ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΤΟ (Δεκέμβριος 1986 - Ιανουάριος 1988) Κείμενα (198)-(211) Ώ, πόσο, πόσο μόνος είσαι κι εσύ. Θά ήθελα νά σέ πιάσω απ' τό χέρι, θά ήθελα νά τυλιχτώ δίπλα σου χωρίς νά σκέ- φτομαι, ίσως αυτό που μάς χώρισε καί μάς έστρεψε έτσι τόν ένα εναντίον τού άλλου, ίσως νά μήν υπάρχει κάν, σ' έναν αέρα αθώο καί παγωμένο ξεράθηκαν τά χείλια μας αγάπη μου, πρέπει νά σέ σκοτώσω καί νά μή σέ λυπάμαι;, πρέπει νά σ' αγαπώ καί νά τό υπερασπίζω;· μελαγχολικέ μου ερω- μένε ποτέ δέν μάς είπαν τήν αλήθεια κι όμως τί απ' ό,τι μάς τριγυρίζει καταδέχτηκε ποτέ τό ψέμμα;· κι άν εμάς στό τέ- λος μάς σμίξει ένας ξένος όρκος, τί απ' ό,τι μάς τριγυρνά έ- χει μοίρα;". "ΚάΓΙΑ" Αθήνα 1988

Τό βιβλίο αυτό τό αφιερώνω στόν Γιώργο Χειμωνά. (198) 2-12-1986 "Περιμένεις νά σού απαντήσει;", μέ ρώτησε ειρωνικά καί σάν νά μέ λυπόταν. "Μά αυτό δέν κάνει;", είπα, "ή μάλλον όχι δέν κάνει αυτό, έχεις δίκιο. Φωνάζει απ' τήν δικιά της μεριά τά δικά της τά πράγματα, λέει τά δικά της λόγια, αυ- τό είναι σωστό. Μόλις τής φωνάξω εγώ κάτι δικό μου είναι σάν ν' ανοίγω μιά πόρτα, κι αμέσως αρχίζει νά φωνάζει κι αυτή. Δέν έχω καταλάβει ακόμα τί λέει καί είμαι σίγουρος πως ούτε κι αυτή έχει καταλάβει ακόμα τί προσπαθώ νά τής πώ, δέν ξέρω κάν άν μέ έχει ακούσει, πάντως αυτή η φωνή που μέ τήν πρώτη ματιά φαίνεται σάν νά έχει κάνει τόν γύ- ρο καί επιστρέφει, δέν είναι η δικιά μου. Ό,τι κι άν πείς πά- νω σ' αυτό τό θέμα, δέν πρόκειται νά μέ πείσεις ποτέ, είμαι σίγουρος πως ανοίγει μιά πόρτα εκεί, νοιώθω τό ρεύμα της - δέν μέ προπόνησαν άδικα όλα αυτά τά κρυολογήματα-, κι άν τώρα στέκομαι στήν άκρη εδώ τών βράχων καί φωνάζω κινδυνεύοντας ν' αρπάξω ξανά μιά γερή πούντα, είναι γιατί αυτός εδώ καί κάθε τέτοιος τόπος είναι τά μοναδικά μέρη ό- που μπορεί κανείς νά περιμένει μιάν απάντηση. Ούτε μιά φορά δέν μέ περιφρόνησαν εδώ, ο παραμικρός ήχος που προ- καλώ, κάτι φαίνεται νά δημιουργεί σ' αυτά τά βάθη, κάτι α- ναστατώνει, κάποια προσπάθεια ξεκινά από 'κεί καί τό ότι εγώ δέν ακούω παρά τό ψιθύρισμά της που καταφέρνει ν' α- νέβει μέχρις εμένα καί που μάλιστα πρέπει νά τεντώσω τό αυτί μου γιά νά τ' ακούσω, ωστόσο αυτό είναι αρκετό γιά νά καταλάβει κανείς πως ό,τι βρίσκεται εκεί όχι μόνο δέν αδιαφορεί, αλλά περιμένει κι αυτό νά τού απαντήσουν. Κα- θόλου δέν μέ ενδιαφέρει άν θά μέ πείς τρελλό ή άν μέ κατη- γορήσεις ότι χάνω τσάμπα τόν καιρό μου, κανείς δέν ξέρει πότε ένας καιρός χάνεται τσάμπα ή κερδίζεται, κι αυτό φυ- σικά δέν έχεις παρά νά κοιτάξεις γύρω σου γιά νά τό δείς, μιά ματιά αρκεί, θά κάτσω λοιπόν εδώ μέχρι τέλος. Τό 'χω σκεφτεί καλά. Κι άν ακόμα δέν μπορώ νά κάνω τίποτ' άλ- λο, όσον καιρό ζώ, όσον καιρό μπορεί ο αέρας νά μπαίνει στά πνευμόνια μου, θά μπορώ νά βγάζω πάντα κάποιον ήχο. Καί παράλυτος άν είμαι, όσον καιρό αναπνέω η ίδια η α- ναπνοή μου είναι μιά φωνή. Ακόμα καί η αναπνοή ενός μι- κρού παιδιού αναστατώνει αυτόν τόν Κόσμο, άν πάει κανείς καί σταθεί πάνω από κάποιο μικρό κορμάκι που κοιμάται τό καταλαβαίνει αμέσως, αυτή η μικρή ανάσα τόν ταράζει συνθέμελα, ο Κόσμος έχει νά κοιμηθεί από τότε που υπάρ- χουν άνθρωποι, από τότε που κοιμούνται μικρά παιδιά, δέν ξέρει τί νά κάνει απ' τήν αγωνία του, στριφογυρνά συνέχεια από πάνω τους, τά κοιτά, δέν μπορεί νά τό πιστέψει, πώς βρέθηκαν αυτά εδώ, τί θέλουν, τί νά τούς κάνω, άχ αυτές οι ανάσες, αυτά τά μικρά στηθάκια, δέν θά μπορέσω ποτέ ξανά νά κοιμηθώ, νά, αυτά λέει, φαντάσου λοιπόν μιά ανάσα που τόν φωνάζει, που δέν βγαίνει σάν μιά τυχαία εκπνοή, αλλά επίτηδες, τόν σημαδεύει, τόν αναγκάζει νά σκύψει νά τήν α- κούσει, δέν είναι κανένα σπουδαίο έργο βέβαια, αλλά ξέ- ρεις, τά σπουδαία έργα, τό 'χω καταλάβει, ο Κόσμος δέν τά πιάνει, δέν τά προσέχει, τού φαίνονται λίγο περίεργα, τά κοιτά από δώ, τά κοιτά από 'κεί, εντάξει, καλά είναι, τά βά- ζει στήν άκρη, ολόκληρος τόπος γεμάτος από μεγάλα έργα, λίγο σάν αποθήκη μέ χαλασμένα βαγόνια μοιάζει, λίγο σάν νεκροταφείο καραβιών, σάν Μουσείο, εντάξει, τά 'χει συνη- θίσει, θά τά δούμε μετά, αλλά αυτές οι ανάσες, αυτές οι μι- κρές ανάσες, αυτά τά στηθάκια, πώς κοιμούνται έτσι, πώς μού παραδίνονται, τί νά τούς κάνω, έναν ολόκληρο Κόσμο θέλει τό καθένα τους καί δέν τού φτάνει, μιά χουφτίτσα πράγμα καί περισσεύει, μού ξεχειλίζει, δέν τό χωράω, πώς νά κοιμηθώ πιά, εσείς αλήθεια πώς κοιμάστε, τί θά γίνει μ' όλα αυτά τά μικρά, γιατί δέν κάθεστε λίγο ξύπνιοι νά τό κουβεντιάσουμε, τί πειράζει ένα ξενύχτι παραπάνω, τόσα ξε- νύχτια κάνετε γιά άλλα πράγματα, άχ βιαστικοί, βιαστικοί προσπερνάτε όπως πάντα, τόσον καιρό σάς φωνάζω, κάθε βράχος, κάθε σπηλιά, έναν ήχο σας περιμένει γιά ν' αρχίσει νά σάς μιλάει, μιά φωνή σας, έναν ψίθυρο..., ακούς, ακούς, αυτά μπορεί νά λέει η Ηχώ, ίσως αυτά νά λέει καί σ' εμένα, πρέπει νά κάτσω λοιπόν, πρέπει νά τής φωνάξω, πρέπει ν' ακούσω καλλίτερα, πρέπει νά συνεννοηθώ, κι άν είμαι λίγο τρελλός τελικά, αυτό εμένα δέν μέ πειράζει καθόλου, εσύ μπορείς νά φύγεις, δέν σέ κρατώ, γειά σου". (199) 17-5-1987 Κάτι είχα ξεχάσει, κάτι είχα ξεχάσει, βγήκα έξω γιά μιά στιγμή, ώστε τόσο φώς είχε μέσα σου, τόσο σκοτεινό δωμά- τιο είναι ο κόσμος λοιπόν, τόσον καιρό τώρα τά μάτια μου δέν έχουν συνηθίσει ακόμα, δέν τά πιστεύω αυτά που βλέπω, κι εσύ, κι εσύ σάν κάποιον άλλον μοιάζεις από δώ, σάν πολλούς άλλους, όλοι ίδιοι φαινόμαστε σ' αυτό τό μισοσκό- ταδο, τόσο μικρές ζωές, τόσο αργά αρχίζει κανείς νά βλέπει, τόσο εύκολα μπερδεύει ό,τι συναντά μ' αυτό που είχε τότε ξεχάσει, δοκιμές που τόν φθείρουν τόν μαθαίνουν όλα αυτά τά άχρηστα πράγματα, επαναλαμβάνει χωρίς νά ελπίζει πιά, πόσο μάταιη, πόσο απερίσκεπτη φαίνεται αυτή η βιαστική έ- ξοδος τώρα, πόσο επικίνδυνο αυτό που τότε τόν φώναζε νά γυρίσει γιά νά τό βρεί, πόσο τόν τρομάζει τό ενδεχόμενο μιάς ξαφνικής συνάντησης μαζύ του, είναι σίγουρο πως κι αυτό θά τόν ψάχνει, πως κι αυτό θά τόν φοβάται, ίσως είναι καλλίτερα που ο κόσμος είναι σκοτεινός, σάν μιά πρόβλε- ψη, σάν μιά προστασία τό σκοτάδι τόν αγκαλιάζει τρυφερά, λίγος καιρός μπορεί νά κερδιθεί έτσι και γιά τούς δυό, μερι- κές ακόμα συναντήσεις μέ αγνώστους σ' αυτό τό μακρυνό πανδοχείο γλυκαίνουν μ' έναν απροσδόκητο τρόπο τήν α- γωνία ορισμένων τελευταίων σκέψεων, λίγη αγάπη ακόμα, λίγος έρωτας κάπου κάπου αποσπούν σάν απρόσμενα δώρα ενός διακριτικού μεσάζοντος τήν προσοχή, αισθητήρια α- διάφορα μέχρι τότε δείχνουν ένα ξαφνικό ενδιαφέρον αυτές τίς στιγμές, εγκαταλείπεται κανείς μέ ευγνωμοσύνη στίς ε- γωϊστικές απαιτήσεις τους, ένα τόσο ανεξάρτητο βλέμμα α- νεβάζει όλο τό σύνολο στήν επιφάνεια, τό τοπίο από 'κεί ό- σο λειτουργούν έχει μιά μοναδική ομορφιά, ξεχνά κανείς μπροστά στήν απόλαυση τέτοιων αισθητικών μεταμορφώσε- ων ακόμα κι αυτόν που τίς προκάλεσε μέ τήν εμφάνισή του... (200) 13-7-1987 "Είναι αδύνατον νά βρίσκομαι μέσα στό σώμα μου", είπα καθώς μέ κοίταζε μέ απορία. "Τό σώμα μου δέν έχει ακόμα τίποτε δικό μου μέσα του. Παραμέρισε σέ παρακαλώ λιγά- κι. Κάθε φορά, καθώς στέκεσαι έτσι μπροστά μου, πρέπει νά κάνω έναν ολόκληρο κύκλο γιά νά σέ προσπεράσω καί νά γυρίσω στή θέση μου. Γιατί έχω μιά θέση, έτσι δέν είναι; Αυτό δέν μπορείς νά τό αρνηθείς. Νομίζω μάλιστα ότι αυτή η θέση καί εγώ είμαστε τό ίδιο εντελώς πράγμα. Κι όσο κι άν εκείνη δέν είναι ένας συγκεκριμένος χώρος που μέ περι- μένει κάπου, ωστόσο εδώ δίπλα σου, στό πλάϊ, συναντώ παρ' όλα αυτά τήν αίσθηση μιάς αναμονής αποκλειστικά καί μόνο γιά μένα, κάτι σάν τρυφερό φιλί που μέ υποδέχεται καί μέ αναγνωρίζει χωρίς λάθος καί τότε ξέρω ότι δέν έχω κάνει λάθος ούτε κι εγώ. Κοίταξε πώς βρισκόμαστε τώρα! Είναι η επίσημη στάση. Εκείνο είναι έτοιμο πάντα. Άν υ- πάρχει ένας Ουρανός, αυτό είναι η Πόρτα του. Άν εγώ ζώ στήν εξορία, αυτό είναι παιδί τού Παραδείσου. Όσο έψαξα, όσο κόπιασα, όσο αμφιβάλλω, στρέφομαι νά τό δώ καί κα- ταλαβαίνω ότι ξέρει. Ό,τι κέρδισα, ό,τι έμαθα, ό,τι είμαι τό απέκτησα διασπώντας· εκείνο, τό καταλαβαίνω, είναι μιά σύνθεση. Αλήθεια, μέ πόση προσοχή πρέπει νά τό παρακο- λουθώ καθώς λειτουργεί. Μέ τί μελαγχολικό θαυμασμό μέ γεμίζει ο εύκολος δρόμος του. Συναισθάνομαι βαθειά πως χάρη σ' αυτή τήν αδιάκοπη λειτουργία υπάρχω, πως γιά τό χατήρι της ο Κόσμος υποχωρεί δίνοντάς μου μιά θέση μέσα του, επιτρέποντάς μου νά ρεμβάζω στό μπαλκόνι του, απο- καλύπτοντάς μου πότε πότε κάποιον από εκείνους τούς μυ- στικούς συνδιασμούς που σάν προετοιμασία γιά ένα ερωτι- κό παιχνίδι τακτοποιούν μέ τήν μαγική τους συνταγή τά στοιχεία του... Ποιός, πίσω απ' όλα αυτά, δέν θά διέκρινε τό απλωμένο χέ- ρι που προσκαλεί, τόν εραστή που αγωνιά, τήν επιθυμία που μουρμουρίζει, τήν έκσταση που προηγείται κρατώντας μέ τό λεπτό της άρωμα τόν χρόνο ακίνητο επάνω από τόν τόπο ό- που η ηδονή τής επαφής διαλέγει νά δικαιώσει τήν σκληρό- τητα τών αρνήσεων καί νά αναγνωρίσει τήν σοφία τής ανα- μονής; (201) 6-8-1987 Ακριβώς εκεί που πρόκειται νά ξαπλώσει αδειάζονται όλα τά σκουπίδια, άν καί αυτά είναι σκουπίδια μόνο από τήν δι- κιά του μεριά, από τήν μεριά τού Κόσμου είναι μιά απίστευ- τη προσφορά, ένα διαρκές δόσιμο στό οποίο πρέπει νά απα- ντά κανείς μέ ευγνωμοσύνη έχοντας κιόλας πέσει στά γόνα- τα καί χτυπώντας τό κεφάλι του στίς πλάκες, παρ' όλο που όπως τελικά αποδεικνύεται είναι ένα δόσιμο τού οποίου η ποσότητα καί η ποικιλία τών ειδών θά μπορούσε είν' αλή- θεια ν' αφίσει κατάπληκτη οποιαδήποτε Αυλή έστω καί συ- νηθισμένη από παλιά σέ τέτοιες γενναιοδωρίες, αλλά που ε- κείνον μπροστά στόν κίνδυνο νά πνιγεί μέσα τους τόν έχει διαφθείρει αναγκάζοντάς τον νά απολογείται συνεχώς γιά αυτά τών οποίων αρνείται τήν προσφορά καί απαγορεύο- ντάς του νά αναζητήσει τά μέτρα τής ποιότητας τών