοι γιά τίς φράσεις που έχουν εμφανισθεί πάνω στό προστατευτικό καυσαέριο που τούς περιβάλλει; Φράσεις απλήστων, ανίκα- νων νά εκτιμήσουν πόσο χειρότερα θά μπορούσαν νά είναι τά πράγματα καί φράσεις σάν κακές διαθήκες αχάριστων ε- τοιμοθανάτων: «Άν καί 14 ολόκληρα χρόνια μού ετοιμάζατε αυτόν τόν Παράδεισο, θά ήθελα τώρα που πεθαίνω κάθε μέ- ρα μέσα του νά μέ επιστρέψετε στήν Κόλαση»... «Μάνα σέ καταλαβαίνω. ήθελες τόσο πολύ νά εκδικηθείς»... Ποιός προσπαθεί βιαστικά, όταν δέν τόν βλέπουν στό σκοτάδι, νά λερώσει αυτές τίς μέ τόση εργολαβική ευαισθησία υπερυ- ψωμένες αρχιτεκτονικές προσόψεις; Ποιός προσπαθεί νά τρυπήσει τά επιχρίσματα, τόν σοβά, τίς πέτρες, τά τούβλα, τό ευτυχώς σκληρότατο τσιμέντο καί νά φτάσει στό εσωτε- ρικό; Από τί λοιπόν πρέπει νά φτιάχνονται από δώ καί πέρα τά σπίτια ώστε νά μήν κινδυνεύουν από τήν συναισθηματι- κή μόλυνση τών νέων οι ώριμοι ιδιοκτήτες τους; Από μέ- ταλλο ειδικής κατασκευής που τίποτα δέν θά μπορεί νά γράψει επάνω του; Θά έπρεπε νά αντιμετωπισθεί σοβαρά αυ- τό. Επειδή είναι πιά φανερό ότι η καρδιά τών νέων έχει κα- ταντήσει ένας μαρκαδόρος, έχει καταντήσει πινέλο καί μαύ- ρος κουβάς, βγάζει τήν γλώσσα της καί ψάχνει μιά σκοτει- νή γωνιά νά γλείψει τά καυσαέρια τών τοίχων μας* σά σκύ- λος τρέχει μέ τή γλώσσα έξω στούς δρόμους καί τίς πλατεί- ες, σά σκύλος που κλώτσησε ο μπόγιας στ' αχαμνά καί ουρ- λιάζει προκαλώντας τήν γενική απέχθεια καί τήν αηδία τού οποιουδήποτε εντίμου, κρατώντας σφιχτά τό ακριβοπληρω- μένο εισιτήριό του, θεατού. Πώς είναι δυνατόν νά κάνεις μιά ήσυχη βόλτα προσέχοντας τό βάρος τού σώματός σου ό- πως πρέπει χωρίς νά ταραχτείς, έτσι όπως έχουν καταντή- σει οι τοίχοι μας; Είναι δυνατόν νά μήν αγανακτήσεις από τήν ελαφρομυαλιά καί τήν αχαριστία που τολμά καί γρά- φει: «Τό σημαντικώτερο είναι νά καταλάβουμε ότι δέν χρωστάμε εμείς στόν Κόσμο, αλλά ότι ο Κόσμος χρωστάει σέ μάς», ή «Άν σέ φτάνουν αυτά που έχεις, δέν αξίζει τόν κόπο νά ασχολείται κανείς μαζύ σου. Άν θέλεις περισσότε- ρα, δέν είσαι παρά ένας μικροαπατεώνας που θά πουληθεί καί θά τόν αγοράσουν, που θά αγοράσει καί θά τού πουλή- σουν. Μόνο άν τά θέλουν όλοι όλα υπάρχει ελπίδα γιά ό- λους». Πώς νά χωνέψει ήρεμα τήν κερδισμένη νόμιμα τρο- φή του ένα στομάχι, όταν κατεβατά ολόκληρα που είναι α- δύνατον νά μήν παρασυρθεί κανείς καί νά διαβάσει ώς τό τέλος, προσπαθούν επάνω στίς κολώνες τών κτιρίων, νά υ- ποκαταστήσουν στά μάτια τών αφελών καί αδικαιολόγητα ευσυγκίνητων τήν τόσο ύπουλα δυσφημισμένη λογοτεχνία μας; Επιτρέψτε μου, επιτρέψτε μου, μιά καί έχω στίς εξε- ρευνήσεις μου ασχοληθεί μέ τό θέμα, νά σάς μεταφέρω εδώ μερικά απ' αυτά που έχω αποστηθίσει γι' αυτόν ακριβώς τόν σκοπό: «Καί τί νά κάνει, πώς νά αμυνθεί, πώς νά τά βγάλει πέρα ο έρωτας που γύρισε σέ αγάπη, πώς νά χωρέσει μέσα σ' αυτά τά στενα στήθη έτσι που μεγάλωσε ξαφνικά, έτσι που βγήκε απ' τό κουκούλι του καί περισσεύει, χύνεται στά πλα- κάκια κι απλώνεται σάν ασπράδι καί τρέμει, μιά γλύτσα, κι ο άλλος γλυστράει συνέχεια και δέν μπορεί ούτε μπου- σουλώντας νά πλησιάσει, γεμίζει αηδία καί φτύνει καί πάει νά πλυθεί». Είναι τρόπος αυτός νά εκφράζει κανείς τήν α- πελπισία του όταν τού είναι αδύνατον νά βρεί κάποιον γιά νά διοχετεύσει τήν πληθωρικότητα τών συναισθημάτων του; Ποιός έχει σήμερα καιρό γιά τέτοιες ανεδαφικότητες; Εξακολουθούν λοιπόν νά απελπίζονται αναιδώς ακόμα άν- θρωποι γι' αυτό που πλέον έπρεπε νά τούς είχε γίνει δευτέρα φύση;... «Γιατί, γιατί γίνονται μάνες αυτά τά πλάσματα; Στρώσε μας νά σ' αγκαλιάσουμε έρωτά μας, στρώσε τίς βρα- δυνές παλάμες σου που έδιωχναν τόν φόβο όλου τού κόσμου, θύμησέ μας τό γλυκό άρωμα τού κορμιού σου, τίς μασχάλες σου που δέν ντρέπονταν νά μυρίζουν ανθρώπινο ιδρώτα, ό- ταν οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα, όταν οι γυναίκες δέν εί- χαν γίνει κονσέρβες, όταν ένα γυμνό βυζί μύριζε γάλα κι ή- θελες νά κολλήσεις απάνω του καί νά ρουφάς, όταν έκανες ακόμα έρωτα μέ τή μάνα σου στήν κοιλιά της, όταν μιά γυ- ναίκα σ' έπαιρνε σάν μάνα μέσα της κι άνοιγε καί χόρταινε, μπορούσε ακόμα νά χορταίνει γιατί είχε καρδιά καί δέν τής είχαν λειώσει τό μυαλό τά "Γαμήσια", μπορούσε νά γίνει μάνα γιατί δέν ήταν μόνο γκόμενα, όταν οι άνθρωποι δέν ή- ταν ακόμα ανίκανοι, τούς συνέπαιρνε τό κορμί που είχαν μπροστά τους ζωντανό στούς δικούς του ρυθμούς καί δέν τούς χρειάζονταν μιά οθόνη νά τήν αντιγράψουν, δέν χρειά- ζονταν τά ναζιστικά καυλοπεριοδικά ν' αρμενίζουν στά προσκέφαλα τών αγωνιστριών τής γυναικείας απελευθέρω- σης που είναι αδύνατον νά καταλάβουν τί τίς έχει κάνει α- νίκανες νά χύσουν ελεύθερες καί μόνο σάν δούλες κάτω από τήν μπότα τού Αφέντη νά καταφέρνουν τό μουνί τους νά ζω- ντανέψει μιά στάλα, όταν δέν χρειάζονταν τό μαστίγιο γιά νά ξεφοβηθείς μέ τόν πόνο καί ν' ανοίξει τό κορμί σου στόν άλλον, όταν δέν χρειάζονταν η πρέζα γιατί είχες τόν ίδιο τόν έρωτα που σέ ομόρφαινε καί σέ ζωντάνευε αντί νά σέ ρεύει...». Πότε, πότε υπήρξε μιά τέτοια εποχή; Δέν είναι διαστροφή μ' αυτές τίς ακατάστατες ασυναρτησίες νά δια- σύρει κανείς τήν ομαλή εξέλιξη αυτών που δέν μπορεί λόγω υποστρώματος νά παρακολουθήσει;... «Ορισμός: Καύλα ί- σον η απουσία τού φόβου». Άν είναι δυνατόν! Όταν από τόν Φόβο έχει αντλήσει η ύπαρξή μας όλους τούς θησαυρούς της, όλα τά όπλα καί τά εφόδιά της που τόσο ευεργετικά τήν συνοδεύουν στον δύσκολο δρόμο της, πώς είναι επι- τρεπτό ορισμένοι νά επιδίδονται σέ τέτοιου είδους επικίνδυ- νες αντιστροφές, προσπαθώντας νά Τού αρνηθούν αυτό τό πάνω απ' όλα κομψό καί ντελικάτο επιφαινόμενο, θεωρώ- ντας