ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ (Σεπτέμβριος 1988 - Μάϊος 1990) Είμαι δύο. Σάν τό σκυλί κουλουριάζομαι στήν αυλόπορτα. Μέσα μου ο αδερφός μου συγυρίζει. Μήν βρίζεις τό σκυλί που σέ γαυγίζει διαβάτη. Χαιρέτα τόν άνθρωπο στό κατώ- φλι. Αυτός ξέρει νά υποδέχεται τούς καλεσμένους του. "ΚάΓΙΑ"
ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Κείμενα (149) - (167), Φεβρουάριος - Ιούλιος 1986 (Έκδοση: Ιούνιος 1987) Κείμενα (168) - (197), Αύγουστος - Νοέμβριος 1986 (Έκδοση: Μάρτιος 1987) Κείμενα (198) - (211), Δεκέμβριος 1986 - Ιανουάριος 1988 (Έκδοση: Φεβρουάριος 1988) ________________________ ________________________ Γιάννη Σ. Χρυσούλη: "Οι Σημειώσεις ενός ανθρώπου" Κείμενα (212) - (213), Σεπτέμβριος 1988 - Μάϊος 1990 ________________________ _______________________ @: Γιάννης Σ. Χρυσούλης Εθνάρχου Μακαρίου 6. Πολύδροσο Αμαρουσίου 15125 Τηλ. 6819775 ________________________ _______________________ Η περισπωμένη διατηρείται μόνο στά ερωτηματικά πού καί πώς καί στίς λέξεις στίς οποίες ήδη υπάρχει σάν διακριτικό σύμβολο από τίς όμοιές τους μέ διαφορετική έννοια. «ΚάΓΙΑ» Εθν. Μακαρίου 6. Πολύδροσο 15125. Τηλ. 6819775 Αθήνα Κάγια: Μιά αγαπημένη παραλία τής Μυτιλήνης (212) 25-9-1988 Μόνο στόν τρόμο μου, μόνο στόν τρόμο μου στηρίζεσαι γιά νά μέ υποτάξεις. Θέλω νά ξανακολυμπήσω εδώ. Εδώ που η αισθητική είναι ένας ρόγχος. Που η διαφορά ανάμεσα σέ σένα καί σέ σένα σέ τραβά πρός τά κάτω σάν συγγενής... Άχρηστα φυτά μεγαλώ- νουν τίς διαστάσεις που συντηρούν τή ζωή μου. Μέ μεταχει- ρίζονται. Μέ χρησιμοποιούν ώστε νά τούς δοθεί χώρος. Φυ- τρώνουν αδιάκοπα επάνω μου, σπρώχνοντας, μ' αυτό τό ι- διαίτερο θράσος που δικαιώνεται βιαστικά καθώς τό Σύ- μπαν γιά άλλη μιά φορά απομακρύνεται. Τί αισθάνεται τό στρείδι γιά τήν ασήμαντη μικρή πέτρα που βρέθηκε χωρίς δική της θέληση ανάμεσα στίς σάρκες του; Τήν ντύνει μέ τό πολύτιμο έκκριμά του· ναί. Είναι όμως αυτό μιά ευγενική φιλοφρόνηση σέ κάποιον σπάνιο επισκέ- πτη; Είναι μιά προσπάθεια νά κρατήσει κοντά του ένα δώ- ρο; Φτιάχνει μήπως έναν μικρό τάφο γιά κάτι που απρόσε- κτα έπεσε από έναν άλλο κόσμο; Ώ... Μέ απέχθεια τραβιέται μακρυά απ' αυτό τό ξένο σώμα που εισέβαλε στόν χώρο του. Μέ επιπόλαιες, γεμάτες πανικό βιαστικές κινήσεις τό καλύ- πτει ώστε νά σφραγιστεί, ώστε νά παραιτηθεί από τίς επι- κίνδυνες προθέσεις του· μέ κόπο τό σπρώχνει στίς πιό μα- κρυνές του γωνιές... Είναι αλήθεια αυτή η αθώα ουσία, αυ- τό τό ρούχο που θά εγκαταλειφθεί πίσω του, μιά ικανοποίη- ση γιά τό αδίκημα που διαπράττει εκείνο τολμώντας νά α- μυνθεί, τολμώντας νά εναντιωθεί, τολμώντας νά επιτεθεί μέ μιά κίνηση που ίσως σκοπεύει νά τό προετοιμάσει γιά ένα ταξίδι; Είναι άραγε, χάρις σ' αυτό τό ανεκτίμητο ένδυμα που αποφεύγει τήν οργή τού περιβάλλοντος; Είναι πιθανόν. Επειδή η μικρή αυτή ιδιοφυΐα μέ τήν οποία αποσπά τήν προσοχή στήν αισθητική τής συμπεριφοράς, επιβάλλει νά τού φερθούν μέ σεβασμό... Μέ σεβασμό, ώστε νά μήν διαταράξω τούς στοχασμούς ενός ευγενούς, αποθέτω το μαύρο μαργαριτάρι στόν βράχο. Πώς τήν άλλαξαν, πώς τήν άλλαξαν τήν άσπρη φυλακή οι αντιρ- ρήσεις τής καρδιάς που κλείστηκε! Καί πού αλλού άραγε μπορεί νά αναζητηθεί μιά καρδιά παρά σέ όντα κλεισμένα τά οποία έχουν αντιρρήσεις; Αυτή, αυτή η μικρή πέτρα που ταξιδεύει στό κέντρο ενός μαύρου κόσμου είναι ο αδερφός μου! Είναι τόσος καιρός τώρα που έχω πέσει μέσα σ' αυτές τίς σάρκες. Πολύτιμες εκκρίσεις, υλικά που δημιουργούνται μόνο γι' αυτόν τόν σκοπό μέ περιβάλλουν. Ά, τί τό ενδιαφέ- ρει τό Σύμπαν η ιδιαίτερη φύση μου! Σάν ευσυνείδητος καλ- λιεργητής, σάν προσεκτικός εκτροφέας επιβλέπει τήν καθα- ρότητα και τό πάχος τής ουσίας που μέ καλύπτει... Πρέπει λοιπόν νά τού χρωστώ ευγνωμοσύνη; Πρέπει νά εγκαταλει- φθώ στήν εύκολη φαντασίωση ότι εκείνο αναγνωρίζει πως μέ αφορά αυτό τό οποίο θά αφίσω πίσω μου φεύγοντας καί νά δεχτώ νά κάνω υπομονή ώστε νά αυξηθούν οι σημερινές του διαστάσεις; Ώ γή! Ώ παγίδες! Ώ κατακόρυφες μυτερές αιχμές κάτω απ' τό κούφιο χώμα προκλητικών περιπάτων. Αισθητικοί συν- διασμοί τών αποχρώσεων τής ματαιοδοξίας μιάς εκ γενετής ιερής ηλιθιότητας. Μέ ποιόν σκοπό συνέλκονται γύρω μου οι ξένες ιδιοκτησίες; "Καθόλου δέν σέ εμπιστεύομαι", τού είπα γυρνώντας ξαφνι- κά τό κεφάλι μου καί γιά μιά στιγμή, καθώς δέν περίμενε έ- να τόσο απότομο φέρσιμο, τά χείλη μας συναντήθηκαν. Πίε- σα τρυφερά τό πρόσωπό μου επάνω στό δικό του καί τόν α- γκάλιασα. "Τίποτ' άλλο, τίποτ' άλλο δέν έχω εκτός από σέ- να", μουρμούρισα, "καί πίνω ευτυχισμένος τά δάκρυά σου. Άχ, σφίξε με, σφίξε με αγάπη μου, μήν αφίνεις τό μυαλό μου νά τρέχει τόσο πολύ. Δέν βλέπεις πόσο σού φεύγω; Μήν εί- σαι έτσι καλός. Θά χαθούμε πρίν τήν ώρα μας". Γιατί προσπαθώ νά μείνω μέσα σ' αυτή τήν πραγματικότη- τα; Γιατί προσπαθώ νά κρατηθώ από πάνω της τόσο απελπι- σμένα λές καί κάποιος που τού έχω εμπιστοσύνη μού ψιθυ- ρίζει στ' αυτί ότι είναι η τελευταία άκρη; Έχω εκμεταλλευτεί αυτή τήν πίστη. Έχω πατήσει επάνω σ' αυτές τίς συμβουλές. Έχω σκαρφαλώσει σ' αυτόν τόν φόβο. Στίς μικρές ραγισματιές τού κορμιού έστριβα τά δάχτυλά μου σάν κλειδιά νά μού ανοίξει· τά σιγανά τριξίματα τής σάρκας, καθώς λύγιζε μέ αγωνία, παρακαλούσα νά μέ οδη- γήσουν εκεί που βγαίνει έξω, εκεί που τελειώνει τό σώμα, ε- κεί που μπαίνει ο έρωτας. "Από πού μπαίνει ο έρωτας;", τόν ρωτούσα καί κοιτούσα τά μάτια του. "Καί γιατί μετά από λίγο χάνει τόν δρόμο μέσα μας; Όσες φορές τόν ακολούθησα μού φάνηκε τόσο μπερδε- μένος. Δέν ήξερε πρός τά πού νά πάει. Ενώ περίμενα νά μέ παρασύρει, αναγκαζόμουν νά τόν αφίσω σέ κάποιο παγκάκι μέ σκυμένο κεφάλι χωρίς νά θέλει πιά νά κουνηθεί. Αυτή η Φύση μέ τούς Νόμους της οδηγεί στήν κατάθλιψη όσους τήν εμπιστεύονται. Τί μπορεί νά μάς βγάλει έξω λοιπόν; Ο Θά- νατος; Αυτή η υπηρέτρια;". Πλάϊ στά τρυφερά του ανοίγματα όπου ασκούνται οι φοβε- ρές πράξεις τού ελέους τών ομοίων του, ανακαλύπτω τίς λε- πτές καλυπτήριες επιφάνειες... Τί υπάρχει άραγε από κάτω τους; Είναι ο σφυγμός αυτό που αναταράσσει τό δέρμα; Εί- ναι ο παλμός, η κορύφωση, καθώς συγκρούονται τά κύματα τής πραγματικότητας καί τού Χάους; Εσύ τραγικό επίτευγμα Αφελών υπολογισμών! Συνειδητο- ποίησε άραγε ποτέ τό Θείο τήν ύβρη Του; Αντελήφθη ποτέ τό μεγαλείο τής Τύχης; Έμπλεος υπεροψίας απεχώρησες... Καί νά, που οι συντεταγμένες διεψεύσθησαν, οι συντετμημέ- νες ματαίως επιμένουν... Στό πλάϊ, στό πλάϊ ενεπήχθη! Ου- δαμού συνέπεσαν αι Θύραι! Πρέπει νά σπρώξω! Πρέπει νά σπρώξω! σάν ένα τρίτο χέρι, σάν ένα πόδι που κατάφερε κάπου νά στηριχτεί, σάν ένα πνεύμα που φωνάζει... Ά Ηχώ που μού στέλνεις πίσω τήν φωνή μου, σέ ευγνωμονώ. Τί κι άν αυτό σημαίνει πως βρί- σκομαι μπρός σέ έναν τοίχο; Είναι η φωνή μου που επιστρέ- φοντας μέ σπρώχνει. Λίγο ακόμα! Λίγο ακόμα! Μιά μικρή, μιά ελάχιστη μετατόπιση στό πλάϊ. Ώστε νά συμπέσουν οι Θύρες! Ώστε νά ταυτιστούν τά ανοίγματα! "Θέλω νά χωρίσω. Θέλω νά χωρίσω από 'σένα σ' αυτή τή ζωή". Πόσο πιστά μ' ακολουθεί! Χτύπησα τό πόδι μου κάτω: "Θά μείνω έξω! Θά μείνω έξω αυτή τή φορά!". Άρπαξα τό χερού- λι τής πόρτας, κοίταξα τά δάχτυλα, τό αίμα είχε φύγει, είχε οπισθοχωρήσει μέ τρόμο καθώς πίεζα τή σάρκα γύρω απ' τό μέταλλο· "φεύγει, φεύγει!", ψιθύρισα... Σ' αυτή τή ζωή! σ' αυτή τή ζωή θά τού ξεφύγω! Γι' αυτό τό αφίνω νά φθείρεται. Γι' αυτό τό αδυνατίζω. Κοίταξέ το! Κοίταξέ το πώς έχει καταντήσει! Ούτε στά πό- δια του δέν μπορεί νά σταθεί πιά. Όπου νά 'ναι, σέ λίγο, θά σωριαστεί... Τί σχέση έχω εγώ μέ τή μοίρα μου; Τί μέ ενδιαφέρει η μοίρα ενός κορμιού; Ποιά μοίρα μπορεί νά είναι αρκετή γιά τό πνεύμα;... Κι όμως πόση μελαγχολία κρύβεται πίσω απ' αυ- τή τήν επίγνωση: «Χούς εί καί εις χούν απελεύσει»! Ώ εσύ παιδικέ σύντροφε! Μικρό ανασήκωμα τού εδάφους. Αγαπημένε. Κουρασμένε. Στά πιό όμορφα, στά πιό όμορφα μάτια, τήν ώρα τής μεγαλύτερης χαράς τους, ένα σύννεφο, μιά θλίψη, ένας αποχαιρετισμός. Θά χωριστούμε. Γιατί πώς είναι δυνατόν νά μέ αφορά αυτή η επιστήμη τής Λάσπης; "Έρχομαι νά λουστώ μέσα σου καί σέ θαυμάζω", είπα στή θάλασσα, ενώ ο αέρας τρομαγμένος προσπάθησε νά μ' εμπο- δίσει σπρώχνοντάς με πίσω, σάν νά βασανίζονταν από κά- ποιο ανήσυχο προαίσθημα. "Τί έχεις μαζύ της;", ρώτησα κι άπλωσα τό χέρι μου νά τόν ημερέψω. "Τήν αναστατώνεις συνέχεια σάν παιδί καί κάνεις κι εμάς νά νομίζουμε ότι έχει θυμώσει κι ότι προσπαθεί νά μάς κάνει κακό. Είναι μιά γλυκειά αγκαλιά. Δέν τήν βλέπεις; Σιγά σιγά τά μαζεύει ό- λα μέσα της καί τά χτενίζει. Είναι η μάνα μας. Αλλά κι εσύ είσαι η μάνα μας. Μήπως δέν κολυμπάμε μέσα σου; Μήπως κι εσύ δέν μάς κρατάς στήν αγκαλιά σου καί μάς χτενίζεις; Κι ακόμα τό χώμα μήπως κι αυτό δέν είναι μιά μάνα που μάς περιμένει; Μήπως κι αυτό δέν ανυπομονεί νά περάσει τά δάχτυλά του στά μαλλιά μας; Ά, πόσο, πόσο τυχερά είμα- στε! Μήν τρομάζεις λοιπόν άν τήν επεθύμησα. Κι εκείνη δέν μέ σκέφτεται; Δέν έσπρωξε στά πόδια μου αυτό τό μαύρο μαργαριτάρι καθώς περπατούσαμε στήν αμμουδιά τό πρωΐ; Θέλω νά τήν φιλήσω πρίν φύγω". 9-3-1989 Έσκυψα καί τήν φίλησα. "Τί ωραία που ταιριάζουν τά χεί- λη μας", ψιθύρισα. "Κάθε φορά που κάποια επίγνωση γεμί- ζει τήν καρδιά μου τρόμο, τό κορμί μου ανοίγεται καί χαλα- ρώνει σάν νά θυμάται ξαφνικά τό φιλί σου. Τό φιλί σου λοιπόν είναι ένας γλυκός τρόμος που μέ προστατεύει από τήν επίγνωση τής καταστροφής. Όλοι οι ξεχασμένοι φόβοι σταματούν τά παράπονά τους κι αλήθεια τό μυαλό μου μή- πως δέν είναι τότε που ησυχάζει καί κοιτά σ' αυτόν τόν ήρε- μο καθρέφτη τό πρόσωπό του; Η ίδια η καταστροφή φαίνε- ται από 'δώ καί πέρα νά συμβαίνει γιά δικό της λογαρια- σμό, κι άν ό,τι πρόκειται τώρα μέσα μου νά καταστραφεί εί- ναι αδύνατον νά μή θέλει νά προφυλάξει τόν εαυτό του, ω- στόσο δέν αγωνίζεται πιά νά σπρώξει τόν μικρό φόβο που θά τό προστάτευε στήν επιφάνεια. Στήν επιφάνεια υπάρχει μό- νο ένα δροσερό νερό. Σφιχτά, αυτό που μέσα στόν καθένα μας δέν κινδύνεψε ποτέ από τίποτα, κρατά τό κορμί τού άλ- λου καί προσπαθεί νά τό δεί στά μάτια. Είναι τό ρίγος, εί- ναι τό ρίγος τής ηδονής απ' αυτό τό βλέμμα, που μέ συναρ- πάζει. Επειδή εδώ είναι ίσως η μοναδική φορά που μπορεί νά γίνει μιά σύγκριση. 