υπολοί- πων σέ μή συναισθηματικές περιοχές ενώ η απελπισία του μπροστά στίς αποτυχημένες επιλογές τής κάθε φοράς έχει ε- πιτρέψει σ' αυτή τήν παρεξήγηση ν' αποκτήσει τόσο βαθειές ρίζες ώστε η πρόκληση γιά τόν Κόσμο νά τού αποσπάσει έ- να χαμόγελο -πού εκείνος εξ' αιτίας τού μετά απ' όλα αυτά φαινομενικά σκοτεινού χαρακτήρα του διαρκώς τού αρνεί- ται- ξεπερνά από δώ καί στό εξής κάθε προηγούμενη επιθυ- μία, ο Κόσμος πιά δέν είναι παρά ένας λύκος που ουρλιάζει κάτω από τό δέντρο όπου μέ τόσο κόπο όλα αυτά τά χρόνια μόλις κατάφερα νά αρπαχτώ απ' τά πιό χαμηλά του κλαδιά, η ζωή στίς βάρκες μέ τούς άλλους ήταν πιά αβάσταχτη, ακό- μα κι αυτό τό δέντρο δέν ξέρω μέ ποιανού τό μέρος θά γείρει τελικά, η παρουσία μου έχει μεταβάλει τελείως τήν κατανο- μή τών φορτίων στόν κορμό του, διαφορετικός είναι ο άνε- μος που από καιρό τώρα φυσάει τό μέτωπό μου, η μεταβολή που αναγγέλει όλο καί πιό έντονα τήν εμφάνισή της κάνει τήν επιδεξιότητα που έχει αποκτηθεί στόν αγώνα που προη- γήθηκε όχι μόνο άχρηστη αλλά καί επικίνδυνη, ακόμα καί η έμπνευση αυτή τή στιγμή που έχουν ανασταλεί όλες οι α- παγορεύσεις γιά μιά ενδεχόμενη είσοδο τού τυχαίου σάν κα- θοριστικού παράγοντα στήν λύση αυτού τού πιεστικού αδιε- ξόδου είναι ύποπτη, η μεγαλοφυΐα εδώ φαίνεται σάν προϊόν κάποιας έκτακτης ανάγκης χωρίς νά αφορά σέ κανέναν άλ- λον εκτός από αυτήν τήν ίδια, ήδη διαχωρίζεται από τόν φορέα της ανταλλάσσοντας τήν φυγή της μέ τήν απάθεια ε- κείνου... (202) 6-9-1987 "Δέν σέ χρειάζομαι, δέν σέ χρειάζομαι, γιατί εξακολουθείς νά συμπεριφέρεσαι σάν κάτι που είναι απαραίτητο; Τριγυρ- νάς γύρω από τίς κρυψώνες μου, στρίβεις στίς γωνίες μου, βγαίνεις στό μπαλκόνι μου, ανεβαίνεις τίς σκάλες μου, τά σεντόνια μου είναι κάθε πρωΐ τσαλακωμένα από τό βάρος σου, οι πόρτες που ανακαλύπτω τό βράδυ έχουν από τόν φό- βο τους ότι θά προσπαθήσεις νά τίς ανοίξεις φτιάξει κιόλας ακόμα ένα δωμάτιο πίσω τους, ο Κόσμος καθώς συναντιό- μαστε σέ δείχνει τρέμοντας, έχεις καταφέρει νά μήν μπορώ νά σταθώ πουθενά, μέ απελπισία όσα γίνονται φίλοι μου γυ- ρίζουν τό πρόσωπό τους καί κλαίνε σιωπηλά καθώς τά πα- ραμερίζουν οι διαστάσεις σου, όλα αυτά τά στολίδια, όλα αυτά τά όπλα που κρέμονται απ' τή ζώνη σου έχουν χρεωθεί στόν δικό μου λογαριασμό, άγριοι πιστωτές τσακώνονται πίσω σου, κάπου κάπου κάποιος σέ ξεπερνά καί μού επιτί- θεται, πρέπει ακόμα καί νά σέ προστατεύω λοιπόν, πρέπει νά αναπνέω τή σκόνη απ' τίς συνήθειές σου που σέρνονται μπροστά σου στό χώμα καί ν' ακούω τά ξεφωνητά τους από τίς κλωτσιές που τούς μοιράζεις όταν σέ εμποδίζουν καί δέν μέ προλαβαίνεις, τί βάρος, τί βάρος που είσαι αλήθεια, τί καθυστέρηση, τί ανούσια ιδιοκτησία, τί σύγχυση, τί αναπο- φασιστικότητα έχεις προκαλέσει στά όρια, πώς τάραξες έ- τσι τόν ύπνο τους, τόσες χιλιάδες χρόνια αναρωτιούνται πιά γιά τήν δικιά τους τήν θέση, ο τελευταίος Δημιουργός σφίγγει ακόμα τό σχοινί στή μέση Του, ρίχνει ακόμα στάχτη στά μαλλιά Του, θά σέ σκότωνε αλλά σέ τί άλλο μπορεί νά ελπίζει, "μή μάς χτυπάς, μή μάς χτυπάς!" ωρύονται όσα δέν μπόρεσαν νά αποφύγουν ένα άγγιγμα που νομίζεις ευγενικό, ώ ακόμα τυφλό, ώ υπαγορευμένο κάθε στιγμή από τόν τρόμο τών περιοχών που σέ αναγνωρίζουν, ανεύθυνο υποκοριστικό κάποιου Θείου Ονόματος που προτιμήθηκες, αισθητική πα- ρέκκλιση μιάς αυστηράς Ευθείας που δέν είχε υποψιαστεί ώς τότε τήν διαφθορά της, μοιραία επιπλοκή μιάς συνηθι- σμένης γονιμοποίησης, λαθρεπιβάτη ενός απρόσεκτου σπέρ- ματος...". (203) 30-10-1987 Τόν βρήκα! Ακούστε! Ανάμεσά μας! Βρήκα τή θέση του! Α- νάμεσά μας στέκεται! Ανάμεσά μας ζεί! Θά σάς τό πώ! Θά σάς τά πώ! Μιά στιγμή. Πρέπει νά ηρεμήσω. Πρέπει νά ηρε- μήσω. Νά πάρω μιάν ανάσα. Τόν κρατώ. Τόν νοιώθω. Ξέρω από τί τρέφεται. Ακούστε. Ποιό είναι τό μεγαλύτερο πάθος μας; Ποιός είναι ο μεγαλύτερος πόθος μας; Νά ακουμπήσου- με! Ναί! Νά ακουμπήσουμε! Αυτό δέν προσπαθούμε συνέ- χεια; Όχι νά ακουμπήσουμε ο ένας τόν άλλον, αυτό είναι έ- να ξεγλύστρημα, είναι μιά ψεύτικη κίνηση, μιά παρηγοριά, μάς ανακουφίζει, είναι μιά αναπαράσταση, όχι, όχι, να α- κουμπήσουμε εμάς, εμάς τούς ίδιους, ο καθένας τόν εαυτό του, τό κέντρο του, τό μεδούλι τής ύπαρξής του, γυρίζει λοι- πόν γύρω γύρω, χαϊδεύεται μέ μανία, είναι έξω, τό νοιώθει, είναι έξω, δέν μάς ενδιαφέρει τώρα τό πώς καί τό γιατί, νά φτάσει θέλει, νά ακουμπήσει, όχι νά δεί, όχι ν' ακούσει, όχι νά μυρίσει μυρωδιές, αφή, αφή, ο νούς τής σάρκας, νά πιά- σει νά μαλάξει, όχι μέ τήν αφή, πιό μέσα απ' τήν αφή, πιό βαθειά απ' τήν αφή, αλλά πρώτα μέ τήν αφή, δερματικό συ- ναίσθημα, ηλεκτρισμός, ζωϊκή επικοινωνία, εσωτερικό δέρ- μα, τό εσωτερικό δέρμα, σκάβει λοιπόν, τρίβει, βογκώντας, φτύνοντας, σάλιο, σωματικά υγρά, εσωτερικές εκκρίσεις, ε- ντερικά φαινόμενα, στρίβει, στρίβω, αφή, ο νούς τής σάρ- κας, θέλω νά ακουμπήσω, ν' ακουμπήσω, όχι μέ τήν αφή, πιό μέσα από τήν αφή, πιό βαθειά από τήν αφή, αλλά εκεί στέκεται Αυτός, εκεί ακριβώς ζεί Αυτός, ανάμεσά μου, μετά από τήν αφή, περιμένει πότε θά γυρίσω, πότε θά προσπαθή- σω νά βυθιστώ, πίνει τά φιλιά μου, μασάει τά χάδια μου, ρουφάει τίς προεκτάσεις μου, δέν μ' αφίνει, δέν μ' αφίνει νά τό φτάσω τό κέντρο, σάν μιά Λάμια παραμονεύει τήν πιό συνειδητή μου στάση, τήν πολυτιμότερή μου επίγνωση, τήν πιό ερωτική μου ευαισθησία, όταν η Φύση αγκομαχάει, όταν λυγίζουν τά συναισθήματα, όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τό πο- δοβολητό του κι ανασηκώνεται, γλύφεται Εκείνος, γλύφει τά χείλια Του, "τάϊσέ Με!, τάϊσέ Με!", η Φωνή τού Δη- μιουργού, η άκαυτη Βάτος, τά ύδατα τής Στυγός, τό Εσωτε- ρικό Δέρμα. Ναί! Αυτό είναι! Τό Εσωτερικό Δέρμα! Τόσα χρόνια ήμουν στραμμένος πρός τά έξω. Έ, βέβαια! Όλος ο Κόσμος έλαμπε απ' αυτή τή μεριά. Κροτάλιζε. Έπαιζε τίς χάντρες του. Χτύπαγε τά κουδούνια του. Άναβε τίς φωτιές του. Χειρονομούσε. Κουνιόταν. Άκουγες φωνές. Έβλεπες σώματα. Ζέστη. Γύμνια. Σάρκα. Νά πιείς. Νά γδύσεις. Δέρ- μα. Δέρματα. Δίνεις. Παίρνεις. Συναισθήματα. Βαρύτης. Α- νταλλαγές. Καλά. Έχουν τή γλύκα τους. Έχουν τή χάρη τους. Τά φτύνεις. Τά τρώς. Μάσα! Μάσα γερά. Δώσε νά δα- γκώσουν. Επίτηδες. Κατά λάθος. Ενοχές. Εξάρσεις. Διαφο- ρισμοί. Τακτοποιήσεις. Σέ ποθώ. Βάλτο στά πόδια. Τράβα κουπί. Στίς βάρκες! Μάς μαστίγωναν κιόλας. Μάνα μου πό- σο μάς μαστίγωναν! (204) 19-11-1987 Είχα αρπαχτεί από πάνω του καί κρατιόμουν γερά, μέ απελ- πισία έσφιγγα τά γόνατά μου στή μέση του, τά νύχια μου χά- ραζαν κόκκινες γραμμές στήν κοιλιά του, μέ κόπο μέ βιασύ- νη γέρνοντας είχα δέσει τά μακρυά του μαλλιά σάν στεφάνι στό μέτωπό μου, σάν ένα βάρος που τό έσερναν μέ τή βία τό κεφάλι μου ήθελε κάθε στιγμή νά χωριστεί, αυτός ο απρόθυ- μος κόμπος που γλυστρούσε καί λύνονταν μόλις καί συ- γκρατούσε τό σβέρκο μου, δάγκωνα τούς ώμους του γιά νά μή μέ ξεχνά, φώναζα στ' αφτί του λέξεις που μέ έκαναν κι ε- μένα ν' ανατριχιάζω, κάθε τόσο τινάζονταν σάν κάτι νά τόν ενοχλούσε, σάν κάτι νά 'χε κολλήσει στήν πλάτη του, πώς ήταν δυνατόν, πώς ήταν δυνατόν νά μέ θεωρεί σάν κάτι ξέ- νο, πώς ήταν δυνατόν νά θέλει νά απαλλαγεί, νά μέ νοιώθει σάν φορτίο, σάν σπυρί που δέν φτάνει νά τό σπάσει, σάν α- γκίδα που γέμιζε πύον τήν πληγή της, λές καί δέν ήμουν ε- γώ, λές κι ήταν μιά λακκούβα, ένας κουβάς γεμάτος βρώμι- κο νερό η μοίρα μας, μιά φρίκη πλανιέται στά όμορφα πρω- ϊνά αυτής τής Γής, μιά προστυχιά στά σκέλια τών δειλινών της, μακρυοί μηροί λευκοί σάν γάλα ώ! κι εσύ αργυρή υγρα- σία τών βράχων ιδές τε με καβαλάρη σ' ένα μυστικό που τό φοβούνται οι ύπουλοι Αρχάγγελοι τών δρόμων, οι γελοίοι δαίμονες τού Χάους, οι μικροί Θεοί τών παραδείσων, κι α- κόμα βαθύτερα εσείς ώ θηλυκά στήθη τών ονείρων, ανθισμέ- να κρανία εξαιρετικών κεφαλών, επικίνδυνες αποκλίσεις βλεμμάτων, τυραννισμένα υπογάστρια τής Φύσης που υπερ- βάλλεσθε, λεπτές μιμητικές πράξεις που προετοιμάζετε, επι- τρέψτε αυτή τήν ένωση, τηρείστε αυτή τήν συμφωνία, εκτε- θείτε όσο τό δυνατόν περισσότερο, βοηθείστε με νά συγκρα- τηθώ, νά τόν αναστρέψω, ποτέ, ποτέ δέν έχω δεί τό πρόσω- πό του, έχει χείλια;, έχει βλέφαρα;, έχει μικρές ρυτίδες στό μέτωπο;, βλέπει άραγε;, χαμογελά;, αποκαλύψτε τόν μου, α- ποκαλύψτε τόν μου, υπέροχο Φώς, ευγενικέ μανδύα που προστατεύεις τήν Πηγή σου επίτρεψέ μου τήν είσοδο, προ- σκάλεσέ με ώ Αιδοίο τού Κόσμου, Αντιχέα τών ελαχίστων επισήμανέ με, πόροι τού δέρματος τής Συμπαντικότητας, δα- κρυγόνοι τών οφθαλμών τής Αιτίας, εκβάλετέ με, άν πρέπει νά είμαι ιδρώτας, άν πρέπει νά είμαι δάκρυα, λεπτύνετε τήν ουσία μου, διορθώστε τήν τροχιά μου, άς διαπεράσω επιτέ- λους, άς εμφανιστώ, άς γνωριστώ μέ τούς ερωμένους σας, άς αποδειχθεί ότι είμαι προϊόν τού έρωτός σας. (205) 21-11-1987 Πρίν από πόσον καιρό έχω αρχίσει νά πέφτω; Θυμάμαι κα- λά τήν περιοχή, ήταν μιά επικίνδυνη κατηφόρα, είχα βρεθεί σχεδόν απροετοίμαστος μπροστά της, από κάπου έπρεπε ν' αρπαχτώ, σ' αυτόν τόν τόπο όλα γλυστρούσαν, όλα κατηφο- ρίζουν από τότε που άνοιξα τά μάτια μου, "βοήθησέ με" ψιθύρισα σ' αυτό που έμοιαζε μέ χώμα, "κι άν ακόμα δέν έ- χουμε υπάρξει ποτέ συγγενείς, είναι μιά καλή ευκαιρία αυτή εδώ, ίσως κι εσύ πέφτεις χωρίς νά τό ξέρεις, μή μού πείς πως αισθάνεσαι σταθερό επειδή δέν έχεις αλλάξει τόσον καιρό θέση, αλλά κι άν ακόμα είναι έτσι, γιά μένα πέφτεις πρός τήν αντίθετη μεριά, έχουμε λοιπόν τήν ίδια μοίρα, καί ποιός ξέρει τί θά γίνει άν ενωθούμε, εγώ θά τό σκεφτόμουν πολύ γρήγορα κι άν ήμουν στήν θέση σου θά είχα κιόλας συμφωνήσει, κοίταξε, λίγο πιό έξω νά βγείς χρειάζεται, κι όχι όλο, ίσα ίσα ένα μικρό σκαλοπάτι, εγώ θά σέ τραβήξω πρός τήν δικιά μου μεριά κι εσύ πρός τήν δικιά σου, μιά στιγμή θά κρατήσει, μπορεί νά ζαλιστείς αλλά δέν έχεις τί- ποτα νά φοβάσαι, κράτα με