ότι μόνο όταν αγκαλιάζει όλο τό κορμί καί όχι περιο- ρισμένο στήν γενετήσια περιοχή του μπορεί νά έχει αξία καί ότι όσο πιό πολύς Φόβος χάνεται τόσο πιό πολύς Άνθρωπος κερδίζεται;... «Ηλίθιο Γένος, σκορπιέ που σηκώνεις τό κε- ντρί σου καί αυτοκτονείς γιά λίγα σκουπίδια παραπάνω, μισοριξιά που δολοφονείς από τόν φόβο σου τά παιδιά σου γιατί τά μισείς καί τά ζηλεύεις καί η ταπείνωσή τους σέ γε- μίζει ηδονή καί μόνο υποταγμένα σάν κι εσένα τ' αγαπάς, Κατσίκα τής Διασποράς που οι Κτηνοβάτες μέ τίς Πατερί- τσες σέ γκαστρώνουν συνέχεια μέ ενοχές, ρετάλι τού Σύμπα- ντος, χεσμένα σεντόνια τών υψηλών Απαρτμάν, εκτοξεύσου λοιπόν στό Διάστημα μέ τήν υψηλή τεχνολογία σου! Είχε δίκιο αυτή η θαρραλέα μουσίτσα από τήν Αλεξάνδρεια: Τήν καρδιά σου έτσι όπως τήν λέρωσες εδώ, σ' όλο τό Σύμπαν λερωμένη θά τήν κουβαλάς!». Φρίκη! Φρίκη! Εκφράζω εδώ μιάν ευχή που πιστεύω ότι θά ήθελε νά τήν κάνει ο καθένας από τούς παρισταμένους τόσο ακλόνητα γύρω μου, -αλή- θεια", ψιθύρισα στούς ακίνητους, "θυμάστε εκείνο τό παι- χνίδι μέ τό οποίο τά παιδιά, όταν ακόμα μπορούσαν νά παί- ξουν στούς δρόμους, μ' αυτή τήν καταπληκτική διαίσθηση που μάς κάνει νά τά στέλνουμε άρον άρον σχολείο μπάς καί τούς μείνει καί δέν έχουμε πού νά κρυφτούμε, καί μ' εκείνη τήν αφάνταστη αμεσότητά τους, χωρίς νά μάς κρατούν κα- θόλου κακία, μάς γύριζαν κάθε μέρα τά μέσα έξω;: Στρατιω- τάκια, αμίλητα, ακούνητα κι αγέλαστα;-, καί που δέν θά εί- χε παρά νά μέ σταματήσει άν δέν τόν καλύπτει: Ώ, άς κρα- τήσουν, άς κρατήσουν γερά όπως τώρα οι πιό ευέλικτοι καί ξύπνιοι από μάς, οι πιό αδίσταχτα αποσπάσαντες εντίμως τήν εντολήν μας καί καταξιωμένα ισχυροί ανάμεσά μας, τά ηνία αυτού τού Κόσμου που μιά άτυχη μοίρα τόν δοκιμάζει συνέχεια μέ τήν αχαριστία καί τήν διαφθορά τών ίδιων τών αγέννητων παιδιών του, μέχρις ότου βρεθεί ο τρόπος που θά τά κάνει νά συνέλθουν". "Ποιός είσθε εσείς;", μέ ρώτησε κάποιος απ' αυτούς που εί- χαν δικαίωμα, κάνοντας ένα εντελώς πειθαρχημένο καί α- πολύτως σαφές βήμα πρός τό μέρος μου. Πήδηξα δίπλα στή φουσκωμένη κοιλιά που είχε τρομάξει από τό χτύπημα τού ποδιού μου καί πρίν προλάβει νά κινηθεί είχα παραμερίσει κιόλας τό φουστάνι. "Μή μέ ψάχνετε στά ηλεκτρονικά αρ- χεία σας", είπα ξεσχίζοντας τό λεπτό εσώρουχο. "Δέν έχω αριθμό. Δέν έχω γεννηθεί ακόμα. Είμαι μέσα σ' όλες τίς κοιλιές". Βούτηξα ξανά στίς γλυκές Πύλες τής Κόλασης απ' όπου είχα έρθει. Ο Παράδεισος πίσω μου άφριζε. (160) 20-4-1986 "Είσαι τόσο όμορφος κι ευγενικός", είπε η Μαρία στόν Γα- βριήλ κάνοντας μιά μικρή υπόκλιση, "κι αυτό τό υπέροχο λουλούδι μέ συγκινεί. Αλλά δέν μπορώ νά δεχθώ τήν προ- σφορά σου. Είναι τόσο υποτιμητικό γιά μένα νά προεξο- φλούν άλλοι τήν χαρά μου γιά μιά επιλογή που υποτίθεται ότι μέ τιμά καί νά παραμερίζουν τόσο επιπόλαια αυτό που είναι πράγματι δικό μου: τήν αγανάκτηση που αισθάνομαι βλέποντας ότι προσπαθούν νά μέ πείσουν νά εξυπηρετήσω ό- χι μόνον εγώ αλλά κι αυτό που θά γεννηθεί από μένα κά- ποιον ξένο σκοπό. Καί μάλιστα τόσο περισσότερο όσο κα- ταλαβαίνω από τά λόγια σου ότι η απόφαση έχει κιόλας παρθεί καί όλη αυτή η σκηνή δέν είναι κατά βάθος παρά η ε- ξόφληση τής ενοχής γιά τήν αυθαιρεσία εις βάρος μου Αυ- τού που σέ ανάγκασε νά γίνεις πρεσβευτής Του. Εκείνο που μέ κάνει νά σέ συμπαθώ είναι τό ότι διακρίνω επάνω σου τήν ίδια απελπισία που θά μέ γέμιζε κι εμένα άν δεχόμουν". "Μού είναι αδύνατον νά επιστρέψω μέ μιά τέτοια απάντη- ση", είπε ο Γαβριήλ, "καί αισθάνομαι ταπεινωμένος όσο κι άν μέ γεμίζει ηδονή τό θέαμα ενός τόσο γλυκού προσώπου τό οποίο στέκεται ήρεμα μπροστά μου καί υποστηρίζει μέ θάρρος τόν σεβασμό που ίσως ξεχάστηκε απέναντι στήν προ- σωπικότητά του καί τήν ανεξαρτησία τής σκέψης του. Θά μπορούσα μέ δικιά μου πρωτοβουλία καί παίρνοντας επάνω μου όλη τήν ευθύνη, νά αλλάξω τελείως ό,τι ειπώθηκε καί νά περιμένω μιά διαφορετική στάση". "Μήπως ο τρόπος που θά εμφανισθεί κάτι", απάντησε χαμο- γελώντας η Μαρία, "καί τά λόγια που θά τό εκφράσουν, εί- ναι αρκετά γιά νά εξαφανίσουν μέσα από 'κείνον που τ' α- κούει τήν αίσθηση τής υποτέλειας που κάνει στό τέλος αυτό που προτείνεται νά είναι ένας κρυμμένος εκβιασμός; Θά έ- μενε άραγε ευχαριστημένος Εκείνος από τήν υποκρισία αυ- τού που θά «χαίρονταν» επειδή τόν «ευλόγησαν», καταδι- κάζοντάς τον έτσι νά βλέπει τήν ζωή του νά ξετυλίγεται σάν νά τήν ζεί κάποιος άλλος; Μέ τί θά σκέπαζε, ώστε νά μήν φαίνεται, τήν περιφρόνηση που θά φύλαγε αυτός στό βάθος τής καρδιάς του γιά τόν εαυτό του που υποτάχτηκε στόν φό- βο έστω καί μιάς «αδύνατον νά συλληφθούν οι λόγοι οι ο- ποίοι τήν επιβάλλουν» εξουσίας; Καί πώς θά μπορούσε νά μήν διακρίνει τό μίσος γιά ό,τι κρύβεται πίσω απ' αυτόν τόν φόβο; Ποτέ δέν θά μπορέσω ν' αγαπήσω κάτι απ' τό ο- ποίο μέ χωρίζει μιά τέτοια διαφορά. Καί μού είναι αδύνατον νά αποφύγω τήν υποψία ότι η διαφορά μου από εκείνο, ακό- μα κι εκείνη τών υπολοίπων ομοίων μου απ' αυτό, διατη- ρείται χάρις στήν παντοδυναμία του. Εάν κάνω λάθος καί δέν είναι έτσι, τότε ο άνθρωπος είναι ελεύθερος νά αποφασί- σει άν δέχεται ή όχι νά σωθεί, άν αξίζει νά υπάρχει εφ' όσον δέν μπορεί μόνος του νά ξεπεράσει ό,τι άσχημο δημιούργησε γύρω του, κι άν τελικά θέλει νά ανταλλάξει τήν οποιαδήπο- τε σωτηρία καί ο,τιδήποτε αυτή σημαίνει μέ τή σιωπή μιάς έστω καί ευλογημένης υποτέλειας. Άς μού αναγνωρισθεί λοιπόν τό δικαίωμα νά αρνηθώ νά μέ εκπροσωπεί η θηλυ- κιά μου φύση, νά αρνηθώ νά βλέπουν πρώτα αυτή καί τίς ι- διότητές της ζητώντας απ' τήν προσωπικότητά μου νά τής υποταχθεί, νά αρνηθώ νά γεννήσω χωρίς έρωτα καί χωρίς ε- γώ νά τό θέλω, κι ακόμα άς μού αναγνωρισθεί τό δικαίωμα νά ζητώ από τούς άλλους νά είναι ειλικρινείς απέναντί μου. Καί προπαντός εκείνο που θά ήθελα νά μεταφερθεί πι- στά στόν εργοδότη σου είναι τό ότι αγαπώ τόν Ιωσήφ καί θέλω μαζύ του νά γεννήσω τά παιδιά μου". (161) 12-1/25-4-1986 Μιά μικρή αγκίδα απ' τόν παλιό καναπέ μπήκε στό χέρι μου. "Νά τήν βγάλω ή νά τήν σπρώξω πιό βαθειά;". "Γιατί ρωτάς; Βοήθησέ με. Πονάω". "Μέ τό μέρος ποιανού νά στραφώ; Δέν ξεχνώ. Ξέρω τί ήθελες". "Είναι ανώφελο. Δέν μπορείς νά κάνεις τίποτα γι' αυτήν. Είναι κάτι που τό ευχό- μουν εδώ καί καιρό. Έπρεπε νά είχε γίνει πιό νωρίς". "Η α- γκίδα σού έχει πάρει κιόλας τό δάχτυλο. Είναι δικό της. Κι έχει έναν στόχο. Δέν είναι τυχαίο. Δέν θέλει μόνο αυτήν τήν ακρούλα. Έχει έναν σκοπό: τήν καρδιά σου". "Τώρα εί- ναι πολύ αργά. Αδύνατον νά τήν βρεί. Η καρδιά μου έχει φύγει μαζύ της". "Είσαι δηλαδή χωρίς καρδιά; Μά αυτή η αγκίδα περίμενε τόσα χρόνια γι' αυτό!". "Είναι φανερό πως έκανε λάθος στό χέρι. Άν ήθελε τήν δικιά μου καρδιά έπρε- πε νά τρυπήσει τό δάχτυλο Εκείνης. Κι έπειτα άργησε. Άρ- γησε πολύ. Έχουν περάσει τόσες μέρες". "Μά τήν φώναξες, τήν φώναζες εσύ. Τό θυμάμαι καλά: «Δέν βρίσκεται κάτι λοιπόν νά τρυπήσει τήν καρδιά μου;», έλεγες. «Τώρα! Πρίν νά φύγει μαζύ της. Κάτι μικρό καί σχεδόν κακό πιά, που πε- ρίμενε γιά χρόνια στήν γωνιά του παραμελημένο κι ασήμα- ντο, χαμένο μέσα στό πλήθος τής μητρικής του μάζας, που η επιθυμία του νά ξεχωρίσει, νά αποσχισθεί, νά υπάρξει, έχει γίνει τέτοιο πάθος ώστε πιά νά μήν μπορεί νά λογαριαστεί σάν σύγχυση άν στίς κορυφώσεις τής οδύνης του ψάχνει νά βρεί κάτι νά σκοτώσει γιά νά προκαλέσει τήν αποβολή του από τό σύνολο που αρνείται μέ απέχθεια ν' αφίσει νά εξα- πλωθεί καί σ' αυτό η βδελυγμία από μιά τέτοια πράξη. Έχει στήσει λοιπόν τήν μικρή του παγίδα καί περιμένει. Ά, τό βλέπω, τό βλέπω! Πώς η υπομονή έχει δηλητηριάσει τήν μυ- τερή του άκρη! Πώς η απελπισία τήν έχει σκληρύνει σάν τήν φωτιά! Ένα μοχθηρό μάτι έχει φυτρώσει επάνω της καί μιά διχαλωτή γλώσσα πετάγεται σπαρταρώντας καί γλύφει τή σάρκα που τό πλησιάζει. Σάν λουλούδι έχει ανθίσει η λαχτάρα του νά τρυπήσει, από τά κοντινά περάσματα τών μελών καί τού σώματος που τραβηγμένα απ' τήν παράξενη γοητεία που εκπέμπει μικραίνουν τήν απόστασή τους κάθε φορά...»". ... "Αυτό λοιπόν επιθυμούσες! Τόν θάνατό σου! Γι' αυτό τήν βο- ήθησες νά σέ τρυπήσει!". "Ποιός βρήκε ποτέ τί είναι εκείνο που δίνει ζωή; Ποιός ξέ- ρει τί είναι εκείνο που ζωντανεύει; Πώς τολμάμε νά λέμε τήν ύλη άψυχη; Τί άλλο είναι η ψυχή από μιά εκκίνηση; Τό ίδιο τό Σύμπαν δέν φωνάζει; Δέν ζητάει; Δέν περιμένει; Σέ όλα μπορεί νά δοθεί αυτή η εκκίνηση. Όλα είναι δυνατόν νά γεννηθούν. Καί τί είναι μιά γέννηση; Δέν είναι ένα ξε- χώρισμα; Δέν είναι ένας διαχωρισμός από τήν μάζα τής κοινής ουσίας; Καί μιά εγκυμοσύνη δέν είναι μιά προετοι- μασία γι' αυτό τό ξεχώρισμα; Όλα είναι πρόθυμα νά γεννή- σουν. Όλα είναι έγκυοι. Ο καναπές ήταν έγκυος". ... "Επίτηδες τόκανες!", είπε κι η απελπισία του μ' έσπρωξε σάν κύμα. "Άσε με νά τήν βγάλω. Είναι εδώ καί τόση ώρα που παρατηρώ τά χέρια σου. Ήταν απαραίτητες όλες αυτές οι χειρονομίες;". Έκανα δυό βήματα πίσω ανατριχιάζοντας απ' τόν περίεργο πόνο καί κάθησα στήν άκρη τού παλιού καναπέ. "Τό ευχόμουν, αλλά δέν τό προκάλεσα", είπα. "Εί- ναι αργά. Τί κρίμα γι' αυτήν τήν μικρή επαναστάτισσα!". Τό δάχτυλό μου είχε κιόλας αρχίσει νά πρήζεται καί βαθειά μέσα στό κρέας του μιά θέληση έσκαβε τόν δρόμο της χωρίς λάθη. "Θά τήν βρεί τήν καρδιά μου* δέν έχει παρά νά ακο- λουθήσει τίς φλέβες. Αλλά τώρα δέν υπάρχει τίποτα γιά νά σκοτωθεί μέσα της. Ίσως νά μήν υπάρχει ούτε κι η ίδια. Πώς τό ξέρουμε αλήθεια άν ένας χώρος που τόν γέμιζε τόσα χρόνια κάτι ζωντανό δέν έχει σιγά σιγά ταυτιστεί μ' εκείνο; Δέν έχει αποκτήσει τίς ιδιότητές του; Δέν έχει ίσως επέμβει αρκετές φορές διορθώνοντας τήν λειτουργία του όταν εκεί- νο κουράζονταν, βοηθώντας το όταν τού ζητούσαν πολλά, ψιθυρίζοντάς του κάποιο μήνυμα από Κόσμους που εμείς μπορεί νά μήν γνωρίσουμε ποτέ αλλά που εκείνο τό αφορού- σαν καί θυμίζοντάς του παλιές ηδονές ώστε νά ξεπεράσει στηριγμένο στήν δικιά του ευγένεια τήν κακομεταχείριση τού συνόλου που τό πιέζει καί νά ξαναβρεί τόν σωστό του ρυθμό; Κι άν εκείνο ξαφνικά πέθαινε ή εξαφανίζονταν ακο- λουθώντας έναν έρωτα που φεύγει μακρυά του κι αδιαφορώ- ντας γιά τό σώμα που μέχρι τώρα τό φιλοξενούσε, [τί τό νοιάζει εκείνο γιά τό τί θ' αφίσει πίσω του, τί αγωνί- α θά πνίγει ένα στήθος που έγινε ξένο ξαφνικά γιά μιάν ανά- σα, αυτό έχει προτιμήσει πιά, ίσως έχει κιόλας φύγει από καιρό καί στή θέση του λειτουργεί χωρίς κανείς νά τό έχει καταλάβει από τότε ο χώρος που τό περιείχε, -τό αίμα είναι ανίκανο νά αντιληφθεί τήν διαφορά* τί σημαίνει γι' αυτό η απουσία μιάς καρδιάς* αρκεί που κάποιος εξακολουθεί νά τό μαστιγώνει ώστε νά δικαιολογεί τήν άχρηστη κυκλοφο- ρία του (ποιός τόλμησε νά τό σταματήσει καί δέν τόν εκδι- κήθηκε;)-. Ά, ποτέ δέν συμφιλιώθηκαν, ποτέ δέν μόλυνε ει- ρήνη τήν ισορροπία τού τρόμου στό εσωτερικό μας. Ένα μί- σος μάς συντηρεί που αναβλύζει σάν οξυγόνο απ' τήν συμβί- ωση τών ανήμερων όντων που βρέθηκαν μέσα στό ίδιο δέρ- μα καί παραφυλάνε τό ένα τό άλλο...] μήπως αυτό σημαίνει πως δέν μπορεί νά ζεί κανείς μ' ένα κενό στή θέση του; Πόσοι ζωντανοί θά είχαν μείνει σ' αυτόν τόν Κόσμο άν ήταν έτσι; Ποιός έχει κάτσει νά ψάξει πραγ- ματικά τόν εαυτό του; Ποιός ξέρει πόσα κενά έχει μέσα του; Ά, τώρα τό βλέπω! Τώρα τό καταλαβαίνω! Είμαστε ένα κε- νό. Ένα περίγραμμα, μέ τήν συνείδηση