14-7-1989 Τί είναι αυτό που συγκρίνει μέσα μας; Καί μέ τί μέτρο; Βλέ- πω τόν τυφλό πόνο νά αναδεύεται ακόμα στό βάθος κρατώ- ντας τό μυστικό τής καταγωγής μας στά χέρια του, τίς πρώ- τες αδέξιες κινήσεις μιάς ζωντανής σάρκας νά τόν αποφύ- γει... Ποιός μαθαίνει; Πού συσσωρεύεται η ικανότητα; Βλέ- πω τό κορμί νά δημιουργεί σιγά σιγά τήν φυσιογνωμία του εξαρτημένο απόλυτα από τήν ιδιαίτερη ικανότητά του νά α- ποφεύγει τόν πόνο καθώς εκείνη δοκιμάζει αυτόν ή τόν άλ- λον δρόμο που οδηγεί μακρυά του, βλέπω μιάν ευαισθησία, έναν αλήτη που τόν έφτιαξαν οι δοκιμές, νά ανακαλύπτει μέ τόν καιρό ότι δέν έχουν ονομασθεί τά πράγματα αλλά ο βαθ- μός ιεράρχισής τους, κι εκεί, σ' αυτόν τόν τεράστιο χώρο τού κρανίου όπου έζησε τά χρόνια του ψάχνοντας, νά περπα- τά σηκώνοντας κάπου κάπου τό ίδιο σκουπίδι: τήν αίσθηση τής ερημίας τού Κόσμου ακριβώς γιατί τά πράγματα δέν έ- χουν όνομα καί γιατί πίσω από τά ονόματα δέν βρίσκονται πράγματα αλλά τό χρώμα τού φόβου που κατοικεί μέσα στήν άδεια θέση τού καθενός καί που είναι ο βαθμός αυτής τής θέσης. Ποτέ, ποτέ δέν έχουμε γνωρίσει τά πράγματα. Έ- νας υπάλληλος σκύβει πάνω από κάτι απίστευτες στίβες τα- κτοποιώντας κι αναβαθμίζοντας μέ τήν ελπίδα ότι αυτή θά είναι η τελευταία φορά καί πως κι άν τό μέτρο δέν μπορεί νά μήν είναι ο ιδιαίτερος φόβος που τό καθένα μάς προκα- λεί καί τό όνομά του ο βαθμός τής θέσης του στήν ιεραρχία τών φόβων μας, τά πράγματα θ' αποκαλύψουν μέσα απ' αυ- τήν τήν τελική αισθητική μέ μιά κραυγή χαράς τήν συγγέ- νειά τους μέ τό δικό μας όνομα καί παίρνοντάς μας απ' τό χέρι σάν τρυφεροί ερωμένοι θά μάς οδηγήσουν έξω απ' τά κόκκαλα καί τίς σάρκες καί τόν πανικό που τίς τρέφει εις βάρος του. Σφιχτά τότε, αυτό που μέσα μας δέν κινδύνεψε ποτέ από τίποτα, θά κρατήσει τό κορμί τού άλλου καί θά προσπαθήσει νά τό δεί στά μάτια. Είναι τό ρίγος, είναι τό ρίγος τής ηδονής απ' αυτό τό βλέμμα που θά διαγράψει σάν νά μήν υπήρξαν ποτέ τίς αισθητικές τού φόβου... Έσκυψα καί τήν φίλησα. "Τί ωραία που ταιριάζουν τά χεί- λη μας", ψιθύρισα. (213) 13-3-1990 "Θά πεθάνω χωρίς νά καταλάβω", είπε κι άφισε τό κεφάλι της νά γείρει στόν ώμο μου. "Αυτό που μέσα μου δέν έχει κινδυνέψει ποτέ από τίποτα δέν θά μού αποκαλυφθεί. Μπο- ρεί νά τό αισθάνομαι, μπορεί νά αντιλαμβάνομαι τήν ακινη- σία του, ακόμα καί κάπου κάπου ίσως νά μέ ενοχλεί η υπο- μονή του, ίσως νά μέ ενοχλεί ακόμα περισσότερο τό ότι δέν μπορεί νά κάθεται έτσι αδιάφορο, οπωσδήποτε κάτι περιμέ- νει από μένα, αλλά μήπως καί τό φιλί σου που μέ οδήγησε ώς αυτό, μήπως καί αυτή ακόμα η ευγένεια μέ τήν οποία ε- κείνο μού επέτρεψε νά τό ξεχωρίσω από τά φαινομενικά α- κίνητα στοιχεία στό εσωτερικό μου καί νά διαπιστώσω τήν παρουσία του, μήπως ακόμα καί αυτά δέν σταματούν μπρο- στά στήν φρίκη που μάς αποθαρρύνει καί που διαλέγει τήν ομορφιά σάν τό αγαπημένο της ρούχο; Σέ τί εξαιρετικές στιγμές, σέ τί πολύτιμες αισθαντικές περιπλανήσεις στήνει αλήθεια τήν διακριτική της παγίδα! Είμαι καταδικασμένη νά τήν συναντώ συνεχώς καί άν ώς τώρα η ομορφιά μέ προ- στάτευε πώς μπορώ νά πλησιάσω χωρίς φόβο κάτι τό οποίο δέν έχει αισθητική; Πώς είναι δυνατόν νά έχει αισθητική κάτι τό οποίο δέν έχει κινδυνέψει ποτέ από τίποτα; Η ευαι- σθησία λοιπόν εδώ δέν χρησιμεύει σέ κανέναν μας, κι άν α- κόμα χρειάστηκε γιά νά οδηγήσει τά βήματά μας, τώρα εί- ναι ένα άχρηστο βάρος. Πώς άραγε μπορεί νά απαλλαγεί κανείς απ' αυτό; Μέ τί ανταλλάγματα; Καί τί θά απέμενε; Τί περισσεύει από εμάς άν αφαιρέσουμε τήν αισθητική ε- κτός από τήν φρίκη τής επίγνωσης τού ότι είμαστε ζωντα- νοί;". Αυτή τή φορά ήμουν έτοιμος. "Τό νά σέ υποδεχτώ, τό νά σέ υποδεχτώ", είπα, "δέν είναι πιά τό ίδιο όπως πρώτα. Σκέ- ψου λιγάκι τί έχει προηγηθεί". "Όλα αυτά τά όργανα", είπα κι έδειξα τό κορμί μου που κουρασμένο είχε γείρει σ' ένα κάθισμα κι ανάσαινε μέ κλει- στά τά μάτια, "όλα αυτά τά όργανα λειτουργώντας μέ τόν ι- διαίτερο τρόπο τους εδώ καί χρόνια, καταφέρνουν νά διατη- ρούν ζωντανό αυτό τό σύνολο που βλέπεις τώρα μπροστά σου νά ξεκουράζεται, τό σώζουν κάθε στιγμή από τόν θάνα- το, δηλαδή τό υποχρεώνουν νά έχει μιά συνεχή αντίληψη τής ύπαρξής του, έτσι που δέν θά ήταν ίσως λάθος νά υπο- στηρίξει κανείς ότι ακριβώς αυτή η αντίληψη είναι τό πο- λύτιμο προϊόν τής συλλογικής λειτουργίας τους, τό μόνο που θά μπορούσε νά τά ενδιαφέρει πραγματικά, ο μόνος πι- θανόν λόγος που τά κάνει νά συνεχίζουν αυτή τήν δραστη- ριότητα, ένα είδος αμοιβής που απολαμβάνουν σάν μέτοχοι μιάς καλά εκτελεσμένης συμφωνίας. Τό καθένα από αυτά φαίνεται νά έχει όχι μόνο επίγνωση τής συμμετοχής του καί τών δικαιωμάτων του, όχι μόνο τήν σαφή αίσθηση τής τά- ξης που καθορίζει κάθε φορά τήν θέση του καί κάνει τήν λειτουργία του απαραίτητη τήν συγκεκριμένη στιγμή, αλλά καί τό δικαίωμα νά αποσύρει τήν υποστήρηξή του άν κάτι τό ενοχλήσει υπερβολικά, άν κάποιος εξωτερικός παράγο- ντας, π.