γερά, ξαφνιάζονται όλα τόσο εύ- κολα κι αυτή τήν συμφωνία κανείς δέν τήν περιμένει, θά ταραχτούν καί θά πάψουν νά μάς σκέφτονται καί τότε θά σταματήσουμε. Φαντάσου, στόν Κόσμο δέν έχει τίποτε ακί- νητο μέσα του, είναι όλος μιά κατηφόρα καί τά πράγματα πέφτουν διαρκώς, είναι μεγάλη τύχη που συναντηθήκαμε κι εσύ πηγαίνεις πρός τά 'κεί, εγώ μέχρι τώρα μόνο πράγματα που πήγαιναν σάν κι εμένα έχω δεί, πρός τή δική μου μεριά καί μάλιστα τόσο ίδια μ' εμένα που νόμιζε κανείς πως στέ- κονταν ακίνητος μέσα τους, εσύ όμως έχεις στ' αλήθεια κά- τι περίεργο επάνω σου που μ' έκανε νά σέ κοιτάξω καλλίτε- ρα καί δέν μετανοιώνω καθόλου γι' αυτό. Αλήθεια κι εσύ μέ βλέπεις σάν κατηφόρα; Δέν τό πιστεύω ότι είναι μόνο η δι- κιά μου ιδέα, κάνω κιόλας τήν πρώτη κίνηση, δές, θ' απλώ- σω τό χέρι μου, είναι σάν σκαλοπάτι, κρατήσου γερά, νά τό δείς που θά ξαφνιαστούν, κανείς δέν τήν περιμένει αυτή τήν κίνηση, καί μετά θά δούμε όλο τόν Κόσμο νά περνά από μπρός μας, κι ύστερα από πίσω του αυτόν που τόν σπρώχνει καί τόν γέρνει συνέχεια καί τού ρίχνει κάτι άγριες ματιές καί τόν τρομάζει καί τού πέφτουν όλα τά πράγματα, κι ύ- στερα από πίσω του αυτούς που μαζεύουν τά πράγματα τού Κόσμου, καί μετά αυτόν που τού τά πάνε καί τά πετάει γιατί αυτό που ψάχνει, ο Κόσμος δέν τό 'χει φτιάξει ακόμα, λές νά είμαστε εμείς; Άκου δέν θά μπορεί νά μάς δεί, είναι σί- γουρο, θά τόν αφίσουμε νά περάσει καί τότε όλα θά τελειώ- σουν. Ύστερα θά γυρίσω καί θά σού πώ : τό ξέρεις ότι δέν σέ φίλησα καθόλου σήμερα αγάπη μου;". (206) 7-9 καί 30-11-1987 Στίς βάρκες η ζωή ήταν αβάσταχτη. Μέ κόπο βγάζαμε τό νε- ρό. Έβλεπες σκυμμένα κεφάλια στή σειρά, τά χέρια δού- λευαν σιωπηλά καθώς αυτοί που ήσαν χαμηλότερα περνού- σαν τά γεμάτα δοχεία στούς αποπάνω, κανείς δέν ήξερε πού άδειαζαν, μερικοί περίεργοι δέν είχαν κατορθώσει νά μά- θουν τίποτα, οι φήμες έφταναν κάθε φορά διαφορετικές, ή- ταν αδύνατον νά συμπεράνει κανείς σωστά από τά μουρμου- ρητά τών διπλανών του -ποιός πίστευε ό,τι τού 'λεγε ο άλ- λος;-, κι άν καί ήταν φανερό πως τίποτα δέν μάς ενδιέφερε τόσο πολύ, ωστόσο γύρω απ' αυτό ακριβώς υπήρχε η μεγα- λύτερη σύγχυση, τό βλέμμα έστρεφε ταραγμένο προσπαθώ- ντας νά βγάλει κάποιο συμπέρασμα, σταματούσε γιά μιά στιγμή στό ζαρωμένο μέτωπο δίπλα του κι έπειτα χάνονταν στήν ατέλειωτη σειρά τών δοκαριών που στήριζαν τό βάθος, μιά γεύση αρμύρας πλημμύριζε τόν χώρο καθώς ψάχναμε α- πελπισμένοι τά σημάδια στά δοχεία μας, άν καί προσπαθού- σε νά χαράξει κανείς στό μυαλό του τά σημάδια εκείνων που περνούσαν απ' τά χέρια του ποτέ δέν ακούστηκε νά ξα- νακράτησε κάποιος τό ίδιο δοχείο, αυτός ο πόθος νά σέ α- κουμπήσει ξανά κάτι γνωστό ήταν τό μεγαλύτερο πάθος ε- κεί μέσα, άρπαζες τή σάρκα σου στή μικρή στιγμή που σού περίσσευε, χάϊδευες μέ μανία, μέ λύσσα δάγκωνες τό δέρμα νά συγκινηθεί, έβλεπες στόματα ανοιγμένα σάν σπηλιές, ο- σμιζόσουνα τό σπέρμα, άκουγες τήν καρδιά, γυάλιζε σάν πυ- ρετός στά τρελλά μάτια η φοβερή βλαστήμια τής ψυχής που έγλυφε τό βρώμικο κατώφλι τής πόρτας τού Κόσμου : "Αυ- νανίζομαι, αυνανίζεται τό Πνεύμα μου φωνάζοντας στό χά- ος· πού είσαι Κύριε;", ήταν σίγουρο ότι μάς παρακολουθού- σαν, ένας ελαφρύς αέρας φύσαγε στό σβέρκο σου, ένοιωθες αυτή τήν όμορφη κυματιστή κίνηση νά συσπειρώνεται ψη- λά, νά μαζεύει δύναμη, τό κορμί ούρλιαζε στό μυαλό νά φύ- γει, τσάκιζε, δίπλωνε στά δυό ν' αντέξει τό χτύπημα, άν καί ορισμένοι είχαν υποστηρίξει πως ό,τι ήταν Αυτό που στέκο- νταν πίσω μας ήταν αδύνατον νά υποφέρει αυτό τό θέαμα, βιάζονταν νά τελειώσει κι όλη αυτή η φαινομενική σκληρό- τητα δέν ήταν παρά μιά αθώα προτροπή, ένα χάδι που απ' τόν τρόμο μας παρεξηγούσαμε, Εκείνο ίσα ίσα που μάς είχε αγγίξει σκουντώντας μας ελαφριά, μάλιστα κι αυτό ακόμα δέν ήταν καθόλου σίγουρο, θά καταδέχονταν ποτέ νά κάνει μιά κίνηση πρός τό μέρος μας Εκείνο;, ήταν τόσο απίστευτο νά περιμένεις νά σέ προσέξουν έστω καί μ' αυτόν τόν τρόπο, μπορούσε νά τό εύχεται κανείς όσο ήθελε, οι πιό πολλοί εί- χαν παραιτηθεί, παρ' όλο που ξαφνικά άκουγες ολόκληρες ομάδες νά ουρλιάζουν προσπαθώντας νά τραβήξουν τήν προ- σοχή, μερικοί χλώμιαζαν από πόνο καί σάν τό αίμα τους νά χάνονταν από κρυφές πληγές, σάν νά τούς ρούφαγε μιά πί- στη, όμως οι υπόλοιποι τό ξέραμε πως εκείνο που είχε σημα- σία ήταν ν' αδειάζει τό νερό, πού άδειαζε, πού άδειαζε μόνο ήταν αδύνατον νά βρούμε, τί μάς τριγύριζε, ποιός ωκεανός προσπαθούσε νά μάς καταπιεί, καταλάβαινες τό κρύο, οι βάρκες βυθίζονταν, μόνο αυτό τό αδιάκοπο άδειασμα τού νε- ρού τίς συγκρατούσε, ποιός αρνείται, ποιός αρνείται νά ε- κτελέσει, ποιανού τά χέρια παρέλυσαν, ποιός αφίνει τό μυα- λό του νά τόν ξεγελά, στά σίδερα!, στά σίδερα τούς βάζουμε, στό σβέρκο τούς πατάμε, κι αυτόν που φώναξε πως τό νερό αδειάζει πάλι μέσ' στή βάρκα μας, πως δέν υπάρχει κανένας άλλος, μόνοι μας μόνοι μας είμαστε, χέ χέ, τού τήν κοντύνα- με τήν γλώσσα, τού τήν κοντύναμε τήν φωνή, μίλα!, μίλα άν τολμάς κι εσύ, κάνε πως λύνεσαι, κάνε πως σταματάς ν' αδειάζεις, σκέψου, σκέψου άν τολμάς, τό πνεύμα πιέζει τή σάρκα, δύναμη!, δύναμη!, ποιός σού 'πε ότι μπορείς νά τά λύσεις, φυλακή!, τό ένα μέσα στ' άλλο, τό ένα πάνω στ' άλ- λο, τά μάτια σου μ' ενοχλούν, μέ βρίζει τό Πνεύμα σου, στίς ενοχές συγγενή μου!, στόν φράχτη που μάς προστατεύει!, νά βγαίνεις έξω;, νά βγαίνεις έξω; (207) 3-12-1987 "Άκουσέ με", μού είπε, οι ανθρώπινες σχέσεις δέν μέ ενδια- φέρουν. Ποτέ δέν έπαψα νά είμαι μόνος μου. Ακόμα κι όταν εσύ ανεκάλυπτες μέσα στά χέρια κάποιου άλλου αυτό που σού έλειπε κι έγερνες ησυχασμένος πάνω σ' ένα αγαπημένο στήθος, ακόμα καί τότε λοιπόν τριγυρνούσα παρατηρώντας σε χωρίς καμμιά κακία, ξέροντας ότι η διάρκεια αυτής τής επαφής δέν μέ αφορούσε, ούτε η έντασή της, ούτε τά ιδιαίτε- ρα χαρακτηριστικά της καί τό πάθος που μπορούσαν νά προ- καλέσουν, ούτε ακόμα καί η μεταβολή η δικιά σου που ήταν τό σίγουρο αποτέλεσμά της καί που παρ' όλη τήν προηγού- μενη πείρα σου φαίνονταν κι αυτή τή φορά νά ακολουθεί έ- ναν δικό της δρόμο χωρίς νά σέ ρωτά, χρησιμοποιώντας τήν ίδια τή σχέση σάν πρόφαση ώστε οι λεπτομέρειές της νά προτείνονται σάν αναγκαίες αλλαγές στήν συμπεριφορά σου απέναντι σ' έναν δύσκολο αντίπαλο. Έτσι δέν έχεις τίποτα νά φοβάσαι από μιά πιθανή δική μου ανάμειξη στίς υποθέ- σεις σου μέ τούς άλλους, που άν ποτέ συνέβαινε θά οφείλο- νταν στήν βαθειά διείσδυση κάποιου από αυτούς στό εσωτε- ρικό σου καί στήν ασυνήθιστη επιμονή του νά εξερευνήσει τίς περιοχές στίς οποίες συνορεύουμε κι είναι αλήθεια τότε πως ένα εξαιρετικό άτομο σάν κι αυτό θά προκαλούσε τήν προσοχή μου καί θά ήθελα νά τό δώ από πιό κοντά καί θά ή- θελα νά εκτιμήσω τόν βαθμό τής συγγένειας που επέτρεψε σ' αυτό τό χέρι νά απλωθεί καί νά εκτεθεί χωρίς φόβο καί ί- σως ίσως νά τό σφίξω κι εγώ. Εκεί όμως που πρέπει νά τό παραδεχτώ ότι έχω καταστρώσει εδώ καί πάρα πολύν καιρό τά σχέδιά τους κι ότι μιά συνεχής φροντίδα μέ κρατά απα- σχολημένο ώστε τίποτα απ' ό,τι μπορεί νά τά πλουτίσει νά μήν περνά απαρατήρητο είναι οι επιθέσεις που θά αναλάβω αργότερα όταν εσύ απορώντας μέ τήν αντοχή σου καί θεω- ρώντας τήν ανυπαρξία κάποιου εσωτερικού έχθρού σάν τήν μοναδική της εξήγηση θά καταλήξεις στό συμπέρασμα πως μερικά προνομιούχα πλάσματα μπορεί νά εξαιρεθούν απ' τόν κοινό κανόνα καί νά διαφύγουν. Μέσα από εκείνες τίς μυ- στικές διόδους που πιστεύεις ότι όπως καί άλλοι όμοιοί σου πιό πρίν ήρθε η ώρα νά ανακαλύψεις καί κοιτάς γι' αυ- τό γύρω σου προσεκτικά, μέσα από αυτές τίς ίδιες λοιπόν καθώς μία μία θά φαίνεται καί θά χάνεται σάν αυτό που έχει σημασία νά είναι η είδηση που στέλνεται έτσι στίς μακρυ- νές γωνιές τού Κόσμου ότι ακόμα εξακολουθούν νά προ- σπαθούν καί νά υπάρχουν οι απεσταλμένοι του σ' αυτά τά σκοτεινά βάθη, θά σού δείξω επιτέλους τό πρόσωπό μου. Μέ τό ίδιο πάθος που εσύ θά υπερασπίζεις αυτό που νομίζεις ότι σέ ξεχωρίζει καί σού δίνει τό δικαίωμα νά συνεχίσεις, μέ τό ίδιο πάθος θά παρατάξω κι εγώ δίπλα σου τίς δυνάμεις μου. Στρέψε καλλίτερα τήν προσοχή σου σ' αυτό που πρόκειται νά συμβεί λοιπόν. Επειδή εγώ, ακριβώς λόγω τού ότι είσαι εσύ έτσι, δέν θά παραδοθώ εύκολα. Πώς είναι δυνατόν νά κλείνει τόσο γρήγορα ένας κύκλος; Πώς μπορεί κάθε φορά νά καταλήγει νά γίνεται ένας κύ- κλος καί νά τελειώνει; Πώς αυτή η φοβερή δύναμη, αυτή η καταπληκτική επιθυμία που ανοίγει αρχίζοντας απ' τό κέ- ντρο σάν δυό σκέλη τό εσωτερικό ενός ζωντανού πλά- σματος, ξεσχίζοντας τήν αρχική συμπαγή του ουσία βήμα τό βήμα πόντο τόν πόντο λεπτό τό λεπτό, δημιουργώντας δυό πρόσωπα τό ένα απέναντι στό άλλο, αναγκάζοντας αυτό τό απίστευτο υλικό νά αντικρύζει διαρκώς τόν εαυτό του, νά παρακολουθεί τίς μεταβολές του, τό υποχρεώνει νά αποκτή- σει μάτια εκεί που τό φώς δέν χρειάστηκε ποτέ καμμιά δι- καιολογία επειδή λείπει, απαιτεί απ' αυτό νά ακούσει εκεί που ο ήχος δέν χρειάστηκε ποτέ νά ενδιαφερθεί άν φτάνει, ε- ρεθίζει τίς άκρες του κρεμώντας τους μ' ένα λεπτό σχοινάκι μιά ερώτηση που από δώ καί πέρα θά στάζει επάνω στά πράγματα, ένα υγρό ερωτηματικό σάν αφή που θά καλύπτει μέ μιά κρούστα απορίας έναν αβέβαιο πυρήνα, μιά τρε- μουλιαστή πρόταση που θά φτιάχνει τίς επιφάνειες τών νοη- μάτων καί θά αντιστέκεται στό Χάος, πώς αποσύρεται τόσο μικρόψυχα, πώς εγκαταλείπει τόσο σκληρά σάν νά τήν ανα- κάλεσαν βιαστικά στήν πηγή της γιά νά τήν επιπλήξουν, πώς ανταλλάσσει τόσο εύκολα σάν ένας φοβισμένος δραπέ- της μέ μιά ταπεινωτική χάρη αυτή τήν επικίνδυνη αλλά μο- ναδική απόπειρα νά περισσέψει κάτι απ' τό ακύμαντο τέλ- μα, πώς επιτρέπει σ' αυτά τά χωρισμένα μέ τόση προσπάθεια σκέλη νά αρχίζουν νά κλείνουν ξανά πλησιάζοντας καί στά πεινασμένα τους υλικά, αποκτώντας ξανά τήν αρχική