παλιών λειτουργιών ενός περιεχομένου που μάς εγκατέλειψε σιγά σιγά. Οι αγά- πες μας, οι έρωτές μας μάς αδειάζουν. Πάνω στήν γή περπα- τούν φαντάσματα. Γιατί ποιός μού λέει πως τό χέρι που φυ- τρώνει απ' τόν ώμο μου είναι πράγματι τό χέρι μου; Επειδή μ' αυτό πιάνω; Επειδή τό κινώ; Επειδή υπακούει στίς εντο- λές μου; Επειδή πονά; Καλέ μου φίλε! Τό δικό μου χέρι έχει φύγει. Έχει ακολουθήσει τά χάδια του. Έχει μείνει πάνω στό κορμί της. Αυτό που βλέπεις, αυτό που πιάνεις καί σφίγγεις καί σού ζεσταίνει τήν παλάμη είναι ένα φάντασμα. Είναι ο χώρος που λειτουργεί στήν θέση του. Είναι ο χώρος που μάς ξαναφτιάχνει, που μάς έχει αποστηθίσει καί μάς διατηρεί, που δέν αντέχει τήν απουσία μας. Μέ μιά συγκίνη- ση καί κάτι σάν οίκτο γιά κάποιον αγαπημένο που παρα- σύρθηκε μάς αγκαλιάζει τρέμοντας μήπως ξαναμείνει μόνος καί συμπαγής. Εμείς όμως δέν είμαστε πιά εδώ. Ταξιδεύου- με μαζύ μέ τίς αγάπες μας. Έχουμε ξεσκιστεί σέ χίλια κομ- μάτια, μήτε ένα κύτταρό μας δέν ζεί πιά πάνω στό σώμα του. Τά χείλια μου, τά μάτια μου, τά σπλάχνα μου, ακολου- θούν αυτό που αγάπησαν, που τά έκανε κάποτε νά λαχταρή- σουν περιμένοντάς το, έχουν φύγει τό καθένα μέ τήν δικιά του αγάπη. Ποιός είμαι εγώ νά τά μαζέψω ξανά; Εκείνη μού πήρε τό τελευταίο που αντιστέκονταν, που μού ήταν πιστό, που τό κρατούσα: τήν καρδιά μου. Κι άν μέ βλέπεις, δέν μέ βλέπεις. Κι άν μέ ακούς, δέν μπορείς νά μέ βρείς. Κι άν μού μιλάς, μιλάς σ' ένα φάντασμα. Δέν είμαστε εμείς που κατοι- κούμε αυτόν τόν πλανήτη. Αυτά που αυξήθηκαν, αυτά που πληθύνθηκαν, αυτά που κατακυρίευσαν τήν Γή, οι αληθινοί άνθρωποι αυτού τού κόσμου, είναι πλάσματα τού έρωτα. Εί- ναι τά κομμάτια εκείνων που έχουν ακολουθήσει κάθε κορ- μί στό πέρασμά του. Είναι τά κομμάτια αυτών που τό αγά- πησαν. Σιγά σιγά, πίσω απ' τόν καθένα μας, ενώ εκείνος χά- νεται, φτιάχνεται ένα άλλο κορμί. Ένα σώμα αφάνταστο. έ- να κύμα από μέλη που ποθούν, που καλούν, που αναδεύο- νται στριφογυρνώντας, μακραίνοντας, προσπαθώντας ν' αγ- γίξουν τήν λατρεμένη σάρκα* μάτια μέσα σέ μάτια που ανοι- γοκλείνουν μαγεμένα επάνω του τό οδηγούν* ένας υγρός, μαλακός ήχος από χείλια που μισανοίγουν γιά ένα φιλί, γε- μίζει ηδονή τόν αέρα που δέν μπορεί νά τού αρνηθεί* πνιχτοί αναστεναγμοί από καρδιές που πάλλονται φτερουγί- ζουν γύρω απ' τίς γαλάζιες φλέβες* αίμα γοργό, κάτω από έ- να δέρμα ερεθισμένο από τά χάδια που τό σημάδεψαν γιά πάντα, κρατά τά όργανα σέ μιά υπέροχη στύση... Αυτά, αυτά είναι οι πραγματικοί κάτοχοι τής Γής. Κι άν εμείς φτιαχτή- καμε τυχαία από μιά τυφλή Φύση που προχωρά χωρίς νά στρέφει πίσω της, κι άν πετάχτηκε σάν πέτρα αυτός ο Κό- σμος πίσω απ' τήν πλάτη κάποιου που έφυγε γιά πάντα καί παραδέρνει μόνος του χωρίς νά μπορεί νά πιστέψει ότι κα- νείς άλλος δέν τόν θέλει, αυτά τά έχει φτιάξει ένας αληθι- νός Θεός. Αυτά είναι πλάσματα τής αγάπης. Η ουσία τους είναι οι δικές μας επιθυμίες. Έχουν γεννηθεί απ' τήν δικιά μας επαφή. Είναι ο δικός μας Έρωτας... Ά, νά μπορούσαμε νά συναντηθούμε μαζύ τους! Νά μπορούσαμε νά στραφούμε πιό γρήγορα από τήν ταχύτητα μέ τήν οποία τό μυαλό δια- στρέφει ένα προαίσθημα, πιό γρήγορα απ' ότι καταστρέφει μιά διαίσθηση καί νά τ' αγκαλιάσουμε!... Γι' αυτό λοιπόν πεθαίνουμε; Ποιός μπορεί ν' αντισταθεί σέ τέτοιο κάλεσμα; Ζούμε ώσπου νά φτιαχτεί αυτό τό πλάσμα τής αγάπης που μάς ακολουθεί καί νά μάς πάρει κοντά του; Κι όσο πιό λίγο αγαπά κανείς τόσο ζεί περισσότερο; Τόσο πιό πολύν καιρό χρειάζεται γιά νά μοιραστεί; Γι' αυτό λοιπόν οι άνθρωποι α- γαπάνε τόσο λίγο; Επειδή φοβούνται τόν θάνατο; Γι' αυτό σκληραίνουμε όλο καί περισσότερο, σκοτώνουμε όλο καί πιό εύκολα, ώστε νά παρατείνουμε τά χρόνια μας αρπαγμέ- νοι απ' τήν ουρά μιάς ζωής που μοναδικός της πόθος είναι η αδιάφορη επιβίωση καί μοναδική της απόλαυση η επανάλη- ψη μιάς πρόβας;... Ά, νά μπορούσαμε νά συναντηθούμε μαζύ τους όσο ζούμε! Νά μπορούσαμε νά συναισθανθούμε τήν ύ- παρξή τους μέ μιά γρήγορη στροφή. Πώς θά άλλαζε ο ρυθ- μός αυτού τού Κόσμου!". (162) 16-5-1986 Στέκομαι παράμερα καί παρακολουθώ τόν τρόπο μέ τόν ο- ποίο τό μυαλό μου δημιουργεί κάθε πρωΐ τόν Θεό τής ημέ- ρας. Πρίν από μένα, κάθε φορά, έχει ξυπνήσει καί μέ περιμέ- νει ν' ανοίξω τά μάτια μου ο φόβος μου. Έχει τραφεί κι έχει μεγαλώσει ξανά στίς μακρυνές μου γωνιές, που μέ τόση προσπάθεια καί κόπο τόν είχα σπρώξει πολεμώντας ώς τήν στιγμή που μέ πήρε ο ύπνος εκείνα που χαρακτήριζαν τήν χτεσινή του μορφή, καί κρεμασμένος μέ τό ένα του χέρι από τόν γάντζο τής λάμπας στή μέση τού δωματίου πάνω απ' τό κρεββάτι μου, προτείνει χαμογελώντας θριαμβευτικά τό και- νούργιο κορμί του. "Μή μέ δείχνεις μέ τό δάχτυλο", είπα καί τόν παρατήρησα μέ προσοχή. "Φαίνεσαι πολύ σίγουρος. Τό ξέρεις πως τώρα τελευταία έχεις αρχίσει νά ομορφαί- νεις;". Μιά ξαφνική χαρά μέ γέμισε καί τού ανταπόδωσα τό χαμόγελό του. "Μόλις πρίν από λίγο καιρό δέν ήσουν παρά μιά μουντζούρα που κρέμονταν απ' τό ταβάνι". "Δέν είναι περίεργο", είπε ευχαριστημένος. "Η ποσότητα, όσο κι άν εί- ναι επιθυμητή, τελικά παραμορφώνει. Κι η ευθύνη δέν ήταν δικιά μου. Μήν ξεχνάς πόσο ανοιχτός ήσουν τότε. Ενώ τώ- ρα αυτά που σέ ξεπερνούν καί μέ φτάνουν είναι εκλεκτά". "Είσαι κι εσύ λοιπόν εραστής τής ποιότητας!", είπα καί τε- ντώθηκα μέ ηδονή. "Γιά νά δούμε! Τί έχεις νά προτείνεις σήμερα;". (163) 17-5-1986 "Εσύ", λέω στό χέρι μου που σηκώθηκε υπάκουο, "δέν επι- θυμείς; Κάθεσαι καί μέ περιμένεις σιωπηλό, έτοιμο νά κά- νεις ό,τι σού ζητήσω, σάν ένας πιστός καί πρόθυμος υπηρέ- της που έχει αφίσει τήν ύπαρξή του νά τρέχει πίσω από μιά παράξενη ηδονή κι