χ. εγώ, τό προσβάλλει μέ τήν επέμβασή του... Δέν θά ήθελα νά ήμουν στή θέση του. Άν καί είναι αλήθεια πως στή θέση του δέν βρίσκεται τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτή τήν αντίληψη. Πίστεψέ με, όλον τόν καιρό που τό αισθάνο- μαι δίπλα μου, έχω ψάξει ξανά καί ξανά μέσα σ' αυτήν τήν απίστευτη παραμόρφωση που θά δικαίωνε απόλυτα όποιον υποπτεύονταν τήν αγωνία κάποιου προσώπου στό εσωτερι- κό της καί παρ' όλο που σχεδόν ξοδεύτικα σ' αυτό τό δύσκο- λο έργο, η αγωνία που περίμενα νά συναντήσω έφτασε στό τέλος νά μήν ξεχωρίζει από τήν αγωνία τής ίδιας μου τής υ- ποψίας. Επειδή αυτό τό πλάσμα δέν μπορεί νά απαιτήσει τί- ποτα γιά δικό του λογαριασμό, δέν τού ανήκει τίποτα, τά μέρη του διατηρούν τήν απόλυτη κυριότητα τού εαυτού τους, η συμφωνία συνεργασίας τους δέν τό αφορά καθόλου, ποτέ δέν υπολογίστηκε σάν μιά ξεχωριστή οντότητα -καί ποιός άλλωστε θά τό σκεφτόταν αυτό;-, καί μάλιστα ίσα ίσα ένα τέτοιο ενδεχόμενο άν βρίσκονταν κανείς νά τό υπαινι- χθεί σάν έναν πιθανό κίνδυνο, θά είχε αποκλειστεί αφού δέν ήταν δυνατόν νά περισσέψει τίποτα που νά αποκτούσε δική του θέληση, δέν είναι λοιπόν παρά μιά μικρή κοινωνία τών οργάνων τά οποία τό έχουν φτιάξει, ένας υπηρέτης χωρίς πρόσωπο, ένα είδος αιθέρα χωρίς ιδιότητες, ένας σπάγγος που κρατά όλα αυτά τά όργανα δεμένα τό ένα κοντά στό άλ- λο, ένα σύστημα σωλήνων που τά βοηθά νά επικοινωνούν, ένα υποκείμενο τέλος τού οποίου η αντίληψη τής ύπαρξής του είναι αυτό ακριβώς που τό καταργεί... Πώς είναι δυνατόν κοιτάζοντάς το νά μήν αναστατώνομαι; Έχει διαπραχθεί στό όνομά του η μεγαλύτερη αδικία, έχει αποδοθεί σ' έναν ανύποπτο φορέα μέ μιά επιδέξια αντιστρο- φή τών νοημάτων η πιό ύπουλη πρόθεση κι ό,τι τού επιβάλ- λεται μοιάζει σάν μιά αποστολή τήν οποία ανέλαβε μέ δική του πρωτοβουλία εκείνος ζητώντας τήν εξόφληση μιάς πα- λιάς ευεργεσίας που η ανάμνησή της τόν βασανίζει διαρ- κώς... Νά γιατί καταφεύγω σέ σένα. Είναι αλήθεια κάτι ά- ξιο νά σταθεί κανείς καί νά στοχαστεί γι' αυτό ξανά καί ξα- νά, τό ότι δηλαδή εσύ αναπτύχθηκες μ' αυτή τήν αντίληψη σάν προϋπόθεση, που όμως καθόλου δέν σέ εμπόδισε, ποτέ δέν τήν βρήκες μπροστά σου, αφορούσε αποκλειστικά καί μόνο σ' εμένα καί μόνον εγώ ήμουν έτσι υπεύθυνος γιά τόν ιδιαίτερο τρόπο μέ τόν οποίο θά τήν αντιμετώπιζα ώστε νά εξαντλεί τό δυναμικό της προσέχοντας τούς δικούς μου στο- χασμούς...". "Είναι ένα περίεργο είδος φυλακής", τού είπα καί τόν έπια- σα απ' τό χέρι, ούτε κι εγώ δέν γνωρίζω τά όριά της. Υπο- ψιάζομαι βέβαια πως βρίσκομαι μέσα της αλλά κι αυτό, άν επιμείνεις νά σιγουρευτείς, δέν μπορώ νά στό αποδείξω. Θά χρειάζονταν εδώ η σχολαστικότητα ενός ερευνητή, που κι αυτός όμως δέν θά μπορούσε νά ξεκινήσει άν δέν εύρισκε έ- να σταθερό σημείο αναφοράς καί τέτοια πίστεψέ με άν καί δέν φαίνεται νά λείπουν ωστόσο δέν αναγνωρίζονται. Όλα έχουν μιά δευτερεύουσα σημασία σ' αυτόν τόν χώρο, άν δια- λέξεις κάποιο αμέσως σού υποδεικνύει τό επόμενο που τό θεωρεί αναγκαία προϋπόθεσή του, μιά κλίμακα αξιών εδώ θά οδηγούσε σέ μιάν άσκοπη περιπλάνηση αφού κανένα μέ- τρο σύγκρισης δέν θά τολμούσε νά εγγυηθεί τήν σταθερότη- τά του, ανακαλύπτει λοιπόν κανείς σιγά σιγά ότι βρίσκεται διαρκώς στή μέση, τότε δέν έχει παρά νά βολευτεί, τίποτα, χωρίς νά τόν αναγκάζει νά μένει, δέν τόν διώχνει όμως, κα- νένα πρόβλημα, αφού εξασφάλισε τήν τοποθέτησή του, δέν ενδιαφέρεται γιά τήν λύση του, κοιτά λοιπόν γύρω του μέ περιέργεια, όπως κι εσύ αυτή τή στιγμή, κανείς δέν τό απα- γορεύει αυτό καί μιά καί είχες τήν καλωσύνη νά μέ επισκε- φθείς πρέπει νά σού δείξω πού μένω. Κάπου υπάρχει μιά εί- σοδος, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε πώς βρέθηκες εσύ εδώ;, όσο γιά τήν έξοδο αυτή η σκέψη έχει πάψει πιά νά μέ απελ- πίζει. Μ' αυτό δέν θέλω νά πώ πως εσύ δέν μπορείς νά βγείς. υπάρχουν εδώ επιλογές που δέν αμφισβητούνται, τά δικαιώματά σου σέ ακολουθούν, κι άλλωστε τό ότι σού έ- πιασα τό χέρι δέν δείχνει μήπως ότι σέ καλωσόρισα μ' ό,τι σέ συνοδεύει; Είμαστε παλιοί γνώριμοι, όσο κι άν αυτό α- κούγεται απίστευτο, τά πρώτα σου βήματα δέν μού είναι ά- γνωστα, καί παρόλο που φαίνεται ότι μόλις τώρα συναντη- θήκαμε, στήν ουσία θά μπορούσα νά πώ ότι ποτέ δέν έχουμε χωρίσει. Καταλαβαίνω τίς αντιρρήσεις σου, είναι μάλλον μιά επιθυμία τής καρδιάς που θά τήν σεβόσουν άν δέν έκλει- νε τόν κίνδυνο κάποιας υπερβολικής απαίτησης μέσα της· μά νά που πράγματι δέν κλείνει τίποτα τέτοιο. Άσε με νά σού δείξω ποιός είμαι. Ίσως η συνάντησή μας δέν είναι τυ- χαία. Ίσως είμαι εγώ εκείνος που έψαξε νά σέ βρεί. Ίσως υ- πάρχει ανάμεσά μας μιά συγγένεια που δέν υποπτεύεσαι". Δέν είμαι μόνος μου! Δέν είμαι μόνος μου εδώ μέσα! Αυτός που προστατεύω, αυτός που τού στρώνω τόν δρόμο, ο αγα- πημένος μου, η φωνή τής καρδιάς μου, είναι έτοιμος, είναι αθώος, είναι κιόλας έξω, στά λουλούδια... "Μοναδικός αυτός ο χώρος", είπα, "έχει μιά περίεργη λάμ- ψη. Ιδιαίτερα όταν μπεί κανείς μέ δικιά του θέληση μέσα του. Φαίνεται πως τόν έχουν παραβιάσει αδέξια πολλές φο- ρές". "Μέ κρατούν ζωντανό", είπα. "Όλα αυτά τά όργανα μέ τήν ιδιαίτερη λειτουργία τους μέ αναγκάζουν". "Δέν μού επιτρέπουν καμμία ανάμειξη", είπα. "Μέ αναγκά- ζουν!". Προσπάθησα νά μπώ. "Όχι ακόμα", είπε κι έκλεισε τό ά- νοιγμα μέ τίς φαρδιές του πλάτες, "δέν είστε ακόμα έτοι- μος". "Ναί, αλλά δέν μπορώ νά μείνω άλλο εδώ", είπα. "Είστε ο οδηγός;". "Είμαι ο οδηγός", συμφώνησε. "Δέν θά μέ ρωτήσετε ποιός είμαι εγώ;", είπα. "Είναι περιττό", έκανε μέ μιά μικρή κίνηση τού κεφαλιού. "Σάς ξέρουμε ήδη πολύ καλά". "Τότε ξέρετε πιό πολλά από μένα", παραδέχτηκα. "Καλύτερα νά μή σάς ενοχλώ άλλο". "Μήν επιστρέψετε άν δέν είστε έτοιμος", είπε αυστηρά. "Γιατί δέν ασχολείσθε πε- ρισσότερο μέ τήν προετοιμασία σας; Δέν σάς μένει πολύς καιρός. Πρέπει νά εργασθείτε σοβαρά". "Δέν μέ ενδιαφέρει η ύπαρξή σας", είπα. "Δέν μπορώ νά τήν αποδείξω. Εκείνο που μέ βασανίζει είναι η συνεχής αντίλη- ψη τής δικιάς μου ύπαρξης". "Είναι ο εκβιασμός!", φώναξα χτυπώντας τό χέρι μου στό τραπέζι. "Είναι ο εκβιασμός που μέ βασανίζει. Δέν είναι η έλλειψη σιγουριάς όπως υποθέσατε. Αυτό τό κορμί δέν μού ανήκει. Τά όργανά του, οι λειτουργίες του, σχεδόν δέν μέ α- φορούν. Εγώ δέν είμαι παρά μιά αίσθηση. Μιά αντίληψη. Ίσως καί νά κάνω ζημιά. Ίσως νά μή μέ καταλαβαίνουν. Ί- σως νά μήν ξέρουν ότι υπάρχω". "Ναί, τώρα τό βλέπω. Τώρα τό καταλαβαίνω. Κανείς δέν ξέρει ότι υπάρχω. Δέν μιλάω γιά τούς άλλους. Δέν μέ εν- διαφέρουν οι άλλοι. Είναι τό ίδιο μου τό κορμί που μέ α- γνοεί". "Μή μέ ξεγελάσεις ξανά μ' ένα όνειρο", μουρμούρισα.