τους υφή, βρίσκοντας ξανά τό χαμένο τους θάρρος, νά ετοιμάζο- νται νά χωνέψουν σάν στομάχι αυτά τά κόκκινα συναισθή- ματα τής καρδιάς, αυτές τίς γλυκές ελπίδες ενός μυαλού που συνελάμβανε τήν μεταμόρφωσή του σέ πνεύμα καί γίνο- νταν ολοένα καί πιό λευκό, ολοένα καί πιό παρθένο, κατα- λαβαίνοντας ολοένα καί περισσότερο τήν αρχική ασχήμια τών πρώτων αδέξιων βημάτων τών διπλανών του; Μεγαλώσαμε πλάϊ πλάϊ σάν δώρο ο ένας γιά τόν άλλον, με- γαλώνουμε έτσι ακόμα καί τώρα που οι αντιλήψεις μας γιά τά δώρα θά μπορούσαν νά σταματήσουν κάθε διάθεση νά δούμε επιτέλους αυτά τά γενέθλια νά γιορτάζονται, κι αυτό, τό ότι δηλαδή ενώ έχουμε στήν ουσία χωρίσει -καί δέν θά ή- θελε κανείς νά σηκώσει τό βλέμμα του καί νά αντικρύσει έ- να τοπίο ελεύθερο χωρίς νά υποψιάζεται πως οι σκιές στήν γραμμή τού Ορίζοντα είναι δικές του προεκτάσεις μέ τίς ο- ποίες δέν έχει γνωριστεί καί οι οποίες στέκονται εκεί καί τόν περιμένουν;-, όχι μόνο δέν έχουμε ακόμα αποχωριστεί αλλά αντίθετα φαίνεται ότι πλησιάζουμε κάθε στιγμή καί περισσότερο, δείχνει μιά επιμονή που μάς ξεπερνά καί μιά υπόσχεση που μάς χρησιμοποιεί καί μιά γιορτή που δέν θά γιορτάσει τήν δική μας χαρά. Ά, πώς χτύπησε τήν καρδιά μου αυτός ο λόγος που σάν νά ονειρευόμουνα σέ άκουσα κά- ποτε νά τόν προτείνεις· μιά στροφή πρός κάποιο πλάσμα που σ' ενδιέφερε καί σ' είχε συγκινήσει καί ποθούσες νά τό ακουμπήσεις γιά νά δείς: Όλοι γεννιώμαστε δίδυμοι. Κι αυτό τό κενό που νοιώθουμε πλάϊ μας καί που ένα επιπόλαιο βήμα ή μιά απρόσεκτη σκέ- ψη θά μπορούσαν τόσο εύκολα νά μάς ρίξουν μέσα του, δέν είναι παρά ο χώρος που τόν γεμίζει αυτός ο Σιαμαίος συγγε- νής μας, αυτός ο απροσδόκητος παρακοιμώμενος, αυτός ο α- όριστος ερωμένος που γιά τό χατήρι του ο Κόσμος σπρώχτη- κε, απωθήθηκε, όσο ακριβώς φτάνει τό απλωμένο μας χέρι, κι εμείς αποκομμένοι, «φερόμενοι εν κενώ», ξοδεύουμε τή μικρή ζωή μας προσπαθώντας νά τόν αγγίξουμε, τεντώνουμε τά δάχτυλά μας ν' ακουμπήσουμε τή σάρκα του, γεμίζουμε μέ τίς φαντασιώσεις αβέβαιων ψηλαφήσεων τό φτωχό μυα- λό μας, κι όταν κάπου κάπου ανοίγουμε τήν αγκαλιά μας ο ένας στόν άλλον είναι γιά νά διηγηθούμε τή νοσταλγία μας καί νά τυλίξουμε μ' ένα ερωτικό ρούχο τό τρυφερό δέρμα ε- κείνου. Όμως πόσο διαφορετικά στεκόμαστε μπροστά σέ πράγματα που έχει κανείς τήν τάση νά θεωρεί αυτονόητη καί όπως α- κριβώς πρέπει νά είναι τήν λειτουργία τους όσο δέν τόν ενο- χλούν καί που ανακαλύπτει μέ έκπληξη όταν είναι πιά αργά πως καθόλου δέν τόν λογάριαζαν, καθόλου δέν κινιούνταν γιά τό χατίρι του, κι άν καί πρόκειται γιά πράγματα δικά του τά οποία είναι φανερό ότι χωρίς αυτόν ούτε κι εκείνα θά υπήρχαν, τόν παραμερίζουν σάν νά στέκονταν μέχρι τώρα εμπόδιο στόν δρόμο τους καί μέ ανακούφιση ξεχύνονται πρός τά έξω αναγκάζοντάς τον από δώ καί στό εξής νά τά κυνηγά φορτωμένος καί τό δικό τους μερίδιο από μιά ανη- συχία γιά τήν κοινή τύχη που ώς τότε φαίνονταν νά τό εί- χαν αναλάβει χωρίς διαμαρτυρία. Αγνοώντας σε, οι ίδιες σου οι πράξεις, μοιάζουν νά γίνονται γιά δικό τους λογα- ριασμό έχοντας τήν τελευταία στιγμή χωριστεί εντελώς απ' αυτό που τούς άνοιγε μέχρι τώρα τόν δρόμο καί προδίδο- ντάς το έτσι κερδίζουν τήν ακριβή τους ανεξαρτησία σπρώ- χνοντάς το βαθειά πίσω καθώς σκαρφαλώνουν επάνω του καί βουλιάζοντάς το μέ τό τελευταίο τους τίναγμα που τίς ανεβάζει στήν επιφάνεια. Οι προθέσεις σου είναι λοιπόν οι βουλιαγμένες μορφές τής απέραντης αυτής ερήμου που κά- που κάπου μού αρέσει νά περιπλανιέμαι μέσα της καί είναι συγκινητικό τόσα χρόνια τώρα, παρ' όλες τίς ταλαιπωρίες τους καί τήν παραμόρφωσή τους, παρ' όλο τόν αντίθετο χα- ρακτήρα τους καί τήν φαινομενική διαφορά τους στήν κα- ταγωγή, παρ' όλο ακόμα που ποτέ δέν ακούστηκε καμμιά τους νά έχει δεί νά πραγματοποιείται τό μεγάλο της όνειρο νά φανεί δηλαδή πόσο προσεκτικά καί μέ πόση ευγένεια έ- χει φυλάξει τό αληθινό σου πρόσωπο καί πόσο πίσω απ' αυ- τές τίς επιπόλαιες εκτιμήσεις είναι κατ' ευθείαν απόγονός του, νά τίς βλέπω νά στηρίζει η μιά τήν άλλη καί νά υποδέ- χονται τρυφερά τίς μικρές τους αδελφές που σάν εύθραυστα ναυάγια κατακάθονται σιγά σιγά από τίς θύελες τού στερε- ώματος. Ώ, πόσο, πόσο μόνος είσαι κι εσύ. Θά ήθελα νά σέ πιάσω απ' τό χέρι, θά ήθελα νά τυλιχτώ δίπλα σου χωρίς νά σκέ- φτομαι, ίσως αυτό που μάς χώρισε καί μάς έστρεψε έτσι τόν ένα εναντίον τού άλλου, ίσως νά μήν υπάρχει κάν, σ' έναν αέρα αθώο καί παγωμένο ξεράθηκαν τά χείλια μας αγάπη μου, πρέπει νά σέ σκοτώσω καί νά μή σέ λυπάμαι;, πρέπει νά σ' αγαπώ καί νά τό υπερασπίζω;· μελαγχολικέ μου ερω- μένε ποτέ δέν μάς είπαν τήν αλήθεια κι όμως τί απ' ό,τι μάς τριγυρίζει καταδέχτηκε ποτέ τό ψέμμα;· κι άν εμάς στό τέ- λος μάς σμίξει ένας ξένος όρκος, τί απ' ό,τι μάς τριγυρνά έ- χει μοίρα;". (208) 13-12-1987 "Μέ τί μ' έχεις δέσει! Μέ τί μ' έχεις δέσει!", φώναξα κλω- τσώντας μ' όλη μου τήν δύναμη. Πρέπει νά διατηρήσω αυτή τήν απόσταση. Πρέπει νά τόν κρατήσω μακρυά. Βλέπω στά μάτια του τήν επιθυμία. Ό,τι κι άν λέει. Ό,τι κι άν λέει. Πίσω απ' τό κάθε βλέμμα. Πίσω απ' τήν κάθε επίγνωση. Διακρίνω τίς μικρές κινήσεις. Τά ανεπαίσθητα τινάγματα. Πώς τόν ανατριχιάζει! Πώς τόν σπρώχνει! Θά μ' αγκαλιά- σει στό τέλος. Ό,τι καί νά λέει, στό τέλος θά ορμήσει. Δέν είναι ένα απλό πάθος που μπορεί νά τό πολεμήσει κανείς αυτό. Είναι μιά τρέλλα. Είναι η τελική τρέλλα. Είναι η α- πελπισμένη παραφροσύνη τού Κόσμου που θέλει, θέλει, αλλά δέν μπορεί ν' αντέξει. Τρώει τά παιδιά του. Σκοτώνει τούς αντάρτες. Σφίγγει, σφίγγει τό κορμί του, σφίγγουν οι σάρκες του μ' έναν σπασμό καί λειώνουν τίς μικρές κύστεις που γέμιζαν πνεύμα, σβύνουν τίς μικρές φωτιές, συντρίβουν τά λεπτά κέντρα, μάς πνίγει, μάς πνίγει η κοινή ουσία. Όχι! Όχι! Θά κρατηθώ! Θά κρατήσω τήν απόσταση. Θά τόν κρα- τήσω μακρυά. Ό,τι κι άν λέει. Ό,τι κι άν λέει. Η απόσταση. Η απόσταση! Νά μή μέ πλησιάσει. Νά μήν αφεθώ. Νά μήν αγγίξω τόν ύπνο. Είναι τόσο γλυκά τά μάτια του. Πώς μέ νυστάζουν! Πώς μέ νυστάζουν τά λόγια του! Ένα γλυκό μουρμουρητό γιά νά μέ κοιμήσει. Γιά νά μέ κάνει νά ξεχά- σω. Φύγε, φύγε ηδονή. Φύγε χαρά. Εδώ χτίζουμε. Εδώ έχει σκαλωσιές. Εδώ μένουν σοβαροί άνθρωποι. Εδώ ζεί ένας εργάτης. Ένα μελίσσι. Θά τόν κρατήσει μακρυά. Θά μπορεί πάντα νά τόν βλέπει... Όμως άς έρθει! Άς έρθει κοντά μας εκείνος. Άς ακουμπήσουμε. Είναι τόσο γλυκά τά μάτια του. Είναι τόσος έρωτας μέσα τους. Μήν κλείσετε, μήν κλείσετε βλέφαρά μου! Όσο τόν βλέπω, όσο μπορώ νά τόν βλέπω δέν θά μού τόν πάρει αυτή η τρελλή αγκαλιά, δέν θά μού τόν χτυπήσει μέ τό φαρμάκι του ο Κόσμος. Μιά απόσταση. Μιά μικρή απόσταση δέν είναι δύσκολο νά τήν κρατά κανείς. Βάζεις ένα λόγο στή μέση. Μιά μικρή λεξούλα. Ίσα ίσα νά χωρά. Ένα γράμμα, ένα γράμμα μπορεί νά είναι αρκετό. Έ- να φωνήεν κι ένα σύμφωνο μαζύ. Ένα ζευγάρι. Κοίτα! Έ- χεις χτίσει κιόλας μιά σκαλωσιά. Εδώ πάνω μπορούμε νά ξαπλώσουμε χωρίς φόβο αγάπη μου. Εδώ μπορώ νά σέ ακου- μπήσω. Πάνω εδώ τά κύματα τού Κόσμου που ουρλιάζει θυ- μωμένος μή τού ξεφύγουμε δέν μπορούν νά μάς φτάσουν. Η κοινή ουσία δέν μπορεί νά μάς πάρει ξανά μέσα της. Εδώ μπορώ νά σέ βλέπω καί νά σέ αγαπώ. Μή μού κοιμηθείς, μή μού κοιμηθείς ούτε εσύ καλό μου. Δές πώς άρχισε κι όλας νά γλυκαίνει ο ουρανός. Σού πάει, σού πάει η καρδιά σου νά μέ ρίξεις κάτω; (209) 15-12-1987 Έχει συμβεί τόσες φορές, που πάντα νομίζω ότι αυτή θά εί- ναι η τελευταία. Μετά δέν θά είναι τίποτα όπως πρίν. Μή- πως γι' αυτό δέν έκανα πίσω; Μήπως γι' αυτό δέν δίσταζα ενώ όλα ήσαν έτοιμα; Μέχρι κι εκείνος, που δέν είχε κατα- λάβει ούτε μιά στιγμή ώς τώρα τί σχεδίαζα, μέ παρακινούσε νά συνεχίσουμε. "Δέν μπορώ νά δώ τί είναι αυτό που σέ κά- νει καί σταματάς. Μ' έναν δειλό έζησα πλάϊ όλα αυτά τά χρόνια;". Ναί, αλήθεια. Μ' έναν δειλό. Ξέρω πως πιά κρατιέται από μιά κλωστή. Ξέρω πως δέν χρειάζεται παρά ένα μικρό σπρώξιμο. Διαβάζω ξεχασμένα κομμάτια από τίς σημειώσεις του κι εκείνη η παλιά μελαγ- χολία ξανάρχεται σάν κύμα καί μ' αρπάζει. Μού τρώει τήν καρδιά... Πόσο τόν έχω καταστρέψει! Τί θά μπορούσε νάχε γίνει άν τόν άφινα, άν δέν τόν ξόδευα έτσι, άν είχε λίγο καιρό δικό του, ένα κομμάτι χώρο νά τό κλειδώνει, νά μήν μπορώ νά μπώ, νά μέ κλείνει απ' έξω κι άς φωνάζω, άν είχε λίγη δύ- ναμη νά τό ζητήσει, νά στρίβει αλλού τά μάτια του όταν τόν κοιτώ, νά αδιαφορεί όταν τού μιλάω, ένα χαστούκι, πώς τό- χει επιθυμήσει η καρδιά μου ένα χαστούκι από τό χέρι του, απ' αυτό τ' αγαπημένο χέρι που τό φίλαγα καί μέ πίστευε, που τό δάγκωνα καί μέ χάϊδευε, ά πάρε, πάρε επιτέλους ένα σφυρί αγάπη μου, χτύπησέ με νά καρφωθώ, πλάσματα σάν κι εμένα δέν πρέπει νά ζούν στόν αέρα, δέν πρέπει νά κινού- νται δίπλα στούς ανθρώπους, σάν σπόροι στό χώμα πρέπει νά περιμένουν στούς αιώνες γιά μιάν άλλη εποχή, μιά τρο- μερή εποχή που η Φύση θά τελειώσει, θά διαβαστεί αυτή η μικρή σελίδα που τής άνοιξε νά βγεί, θά σβύσουν τά τραγού- δια τών άστρων καί τό φώς θά σαρώσει τά όρθια όντα πρίν πεθάνει, η Δημιουργία θά στεγνώσει καί θά καεί από τούς ί- διους της τούς Ήλιους καί η στάχτη της θά τρομάζει γιά πάντα τή Νύχτα· βυθισμένες υπάρξεις από δηλητήριο σάν κι εμένα θά τήν διασχίσουν τότε μέχρι νά βρούν τήν καρδιά Του. Επειδή πρέπει αυτή η Χειρονομία νά επιστραφεί σ' Αυ- τόν που άφισε νά Τού φύγει. Αυτή η Βλαστήμια πρέπει νά κλείσει τόν κύκλο της. Αυτός που μίσησε τόν Εαυτό Του πρέπει νά λυτρωθεί. Σάν φύλλα από τά παλιά δέντρα, σάν αρχαίες εφημερίδες μιάς καθημερινής ζωής που λίγοι τήν υποψιάζονταν τότε, θά πέσουν κυματίζοντας απ' τό πουθενά αυτά που ένοιωσαν, αυτά που σκέφτηκαν, αυτά που έγραψαν οι άνθρωποι. Θά πέσουν απ' τό πουθενά καί τά δικά σου καλέ μου. Ό,τι έ- γραψες όσο ήσουν αθώος, όσο στεκόμουν απέναντί σου