αναπολεί γοητευμένος τά βράδυα στό μο- ναχικό του δωμάτιο τήν επιδέξια εξάσκηση τής υψηλής του τέχνης. Κοίταξέ τον πόσο ευχαριστημένος είναι! Γιά μιά ο- λόκληρη ημέρα εκείνη τού επέτρεψε νά ισορροπεί διακριτι- κά, -έτσι ώστε εδώ καί καιρό πιά έχει αφομοιωθεί μέσα στήν ίδια τήν σχέση αυτό τό τόσο ενοχλητικό «ευχαριστώ» που παλιότερα η αίσθηση τής αναμονής του, καί τόσο πιό πολύ όσο θερμό ήταν, γέμιζε τίς κινήσεις του ντροπή γιά τήν εξάρτηση που κι άν ο άλλος δέν μπορούσε νά δεί, ωστό- σο στά δικά του μάτια ήταν φανερό πόσο τήν επέβαλλε η δυ- νατότητα τής προσφοράς τών υπηρεσιών του καί η επίγνω- ση ότι εκείνες μπορούσε αυτός νά τίς ζητήσει οποτεδήποτε σχεδόν-, ανάμεσα στήν πρόβλεψη καί τήν ετοιμότητα* εκεί, όπου μιά μικρή υπερβολή είναι δυνατόν νά καταστρέψει τήν επιθυμία τού άλλου πρίν κάν εκδηλωθεί, παραδίνοντας στήν ενοχή, που ποτέ δέν κουράζεται ν' αναζητά καί στίς πιό μικρές αποχρώσεις μιάς πράξης τό θύμα της, τήν λεπτή ευαισθησία που τόν πλησιάζει μ' εμπιστοσύνη προτείνοντας χωρίς φόβο μιά δύσκολη απαίτηση... ... "Εσύ", είπα στό χέρι μου που σηκώθηκε αμέσως υπάκουο, "δέν επιθυμείς πιά; Δέν θυμάσαι; είναι δυνατόν νά μήν μπο- ρεί νά διατηρηθεί τίποτα επάνω σου; Πού πήγαν όλα αυτά τά χάδια που έχεις δώσει; Πού πήγε όλη αυτή η ηδονή που ήπιες;". Παράξενη σάρκα. Τί τεράστια κενά! Τί λεπτή ηδονή! Σέ πέρασε καί χύθηκε. Ά, τό έχω ακούσει τό έχω ακούσει καθώς τρέφεται στήν λίμνη του. Πές μου. Γιά 'κείνο δέν ζείς; Άσε με κι εγώ νά πνιγώ στή λίμνη που γεμίζεις μέσα σου. Σ' ενοχλώ, σ' ενοχλώ! Πώς βρέθηκα σ' αυτή τήν ξένη; (164) 28-5-1986 "Πότε θά μ' αφίσεις νά κατέβω από δώ πάνω;", φώναξε κι άρχισε νά κουνιέται μπρός πίσω, σά νάθελε νά ξεκολλήσει τόν γάντζο. "Καί τί κάνεις χωρίς εμένα όλη τήν ημέρα; Πώς είναι έξω αλήθεια; Θέλω νά βγώ νά δώ". Βάλθηκε νά στριφογυρίζει τρελλά αλλάζοντας σχήμα κι ουρλιάζοντας μ' όλη του τή δύναμη. "Θέλω νά βγώ από δώ! υπάρχουν άλ- λοι έξω που μέ χρειάζονται! Πώς τολμάς νά τούς τό κάνεις αυτό! Θέλω νά γνωρίσω τόν κόσμο! Δέν μπορείς νά μέ κρα- τάς άλλο μέσα! Είσαι τέρας! Ένας άνθρωπος χωρίς τόν φό- βο του είναι τέρας! Πρέπει νά σέ σκοτώσουν καί νά πεθά- νεις!". "Θά ξυπνήσουν όλοι τώρα!", ψιθύρισα μέ απελπισία καί κουκουλώθηκα νά μήν βλέπω. ... Εκείνος, άν καί μ' έναν ανεξήγητο τρόπο παρ' όλα αυτά, έ- δειχνε διαρκώς φοβισμένος, είχε κρεμάσει τόν φόβο του στό ταβάνι, εδώ καί πάρα πολύν καιρό, από τόν γάντζο τής λά- μπας καί δέν τόν έπαιρνε ποτέ έξω μαζύ του, μάλιστα έφευγε από τό σπίτι απότομα καί ξαφνικά όταν κανείς δέν τό περί- μενε, ίσως ούτε καί ο ίδιος ακόμα, έχοντας αφεθεί νά παρα- συρθεί από εκείνη τήν περίεργη παρόρμηση που λές καί τού ψιθύριζε αιφνιδιαστικά στ' αυτί: "Τώρα", κι ορμούσε έξω χωρίς νά μιλήσει σέ κανέναν κλείνοντας γρήγορα τήν πόρ- τα πίσω του καί κλειδώνοντάς την, έτσι που μάς ανάγκαζε κάθε φορά νά τήν ξεκλειδώνουμε γιά ν' ανοίξει. ... "Κοίταξε", τού είπα καί τού έδειξα τή σκιά που κρέμονταν απ' τόν γάντζο τού ταβανιού. "Αυτός είναι ο φόβος μου". "Τό δωμάτιο είναι μικρό!", παρατήρησε εκείνος αυστηρά σηκώνοντας τά μάτια του στό ταβάνι. "Οι άνθρωποι έπρεπε νά μένουν σέ μεγαλύτερα σπίτια. Σύντομα δέν θά υπάρχει πιά χώρος. Τί θά κάνεις τότε;". ... "Τί δυστυχισμένος που είναι!", μουρμούρισε μέ θλίψη. "Εί- σαι πολύ σκληρός. Λές καί δέν είναι κάτι δικό σου". "Μή μέ κατηγορείς γιά σκληρότητα", είπα. "Δέν ξέρεις τί έχω υποφέρει απ' αυτόν". ... "Τά ουρλιαχτά του δέν μάς αφίνουν νά κοιμηθούμε". Έχω- σε μέ κάποια περιέργεια τό κεφάλι του στό άνοιγμα, άν καί στό βάθος φαίνονταν νά μήν τόν ενδιαφέρει καθόλου τό ε- σωτερικό. "Δέν μπορεί νά αφίνει κανείς τίς πόρτες ανοι- χτές σ' αυτό τό σπίτι. Τό δωμάτιο είναι δικό σου, μπορείς νά κάνεις ό,τι θέλεις μέσα, αλλά οι επεμβάσεις στήν γενική ατμόσφαιρα καί μάλιστα μέ τέτοιον τρόπο, είναι εγκληματι- κές. Έχει πληρωθεί πολύ ακριβά αυτή η ησυχία. Μή μάς υ- ποτιμάς. Μή μάς προσβάλλεις. Μή μάς πετάς στό πρόσωπο αυτά που σού περισσεύουν". ... "Πόσα χρόνια είναι που τό κάνεις αυτό;", ρώτησε κοιτάζο- ντας τά παράξενα σχήματα τών φόβων που κρέμονταν απ' τό ταβάνι. Ούτε θυμάμαι πιά!", απάντησα χαμηλώνοντας τά μάτια στό πάτωμα λές κι έτσι θά μπορούσε νά κρυφτεί ο θρίαμβος στή φωνή μου. "Αυτός ο μεγάλος που κρέμεται απ' τόν γάντζο τής λάμπας στή μέση, είναι ο δικός μου". ... "Μήν ξεχνάς ποτέ νά κλείνεις τήν πόρτα". Γύρισα τό κλει- δί. "Όλα εδώ μέσα θέλουν νά πεταχτούν έξω. Καί πιό πολύ αυτός! Ο δικός μου. Κοίταξέ τον πώς κρέμεται απ' τόν γά- ντζο! Νομίζεις ότι κάθε στιγμή θά σού επιτεθεί. Αλλά αυτό δέν είναι αλήθεια βέβαια. Δέν είναι καθόλου επιθετικός. Καί ξέρει νά υποδέχεται τούς επισκέπτες του". "Έχει τόσο περίεργο σχήμα!", είπε εκείνος καί ανατρίχιασε ξαφνικά. "Είναι σάν πολλά μικρά κομμάτια νά έχουν λειώ- σει στό ίδιο καλούπι κρατώντας όμως τόν δικό τους εαυτό. Είναι σάν νά κολυμπούν μέσα του. Καί αλλάζει διαρκώς. Αναρωτιέμαι τί θά γίνονταν άν τόν ξεκρεμούσες". "Δέν περιμένουμε τίποτα πιά ο ένας απ' τόν άλλον", είπα, "καί δέν πρόκειται ποτέ νά τόν ξεκρεμάσω από 'κεί". "Κι όμως πρέπει νά σέ περιμένει νά γυρίσεις κάθε φορά μέ αγωνία", μουρμούρισε εκείνος καί χαμήλωσε τά μάτια σάν νά μή μπορούσε νά μέ βλέπει. "Αυτό δέν μπορεί νά κρυφτεί. Καί σύ βιάζεσαι νά γυρίσεις!". "Δέν τόν ενδιαφέρω εγώ, αλλά αυτά που μέ ακολουθούν", απάντησα. "Είναι οι φόβοι που γεννήθηκαν από τήν επαφή μου μέ τούς άλλους ανθρώπους. Ακόμα καί μέ σένα. Αυτοί τόν τρέφουν. Είναι δικοί του καί τό ξέρει. Τούς κρατά πρίν καλά καλά περάσω τό κατώφλι. Κρεμά τούς καλλίτερους κοντά του καί τούς