Τά μά- τια μου βάραιναν, ο κόσμος είχε αρχίσει νά θαμπώνει, βού- λιαζα, εκείνο είχε ανοίξει πάλι καί μέ κατάπινε, ένα γλυκό δηλητήριο από νύστα μού χαλάρωνε σιγά σιγά τά δάχτυλα, άχ δέν θά μπορέσω πάλι νά κρατηθώ, ό,τι είχα αρπάξει όλη τήν ημέρα κι είχα κολλήσει επάνω του γλύστραγε σάν χέλι, μά πού μέ πήγαινε, τί έκανε μαζύ μου τόσες ώρες, πώς ήξερε που ήμουν κάθε φορά, κάθε φορά που τού κρυβόμουν κι έλε- γα πως δέν θά μέ βρεί, σέ δύσκολα μέρη, ώ, στά πιό δύσκο- λα μέρη τού κόσμου είχα κρυφτεί, σέ κάτι τύψεις που έστρι- βαν, σέ κάτι λύπες που δέν είχαν γυρισμό, κάτι αισθαντικές παλινδρομήσεις κατά τύχην, πήρα από πίσω μιά φορά έναν άνθρωπο, ά, είχε έναν τρόπο νά μέ βρίσκει, νά μέ περιμένει νά κουραστώ, νά κάτσω κάτω, ένοιωθα τήν ανάσα του νά μέ χαϊδεύει πίσω στό λαιμό, αργά οι τρυφερές του άκρες βυθί- ζονταν στίς σκέψεις μου, σκοτείνιαζε, πώς είναι δυνατόν, πώς είναι δυνατόν, εμένα κανείς δέν μέ ξέρει, τό ίδιο μου τό κορμί μέ αγνοεί, δέν μοιάζω μέ κανέναν, είμαι μιά αίσθηση, είμαι η αντίληψη τής ύπαρξής μου, ποιός ξενυχτάει όταν κοιμάμαι εγώ;, ποιός ξέρει πότε νά μέ ξυπνήσει;, ποιός ε- πιτρέπει στόν ύπνο νά 'ναι πιό δυνατός;, νά μέ σταματά;, νά μού πετά κάτι κουρέλια όνειρα στό τέλος;, νά μ' αναγκάζει ν' αρχίζω απ' τήν αρχή;, νά προσπαθεί νά μέ χωρίσει;, νά μέ κάνει νά ξεχάσω;, ά!, όχι, όχι, δέν είμαι μόνος μου, δέν εί- μαι μόνος μου εδώ μέσα. Αυτός που προστατεύω, αυτός που τού στρώνω τόν δρόμο, ο αγαπημένος μου, η φωνή τής καρ- διάς μου, είναι έτοιμος, είναι αθώος, είναι κιόλας έξω, στά λουλούδια...". Επειδή όλα κρέμονταν από μιά κλωστή, θά ήταν δηλαδή δυ- νατόν αυτή η μεγάλη απόφαση νά έχει παρθεί οποιαδήποτε στιγμή χωρίς εγώ νά τό ξέρω... Σηκώθηκα στίς μύτες τών ποδιών μου καί κοίταξα, ήταν έ- νας μικρός φεγγίτης που στένευε πρός τά μέσα, τά μάτια μου μόλις ξεχώριζαν κάτι περίεργες σκιές, ένα αδιάκοπο μουρ- μουρητό έφτανε στ' αυτιά μου, όλα κρέμονταν από μιά κλω- στή τώρα, ήμουν σίγουρος, η μεγάλη απόφαση που τόσα χρόνια καθυστερούσε, τόσα χρόνια συζητιώταν, θά παίρνο- νταν από στιγμή σέ στιγμή, άκουγα τήν καρδιά μου νά χτυ- πάει ξετρελλαμένη, ένας θυμός φούντωνε στό στήθος μου, ε- κεί μέσα κουβέντιαζαν γιά μένα, έφτιαχναν σχέδια χωρίς νά μέ ρωτούν, οι γνώμες μου, οι επιθυμίες μου, ποτέ δέν είχαν προσκληθεί, οι φόβοι μου, οι σκέψεις που τάραζαν τό μυαλό μου, έμεναν απ' έξω σάν ασήμαντες λεπτομέρειες, έβλεπα τό- σον καιρό νά προσκαλούνται γιά νά πάρουν μέρος κάτι ζη- τιάνοι, κάτι γελοίες καταστάσεις που μέ ταλαιπώρησαν, δυό πλευρίτιδες, κάποια κρυολογήματα ανοιξιάτικα, μιά ορχεοεπιδιδημήτις, μιά αρτηριοφλεβική δυσπλασία, ένας ε- πιληπτικός παροξυσμός, μιά παλιά κατάθλιψη χωρίς λόγο, μόνον εγώ δέν έπρεπε νά μπώ, μόνον εμένα δέν μέ γνώριζε κανείς, τί θά γινόμουν αλήθεια χωρίς τήν δική σου συντρο- φιά, πώς θά τό άντεχα άν δέν μού κράταγες τό χέρι, τέτοια μοναξιά, τέτοιο πέταγμα στήν άκρη, τέτοιο φονικό... Είχα κουραστεί. Οι μύτες τών ποδιών μου μόλις μέ κρατού- σαν, τό βάρος μου τά τελευταία χρόνια είχε αυξηθεί σχεδόν επίτηδες, υποψιαζόμουν τά πάντα γύρω μου, τό κεφάλι μου π.χ. έγερνε μ' έναν περίεργο τρόπο, ανατρίχιαζα παράξενα, έ- βλεπα διπλά, ήταν πιά φανερό, μέ παραμέριζαν, αλλού, άλλα χέρια κρατούσαν τώρα τό τιμόνι, αυτός ο φεγγίτης ε- κεί ψηλά που κάποτε τόν κορόϊδευα τώρα μέ φόβιζε, πόσο άνετα άλλοτε έφτανα τό άνοιγμά του, τούς φώναζα νά κατα- λάβουν πως δέν μ' ένοιαζε, εγώ ήμουν έξω, αυτό ήταν σίγου- ρο, άς σχεδίαζαν ό,τι ήθελαν εκεί μέσα, άς ραδιουργούσαν, ο κόσμος από δώ ήταν όμορφος, ποιός τούς λογάριαζε, καμμιά υποχρέωση δέν τους είχα. "Δέν σάς έχω καμμιά υποχρέωση", φώναξα. Κόλλησα τό στόμα μου στό άνοιγμα τού φεγγίτη... Κόλλησα τό στόμα μου στό άνοιγμα. "Δέν σάς έχω καμμιά υποχρέωση", φώναξα. "Δέν μιλάω τήν γλώσσα τους", είπα μέ απογοήτευση. Ούτε κι αυτά καταλαβαίνουν τήν δικιά μου. Ζούμε πλάϊ πλάϊ τήν ίδια ζωή, εγώ φαίνεται πως δέν είμαι τίποτ' άλλο παρά τό προϊόν τής συλλογικής τους λειτουργίας, κι όμως είναι σάν νά συναντιώμαστε κάθε στιγμή γιά πρώτη φορά, τό κενό που μάς χωρίζει μένει τό ίδιο βαθύ καί μεγάλο, κι άν ακόμα αυτά μέ διακρίνουν απ' τήν δικιά τους μεριά όπως εγώ απ' τήν δικιά μου καί μού φωνάζουν, ίσως δείχνοντάς μου τόν δρόμο καί τήν μέθοδο γιά νά τά φτάσω, η γλώσσα μου, που μέ έχει τελείως διαμορφώσει καί που μόνο μέσα απ' αυτήν μπορώ νά εκφραστώ, στέκεται ένα εμπόδιο αξεπέραστο. Πρέπει λοιπόν πρώτα νά ξεπεράσω τήν γλώσσα μου κι αυτό στ' αλήθεια φαίνεται τό πιό δύσκολο έργο που θά μπορούσε ν' αναλάβει κανείς. Σκέψου πως ό,τι μέ χαρακτηρίζει, ό,τι αποτελεί ιδιότητά μου, αυτό που σιγά σιγά έδωσε μορφή στήν σκοτεινή αρχική μου μάζα, η συνδετική ύλη που μού ε- πιτρέπει νά έχω μιά αίσθηση ενότητας καί ντύνει τήν ύπαρ- ξή μου μ' αυτό τό πολύτιμο ύφασμα, μ' αυτόν τόν πολυτελή χιτώνα που ονομάζω «εγώ», είναι η γλώσσα μου που τώρα όχι μόνο πρέπει νά ξεχάσω, όχι μόνο πρέπει νά τής αρνηθώ τόν ρόλο τού απαραίτητου μεσάζοντα που η ευγνωμοσύνη γιά τήν αδιάκοπη προσφορά του μέ έκανε μέχρι τώρα νά στέκομαι μπροστά του μέ σεβασμό, αλλά καί πρέπει νά απο- φασίσω ότι τό έργο της κρύβει μιάν ύποπτη πρόθεση αφού τό τελικό του αποτέλεσμα είναι όχι μιά ελεύθερη οντότητα μέ τό δικαίωμα νά στρίψει ξαφνικά π.