καί κοιτούσα τό κακό που σού έκανα. Καθώς τό μυαλό σου προ- χωρούσε νά μέ συναντήσει. Όπως ερχόσουν καθώς σού φώ- ναζα. _Καθώς ο Κόσμος μέ σκοτώνει σιγά σιγά, καθώς τόν πα- ρακολουθώ χωρίς νά μπορώ νά κάνω τίποτα, καθώς σκέ- φτομαι ότι κάποιος μπορεί νά μ' αρπάζει από τά χέρια τού Κόσμου... Πού θά μέ οδηγήσεις άγνωστε, τό πάθος σου είναι μεγάλο, τό καταλαβαίνω, μεγαλύτερο από τή δύναμη αυτού τού Κόσμου που δέν μπορεί νά μέ κρατήσει, τά χέρια σου μέ ξερριζώνουν τόσο εύκολα, γιά ποιάν αγαπημένη μέ προορί- ζεις, σάν τά λουλούδια κι εγώ δέν έχω καταλάβει τό άρωμά μου, γιά νά στολίσω κάποιο ωραίο κεφάλι έζησα καί α- ναπτύχθηκα λοιπόν; Όμως τί είναι στ' αλήθεια αυτό που σέ συγκίνησε επάνω μου καί αποφάσισες νά μέ κόψεις, τί θά ε- κτιμηθεί τόσο πολύ από 'μένα εκεί που θά μέ προσφέρεις, ά, νά μού τόλεγες τουλάχιστον, νά μάθαινα τί αξίζω, ή μήπως απλώς καθαρίζεις τό χωράφι σου από τά παράσιτα; Είτε έ- τσι είτε αλλοιώς μάθε πως υποφέρω απ' αυτό τό ξερρίζωμα, δέν θά μπορούσε νά αναβληθεί; Κι άν πάλι αυτό είναι αδύ- νατον, επίτρεψέ μου τουλάχιστον νά μάθω τό όνομά σου κι από πού έρχεσαι. Είσαι ευγενικιάς καταγωγής; Πράγματι αυτός ο Κόσμος είναι στήν επικράτειά σου; Ή μήπως δέν είσαι παρά ένας περαστικός αλήτης; Εγώ πάντως προτιμώ νά στολίζω τά μαλλιά τής αγαπημένης ενός αλήτη. Ά, σταματούσα καί σέ άκουγα αυτές τίς στιγμές. Ήταν μιά εξομολόγηση. Γινόσουν ολοένα καί πιό πολύ δικός μου. _"Μού είναι αδύνατον νά πάψω νά είμαι ετοιμοθάνατος", είπα. "Όσο κι άν μέ παρακαλάς, όσο κι άν θυμώνεις, αυτό δέν γίνεται. Όχι γιατί δέν τό θέλω βέβαια, αλλά γιατί άν υ- πάρχει μιά διαφορά ανάμεσα στό «είμαι ζωντανός» καί στό «είμαι ετοιμοθάνατος», μπορεί νά είναι μιά διαφορά κατεύ- θυνσης πρός τήν οποία κοιτά κανείς, μπορεί νά είναι μιά διαφορά στάσης καί διάθεσης από 'κεί καί πέρα, αλλά δια- φορά ουσιαστική που νά μπορεί νά χωρίσει αυτά τά δυό με- ταξύ τους δέν είναι. Όταν κανείς λέει «είμαι ζωντανός», τό λέει μέσα από ένα Παρόν τό οποίο είναι στραμμένο πρός τό Παρελθόν του καί μετρά απλώς τίς στιγμές που περνούν πρός αυτό καί τό γεμίζουν· ενώ όταν λέει «είμαι ετοιμοθά- νατος», τό λέει μέσα από ένα Παρόν στραμμένο πρός τό Μέλλον του καί τό οποίο αγωνιά κάθε στιγμή γιά τό άν θά υπάρχει επόμενη. Τό Παρόν λοιπόν, αυτό που μιλάει, δηλα- δή εγώ, είναι σάν μιά καρδιά που διοχετεύει τό αίμα που δέχεται. Κάπου υπάρχει μιά πληγή, ένα άνοιγμα, που απαγο- ρεύει σ' αυτή τήν κυκλοφορία νά είναι κλειστή. Είμαι λοι- πόν πληγωμένος καί είναι σχεδόν σίγουρο πως αυτή η πλη- γή είναι θανάσιμη". Ναί, πράγματι. Όπως κι εγώ είμαι μιά πληγή. Όπως κι εγώ είμαι ένας θάνατος. _"Θέλω νά μιλήσω". "Αμέσως στή γωνιά! Στόν τοίχο!". "Κι απο δώ θέλω νά μιλήσω". "Γονάτισε τότε, στό πάτω- μα!". "Ακόμα θέλω". "Μπρούμητα· γλύψε τά πλακάκια!". "Τώρα θέλω πιό πολύ". "Έξω, στό κρύο, να φάς χώμα σκύ- λε!". "Παρ' όλα αυτά...". "Τό μαστίγιο, γρήγορα!". "Αυτό δέν ήταν μέσ' στήν συμφωνία". "Τό χαρτί τής συμφωνίας, δώσ' του το νά τό φάει!". "Παρ' όλα αυτά η συμφωνία υπάρ- χει". "Στήσ' τον στήν μάντρα, εκεί, επί σκοπόν!". "Η συμ- φωνία υπάρχει, υπάρχει, υπάρχει, ΥΠΑΡΧΕΙ!". Η συμφωνία υπάρχει. Αλλά ανάμεσα σέ ποιόν καί σέ ποιόν; Έγινε γιά σένα, αυτό είναι σίγουρο, αλλά όχι μέ σένα κι αυτό είναι τόσο σίγουρο ώστε η βεβαιότητά του νά σέ κα- ταργεί εντελώς καί νά καταντά απίστευτο τό ότι θά μπορού- σε ποτέ νά είχε γίνει μιά συμφωνία γιά σένα. _"Μυστήριο, μυστήριο", ψιθύρισα. Αποφάσισα νά ξαναρ- χίσω πιό προσεκτικά, οι σκιές στά τζάμια έμοιαζαν νά μέ κοιτάζουν περίεργα, κάθε κίνησή μου, τό καταλάβαινα, σχο- λιάζονταν μέ βάση ποιός ξέρει τί, Αισθητική;, Αισθητηρια- κή;, Ηθική;, Τελεολογική;, Ευθέως Ανάλογη;, Αντιστρό- φως;, Μικροπρόθεσμη;, Μακροπρόθεσμη ίσως;, Εκ Περι- στροφής;, Εξ Αντιστροφής;, Πλουραλιστικής Πρωκτολύσε- ως;, Ορθοπρωκτικής Στρουκτούρας;, Σεξαλητείας;, Συνδρό- μου Τής Αρχής;, Συμπλέγματος Τελευταίου Τών Μοϊκα- νών;, Πολυφασισμού;, Ελευθέρας Βουλήσεως;, Μονομανια- κής Ενδοστρεφούς Ενδελεχούς Εντελέχειας;, Επιδερμικής Συμπαντικής Μικροεφίδρωσης;, Ουτοπικής υβριδιώσεως;, Περιοδικών Εντροπιακών Σχιζικών Εκτονώσεων Μετ' Ε- πιστροφής;, Αντισταθμιστικής Καρκινεκτοπίσεως Εις Τά Επέκεινα;, Σαιξπηρικής Καί Φαρμακωμένης Γαλαξιακής Ερωτικής Απίσχνανσης; Άγνωστον. Παρ' όλα αυτά έπρεπε νά μπώ. Ο τόπος ήταν ιδιοκτησία μου. Ναί; Ναί! Ναί; Ί- σως. Ναί; Μυστήριον. Μυστήριον. Είμαι εγώ ή δέν είμαι; Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η αίθουσα μέ τίς τζαμαρίες; Μοιάζει μέ πολυτελές μηχανοστάσιο. Ή ίσως αίθουσα συσκέψεων; Ηλεκτρονικών υπολογιστών υψηλής Αναλύσεως; Πιθανόν. Πιθανόν εστιατόριον κάποιας αριστοκρατικής Λέσχης. Ί- σως τά σαλόνια τής ίδιας τής Λέσχης. Ίσως Γυναικωνίτης ανατολικού ανακτόρου. Αδύνατον νά καταλάβεις. Αυτά τά κρύσταλλα μόνο θολές σκιές επιτρέπουν νά φαίνονται. Πρέ- πει νά βρώ τήν πόρτα. Άς βάλω ένα σημάδι. Από δώ. Έχω γελάσει. Έχω μπορέσει νά γελάσω. Εκείνη τή μικρή στιγμή πρίν βυθιστείς ξανά μέσα σου. _Πρέπει λοιπόν κανείς νά κινείται μέσα σέ προσεκτικά καθορισμένα όρια, νά προχωρά πάντα μέ μικρά βήματα, νά οπισθοχωρεί μέ ακόμα μικρότερα, νά χάνει τίς δυνάμεις του, νά εξαντλεί τά όνειρά του, νά προδίδει ό,τι τόν έχει μέ- χρι τώρα ανεβάσει μέ κόπο έστω καί σ' ένα μικρό ύψος πά- νω απ' τόν βάλτο μέσα στόν οποίο κολυμπά χωρίς νά τό νοιάζει Εκείνο, νά παίρνει απόφαση σιγά σιγά ότι οι δυνα- τότητές του δέν περιορίζονται μόνο από τούς άλλους ή απ' τίς συνθήκες, αλλά πολύ περισσότερο από τήν απροθυμία Ε- κείνου νά τόν παρακολουθήσει, από τήν αδιαφορία Του γιά τήν παγίδα που έχει στηθεί χρησιμοποιώντας Το ώστε αυτός νά δεσμευτεί πιστεύοντας ότι θά Τό είχε πάντα μαζύ του ό- πως στήν αρχή όταν σάν υπόσχεση γιά τό ίδιο του τό μέλ- λον ανακάλυψε κάποτε ότι τού είχε προσφερθεί ζωηρό καί δυνατό καί πανέτοιμο· από τήν επιμονή Του όχι νά συντη- ρείται αλλά νά συντηρεί τίς ίδιες αιωνίως ανάγκες, νά κρέμεται από τίς ίδιες λεπτομέρειες, αναγκάζοντάς τον νά στριφογυρίζει γύρω τους, νά σέρνεται από κάτω τους, νά πνίγεται μέσα τους... Όλα αυτά ίσως φαίνονται ασήμαντα, ίσως υπερβολικά το- νισμένα ενώ δέν αξίζει τόν κόπο νά χάνει κανείς τόν καιρό του μαζύ τους, αλλά γιατί θά έπρεπε νά τά δεχτώ σάν προ- φανή; Καθόλου δέν μπορώ νά τό δώ έτσι. Ά, ακόμα κι εγώ, ακόμα κι εγώ ποτέ δέν τό είδα έτσι. Ακό- μα κι εγώ έχω παίξει μέ τήν απελπισία. Λύγισα σ' αυτή τήν ύπουλη νύστα που θέλει μόνο εσένα ν' αγκαλιάσει, μόνο σέ σένα νά δοθεί, που σού χαϊδεύει τήν καρδιά μ' έναν τρόπο που καμμιά ερωμένη, κανένας αγαπημένος δέν θά μπορέσει ποτέ νά συναγωνιστεί καί θέλεις τότε νά κυλιστείς μαζύ της, νά τής ανοίξεις τίς φλέβες σου, νά σέ πιεί, νά σού τά πάρει όλα σ' ένα γλυκό σπασμό πρίν απ' τό τέλος. _"Δέν φοβάμαι, δέν φοβάμαι", είπα. "Θά κλείσω τά μάτια μου, νά, έτσι, εδώ, στή γωνίτσα, κανείς δέν θά μέ δεί, καί θά πεθάνω. Θά πεθάνω γλυκά, ένα χάδι θάν' ο θάνατος". Ένα χάδι πάντα ήταν ο θάνατος. _Πού θά πάς μικρό μανταρίνι τώρα που σέ έφαγα; Τό ξέρω. Θά πάς στήν κοιλιά μου. Σού έβγαλα λίγο λίγο τά φλούδια σου, χώρισα τίς φέτες σου, τίς άπλωσα στό πιάτο μπροστά μου καί αργά αργά γιά νά μή σέ πονέσω τίς έφαγα. Τί γλυκό που ήσουν! Τώρα σέ έχω μέσα μου. Όχι βέβαια ολόκληρο. Δέν έφαγα τά κουκούτσια σου άν καί γιά νά είμαι ειλικρι- νής τό σκέφτηκα. Η τρυφερή σου σάρκα, τόσο νόστιμη, τόσο γεμάτη χυμό, τόσο δροσερή, ήταν ένας πειρασμός. Τί εκλεκτική σκληρότητα! Πόση αισθητική ετοιμότης χρειάζεται γιά νά πάρει κανείς τήν επικίνδυνη πρωτοβουλία μιάς χάρης! Μέ τί έξοχη συναίσθηση ενός ευγενούς δικαιώ- ματος πρέπει μόνο νά τού επιτραπεί νά κινηθεί, που καί ποιό θύμα δέν θά επιθυμούσε νά συναντήσει στό πρόσωπο τού εντελώς δικού του θύτη! Πόσο μοιάζουμε, πόσο μοιάζου- με καλέ μου. _"Μά αυτά είναι όλα ασυναρτησίες!", είπε καί πέταξε τά χειρόγραφα πάνω στό γραφείο. "Πράγματι", απάντησα", ποτέ δέν ισχυρίστηκα τό αντίθε- το. Είναι ακριβώς ο τρόπος που σκέφτομαι. Εάν καθήσω στή θέση σας καί αντί νά σάς τά δώσω εγώ μού τά δίνατε ε- σείς, θά αντιδρούσα τό ίδιο ακριβώς. Ίσως καί εντονώτερα. Πιθανόν θά σάς πέταγα έξω αμέσως χωρίς ν' ακούσω δεύτε- ρη κουβέντα. Εσείς θά ήσασταν ασυγχώρητος καί τό χαλί μου δέν θά σάς άφινα νά μού τό λερώνατε άλλο. Αλήθεια σάς ζητώ συγνώμη. Στήν ταραχή μου ξέχασα νά σκουπίσω τά πόδια μου. Αυτά όμως θά τά κρατούσα. Θά τά πέταγα βέ- βαια μπροστά σας στό καλάθι τών αχρήστων μέ όλη τήν δι- καιολογημένη μου αγανάκτηση -εσείς δέν θά τολμούσατε νά τά ζητήσετε πίσω- καί μόλις φεύγατε θά τά διάβαζα. Μέ πολλή προσοχή καί ακριβώς επειδή είναι ασυναρτησίες. Ί- σως νά σάς έστελνα κάποιο σημείωμα αργότερα, άν είσα- σταν ζωντανός. Άς πούμε σάν κι αυτό: «Κάποια ίχνη επιδε- ξιότητας -όχι ταλέντου, είμαι σαφής- κάποια ίχνη λοιπόν ε- πιδεξιότητας στήν περιγραφή, μέ έκαναν νά ξανακοιτάξω τά γραπτά σας. Δέν αλλάζω καθόλου τήν γνώμη μου -είναι α- συναρτησίες- αλλά, πρέπει νά ομολογήσω, γραμμένες επιδέ- ξια. Αυτό τούς δίνει μιά ιδιαιτερότητα, ασήμαντη βέβαια, αλλά οπωσδήποτε μέ κάποιο σχετικό ενδιαφέρον. Περάστε κάποια μέρα από δώ νά τό συζητήσουμε». Πώς σάς φαίνε- ται;". "Δέν θά μπορούσατε ποτέ νά είστε στή θέση μου. Καί φυσι- κά δέν θά τά πετάξω στό καλάθι αλλά θά σάς τά επιστρέψω. Πετάξτε τα στό δικό σας. Φαντάζομαι ότι θά είναι ήδη γε- μάτο". "Όχι", είπα, είναι τά μοναδικά που έχω. Καί δέν έχω κα- λάθι. Μιλήστε μου όμως. Ποτέ δέν είναι αργά". "Ακούστε λοιπόν κάποιον που σάς ξέρει τόσον καιρό. Τά πράγματα δέν είναι όπως παλιά. Τότε ήσασταν ένας αγνός νεαρός. Δέν θά μπορούσα νά πώ ότι τώρα είστε ένας αγνός ώριμος άντρας. Κλεισμένος πίσω από τέσσερις τοίχους όλα αυτά τά χρόνια έχετε εμποδίσει τό πνεύμα σας νά ανα- πτυχθεί. Αυτή