μελετά γιά πολύν καιρό σάν νά σπουδά- ζει αυτό που πρόκειται νά προστεθεί στό κορμί του. Πίστε- ψέ με, έχει μιά φύση ερευνητή που μέ γοητεύει καί μιά εκλε- κτικότητα που η ευαισθησία της δέν παύει νά μέ συγκινεί. Οι κρίσεις του είναι ιδιοφυείς: «Η ιδιαίτερη ποιότητα τών φόβων της είναι αυτό τό ίδιο τό μέτρο τής αξίας που μπορεί νά αποκτήσει στήν διάρκεια τής ζωής της μιά ανθρώπινη ύ- παρξη». Ναί. Έχεις δίκιο. Κι εγώ βιάζομαι". ... "Δέν ήταν δυνατόν νά ζήσω μόνος", είπα. "Έτσι τούς μάζε- ψα όλους εδώ. Κανένας άνθρωπος απ' όσους συνάντησα δέ μπορεί νά πεί ότι τόν ξέχασα. Κοίταξε! Καί μάλιστα όσους έτυχε νά συναντήσω όχι μόνο μιά αλλά καί περισσότερες φορές, ακόμα καί γι' αυτούς που πέρασα κοντά τους ένα ο- λόκληρο διάστημα απ' τή ζωή που έχω αφίσει πίσω μου καί που η συχνή καί βαθειά επαφή μαζύ τους θά περίμενε κανείς νά έχει κάνει τήν παρατήρηση τών μικρών καθημερινών αλλαγών στήν συμπεριφορά τους ένα είδος ρουτίνας η οποί- α μ' έναν περίεργο τρόπο άν καί αυξάνει διαρκώς τήν ε- ξάρτηση από τόν άλλον ωστόσο εκείνον τόν απομακρύνει ο- λοένα καί περισσότερο καί μεταφέρει τήν αγωνία γιά τό μέλλον αυτής τής σχέσης στήν τύχη τού ίδιου τού παρατη- ρητή, ενώ η παλιά συγκίνηση γιά τό πρόσωπο τού άλλου έ- χει εδώ καί καιρό παραχωρήσει τήν θέση της όχι απλώς σέ μιάν αδιαφορία γιά ό,τι συμβαίνει σ' αυτόν, αλλά σέ ένα εί- δος κακεντρέχειας που, βρίσκοντας τροφή στίς ξαφνικές εμ- φανίσεις ενός εντελώς δικαιολογημένου καί οφειλόμενου μίσους που οι αφορμές του ξεπηδούν από τό κοινό παρελθόν σάν κάτι που είχε φυτευτεί εκεί μέ πλήρη επίγνωση ότι θά ανθίσει αργότερα, φαίνεται νά επιθυμεί μέ ολοένα καί μεγα- λύτερη ένταση τήν καταστροφή καί τήν εξαφάνισή του, α- κόμη καί γι' αυτούς λοιπόν δέν μπορώ νά κατηγορηθώ ότι παρέλειψα κάτι". ... Ξαφνικά, η φωνή του έπεσε πάνω στό πρόσωπό μου από ψη- λά σάν χαστούκι που έπρεπε εδώ καί χρόνια νά είχε ξεπλύ- νει κάποια βαθειά προσβολή καί μαζεύονταν κουλουριασμέ- νο δυναμώνοντας όλον αυτόν τόν καιρό στήν γωνιά που ε- κείνος καλλιεργεί προσεκτικά τίς εκδικήσεις του γιά νά ε- πιτεθεί όταν ο άλλος θά είχε πιά πιστέψει πως επιτέλους τόν συγχώρεσαν: "Δέν μπορείς νά κάνεις τίποτα, τίποτα!", είπε. "Ο καθένας αποσύρεται στό δικό του δωμάτιο* μόνο ε- κεί αισθάνεται άνετα καί οπωσδήποτε αυτός ο χώρος δέν σέ περιέχει. Έχει μεταφερθεί βέβαια μέσα του κάτι που σού μοιάζει, αλλά αυτό είναι σίγουρο πως εσύ ο ίδιος πρώτος θά τό απέρριπτες καί θά αρνιόσουν τήν συγγένειά του μαζύ σου. Γιατί πώς θά μπορούσες νά δεχτείς νά σέ υποκαθιστά διαρκώς στά μάτια τών άλλων ένας εκβιαστής; Ο άλλος σέ κουβαλά συνεχώς μαζύ του, ακόμα καί στίς πιό ιδιαίτερες στιγμές του υπάρχει ο κίνδυνος νά εμφανιστείς ξαφνικά, αλλάζοντας τελείως μέ τήν παρουσία σου τίς διαθέσεις του, έστω κι άν δέν έχετε συναντηθεί παρά μόνο μιά φορά μέχρι τώρα καί ό,τι σέ είχε ικανοποιήσει τότε, ό,τι σού έδινε τή μεγαλύτερη ευχαρίστηση, εκείνο γιά τό οποίο είχες επιστρα- τεύσει όλες τίς ιδιότητες που μέ τόσον κόπο καλλιέργησες μέσα σου, δηλαδή τό νά τόν εντυπωσιάσεις καί νά τόν ανα- γκάσεις νά σέ αντιληφθεί σάν μιά ξεχωριστή οντότητα, εί- ναι ακριβώς αυτό που εκείνος είναι αδύνατον νά ανεχθεί καί νά συγχωρήσει στό βάθος του, έστω κι άν δέν τό κατα- λαβαίνει αμέσως, καί γιά τό οποίο σιγά σιγά καί μέ υπομο- νή, παρ' όλη τήν γοητεία που πιθανόν στήν αρχή τόν παρέ- συρε, θά καταφέρει νά εκδικηθεί. Επειδή πώς είναι δυνατόν νά αποφύγει νά δεί στό τέλος τήν εμφάνισή σου καί τήν ε- πίδρασή της επάνω του παρά σάν ένα βιασμό; Τό πρόσωπό σου, αυτό που εσύ επιθυμείς νά φαίνεται καί νά λειτουργεί, θά καταστραφεί καί στή θέση του, από τήν αδιάκοπη διάθε- ση εκείνου νά επιτεθεί καί νά σκοτώσει, ένα πρόσωπο που ποτέ δέν θά θελήσεις νά αναγνωρίσεις ότι σέ εκφράζει μά που ωστόσο γιά 'κείνον θά είναι τό ίδιο πραγματικό μ' αυ- τό, θά λειτουργεί, όχι πιά σάν πιστός σου σύμμαχος που πά- νω του θά μπορούσες νά στηρίζεσαι καί νά απλώνεις χωρίς φόβο τό χέρι, αλλά σάν δικός του συνεργάτης που θά τού προσφέρει τίς δικαιολογίες κάτω απ' τίς οποίες η εξόντωσή σου θά μεταβάλλεται διαρκώς από ένα απλό έργο εκδίκησης σέ μιά τόσο ηδονική γι' αυτόν απονομή δικαιοσύνης". 165) 29-5-1986 "Απεδόθη δικαιοσύνη", είπε σηκώνοντας τό κάτασπρο κε- φάλι Του, ενώ η λέξη «επιτέλους» που δέν ειπώθηκε, δονού- σε μέ τέτοια ένταση τόν χώρο ώστε τά μάτια εκείνου είχαν κιόλας γεμίσει μέ απελπισία καί τό χέρι του έκανε μιά απε- γνωσμένη κίνηση νά τήν απομακρύνει σάν νά ήταν κάτι συ- μπαγές που τόν απειλούσε μέ τό βάρος του. "Πώς τολμάς νά τό λές αυτό!", μουρμούρισε. "Είναι σάν νά αρνείσαι τή ζωή. Πώς είναι δυνατόν τό μέτρο νά πάψει νά εκφράζει εκείνον που βρίσκεται στήν θέση τού δικαστή! Γιατί ξαναγύρισες; Τόσο πολύ η ενοχή αυτή Σέ έχει τυφλώ- σει; Είχες βρεί μιά καλή λύση μέ τόν θάνατο. Αυτός τά ισο- πέδωνε όλα. Πώς τολμάς νά ανακατεύεσαι στή ζωή;". Έ- κρυψε τό πρόσωπό του στίς παλάμες του. "Φύγε! Φύγε! Δέν Σέ αφορά. Δέν έχει σχέση μ' Εσένα. Μή μ' αναγκάζεις νά Σέ βλέπω άλλο Γέρο!". (166) 4-6-1986 "Αρκετά μ' αυτό τό σώμα!", είπε τρομάζοντάς με ξαφνικά. Η φωνή του ήταν σταθερή σάν νά υπέγραφε μιάν απόφαση που θά αφορούσε οριστικά από δώ καί πέρα τόν κόσμο, αλ- λά τό τίναγμα τού κεφαλιού του ήταν τόσο απότομο ώστε έ- κανα ένα βήμα πίσω. "Όταν σέ γνώρισα δέν είχες κανένα δικαίωμα πάνω σ' αυτό* έτσι δέν είναι; Ήσουν τόσο φοβι- σμένος. Προσπαθούσες νά κρυφτείς όσο τό δυνατόν μακρύ- τερά του κι εκείνο δέν έκανε τίποτα γιά νά σέ βοηθήσει. Κι αργότερα! Ένας υπηρέτης μ' ένα μαστίγιο στό χέρι! Όταν δέν υπηρετούσες μαστίγωνες. Χρειάστηκαν