χ. σέ μιά σκοτεινή γωνιά που τής έκανε εντύπωση καί ν' αλλάξει τήν συμπερι- φορά της όπως εκείνη νομίζει καλύτερα, αλλά ένα εντελώς καθορισμένο όν, τόσο εξαρτημένο ώστε η ευρύτητα τού πεδί- ου δράσης του νά μήν έχει πιά καμμία σημασία γι' αυτό τό ίδιο". "Δέν έχουμε γλώσσα", είπα μέ θλίψη. "Δέν έχουμε γλώσσα νά τούς μιλήσουμε. Η γλώσσα μας είναι μόνο γιά τούς άλ- λους. Σέ μάς τούς ίδιους, στό ίδιο μας τό κορμί, δέν μπο- ρούμε νά πούμε ούτε λέξη". "Δέν φτάνει που είμαι υποχρεωμένος νά έχω συνέχεια τήν αντίληψη τής ύπαρξής μου νά μέ βασανίζει, πρέπει νά μένω σιωπηλός καί νά βλέπω τό κορμί μου νά λειτουργεί λές καί συνεννοείται μέ κάποιον απ' έξω που τού δίνει διαταγές". "Είναι φανερό ότι η συνεχής αντίληψη τής ύπαρξής μου δέν μέ βοηθάει καθόλου. Τόσο μάλιστα περισσότερο όσο αυτή δέν είναι παρά μιά τελείως χονδροειδής αίσθηση που δέν α- ναφέρεται μέ κανέναν τρόπο στήν επίγνωση τών λειτουρ- γιών παρά στό ότι υπάρχει ένας κορμός μέ μερικά περισσεύ- ματα". "Κάθε βαθύτερο αίσθημα εδώ δέν θά είχε καμμιά ελπίδα", μού είπε ρίχνοντάς μου μιά προειδοποιητική ματιά, "κι άλ- λωστε ποιός σ' αυτόν τόν χώρο θά μπορούσε νά φερθεί σάν φίλος; Άν στόν καθέναν από μάς έχουν αναπτυχθεί ορισμέ- νες ευχάριστες ιδιότητες από τήν επαφή του μέ τούς άλλους, ποιός θά είχε τήν αφέλεια νά πιστέψει ότι είναι δυνατόν νά τίς εξασκήσει όταν εδώ δέν υπάρχει τίποτα που νά στρέφε- ται πρός αυτόν, τίποτα που νά ενδιαφέρεται γιά τίς αντιδρά- σεις του καί κάθε τί που προσπαθεί νά πλησιάσει δέν τόν α- ντιλαμβάνεται παρά σάν ένα λειτουργικό αποτέλεσμα τής δράσης τών υπολοίπων; Γιά ποιό λόγο ένα χέρι θά σέ στήρι- ζε όταν παραπατούσες αφού αυτό που σού συμβαίνει εκείνη τή στιγμή είναι τό ίδιο μέ κάθε τι που θά μπορούσε νά σού συμβεί; Οι σχέσεις της μέ τό ίδιο της τό κορμί είναι πολύ ε- πικίνδυνες γιά μιά ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία. Καμμιά συ- μπάθεια δέν μπορούμε νά περιμένουμε απ' αυτά τά όργανα ό- σο κι άν τά θεωρούμε δικά μας. Έχει πολλούς οδηγήσει στήν καταστροφή αυτό τό ψεύτικο αίσθημα". "Θά προσπαθήσω νά σού εξηγήσω, παρ' όλο που τό βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο, τήν αντίφαση η οποία αποτελεί τό κύ- ριο χαρακτηριστικό τής ύπαρξής μου, αφού η συνειδητοποί- ησή της εδώ καί κάμποσο καιρό, άν καί ξεκίνησε σάν μιά υ- ποψία που εύκολα θά μπορούσε κανείς νά παραμερίσει καί νά συνεχίσει ήρεμα τόν δρόμο του, έχει αλλάξει τελείως όχι μόνο τήν στάση μου απέναντι στόν κόσμο αλλά καί τήν στάση τού κόσμου απέναντι σέ μένα κι ενώ πρίν, τουλάχι- στον ο ένας, φαίνονταν μ' έναν ιδανικό τρόπο νά περιέχει τόν άλλον καί ταυτόχρονα νά κολυμπά μέ ευχαρίστηση μέ- σα του, τώρα στέκεται καί κοιτάζει μέ έκπληξη τήν αυταπά- τη που ετοιμάζονταν κι αυτός όπως καί οι προηγούμενοί του νά κληρονομήσει στά παιδιά του". "Ο εχθρός μου είναι τό κορμί μου", είπα χωρίς νά πολυπι- στεύω ότι μέ άκουγε έτσι όπως είχε γείρει πρός τά πίσω κι είχε κλείσει τά μάτια του, είναι αυτό που μέ τήν συλλογική λειτουργία τών οργάνων του μέ δημιουργεί κάθε στιγμή, δη- λαδή ξεκινά διαρκώς απ' τήν αρχή γιά δικούς του λόγους τήν ίδια διαδικασία ολοκλήρωσης ενός εσωτερικού παλμού μέ ενσωματωμένες τίς μεταβολές που έχουν συμβεί στόν εν- διάμεσο χρόνο σ' αυτά τά όργανα, φτάνοντας σέ μιά κορύ- φωση, κι όπως ακριβώς ένα κύμα που πρίν υποχωρήσει αφί- νει στήν παραλία ένα ίχνος από τά άχρηστα υλικά που επι- πλέουν στήν επιφάνειά του, ζωγραφίζει σιγά σιγά κι εκείνο πάνω στά τοιχώματα τού κόσμου που τό περιβάλλει καί τό περιορίζει μιά ακανόνιστη γραμμή από κολλημένα σκουπί- δια που δέν ανήκουν ούτε στό περιεχόμενο μιά κι έχουν απο- βληθεί, ούτε στό περιέχον αφού δέν μπορούν νά καταργή- σουν τήν αρχική οριοθέτηση καί νά, μέ λίγα λόγια, αυτή η γραμμή είμαι εγώ, είναι η συνείδησή μου κρεμασμένη σ' έ- ναν χώρο που δέν υπάρχει, απορώντας ολοένα καί περισσό- τερο, υποφέροντας διαρκώς καί βαθύτερα απ' αυτή τήν γε- λοία κατάσταση". "Ποτέ δέν θά μάθω πρός τά πού κοιτάζει αυτός ο φεγγίτης", είπα, "αλλά τό άν βρίσκομαι έξω ή μέσα χάνει τήν σημασία του μπροστά στήν αίσθηση τής απαγόρευσης που τά διαχω- ρίζει καί δημιουργεί τόν χώρο ο οποίος εκφράζει τό καθένα από αυτά". "Άν καί δέν έχω δικές μου διαστάσεις", είπα, "καί ίσως μάλλον ακριβώς γι' αυτό, μπορώ νά αντιληφθώ τήν έννοια τού ορίου. Ο επιμέρους χώρος οπωσδήποτε δέν είναι ένα στατικό φαινόμενο -ο απόλυτος χώρος δέν έχει κανένα νόη- μα-, είναι ένα φαινόμενο λειτουργικό, είναι η ίδια η λει- τουργία που συμβαίνει γιά κάποιον λόγο καί η οποία γιά ό- σον χρόνο κρατά, διατηρεί δηλαδή τήν ταυτότητά της, απα- γορεύει στίς