η μικρή σπίθα που υπήρχε μέσα σας σιγά σιγά εξαντλήθηκε, η συνηθισμένη σ' αυτές τίς περιπτώσεις μεγα- λοστομία έχει αντικαταστήσει τήν λεπτότητα μέ τήν οποία εκφραζόσασταν στήν αρχή καί βέβαια δέν μπορεί κανείς πα- ρά νά χαμογελάσει πικρά μπροστά σέ μιά τεράστια ορχή- στρα που μέ τήν πολυμορφία της καί τόν πλούσιο ήχο της προσπαθεί νά σώσει τήν φτωχή έμπνευση τού συνθέτη. Δέν μού κάνει εντύπωση η σωματική σας εξασθένηση. Είναι ένα επακόλουθο γιά τό οποίο δέν μπορεί νά κατηγορηθεί τό κορ- μί σας. Αυτό, όσο κι άν δέν θέλετε νά τό παραδεχτείτε, εκ- φράζει μέ τήν κατάστασή του τό πνευματικό σας αδιέξοδο. Τί ωφελεί νά παραπονείσθε γι' αυτό; Η παλιά ευφορία που τόσο νοσταλγείτε, η σχέση σας μέ τά πράγματα που έχει κα- ταστραφεί, είναι αποτέλεσμα τών φιλοδοξιών σας. Ό,τι πρίν σάς προσφέρονταν αυθόρμητα χωρίς φόβο, σάν ίσος πρός ίσο, έπρεπε ξαφνικά νά συνεχίσει νά τό κάνει σάν υπο- χρέωση στήν ανώτερη μοίρα σας. Τί κρίμα που ξεχάσατε τό- σο γρήγορα ότι κι εσείς αυθόρμητα προσφερόσασταν τότε! Κανένας υψηλός στόχος δέν παραμόρφωνε αυτόν τόν όμορ- φο έρωτα που υπήρχε γιά τόν εαυτό του. Πώς είναι δυνατόν νά σάς πλησιάσει ο,τιδήποτε τώρα; Άχ, τί συνηθισμένη, τί συνηθισμένη που είναι η κατάστασή σας. Ακόμα καί η λάμ- ψη μιάς ξαφνικής καταστροφής στήν οποία ελπίζετε, είναι μιά θλιβερή προσπάθεια νά δικαιωθεί ένα υπεροπτικό πρό- σωπο που κανείς δέν αγαπά αφού ο δικός του φόβος νά αγα- πήσει έχει απαγορεύσει στούς άλλους νά τό πλησιάσουν. Στόν φόβο μή χάσετε τήν υψηλή θέση που νομίζετε ότι έχετε κατακτήσει θυσιάσατε τά πάντα. Ακόμα καί τήν αγάπη. Σάς λυπάμαι". "Όχι", είπα, "όχι. Άν καί αυτά που μού είπατε είναι εντε- λώς σωστά, ωστόσο δέν μέ καλύπτουν ολόκληρο. Η αγνό- τητα καί ο αυθορμητισμός ξέρετε καλά ότι δέν μπορούν νά διατηρηθούν γιά πολύ. Καί είναι ίσως πιό ανειλικρινές νά αρχίσει νά τά υπηρετεί κανείς συνειδητά όταν αντιληφθεί πως πιά έχει περάσει ο καιρός τους μόνο καί μόνο χάριν τών παλιών τους ηδονών καί νά αρνηθεί τήν πολυπλοκότη- τα που ανακαλύπτει μέσα του. Αυτό που λέτε αγνότητα δέν ήταν παρά η ασυνείδητη συμμετοχή μου στίς λειτουργίες τού χώρου που αναπτύχθηκα. Δέν έχει κανένα νόημα νά χα- ρακτηρισθεί ένα ζώο αγνό ή αυθόρμητο από έναν τρίτο, όταν τό ίδιο δέν έχει τήν δυνατότητα νά παρατηρήσει τήν συμπε- ριφορά του. Κι έπειτα, μέ βάση ποιό μέτρο δέν είναι «αγνή» η επιθυμία καινούργιων περιοχών που ανακαλύπτω μέσα μου ή ιδιοτήτων που αναπτύσσονται στό εσωτερικό μου νά ικανοποιηθούν; Άν μού προκαλεί τόση ηδονή ο θαυμασμός τών άλλων καί ξοδεύομαι γιά νά τόν κερδίσω, γιατί μιά τέ- τοια δραστηριότητα είναι δευτέρας κατηγορίας σέ σύγκριση μέ τίς ηδονές τής παλιάς ασυνείδητης λειτουργίας που ονο- μάσατε αγνή καί αυθόρμητη όπου αυτός δέν μ' ενδιέφερε κα- θόλου; Άν τά οποιαδήποτε ηθικά μέτρα καί οι σκοπιμότητες που κρύβονται από πίσω τους παραμεριστούν, γιατί δέν εί- ναι πιό ειλικρινές καί αυθόρμητο μέτρο η ηδονή που υπό- σχεται ένας συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας; Άλλωστε τί είναι αυτό που στήν ουσία κινεί ολόκληρο τόν Κόσμο; Δέν είναι τό κέρδισμα μιάς ολοένα εντονώτερης καί όσο τό δυ- νατόν μεγαλύτερης σέ έκταση ηδονής; Η διαφορά μου απ' αυτόν είναι ότι εκείνος δέν ξέρει πού νά ψάξει μόνος του. Ο άνθρωπος είναι ο πρωτοπόρος τής ηδονής. Πώς τό τυφλό Σύμπαν είναι δυνατόν νά θαυμάσει μιάν Άνοιξη χωρίς εμέ- να; Αυτό που αποτελώ εγώ τώρα πιά είναι ένα σύνολο επι- λογών μέ βάση αυτό ακριβώς τό μέτρο. Περιοχές ολόκληρες καί ιδιότητες παλιές από τίς οποίες δέν ήταν δυνατόν νά προκύψει ηδονή έχουν παραμεριστεί χωρίς λύπη, όπως τό ί- διο έχει συμβεί μέ ηδονές που μέ περιόριζαν καί δέν μπορού- σαν νά επεκταθούν σέ κάτι καινούργιο που αντιλαμβα- νόμουν καί καλλιεργούσα μέσα μου. Άν η σωματική εξασθέ- νηση που αποδώσατε στό πνευματικό μου αδιέξοδο, οφείλε- ται, όπως πράγματι συμβαίνει, στή συνειδητή επέμβαση επά- νω στό κορμί μου ενός πνεύματος που αποφάσισε κάποια στιγμή νά προηγηθεί απ' αυτό, τότε έχω κάθε δικαίωμα νά παραπονούμαι γιά τό σωματικό μου αδιέξοδο αφού ξέρω πολύ καλά ότι αυτό θά μέ σκοτώσει στό τέλος. Τό πνεύμα βυθίζει τά βήματά του στή λάσπη τών ηλίθιων σωμάτων μας, αγωνίζεται νά μείνει ζωντανό μέσα στήν αποσύνθεση τής ανίκανης σάρκας, παραμιλά μέσα απ' τούς πόνους τού κορμιού που προσπαθεί νά τό παρασύρει μαζύ του πεθαίνο- ντας· η ιδέα τής επιστροφής στόν παλιό σας «αγνό» κόσμο θά ήταν σάν τήν ζήλεια γιά τήν αποχαύνωση ενός ναρκομα- νούς, μέ γεμίζει αηδία, καί μιά τέτοια στροφή πρός τά πίσω δέν θά τήν αποφασίσω ποτέ ό,τι κι άν υπόσχεται. Σκεφτείτε γιά λίγο πόσοι έχουν πεταχτεί σ' αυτό τό καλάθι τών αχρή- στων κι ότι καί σείς μπροστά του δέν έχετε νά παρατάξετε τίποτα εκτός από μιά «έντιμη σιωπή». Οι κραυγές τους ό- μως μού κουρελιάζουν τήν ψυχή, συντρίβουν κάθε πίστη που πάει νά γεννηθεί μέσα μου, τό τρελλό τους γέλιο διαλύ- ει τήν λεπτότητα κάθε αισθητικής που έτυχε κάποτε νά μέ συγκινήσει, καί τό μεγαλείο τής ομορφιάς που χορεύει αγγί- ζοντας μέ τά εξαίσια δάχτυλά της τά χείλη τών φρεσκο- σκαμμένων λάκκων κάνει σάν σκύλος τό μυαλό μου νά γα- βγίζει τήν πόρτα της. Σάς τά χαρίζω. Σάς τά χαρίζω όλα σο- φέ μου δάσκαλε. Όσο γιά τήν αγάπη, πέστε μου, πιστεύετε αλήθεια ότι αυτή η μικρή λέξη μέ τόν τρόπο που χρησιμο- ποιείται λές καί αναφέρεται σέ κάτι εντελώς συγκεκριμένο καί γνωστό στά μάτια όλων, λές καί περιγράφει ένα πολύ εύκολο νά τό δεί κανείς καί νά τό γνωρίσει πράγμα, είναι ι- κανή νά καλύψει αυτή τή μοναδική καί σπουδαία συνερ- γασία τόσων αντιφατικών μεταξύ τους συναισθημάτων που συνθέτουν τό πιό καταπληκτικό μωσαϊκό καί κάνουν τήν καρδιά τού ανθρώπου τό πιό αξιοθέατο έκθεμα σ' αυτό τό Μουσείο; Ποιό απ' όλα τά όντα έχει νά επιδείξει τέτοια πο- λυμορφία; Ποιό έχει αφίσει κατάπληκτο σέ τέτοιο βαθμό τόν Δημιουργό του ώστε Εκείνος νά καθυστερεί παρακο- λουθώντας τίς μεταβολές του καί νά αναβάλλει διαρκώς τό επόμενο βήμα που θά έπρεπε ίσως νά έχει γίνει εδώ καί τό- σον καιρό; Τί εννοείτε αλήθεια εσείς όταν λέτε «αγάπη»; Ε- γώ δέν θά στοιχημάτιζα τίποτε επάνω σ' αυτή τήν λέξη έτσι όπως τήν προτείνετε σάν νά εκφράζετε τό σύμπτωμα κά- ποιας συναισθηματικής επιδημίας. Τό μόνο που μπορώ νά δώ είναι ο φόβος ο δικός σας νά παραδεχτείτε μιά εσωτερι- κή πολυπλοκότητα που ξεπερνά κάθε φορά ο,τιδήποτε απ' ό,τι τήν συνθέτει -έστω κι άν εκείνο καταφέρνει νά περισσέ- ψει γιά μιά μικρή στιγμή- καί ιδιαίτερα αυτό ακριβώς τό ε- κτεθειμένο αίσθημα που θά πρέπει νά συντηρείται συνεχώς καί νά μή τό χάνει ποτέ κανείς από τά μάτια του καί που προκαλείται από τήν συγγένεια δύο εσωτερικών κόσμων τήν ξαφνική στιγμή τής αναγνώρισης τού ενός από τόν άλ- λον". Σέ πόσα δέν έχω υπάρξει μαθητής σου; Σέ πόσα δέν έφευγες απότομα σάν νά σέ είχε πάρει μιά χαρά γιά τούς δυό μας καί μού φώναζες νά σέ προλάβω: "Γρήγορα, δέν μάς μένει πολύς καιρός. Βιάσου! Βιάσου!". Ποιός πηγαίνει πρώτος κάθε φο- ρά; Ποιός γονατίζει πιό εύκολα απ' τόν πόνο; Ποιός κοιτά- ζει μέ τρόμο γύρω του μήπως ξαφνικά φανεί κάποιο χέρι που θά προσπαθούσε νά τόν βοηθήσει; Ποιός γυμνώνει τά δόντια του γιά νά προφτάσει νά κόψει μέ μιά δαγκωματιά κάθε τέτοια πρόθεση; Ποιός χαστουκίζει μέ τόσο πάθος τούς μικρούς θεούς τού Τοπίου; _Τό ντουφέκι μου βρόντηξε, ο κάλυκας ζεστός σάν καλο- καιρινό βότσαλο έπεσε δίπλα, είδα τή σκιά του πίσω απ' τά δέντρα νά κλονίζεται, "στό μέτωπο" σκέφτηκα, "στό σταυ- ρό", κάτι στό στομάχι μου αναποδογυρίστηκε, τόσο εύκολο ήταν! Πλάσματα που δέν βγάζουν ούτε κίχ, άν τά σήκωνες όρθια καί τούς ξανάριχνες θά σού φιλούσαν τό χέρι, βλα- στήμησα ψάχνοντας γιά τόν κάλυκα που είχε χαθεί στό χορ- τάρι, ο πόνος στό πλευρό μου δυνάμωνε, γονάτισα, "όχι α- κόμα" βόγγηξα, "όχι ακόμα, δέν τελείωσα, δώσ' μου λίγο καιρό...". Όταν πονά κανείς δέν θάπρεπε νά φοβάται. Όταν πονά κα- νείς τόν φοβούνται. Καί πιό πολύ τόν φοβάται Αυτός Πού Παραμερίζει Νά Περάσει Ο Πόνος. _Στεκόσουν δίπλα καί δέν τόν εμπόδισες. Μέ τό μοχθηρό Σου όπλο έτοιμο, σάν αγαπημένος που τόν προδίνουν, τόν ά- φισες νά μού κρατήσει τά χέρια, τόν άφισες νά μέ ανοίξει, νά μέ φιλήσει στό στόμα σάν εραστής. Ώ, πότε, πότε λοιπόν θά μ' αποτελειώσεις Σκοτεινέ Εκδικητή Πού Όλα Στρέφο- νται Εναντίον Σου; Πότε θά μέ απαλλάξεις από τό Έργο Σου, Σιωπηλή Δύναμη; Μού τόχες μάθει σιγά σιγά. Μού φώναζες άγρια στ' αφτί μου νά μήν ξεχνώ πόσον αφάνταστο καιρό ζεί κανείς πονώ- ντας εξ αιτίας Του. Έγερνα από τό πλάϊ καθώς Τόν έδει- χνες καί τεντωνόσουν νά Τόν πιάσεις: "Κοίταξέ Τον, κοίτα- ξέ Τον πώς στέκεται Ακίνητος!"