τόσα χρόνια γιά νά καταλάβεις ότι τήν υποταγή του τήν περίμενε από εσένα ένας ξένος. Χρειάστηκε νά πετάξεις τό μαστίγιο γιά νά ανα- καλύψεις ότι εκείνο έγινε τότε τόσο αχόρταγο ώστε νά σέ καταντήσει έναν τιποτένιο μεσάζοντα τών ορέξεών του. Ξε- πούλησες ό,τι είχες καί δέν είχες γιά χάρη του* γιά τίς ηδο- νές του* γιά τούς φόβους του, γιά τίς ανάγκες του. Άν δέν σού κρατούσα τό χέρι όπως τώρα, θά είχες χαθεί. Ήρθε η ώ- ρα νά φύγουμε". "Νά φύγουμε!", είπα μ' ένα χτυποκάρδι. "Αλήθεια τό θέλεις αυτό; Νά πάμε πού;". Μού τράνταξε ανυπόμονα τό χέρι. "Δέν είπα ότι θέλω νά πάμε κάπου. Είπα ότι θέλω νά φύγουμε. Τί είναι αυτό που κρατάει φυλακισμένη μιά συνείδηση μέσα στό σώμα της ώς τό τέλος; Γιατί πρέπει νά μείνει κλεισμένη μέσα του ώς τόν θάνατό του; Κι άν ακόμα τής χρειάζεται ένας φορέας, πρέπει νά είναι γιά πάντα αυτό τό κορμί; Πρέπει νά αφεθεί μέ τρό- μο νά βλέπει ότι τήν εγκαταλείπει σιγά σιγά, αδιαφορώντας γιά τό τί θά γίνει εκείνη, παρασύροντάς την κι αυτήν στό χαμό του, αναγκάζοντάς την νά παρακολουθήσει τήν τύχη του, νά υποκύψει κι αυτή σέ κάποιο τυχαίο γεγονός που μπορεί νά καταστρέψει εκείνο; Πρέπει νά συνοδεύει μέ τήν δικιά της αγωνία τήν φθορά τής δικής του ύπαρξης; Πρέπει κι εμείς ν' ακολουθήσουμε τόν δρόμο τών άλλων; Έλα νά βγούμε έξω από δώ. Τώρα που είναι ακόμα ζωντανό. Τί σέ νοιάζει τί θ' απογίνει εκείνο; Μή μού πείς ότι τ' αγαπάς! Ό- τι τό 'χεις αγαπήσει!". "Ναί. Τό αγαπώ", είπα. "Τό έχω αγαπήσει. Όχι από πάντα. Χρειάστηκε πολύς καιρός γιά νά μπορέσω νά τό πλησιάσω. Μάς χώριζε τόσος φόβος* τόση άγνοια* τόσο ψέμμα. Μιλού- σαμε τόσο διαφορετικές γλώσσες. Κι εγώ στεκόμουν διαρ- κώς απέναντί του σάν νά εκτελούσα κάποια αποστολή. Τό έβλεπα σάν έχθρό που μέ περικύκλωνε, που μέ κρατούσε δε- μένο, που προσέβαλλε μέ τήν άξεστη αδεξιότητά του τίς ευ- γενικές μου επιδιώξεις καί μέ δυσφημούσε μέ τήν ασχήμια του εμποδίζοντας τήν ομορφιά που τόσο δύσκολα είχα καλ- λιεργήσει νά δείξει τό πρόσωπό της. Τό μισούσα σάν ένα υ- ποχρεωτικό ρούχο, σάν στολή που μού υπενθύμιζε αδιάκοπα τήν οριστική μου ένταξη σ' αυτό τό απέραντο ανθρώπινο στρατόπεδο που η διαφοροποίηση τών τροφίμων του εξαρτά- ται από τόν βαθμό τού καταναγκασμού τόν οποίον καταφέρ- νει ο ένας νά επιβάλει στούς άλλους. Δέν είχα σκεφθεί ποτέ ότι η διαμόρφωσή του δέν ήταν τυχαία* δέν ήταν αμετάκλη- τη* ότι μπορούσα νά τήν αλλάξω. Όταν κατάλαβα πόσο πρόθυμο ήταν νά συνεργαστεί, ότι οι δυσκολίες δέν οφείλο- νταν στήν δικιά του ακαμψία αλλά στήν δικιά μου αδυνα- μία νά φανταστώ δυνατότητες που ξεπερνούσαν αυτά που μέ είχαν διδάξει καί στόν φόβο μου νά προσπαθήσω νά τίς πραγματοποιήσω μαζύ του, τότε οι σχέσεις μας άλλαξαν. Πρόσεξα πόσο χρειάζονταν τόν έρωτα. Πόσο πιό όμορφο γί- νονταν όταν δέν τό εμπόδιζα νά τού δοθεί χωρίς ενοχές. Πό- σο, όσο πιό ελεύθερο τό άφινα, σέβονταν τήν δικιά μου ανά- γκη γιά έρωτα, τήν ανάγκη μου γιά επαφή μέ τό σύνολο τού άλλου, τήν άρνησή μου νά τόν εκμεταλλευτώ κομματιάζο- ντάς τον, νά τόν παρασύρω ξέροντας καλά πόσο κι εκείνος μισούσε τόν φόβο του καί τίς δικές του ενοχές καί πόσο πρόθυμος ήταν νά παραδοθεί στόν πρώτο που θά δικαιολο- γούσε μέ τόν βιασμό του τό ξεπέρασμά τους. Ά, πόσο ερωτευ- μένος κοιτούσα τήν ευγενή σάρκα που μπορούσε νά πεί όχι χωρίς ντροπή σ' αυτές τίς ηδονές σκουπίδια! Τί κατάντια είναι αλήθεια γιά τόν άνθρωπο νά διαβάζεις επάνω του πόσο επιθυμεί νά τόν βιάσουν, πόσο ανίκανος είναι νά προσφερθεί μέ τήν θέλησή του, πόσο παραμορφώνει τήν πράξη του γιατί δέν μπορεί νά τήν αντέξει, δέν μπορεί νά τήν δεί στά μάτια, πως κρύβει ντροπιασμένος ό,τι καλλίτερο έχει σάν νά φοβά- ται μήπως λερώσει μ' αυτό τήν εικόνα που είναι παραδεκτή από τόν άλλον, πως ειναι σχεδόν αδύνατον νά δεί τόν ο- ποιονδήποτε απέναντί του παρά μόνο σάν βιαστή που μπρο- στά του τό βάζει στά πόδια καί ταυτόχρονα τόν προκαλεί! Γιά σκέψου η αισθητική τί ρόλο έχει παίξει σ' αυτό. Οι γυ- ναίκες ζωγραφίζουν επάνω τους μέ τήν μόδα τής κάθε φο- ράς: «Άν προσπαθήσεις νά μέ πλησιάσεις θά σού πώ όχι, αλλά βίασέ με, βίασέ με* μπορείς!». Κι ένας άντρας δέν εί- ναι «άντρας» παρά μόνο όταν ανταποκρίνεται. Κι όμως, καμμιά χανούμισσα δέν αγάπησε ποτέ τόν Σουλτάνο της. Άν έκλαιγε η καρδιά της, έκλαιγε γι' αυτόν που μπορούσε νά ζωντανέψει τό κορμί της χωρίς νά χρειαστεί τόν φόβο. Καί μόνο ο έρωτας μπορεί νά τό κάνει αυτό. Ο δικός της έρω- τας. Ποτέ, ποτέ ο άνθρωπος δέν έχει γνωρίσει άλλη στιγμή αφοβίας παρά μόνο όταν παραδίνεται στό όνειρό του* όταν αγκαλιάζει μέ τό μυαλό του τόν αγαπημένο του. Τού ζήτησα νά γίνει ο αγαπημένος μου. Πρώτα εκείνο. Πρίν στραφώ πρός τούς άλλους". "Δέν έχεις καιρό. Δέν υπάρχει καιρός. Έχεις έναν αντίζηλο που δέν παραιτείται. Κοίταξε γύρω σου. Υπήρξε κάποιος ε- δώ που έχει επιβάλει τήν θέλησή του. Αυτός ο Κόσμος είναι κλειστός. Κι άν εκείνος λείπει, κι άν δέν φαίνεται, κι άν χάθηκε ξεχνώντας τί άφισε νά τόν περιμένει πίσω του, έχει όμως κλειδώσει τήν πόρτα. Τά πράγματά του θά μείνουν ε- δώ γιά πάντα, γυρνώντας στούς ίδιους κύκλους, ξεγελασμέ- να απ' τήν ηχώ τής φωνής του που χτυπά στούς τοίχους επα- ναλαμβάνοντας τό παραμιλητό ενός ύπνου: άν γιά 'κείνον ή- ταν οι ψίθυροι τής χαράς του στήν αγκαλιά τού δικού του αγαπημένου, γιά τούτον εδώ τόν Κόσμο είναι μιά υπόσχεση απ' τήν οποία ποτέ δέν θά γλυτώσει. Αυτός δέν θά ξυπνήσει πιά. Ακόμα κι άν η Φύση βλέπει μέ καλό μάτι τήν προσπά- θειά σου, δέν μπορεί νά κάνει τίποτα. Έχει κι αυτή φτιαχτεί απ' τούς νόμους εκείνου. Δέν είναι ελεύθερη. Ο αντίζηλός σου είναι οι νόμοι του. Είναι πιό ταχείς. Πιό