άλλες λειτουργίες που ήδη συμβαίνουν νά τήν βλάψουν, κι αυτή ακριβώς η απαγόρευση είναι τό όριο που κατασκευάζει ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό καί μάλιστα τό εσωτερικό πολλές φορές πήζει απ' τήν επιμονή τής λει- τουργίας νά κρατά τήν ταυτότητά της καί τότε φαίνεται νά πήζει καί τό εξωτερικό γιά μεγάλα χρονικά διαστήματα καί έτσι δημιουργούνται οι χώροι που βλέπουμε κι αυτή η αυτα- πάτη είναι η αιτία που δέν μπορούμε νά περάσουμε μιά κλει- στή πόρτα καί πρέπει νά τήν ανοίξουμε αφού τήν χτυπήσου- με πρώτα καί μάς δοθεί η άδεια αλλοιώς άν δέν ακουστεί τό εμπρός από μέσα μπορεί νά περιμένει κανείς χρόνια, ξέρω περιπτώσεις ανθρώπων που έλειωσαν μπροστά σέ μιά πόρτα μέ τό αυτί κολλημένο επάνω της καί δέν μπόρεσαν νά κά- νουν τίποτ' άλλο στή ζωή τους". "Ακριβώς στό ότι δέν έχω δικές μου διαστάσεις", είπα, "ο- φείλεται τό ότι δέν μέ αντιλαμβάνονται. Καμμιά ανεξάρτη- τη αισθητική αντίληψη βέβαια δέν μπορεί κανείς νά περιμέ- νει απ' αυτά τά όργανα που φυσικά δέν λειτουργούν κατά τό κέφι τους καί είναι επόμενο νά μήν τούς κρατά κακία αλλά τό αντίθετο νά τά βλέπει μέ συμπάθεια. Ένα μικρό παράπο- νο είν' αλήθεια από καιρό σέ καιρό μέ κάνει νά επιθυμώ αυ- τό που ξέρω πολύ καλά ότι είναι ανέφικτο, τήν δυνατότητα δηλαδή μιάς διαφορετικής σχέσης, μιάς συνεργασίας επάνω σέ καινούργιες προοπτικές ή τουλάχιστον τήν ανακάλυψη μιάς κοινής γλώσσας ώστε άν πράγματι όπως τό υποπτεύο- μαι έχω εμφανισθεί εκεί που δέν μέ προσκαλούν νά μπορέσω νά ζητήσω συγνώμη καί νά αποσυρθώ. Γιά κανένα λόγο δέν μπορώ νά θεωρήσω σάν εχθρό μου αυτό τό κορμί που τραβά όπως εκείνο νομίζει τόν δρόμο του, αφού δέν είναι δυνατόν νά τού ζητηθούν ευθύνες γιά τό κακό που μού κάνει άθελά του". "Μέ σκοτώνει καί μένα χωρίς πρόθεση", είπα. "Ο θάνατός μου δέν τού χρησιμεύει σέ τίποτα". "Είναι τελείως ηλίθιο", είπα, "καί οπωσδήποτε δέν μέ αφο- ρά. Εξακολουθεί νά μέ παίρνει από πίσω, πολλές φορές μά- λιστα τρέχει μπροστά μου κι έχει μιά εκπληκτική όσφρυν- ση, αυτό τό αναγνωρίζω, ποτέ δέν μπόρεσα νά κρυφτώ, αλ- λά είναι εντελώς κουφό καί τυφλό καί σάν σώμα δέν αξίζει καί πολλά πράγματα. Γιά ποιό λόγο λοιπόν νά τό υποφέρω; Άλλωστε θά μέ σκοτώσει. Βλέπω τούς άλλους νά σκύβουν σάν φοβισμένα κουνέλια". "Μιά ηρωϊκή στάση απέναντι σέ κάτι που δέν μπορείς νά α- ποφύγεις", μού είπε, "είναι τουλάχιστον γελοία καί δείχνει μιά τέτοια ανωριμότητα από τήν μεριά σου ώστε μέ κάνει νά μετανοιώνω γιά τή σχέση μας που πάνω της όλα αυτά τά χρόνια στήριξα τόσες ελπίδες. Πόσο πιό ώριμη, πόσο γε- μάτη κατανόηση γιά τήν αληθινή φύση τών πραγμάτων εί- ναι η στάση τών άλλων που τούς ονομάζεις φοβισμένα κου- νέλια! Έχοντας ζήσει μ' έναν τελείως διαφορετικό τρόπο α- πό σένα, έχοντας ταυτιστεί τελείως μέ τό κορμί τους, δέν τού ζητούν ευθύνες γι' αυτό που φαίνεται νάναι η μοίρα του, δέν προσπαθούν νά διαχωρίσουν τήν θέση τους ούτε ψά- χνουν νά βρούν τρόπους νά τού επιτεθούν, αντίθετα κάνουν ό,τι μπορούν γιά νά τό σώσουν καί νά σωθούν μαζύ του, τό φροντίζουν καί τό προστατεύουν καί στήν δικιά του καλή κατάσταση στηρίζονται γιά νά απολαύσουν όλα αυτά τά ό- μορφα πράγματα τής ζωής. Όταν φτάνει η ώρα νά αντιμετω- πίσουν τό αναπόφευκτο είναι φυσικό νά φοβούνται, δέν τού φορτώνονται όμως νά τούς σώσει αλλά αντίθετα λυπούνται που δέν μπορούν νά τό βοηθήσουν κι αυτή τήν λύπη κακώς τήν ονομάζεις υποταγή, έχει μιά εντιμότητα καί μιά μεγαλο- πρέπεια που μπροστά τους η ηρωϊκή παραφροσύνη τών δι- κών σου συλλογισμών διατηρεί μέν κάποια παράξενη πρω- τοτυπία αλλά φανερώνει καί τήν επιπολαιότητα που απο- δεικνύεται τό βασικότερο χαρακτηριστικό τής προσωπικό- τητάς σου". "Τό βασικό χαρακτηριστικό τής προσωπικότητάς μου είναι η επιπολαιότητα", ψιθύρισα χωρίς νά χαμηλώσω τό κεφάλι όπως ήταν σίγουρο ότι περίμενε. "Κατηγόρησέ με άν τό θέ- λεις γι' αυτό ή λυπήσου με, αλλά μή μετανοιώνεις γιά τήν σχέση μας". "Μού έχει προσφέρει", είπα, "μού έχει προσφέρει όλες αυτές τίς μικρές ηδονές που ζήσαμε μαζύ. Τήν γοητεία τού νά μπο- ρώ νά στοχάζομαι σέ ένα φιλικό περιβάλλον. Τήν παράξενη χαρά τού νά τό βλέπω νά εκτελεί μερικές επιθυμίες μου σχε- δόν υπερβάλλοντας, σχεδόν προκαλώντας με. Τήν πολύτιμη ξαφνική επίγνωση τής απουσίας του, μιά χειρονομία ενός ευγενούς γιά τήν οποία τρέφω τόν μεγαλύτερο σεβασμό καί η οποία μέ δίδαξε τήν ευγνωμοσύνη. Καί τέλος τήν ελπίδα τής απεξάρτησής μου από εκείνο. Τήν απίστευτή ενθάρρυν- ση νά προχωρήσω. Τήν όχι χωρίς θλίψη αλλά σταθερή από- δειξη τής ανεπάρκειάς του νά μέ ακολουθήσει. Τήν επανει- λημένη επίδειξη τών περιορισμένων δυνατοτήτων του. Τά συχνά παραδείγματα τής θνητότητάς του. Ήταν ένας προι- κισμένος σύντροφος. Ένας υπεύθυνος φορέας. Ένας αρχο- ντικός κληρονόμος μιάς αποστολής. Βλέποντάς το εδώ τώ- ρα, αυτό τό ωραίο κορμί που υπήρξε πρός χάριν μου, αυτό τό ανιδιοτελές πλάσμα που μέ είχε αποστηθήσει μόνο καί μόνο από καθήκον, θέλω νά αναγγείλω τό δικό μου πένθος, θέλω νά τό αποχαιρετήσω μέ τόν τίτλο που τού αξίζει: ο Ταχυδρό- μος πέθανε!". "Υπάρχει μιά θάλασσα που κανείς δέν τήν φαντάζεται", εί- πε. Στεκόμαστε πάνω στόν βράχο κι ο αρμυρός άνεμος μάς χτύπαγε τό πρόσωπο. "Μιά θάλασσα που κυματίζει επάνω στή στεριά. Είμαστε εμείς, οι άνθρωποι". Άπλωσε τό