... Κάτι θολό τρεμόφεγγε στό μισοσκόταδο. Κάτι φριχτό γεμάτο από ένα απίστευτο μεγαλείο. Πώς τόλμαγες κι έχωνες τά χέρια σου μέσα Του; Πώς μπορούσες καί Τού μίλαγες χωρίς ν' ανατριχιάζεις; _"Τί πιστεύεις αλήθεια ότι έχεις δημιουργήσει; Τόσους αιώνες περιέχεις τόν άνθρωπο καί δέν διέκρινες τίποτα σ' αυτόν; Δέν ανησύχησες; Άν είναι ατελής ώστε τό πάθος του νά μήν αρκεί νά Σέ συγκινήσει, ώστε ο πόνος του νά είναι καί στίς κορυφώσεις τής επίγνωσης ενός συνόλου που τρί- ζουν οι αρμοί του καί φωνάζει τόσο ασήμαντος, τότε κιν- δυνεύεις. Πέσαμε πολύ, έχουμε φτάσει σ' ένα τέτοιο βάθος, κι Εσύ δέν σκύβεις ποτέ, ποτέ δέν αναστρέφεσαι, υπάρχουν μάτια που κοιτάζουν πρός τά 'πάνω εδώ, χέρια που απλώνο- νται στίς κοφτερές προεξοχές Σου νά σκαρφαλώσουν, κι ό- σο κι άν αυτή η Δημιουργία γλυστρά στίς ανακυκλώσεις της που τήν πνίγουν, όσο κι άν μέσα της οι κατευθύνσεις συγχέονται καί η περιστροφή της πιέζει τίς υπάρξεις στήν λεπτή φλούδα τής περιφέρειας λές κι η μόνη της επιθυμία είναι νά κλείσει μέ τά κορμιά τους τήν θυρίδα απ' όπου οι Νόμοι Σου ορμούν σφυρίζοντας καί νά βρεί επιτέλους τήν γαλήνη, εγώ, αγκαλιάζω σφιχτά τόν λαιμό τών βιαστικών Σου ταχυδρόμων, από καιρό μέ τήν θέλησή μου προσφέρω τό σώμα μου ώστε νά πραγματοποιούν τό πάθος τους, ουρ- λιάζω μαζύ τους τίς μαγικές λέξεις που κατηφορίζουν πρός τόν Πυθμένα Σου, γουρλώνω τούς ατελείς βολβούς μου, τε- ντώνω τίς ατελείς παλάμες μου καί ψάχνω στό σκοτάδι όχι γιά 'Σένα, αλλά γι' Αυτό Πού υπάρχει Μετά Από 'Σένα. Ώ- στε νά μού κάνει χώρο τρομάζω τή Σάρκα Σου μέ τήν ασχή- μια που ένας σταματημένος έτσι ξαφνικά στή μέση έχει τό δικαίωμα νά αισθανθεί κατάπληκτος ότι παραμορφώνει τήν γυμνή του άκρη, καί προεκτείνομαι μέ τόν δικό μου τρόπο, τρέφομαι μέ τόν δικό μου κόπο, αυξάνομαι μ' έναν ιδρώτα που δέν στάζει απ' τούς δικούς Σου Πόρους. Στό πιό χαμηλό Σημείο Σου έχει ανθίσει ένα σπυρί Πατέρα. Ένας εξώστης κρέμεται ριγώντας στό Χάος... Αλήθεια. Η πιό πεταμένη Σου προσπάθεια αναπνέει ακόμα, ο πιό απογοητευμένος Σου αναστεναγμός φυσάει πάντα τή Ζωή πρός τό μέρος της, κι αυτό που εκείνη καταλαβαίνει από μιά τέτοια συμπεριφορά είναι ότι κι Εσύ μπορεί νά φοβηθείς. Ότι υπάρχει κάτι που κι Εσύ τό φοβάσαι. Ότι ακόμα κι ένας Θεός είναι δυνατόν νά θέλει νά ξεχάσει. Άν μέ είχες κοιτάξει καλά... Εκείνη η πρώτη ματιά που έριξες πρίν τόσον καιρό δέν ήταν ποτέ αρ- κετή. Κάτι άγνωστο στά Αισθητήριά Σου αγωνίζονταν από τότε νά μήν παρασυρθεί, νά μή λειώσει στόν κύκλο τής φθο- ράς που τροφοδοτεί τήν αισθητική τών Οραμάτων Σου. Ή- ταν τό πνεύμα μου. Ήταν τό άρωμα απ' τό λουλούδι που φύ- τρωσε όταν Εσύ έβλεπες αλλού. Όταν απόστρεψες τά μάτια από τό μόνο που μπορούσε νά σέ κάνει νά νοιώσεις ντροπή: τήν Ατέλεια. Ποιός γυρίζει γιά δεύτερη φορά νά αντικρύσει ένα τέτοιο παιδί; Ποιό παιδί σάν κι εμένα δέχεται νά κατα- λήξει, μέ τήν ελπίδα ενός Ελέους καί μιάς θέσης; Έρπο- ντας, όπως οι προσκυνητές κάτω απ' τό Πελώριο Βάρος Σου, εργάζομαι, όχι γιά νά μ' ακούσεις, όχι γιά νά μέ δείς, όχι γιά νά συναντηθούμε, όχι γιά νά Σού κρυφτώ. Θά Σέ διαπεράσω! Άν όχι εγώ, οι όμοιοί μου! Θά ανοίξει μιά τρύ- πα στό Πλευρό Σου καί η Ουσία Σου καθώς θά διαχέεται, καθώς θά τινάζεται κόκκινη σάν αίμα από τήν τυφλή άκρη τής Φλέβας Σου που καταλήγει στήν ανθρώπινη καρδιά, θά απαντήσει σ' όλες τίς ερωτήσεις. σ' όλες τίς ερωτήσεις που τώρα που είμαστε ακόμα μέσα Σου έχουμε κάνει. σ' όλες αυ- τές που τό πνεύμα μας θά χτυπά πάλι καί πάλι προσπαθώ- ντας νά ραγίσει τό Δέρμα Σου. Κι όταν όλα θά έχουν απα- ντηθεί, όταν δέν θά περισσεύει τίποτα από Σένα, όταν τό έ- ξω θά έχει ανατείλει πάλλοντας σάν καθαρό κρύσταλλο από τήν απουσία τής Ενοχής κι έτοιμο νά δεχτεί, θά ακουστεί ο ήχος ενός φιλιού. Δέν θά είναι τό φιλί μιάς προδοσίας αυ- τό, που τήν τελευταία στιγμή σάν Εντολή θά μάς βυθίσει ξανά στό εσωτερικό κάποιας θλιβερής προφητείας, αλλά τό φιλί τών ερωτικών μας χειλιών που δέν υπάρχει νά τά στα- ματήσει τίποτα πιά. Επειδή αυτό που θά τελειώσει μαζύ Σου θά είναι ο Φόβος". Κι έπειτα γύριζες καί βάζοντας τό δάχτυλο στό στόμα: _"Εδώ κοντά μένει ένας άνθρωπος", μού ψιθύριζες κοιτά- ζοντας γύρω σου μέ προσοχή. "Θά ήταν καλλίτερα νά μή μάς δεί. Είναι τόσο δυστυχισμένα πλάσματα. Δέν έχουν κα- ταλάβει ακόμα πού τελειώνει τό σώμα τους. Νομίζουν πως είναι ό,τι βλέπουν καί τριγυρνούν ζαλισμένοι δεξιά κι αρι- στερά. Ούτε έχουν ακόμα συναντηθεί μέ τήν καρδιά τους· αυτός που ζεί σ' αυτό μού είπε κάποτε: «Ξέρεις η καρδιά μου δέν βρίσκεται μέσα στό σώμα μου, κάθεται καί μέ κοιτά λί- γο πιό πέρα, όλη μου τή ζωή περπατώ πρός τό μέρος της καί δέν μπορώ νά τήν φτάσω, φοβάμαι πως θά πεθάνω χωρίς νά προλάβω νά τής μιλήσω, κάποτε τήν φώναζα γιά χρόνια ο- λόκληρα κι αυτή γυρνούσε πίσω της σάν νά ήθελε νά μού δείξει ότι η φωνή μου σημάδευε αλλού. Δέν μάς έχουν φτιάξει καλά». Είναι δυνατόν νά είναι αυτή η φωνή τής καρδιάς;: _Εκεί λοιπόν θά καταλήγουμε αιωνίως; σ' αυτές τίς ανώ- φελες εξεγέρσεις εναντίον Του; Κοίταξε πόσο αδέξια γίνεται η Γλώσσα σου όταν Τού μιλάς! Έχω κουραστεί. Τί μ' ενδια- φέρει κάποιος που μόνο όταν υποφέρεις τόν θυμάσαι; Τί δια- φορά έχει τότε άν τόν βρίζεις ή τόν παρακαλάς; Γι' αυτόν δέν είμαστε παρά μιά μάζα. Άν υπάρχει δέν φαίνεται ότι θέ- λει νά 'ρθεί στή θέση μας. Κι άν δέν υπάρχει τότε αυτό που υπάρχει είναι μόνο η θέση μας. Θά έπρεπε κανείς νά σκύψει τό κεφάλι του ησυχασμένος καί ν' αφίσει νά περάσουν τά χρόνια, νά υποφέρει χωρίς νά ταράζεται, νά μή προσπαθεί νά επέμβει, είναι τόσο μάταιο, νά μή ζητά νά σώσει τίποτα απ' τόν εαυτό του· υπάρχει μιά γαλήνη σ' αυτή τή στάση, μιά ηρεμία, μιά ανακουφιστική αδιαφορία γιά τό μέλλον. Αυτός ο Κόσμος δέν φαίνεται νά μάς αφορά, γιά ποιόν λόγο νά ασχοληθούμε μαζύ του; Γιατί νά προσπαθήσουμε νά τόν αλλάξουμε; Μάς στηρίζει ή κρατιέται από πάνω μας μιά επίγνωση; Άν κατηγορηθεί αυτή γιά τόν φόβο που μπορεί νά αποκαλύπτε- ται μαζύ της, δέν παραβλέπεται έτσι η ύβρις που έχει δώσει τό δικαίωμα στόν πόνο; Η αρχαία τραγωδία μού δίδαξε τήν αγανάκτηση, τήν εξέγερ- ση, μού έδειξε τήν ματαιότητα τής υποταγής· πάλι καί πάλι ώστε νά μήν ξεχαστεί μού τραγούδησε τή μοίρα τού προικι- σμένου ανθρώπινου γένους: τήν υπέρβαση. Ο πάταγος τής συντριβής τών αφελών υβριστών μέ γέμισε θυμό, η δουλεία τής ύλης στήν οποία αυτή προσπαθεί νά αντισταθεί μέ τή Ζωή εξαγιάζοντας τόν παραβαίνοντα πόθο τής επανάστασης μέ τήν μεγαλειώδη σύλληψη τού έρωτα αισθάνθηκα βαθειά ότι μέ αφορά, τό σκοτεινό άρωμα τού άνθους τής επίγνωσης που φυτρώνει ανάμεσα στό αποτέλεσμα καί στήν αιτία τό ο- νόμασα φόβο κι εκείνο στό οποίο κάθεται σάν τήν πρωϊνή πάχνη: καρδιά -ένα περίεργο πουλί που φτερουγίζει αλλοιώς όταν εκείνος ξεχαστεί καί γίνεται αφηρημένος καί απών καί στή θέση του προλαβαίνει γιά λίγο καί τήν ακου- μπά μέ τό μικρό της δάχτυλο ανοίγοντας στό φώς τό τρυφε- ρό της αιδοίο η αγριεμένη του άρνηση: η χαρά-... Ώ Νόμοι! Ώ Σχήματα! Ώ Μορφές! Είστε λοιπόν οι αληθινοί Θεοί; Ή είστε απλώς οι αναβάτες τής ύλης; Ποιός σάς ξέ- χασε πίσω του φεύγοντας βιαστικά; Ποιός σάς ανέθεσε νά τού τήν φυλάξετε όπως ακριβώς ήταν, μέχρι νά επιστρέψει από τίς μακρυνές του υποθέσεις; Πώς είστε σίγουρα ότι έχε- τε καταλάβει σωστά; Είναι λοιπόν τά σπιρούνια καί τό μα- στίγιό σας, είναι αυτό που έχει τό όνομα πόνος εκείνο που μέ ευγένεια στήν αρχή, μέ αγριότητα όπου χρειαστεί, μέ α- ληθινή αγωνία άν προχωρήσει πρός τά έξω τήν κρατά στό ε- σωτερικό καί τής υπενθυμίζει τά όρια τής ελαστικότητάς της; Είναι ο φόβος γιά τόν πόνο αυτό που διδάχτηκε σιγά σιγά στά όντα, αυτό που ανάγκασε τήν συνείδησή τους νά α- ναπτυχθεί έτσι ώστε νά προστατεύει τίς λειτουργίες που έ- χουν εγκατασταθεί κάτω απ' τήν επίβλεψή σας στόν πυρήνα τους; Είναι άραγε οι αμέτρητοι αιώνες τής συμβίωσης μέ τόν φόβο που επέτρεψαν στά πολύπλοκα σύνολα τών πιό ε- κτεθειμένων υποκειμένων νά αντιληφθούν τί τούς απαγο- ρεύονταν, τί τούς επιβάλλονταν, καί πως πίσω απ' τήν φρί- κη τής ανυπακοής είναι δυνατόν κάπου κάπου σάν υποψία νά φανεί η λάμψη τών ονείρων μέ τά οποία περιβάλλεται σήμερα ακόμη περισσότερο από ποτέ η υπέρβασή σας; ------------------------------------------------------ Η ζωή μου κάπου χτύπησε καθώς σ' αγαπούσα. Κάτι σκλη- ρό που χρόνια τώρα προσπαθούσε νά μέ φτάσει τό κατάφε- ρε... Άχ, έλα ν' αλλάξουμε γιά λίγο θέσεις! Άφισέ με νά μιλήσω πρώτος εγώ! Έξω βρέχει. Τί πλήξη! Αυτά τά λέω γιά νά μή χάνουμε τήν επαφή, εμένα μέ πιάνει ένα χασμουρητό! Κι εσύ καημένε μου τά παίρνεις στά σοβαρά. Θυμάσαι τόν Λόγο που μού έβγα- λες; : _Κάνεις συνεχώς τό ίδιο λάθος όταν παίρνεις τήν θέση μου. Παρ' όλη τήν οξυδέρκειά σου σού διαφεύγει τό ότι η δικιά σου ανάγκη θά είναι πάντα η αιτία τών μεταβολών μου. Κάθε φορά που αναρωτιέσαι: "Τί μπορούμε νά κάνουμε τώρα που τά έχουμε καταλάβει ό- λα αυτά; Τώρα που δέν μπορούμε νά περιμένουμε τίποτα πιά από έναν άνθρωπο; Ακόμα κι απ' όλους τούς ανθρώπους μα- ζύ;", στρέφεσαι σ' εμένα. Πώς είναι δυνατόν νά αρνηθώ νά σού δώσω τό χέρι μου; Ένα κενό ανοίγει κι εγώ πρέπει νά προλάβω νά ξαπλώσω απάνω του καί νά τό κλείσω. Ήσουν άραγε ώς τώρα εσύ αυτός που τό κάλυπτε; Αυτά τά μαλακω- μένα στοιχεία, αυτό τό ζυμάρι, κρατούσαν καί τούς δυό μας τόσο γερά; Είναι απίστευτο ότι ο βαθμός τής δικιάς μου α- ντίληψης έχει προκληθεί από τήν ένταση μιάς απελπισίας που είναι αποκλειστικά δική σου υπόθεση· καί τό ότι από 'κεί καί πέρα αφορά καί στούς δυό μας δέν οφείλεται παρά στήν αναπόφευκτη συναίνεση μιάς παγιδευμένης επίγνωσης νά συνεργαστεί μαζύ σου. Σέ χρησιμοποιώ καί εξεγείρομαι εναντίον εκείνων που βρίσκονται πίσω απ' τήν αδυναμία σου νά μήν κινείσαι κάθε φορά παρά μόνο μέσα στόν χώρο αυτών τών περιορισμένων διαστάσεων οι οποίες ορίζουν τήν ευρύτητα καί τό βάθος τών διαπιστώσεών σου καί κανέ- να παράπονο δέν μπορώ νά δεχτώ από τό μέρος σου γιά τήν συμπεριφορά μου. Τό νά μέ υποτιμάς προσπαθώντας νά χα- λαρώσεις τήν εντύπωση που σού κάνει η στάση μου, δέν μπορεί ν' αλλάξει τίποτα σ' αυτό που σιγά σιγά, μέ τόν και- ρό, μέ τίς διαρκείς αντιπαραθέσεις μας, έχει γίνει φανερό ό- τι όχι μόνο εσύ περιμένεις από μένα, αλλά κι εγώ ανεξάρτη- τα από τήν δικιά σου θέληση πιά κατευθύνομαι, καί που δέν διστάζω νά τό φέρω εδώ μπροστά μας ζωντανό σάν τήν μό- νη δυνατότητα που μάς απομένει. Η υπέρβαση αυτού τού χώ- ρου, καθώς η ανεπάρκειά του νά περιέχει ταυτόχρονα καί ι- σοδύναμα καί τούς δυό μας μέσα του γίνεται ολοένα καί πιό βασανιστική στό σημείο που έχουμε φτάσει, είναι απαραίτη- τη, καί η σκληρότητά μου γιά τήν τυραννία που μέ τόσο πεί- σμα θέλει νά εξακολουθεί νά μάς επιβάλλει αναφέρεται σ' αυτόν καί μόνο. Τό ότι εσύ μετά από λίγο καταντάς από τόν φόβο σου ένας συνεργάτης του που προσπαθεί νά τόν προ- στατεύσει, είναι μιά λεπτομέρεια που άν καί τής ανήκει κά- θε σεβασμός δέν είναι ωστόσο