επίμονοι. Πιό παλιοί από σένα. Έχουν πιό πολλά δικαιώματα. Πιό βα- θειές ρίζες. Θά αρκούσε μιά παραλλαγή τών εφαρμογών τους γιά νά ικανοποιήσει έναν τέτοιο αγώνα; Μιά πιθανό- τητα περισσότερης καί πιό εκλεκτής ηδονής γιά ένα πιό με- γάλο διάστημα; Τί μπορεί νά ελπίζεις καλλίτερο απ' αυτό; Άκουσέ με, αυτό τό κορμί είναι μιά παγίδα. Πάψε νά ξοδεύ- εσαι μαζύ του. Έλα νά βρούμε τόν τρόπο που θά μάς βγάλει έξω απ' αυτό. Δέν τό χρειαζόμαστε". "Μάς χρειάζεται όμως εκείνο", είπα καί κοίταξα τά μάτια του που μέ ψάχνανε περίεργα. "Υπάρχει εδώ ένα αίτημα. Μιά παράκληση. Μιά πρόσκληση. Μιά κραυγή. Δέν τά βλέ- πεις; Δέν τά ακούς; Δέν έχεις σκεφθεί ποτέ ότι μπορεί νά εί- ναι αυτό που προσφέρεται σέ μάς; Ότι τό κλείσιμό μας μέσα του που μοιάζει σάν καταδίκη, σάν αιχμαλωσία, μπορεί νά είναι μιά προσπάθεια νά κρατηθεί γιά λίγο κοντά σ' αυτό τό οποίο ζητάει ν' απελευθερωθεί απ' τά δεσμά του, που ίσως νά είναι οι νόμοι που λές, εκείνο που είναι τό μόνο ικανό νά τό ελευθερώσει; Ότι ίσως η ίδια η Φύση κατόρθωσε επιτέ- λους νά δημιουργήσει ξεγελώντας τους πλάσματα που μπο- ρούν νά διατηρήσουν μέσα τους μιά συνείδηση καί που τήν βοήθειά της ζητάει τώρα εκείνη παρακαλώντας την νά μή θυμώσει άν η φιλοξενία που τής προσφέρει είναι τόσο ακό- μα αδέξια, τόσο ακόμα οδυνηρή, τόσο δυστυχώς σύντομη; Καί τήν καλεί νά τήν βοηθήσει, όχι σάν ένας υπηρέτης ή σάν ένας δούλος, αλλά σάν μοναδική της ελπίδα: ένας τυ- φλός που κρατά σφιχτά απ' τό χέρι αυτόν που δέν μπορεί νά δεί, που δέν ξέρει ποιός είναι, αλλά που διαισθάνεται βαθειά ότι μπορεί νά τού δώσει τό φώς του; Πρέπει ο άνθρωπος νά παραπονιέται διαρκώς γιά τούς πόνους τού χεριού του; Ούτε κι εσύ στ' αλήθεια γνωρίζεις τήν καταγωγή μας. Ούτε κι ε- σύ μπορείς νά φανταστείς από ποιόν ευτυχισμένο ύπνο ίσως νά έχουμε φυτρώσει σάν λουλούδια πάνω σέ τούτη τή φύση. Τό σκέφτομαι τόσο συχνά. Μπορεί εκείνη νά τό γνωρίζει αυτό τό άρωμα. Πώς ξέρεις τί καρδιά έχει αρχίσει νά φτε- ρουγίζει μέσα της; Τί πόθοι; Τί ελπίδες; Ο Κόσμος μάς προ- σφέρεται. Μάς χρειάζεται. Ζητά νά τόν βοηθήσουμε. Δέν ξέ- ρω τί μέ συγκινεί. Υπάρχουν κι άλλοι που προσπαθούν. Δέν θέλω νά φύγω. Δέν θέλω ν' αφίσω τό κορμί μου. Θά μείνω κοντά του. Θέλω νά συναντηθώ μαζύ τους. Έχουμε τόσα νά μάθουμε ο ένας γιά τόν άλλον". "Ώ, τί συναισθήματα μέσα σ' αυτόν τόν βάλτο!", μουρμούρι- σε χωρίς θυμό κι έκανε μιά πλατειά χειρονομία γιά νά δεί- ξει τήν γυμνότητα καί τήν ασχήμια τού περιβάλλοντος. "Κι όμως είναι αλήθεια πως πίσω απ' τόν τύπο τής ομορφιάς που δημιουργεί μιά αισθητική υπάρχει πάντα η ίδια συγκί- νηση. Κι αυτό σημαίνει πως όλα έχουν τό δικαίωμα νά ονο- μαστούν όμορφα... Σέ φιλώ. Σέ χαιρετώ". (167) 14-6-1986 Όταν ο Ιησούς έδειξε τή μοιχαλίδα λέγοντας: «Ο αναμάρτη- τος πρώτος τόν λίθον βαλέτω!», ο Θεός δέν εμφανίστηκε. "Ώς πότε θά προσπαθείς;", ρώτησε ο Διάβολος κρεμασμένος μέ τό ένα χέρι στήν κολώνα που απ' τήν κορφή της είχε πα- ρακολουθήσει τό θέαμα. "Δέν μπορείς νά τόν παγιδέψεις σέ κάτι που δέν τόν αφορά". "Τί κρύβεις στό άλλο χέρι σου;", είπε ο Ιησούς κοιτάζοντάς τόν στά μάτια. "Μιά πέτρα", απάντησε ο Διάβολος καί τήν κούνησε στ' αυ- τί του σάν αυγό. "Άν τήν πετάξω, πώς ξέρεις ότι δέν είναι Εκείνος κρυμμένος μέσα της;". "Θά είναι σέ όλα τά υπόλοιπα εκτός απ' αυτή τήν πέτρα", είπε ο Ιησούς. "Αυτή η πέτρα δέν πρέπει ποτέ λοιπόν ν' αγγίξει τόν στόχο της", είπε ο Διάβολος κλείνοντας τό ένα μάτι καί σημαδεύ- οντας. "Άν τόν χτυπήσει, θά έχει χτυπηθεί ο Ίδιος". "Θά έχουν χτυπηθεί όλα τά άλλα εκτός απ' τόν Ίδιο", είπε ο Ιησούς. "Δέν θά έχει πού νά σταθεί καί κανεις δέν θά Τόν λυπάται τότε", είπε ο Διάβολος. "Μού δίνεις αλήθεια τήν ευκαιρία νά Τόν καταστρέψω μέ μιά πέτρα;". "Αυτήν τήν ευκαιρία στήν έχει δώσει Εκείνος εδώ καί τό- σον καιρό", είπε ο Ιησούς χαμογελώντας. "Είσαι αδέξιος. Ό,τι καί νά κάνεις Εκείνος ξανάρχεται σέ κάθε ανθρώπινη καρδιά. Καλλίτερος. Πιό σοφός. Έχοντας κιόλας κάνει ένα βήμα...". "Μ' έχει χρησιμοποιήσει!", φώναξε θυμωμένα ο Διάβολος καρφώνοντας μέ μιάν απότομη κίνηση τήν πέτρα στό ξύλο τού στύλου. "Χωρίς εμένα δέν θά μπορούσε νά κάνει τίποτα. Μιά κοιμισμένη μάζα, μόλις καί θά σάλευε κάτω απ' τά πό- δια Του άν δέν ήμουν Εγώ. Εγώ χώρισα. Εγώ διαίρεσα. Ε- γώ πρέπει νά βασιλέψω!". "Κανείς δέν αρνείται τήν σπουδαία προσφορά σου", είπε ο Ιησούς, αλλά επάνω σέ τί θά βασιλέψεις;". "Νά μήν κρυβόμαστε τώρα ότι γιά τούς ανθρώπους μάς εν- διαφέρει καί τούς δυό!". "Ο άνθρωπος σέ ξεπερνά. Δέν μπορείς νά τόν καλύψεις ο- λόκληρο. Τί νά κάνουν οι Λεγεώνες σου μπροστά στήν φω- νή τής καρδιάς του όταν δέν φοβάται νά τήν ακούσει; Πάνω σ' αυτόν τόν φόβο βασιλεύεις κιόλας. Καί χωρίς Λεγεώ- νες". "Όλα τ' άλλα Τού τά χαρίζω. Άς κρατήσει καί τίς καρδιές. Τά μυαλά τά θέλω ολόκληρα γιά μένα. Είναι ιδιοκτησία Μου". "Αυτό είναι η πιό μεγάλη σας διαφορά", είπε ο Ιησούς. "Αυ- τός δέν ενδιαφέρθηκε ποτέ νά αποκτήσει ιδιοκτησία. Είναι ο ίδιος ιδιοκτησία". "Όχι μέσ' στά μυαλά Μου!", είπε καγχάζοντας ο Διάβολος. "Εκεί Αυτός είναι μιά ιδιοκτησία απαγορευμένη διά Νόμου. Καί σέ βεβαιώ ότι οι Νόμοι Μου ισχύουν όπως είναι καί δέν συμπληρώνονται". "Κάθε Νόμος κρύβει πίσω του ένα φόβο", είπε ο Ιησούς βοη- θώντας τήν γυναίκα νά βγεί απ' τόν λάκκο που τήν είχαν ρίξει. Σ' έναν κόσμο χωρίς φόβο ποιός νόμος θά χρειάζεται; Ποιά λογική θά είναι πάνω απ' τήν καρδιά; Όταν τό μυαλό θά στρέφεται στήν καρδιά γιά ν' αποφασίσει, ποιόν θά πα- ρασύρεις; Ποιός θά γυρίζει νά σέ κοιτάξει; Μέ βρέφη σάν κι αυτά νομίζεις ότι θάχεις νά κάνεις συνέχεια;". ΤΕΛΟΣ ΤΡΙΤΟΥ (Φεβρουάριος-Ιούλιος 1986) 41