αρκετή γιά νά μέ σταματήσει. Γλώσσα καί Αίμα δίνουν εδώ μιά μάχη χωρίς έλεος, κι άν ποτέ ένα πάθος διστάζοντας προκάλεσε τόν χαμό του, η φρί- κη τού Φυσικού Μεγέθους που ορμά νά μάς καταπιεί ξανά, κάνει τό δικό μας πάθος νά επιτίθεται σέ μάς τούς ίδιους... Τό στόμα μου στεγνώνει καί τά λόγια μου γίνονται δύσκο- λα, επειδή, έστω κι άν είμαι εγώ αυτός που θά σέ σπρώξει, έστω κι άν όταν εσύ χαθείς εγώ ξέρω καλά ότι δέν θά θιγώ, η παλιά μας συντροφιά θά μού λείπει πάντα, καί η γλύκα τών ματιών που καταλάβαιναν θά εξακολουθεί νά μέ συγκι- νεί όταν σέ θυμάμαι. Μαζύ σου γνώρισα έναν έρωτα. Ήταν πράγματι μιά συναισθηματική άποψη. Αλλά άκου φί- λε μου. Όλα αυτά είναι παραλλαγές πάνω στό ίδιο θέμα. Ο άνθρωπος έχει μιά αντιστικτική ικανότητα καί τήν χρησι- μοποιεί. Πεθαίνει νά φτιάχνει Φούγκες. Εκστασιάζεται μέ τά ίδια του τά λόγια. Όμως μή νομίσεις ότι πιστεύει πως τόν ακούει κανένας άλλος. Σκάω στά γέλια κάθε φορά που θυμάμαι τήν σοβαρότητά σου όταν αρχίσαμε νά παίζουμε αυ- τό τό κρυφτό. Τί αφέλεια νά θεωρείς μιά τέτοια κατάληξη σάν δικό σου προνόμιο. Πώς ξέρεις αλήθεια ποιός απ' τούς δυό μας είσαι; (210) 17-1-1988 "Θά σού εξηγήσω γιατί δέν θέλω νά πεθάνω", είπα. "Θά σού αποκαλύψω τά σχέδιά μου, εδώ, ετούτη τή στιγμή. Καμμιά εφεύρεση, καμμιά ανακάλυψη δέν μπορεί νά σταθεί μπροστά σ' αυτό που τώρα κρατώ στά χέρια μου. Κι άν τίποτ' άλλο δέν κερδίθηκε τόσα χρόνια, αρκεί μόνο του νά ξεπληρώσει ό,τι έχουμε υποφέρει. Έλα. Θά σού δείξω τά σύ- νορα". -------- Ποιός βαδίζει; Ποιός βαδίζει; Ποιός ακούει τά βήματά του; Ποιός πιέζει τό χέρι στήν καρδιά του γιά νά μήν σπάσει; Ποιός συνέρχεται μόνο όταν τό κεφάλι του έχει στρέψει πρός τά πίσω; Από ποιόν απομακρύνεται; Ποιός χειρονομεί απελπισμένα στό βάθος; Ποιό τοπίο τόν καταπίνει; Ποιός θά έμενε; Πώς θά ήταν δυνατόν νά αντέξει χωρίς νά νοιώθει δίπλα του τόν άλλον; "Φύγε εσύ αγάπη μου", είπες. Ά, νά μέ κοίταζαν αλλοιώς τά μάτια σου! Γιά ποιόν απ' τούς δυό μας θά δάκρυζα εγώ; "Φίλησέ με", είπα μ' έναν α- ναστεναγμό. "Καί μήν κοιτάξεις πίσω μας". ---------- Τά σύνορα δέν είχαν καμμία απαίτηση. Σάν σύμμαχοι, σάν καλοί συνεργάτες υποχωρούσαν. Προλάβαιναν κάθε βήμα που σκόπευε νά τά πλησιάσει: η αδιακρισία του συγχωρού- νταν όπως ένα συμπαθητικό αίτημα που η αδεξιότητα παρα- μορφώνει διαρκώς τίς προθέσεις του· η επιθετικότητά του έμοιαζε μέ αστείο: μιά ορμητική κίνηση στή διάρκεια ενός χαρούμενου παιχνιδιού από κάποιο άκακο οικιακό ζώο που τού δίνουν θάρρος καί τού επιτρέπουν νά αγριέψει γιά νά μετρήσουν ξαφνικά μέ μιά απότομη αλλαγή στήν συμπερι- φορά τους τόν φόβο του. Αφίνοντας τό πεδίο ελεύθερο, προ- σέφεραν χρόνο, προσέφεραν χώρο, χωρίς νά ζητούν κανένα αντάλλαγμα. "Τί νά υπάρχει πίσω τους;", ρώτησα ψιθυριστά καθώς προ- σπαθούσα νά σέ κρατήσω, "Τί κρατούν εκείνα γιά τόν εαυτό τους;". "Θά τό μάθουμε", είπες λαχανιάζοντας. "Σύντομα". ---------- Στάθηκες εκεί μπροστά τους, βλέποντας αφηρημένα τήν λε- πτή γραμμή που σέ παρακολουθούσε προσεκτικά. "Θά ρί- ξουμε κλήρο;", μουρμούρησες, σάν νά επρόκειτο νά λυθεί έ- τσι η διαφωνία γιά τό μοίρασμα μιάς ζηλευτής απόγνωσης, καί κάθε αντίρρηση που είχα ετοιμάσει γιά τά προηγούμενα μετατοπίστηκε μέ ταραχή μέσα μου καθώς έστριβε νά αντι- μετωπίσει τόν νέο κίνδυνο. "Πώς θά είναι αλήθεια όταν συμβεί;", αναρωτήθηκα. Τί νάναι αυτό που ξαπλώνει στό κατώφλι μας από τότε που ζούμε μαζύ αγάπη μου; Σκουπίζουμε τά πόδια μας στήν κοι- λιά του. Γλείφει τίς φτέρνες μας. Δαγκώνεται καί περιμέ- νει. Θά τό φωνάξουμε! Ά, ναί, θά τό φωνάξουμε! Η λέξη που τό καλεί είναι μέσα μας. Η γλώσσα μας γλυστράει επάνω της τόσον καιρό. Σφίγγουν, σφίγγουν τά δόντια μου έρωτά μου. Δέν θέλω νά ξαναμιλήσω. Δέν θέλω νά βγάλω άλλη φωνή. Μέ νοήματα. Μέ τά μάτια. Πές μου τό νόημα μέ τά μάτια. Είναι πιό τυφλό από μάς. Δέν θά τ' ακούσει. ------------ "Αυτά είναι τά σύνορα", είπα δείχνοντας τήν λεπτή γραμμή που τρεμούλιαζε καθώς αναπνέαμε μπροστά της. "Καμμιά κίνησή μας δέν τής ξεφεύγει. Καί τό παραμικρό μας βήμα τήν αφορά. Τά λόγια μας, οι σκέψεις μας, τά συναισθήματά μας τήν δημιουργούν καί τήν τρέφουν κάθε στιγμή. Μάς κλείνει από παντού. Στέκεται ανάμεσα σέ μάς καί στόν υπό- λοιπο κόσμο σάν ένας φύλακας, σάν φρουρός. Παρακολου- θεί τόσο πιστά κάθε μας μετακίνηση διατηρώντας συνεχώς σταθερή τήν απόστασή της, ώστε νά μήν είναι καθόλου λά- θος άν πεί κανείς δείχνοντάς την: «κι αυτή, είναι τά όρια τών εσωτερικών μου διαστάσεων». Ποιός προστατεύεται α- πό ποιόν, μάς είναι αδύνατον νά διαπιστώσουμε όντας μέσα της. Άν πρέπει νά τής χρωστάμε ευγνωμοσύνη ή νά τήν έ- χθρευόμαστε, φαίνεται πως μένει γιά όλη μας τή ζωή ένα μυστήριο. Όλα αυτά τά χρόνια τήν παρατηρώ. Δέν αφίνει ποτέ νά τήν πλησιάσουν. Είναι τό πιό άγρυπνο στοιχείο που εμφανίστηκε σ' αυτό τό Σύμπαν, η ταχύτητα τών αντιδράσε- ών της στά ερεθίσματα που τής δημιουργούμε όχι απλώς εί- ναι τόσο μεγάλη ώστε νά είμαστε ανίκανοι νά τήν συλλά- βουμε, αλλά έχω πολλές φορές υποψιαστεί ότι γνωρίζει μ' έναν περίεργο τρόπο κάθε τί που είναι δυνατόν νά προέλθει από εμάς πρίν κάν ξεκινήσει σάν πρόθεση νά παίρνει κά- ποιο σχήμα μέσα μας, καί έχει κιόλας ετοιμαστεί περιμένο- ντάς το σάν νά τό προκαλεί κάθε φορά εκείνη. Ζούμε καί πεθαίνουμε κάτω απ' αυτό τό βλέμμα μέ τήν μισητή ευκινη- σία, κι έχω συχνά αναγκάσει τά μέλη μου νά λογικευτούν κρατώντας τό ένα μου χέρι μέ τό άλλο καί σφίγγοντας τά γόνατά μου καθώς θέλουν νά παραδοθούν στίς φαντασιώ- σεις που τό ξεσχίζουν μέσ' στό μυαλό μου. Κι όμως υπάρχει ένας τρόπος αυτά τά σύνορα νά ξεπεραστούν. Είναι ένας τρόπος που σέ ενδιαφέρει, επειδή μόνος μου δέν μπορώ νά κάνω τίποτα. Χρειάζομαι τή βοήθειά σου καί μή νομίσεις ό- τι θέλω νά σέ παρασύρω μαζύ μου στήν καταστροφή. Έτσι όπως είμαστε τώρα δέν έχουμε καμμιά άλλη ελπίδα, είναι η μοναδική μας διέξοδος ό,τι κι άν στοιχίσει, κι άν δέν θέ- λουμε νά τελειώσουμε τίς μέρες μας μέσα σ' αυτό τό κλουβί πρέπει νά τό αποφασίσουμε. Ένα πράγμα μόνο είναι εκείνο που μπορεί νά φτάσει καί νά ξεπεράσει ετούτα τά σύνορα: ο χωρισμός μας. Θά ρίξουμε κλήρο. Μέ πλήρη συνείδηση αυ- τός που θά μείνει θά παρατηρεί τόν άλλον που απομακρύνε- ται. Τί μπορεί νά κάνει τότε αυτός ο δεσμοφύλακας; Δέν μπορεί νά κάνει τίποτα. Άκουσέ με. Ποτέ δέν πίστεψα σ' αυ- τό τό ύπουλο σύνθημα: «Η ισχύς εν τή ενώσει». Η διάσπα- ση, η διάσπαση είναι εμάς η δύναμή μας. Είμαστε δούλοι ε- νωμένοι. Κάθε μας κίνηση, κάθε μας πρόθεση είναι εύκολο νά προβλεφθεί. Άχ, έλα, έλα νά χωριστούμε αγάπη μου. Τά σύνορα μπορούν καί παρακολουθούν μόνο τό σύνολό μας. Θά τά χάσουν όταν χωρίσουμε. Ποιόν θά παρακολουθούν τότε; Μέ πλήρη συνείδηση, μέ πλήρη συνείδηση θά παρατη- ρεί αυτός που θά μείνει ακίνητος εδώ τόν άλλον που θά προ- χωρήσει κατ' απάνω τους. Θά θέλουν νά υποχωρήσουν εκεί- να, θά θέλουν νά διατηρήσουν τήν απόσταση αλλά ποιόν θά προτιμήσουν; Άν προτιμήσουν αυτόν που προχωρεί, τότε ε- κείνος θά τά σπρώξει ανοίγοντας τόν κύκλο που έχει κέντρο τόν ακίνητο αγαπημένο ώσπου νά τεντωθούν καί νά σπά- σουν. Γιά σκέψου τότε: ελεύθεροι! Θά 'μαστε ελεύθεροι! Χω- ρίς όρια! Μπορεί! Μπορεί στ' αλήθεια αυτό νά γίνει!... Άν όμως προτιμήσουν αυτόν που στέκεται ακίνητος, τότε ο άλ- λος θά τά διαπεράσει. Κι άν τήν επόμενη στιγμή τρελλαθεί, κι άν τόν χτυπήσει τό άγνωστο καί τόν τυφλώσει, θά προ- λάβει, ναί, θά βγάλει από μέσα του εκείνον τόν ταπεινόν ή- χο, αυτό τό σιγανό ουρλιαχτό που ολοένα κουλουριάζεται καθώς περνούν τά χρόνια, που αποτραβιέται όλο καί πιό πο- λύ φοβισμένο στό βάθος μας, τραβάει σάν σεντόνι επάνω του τίς μικρές μας ελπίδες, τίς ξαφνικές μας χαρές, δέν θέλει, δέν θέλει νά βγεί, δέν θέλει νά τό σπρώξουν μέ τό ζόρι έξω, θά προτιμούσε νά μείνει εκεί, σκεπασμένο καί ζεστό, ξεχα- σμένο, μιά παρεξήγηση, ένα αστείο λάθος, ένα παιδικό πα- ράπονο ησυχασμένο από τό αγαπημένο χέρι κι όχι όπως τώ- ρα νά πεταχτεί, νά τιναχτεί, ένα ελατήριο, μιά αρχαία κραυ- γή που σκάβει μέ τήν απελπισία της τό στήθος μας, καί νά τρυπήσει τά θυμιάματα, τίς προσφορές, τίς ικεσίες που περι- μένουν ακόμα γονατισμένες μπροστά στή Μισητή εξουσία, νά ξεσκίσει τ' αυτιά που δέν μάς ακούν, που δέν συγκινού- νται, καί καθώς Εκείνη γυρίζει ξαφνιασμένη απ' αυτό που τόλμησε καί Τήν έφτασε, νά Τήν ονομάσει μέ τό αληθινό Της Όνομα: «ΔΟΛΟΦΟΝΕ!». Ά, θά σβυστεί, αμέσως θά σβυστεί τό Πρόσωπό Της που δέν έχει υποψιαστεί μέχρι τώ- ρα τό Όνομά Του. Θά πάψουμε τότε νά Τό εκφράζουμε σκο- τώνοντας ο ένας τόν άλλον εδώ κάτω, ένας καινούργιος Ή- λιος θ' ανατείλλει... Έλα, έλα νά χωριστούμε αγάπη μου. Έλα νά ρίξουμε κλήρο". (211) 21-1-1988 Μέ συγκινούν εκείνοι που μπορεί νά είναι δυστυχείς χωρίς νά έχουν καταλάβει, όπως εκείνοι που είναι δυστυχείς επει- δή κατάλαβαν, αλλά, πίστεψέ με, ποτέ δέν ζήλεψα τίποτε ό- σο τήν τέχνη αυτής τής μικρής στιγμής τής ευτυχίας που εί- ναι δυνατόν νά συναντήσει κάποιος απ' αυτούς τούς τελευ- ταίους στόν δρόμο του καί που είναι ικανή νά ξεγλυστρά μέσα από όλες τίς παγίδες -τίς οποίες κάθε νέα επίγνωση καθώς προστίθεται στά στρώματα τών παλαιοτέρων τοποθε- τεί προσεκτικά γύρω της ώστε νά ασφαλίσει τά όριά της, πιστή στήν αποστολή που τής έχει αναθέσει τό μυαλό νά σκεπάσει μέ τή σειρά της τό πηγάδι που έχει ανοίξει στίς προηγούμενες απ' τό εσωτερικό η καρδιά-, καί σάν ένα ξαφ- νικό φωτεινό συμβάν πάνω στό μαύρο φόντο ενός συνο- φρυωμένου πνεύματος, νά παρασύρει τό βλέμμα του, λειώνο- ντας μέ τήν γλυκειά καί άγρια ζέστη που τήν συνοδεύει τόν φόβο του καί βγάζοντας τήν γλώσσα στήν γελοία αρχιτεκτο- νική που προσπαθεί νά ανέβει στόν ουρανό επισκευάζοντας τόσους αιώνες τή σκάλα τής υπηρεσίας. ΤΕΛΟΣ ΠΕΜΤΟΥ (198-211, Δεκέμβριος 1986-Ιανουάριος 1988) 26