χέρι του κι έδειξε τήν υγρή έκταση μπροστά μας. "Κοίταξε αυτά τά κύματα. Φαίνεται σάν αναρίθμητα πλάσματα νά προσπα- θούν νά βγάλουν τό σώμα τους έξω. Αυτή η ελαστική επιφά- νεια πρέπει νά έχει μιάν αφάνταστη αντοχή, ίσως γίνονται τρομερές προσπάθειες εκεί κάτω κι αυτός ο αφρός που τόσο όμορφα ταιριάζει μέ τό γαλάζιο δέν είναι παρά τά αγριεμένα δάκρυα τών αιχμαλώτων της. Από καιρό σέ καιρό παίρνο- νται αποφάσεις γιά κάποια μαζική έξοδο καί τότε ούτε ο ου- ρανός μπορεί νά μείνει αδιάφορος. Αλλοίμονο σ' αυτούς που ταξιδεύουν μέ τά καράβια τους. Απελπισμένα χέρια μ' έναν τυφλό τρόμο ανυψώνονται ν' αρπαχτούν, νά κρατηθούν, τε- ράστια βάρη σπρωγμένα από τήν ξαφνική ελπίδα κρέμονται κιόλας στίς εύθραυστες κουπαστές καί πάει πιά, αυτή η προδοτική επιφάνεια που ανοίγει τόσο πρόθυμα πρός τά μέ- σα όσο σκληρά αρνείται ν' ανοιχτεί πρός τά έξω, τό έχει κα- ταπιεί τό άτυχο πλεούμενο, τά πάει γιά πνίξιμο τά όμορφα ναυαγισμένα κορμιά, τίς μικρές ζωές που ξεγέλασε τό ταξί- δι... Έτσι είναι κι η δική μας η θάλασσα. Κάθε άνθρωπος είναι ένα κύμα. Χρόνια θέλει γιά νά ωριμάσει, νά σηκωθεί, νά σταθεί όρθιος καί ν' απλώσει τά χέρια. Αφίνει τότε μιά κραυγή γιατί αυτό που τόν πιέζει νά βγεί από μέσα του δέν βρίσκει τίποτε νά πιαστεί, κανείς θεός δέν έχει μείνει νά πε- τάξει στόν αέρα από πάνω μας, τούς πνίξαμε...". "Ούτε ο πιό μικρός ήχος δέν ακούγεται", είπα. "Φθείρεται τόσο σιωπηλά, τόσο ένοχα, σάν νά ντρέπεται γι' αυτή τήν ξαφνική στροφή στήν πορεία του που στό κάτω κάτω δέν τού τήν επιβάλλει κανείς. Ξοδεύει τίς ευαισθησίες του σέ μιά δικιά του απόφαση ενώ γιά 'κείνον που αφίνει εκτεθει- μένο, γι' αυτόν που σηκώνει όλο τό βάρος, γι' αυτόν που θά μείνει γυμνός, φυλάει μιά κυνική συμπεριφορά που τού τήν πετάει λίγη λίγη στό πρόσωπο μ' ένα περίεργο μίσος, λές κι είναι αυτός που τό παρέσυρε καί τό ξοδεύει, λές κι ο αγώ- νας εκείνου νά κρατηθεί έξω απ' αυτόν τόν θλιβερό κύκλο τό προσβάλλει. Όσο τό σκέφτομαι! Μιά τέτοια φιλία που άρχισε κάποτε τόσο καλά". Περπατούσαμε στά χωράφια καί τ' αγκάθια μού είχαν κιό- λας ματώσει τά πόδια, δέν τόν προλάβαινα, είχε σκύψει τό κεφάλι καί προχωρούσε γρήγορα συλλογισμένος, έπρεπε νά τόν ρωτήσω μά δέν ήταν τόσο τρυφερός όσο άλλοτε μαζύ μου, η σκέψη τού 'χε φάει τήν καρδιά, είχε ασπρίσει, τό αί- μα του δέν τού έφτανε, έβαλα τά δυνατά μου καί τόν πλησί- ασα. "Τί θά συμβεί σέ μάς;", ψιθύρισα λαχανιάζοντας καθώς έ- τρεχα δίπλα του, "όπου νάναι θά μάς φτάσει". "Έχει γεράσει", είπε καί σήκωσε τούς ώμους. "Γίνεται επι- κίνδυνο". "Ποιός τό έχει τρελλάνει έτσι;", ψιθύρισα λαχανιάζοντας καθώς έτρεχα δίπλα του. "Γιατί γερνάει;". Τρέχαμε στά χωράφια, εκείνο μάς πλησίαζε, όλο καί πιό κο- ντά, ένοιωθα τήν ανάσα του στό σβέρκο μου, είχε γεράσει λοιπόν τόσο πολύ, ούτε ποιός ήταν δικός του δέν μπορούσε νά ξεχωρίσει, "θά μάς φτάσει", μουρμούρισα λαχανιάζο- ντας, "ούτε εμείς θά ξεφύγουμε". "Είναι απίστευτο", ψιθύρισα. Τό σάλιο στό λαιμό μου είχε στεγνώσει. "Δέν θέλει ν' αφίσει τίποτα πίσω του". Δέν σώθηκε ποτέ κανείς, αυτό τό ένοιωθα βαθειά, αλλά πό- τε παραπονέθηκε μιά ελπίδα ότι τήν περιφρόνησαν;, άρχισα νά τρέχω σάν τρελλός πηδώντας τ' αγκάθια καί τούς θά- μνους, αυτό τό τοπίο μού ήταν γνωστό, τό ήξερα, ήταν σάν νά 'χα γεννηθεί μαζύ του, κάτι αναμνήσεις από τήν παιδική μου ηλικία τό ζωντάνευαν, εδώ ένας κοκκύτης είχε κάψει τήν πλαγιά, κάτι μαγουλάδες περασμένες δύσκολα πιό 'κεί είχαν μαράνει τό χώμα, αυτός ο βράχος κούφιος απ' τό δόντι που μέ πέθανε στόν πόνο κι εκείνο τό χωράφι κίτρινο στόν πυρετό... Έκατσα κάτω. Όπου νάναι θά μέ φτάσει. Ποιός ξέφυγε; Ποιός ξέφυγε; Είμαι ακόμα μέσα του. "Τό κάνει επίτηδες!", φώναξα. "Πώς είναι δυνατόν νά είμαι ακόμα μέσα του;", ρώτησα. "Όλες αυτές οι σκέψεις, όλοι αυτοί οι στοχασμοί, όλος ο πόθος καί η αγωνία τών ομοίων μου, άφισαν λοιπόν αδιά- φορο τό Σύμπαν; Έστω καί σάν παραμόρφωση απ' αυτή τήν συνεχή πίεση δέν θά 'πρεπε κάπου εδώ κοντά στήν γειτονιά μας κάτι νά έχει αλλάξει, δέν θά 'πρεπε αυτή η τεράστια συσσώρευση νά έχει κατακτήσει κιόλας τόν δικό της χώρο μέ τούς δικούς του νόμους όπου οι κυνηγημένοι σάν εμένα θά μπορούσαν νά βρούν καταφύγιο κι όπου αυτή η βαρειά δουλεία τού πνεύματος από τήν σάρκα θά τελείωνε στά σύ- νορά του;". "Τό κάνει επίτηδες", μού είπε. "Ποιά συνείδηση θά δέχο- νταν ποτέ νά παραδοθεί χωρίς ούτε κάν νά προσπαθήσει έ- στω καί μιά φορά νά δραπετεύσει άν δέν τήν γέμιζε σιγά σι- γά τρόμο μ' αυτό τό αδιάκοπο κυνηγητό; Τόσα χρόνια τώρα πόσες φορές μάς άφισε νά πάρουμε μιάν ανάσα; Ακόμα κι ε- κείνες τίς ευτυχισμένες στιγμές που σχεδόν τό είχαμε ξεχά- σει, δέν ήταν η ίδια η γαλήνη που μάς πρόδιδε;, δέν ήταν η ησυχία κι η ομορφιά τού τοπίου που άφιναν από τό βάθος νά ακουστεί αυτό τό αμείλικτο βήμα τών χτύπων τής καρδιάς του που δέν είχε πάψει ποτέ νά μάς ακολουθεί;". Άκουγα μέ περιέργεια αυτόν τόν ήχο μέσα μου, όσο έτρεχα γίνονταν πιό τολμηρός, ένα δυνατό ρυθμικό χτύπημα που α- νέβαινε πρός τά πάνω, φούσκωνε τίς φλέβες μου νά περάσει, γέμιζε τό κεφάλι μου, σφυροκόπαγε στά τύμπανα τών αυ- τιών μου, μά ποιόν είχα προσπεράσει χωρίς νά τό καταλά- βω, ποιό ήταν αυτό τό ζώο από σάρκα που μέ κυνήγαγε, τί ζήταγε η καρδιά του μεσ' στό δικό μου στήθος, τί τού είχαν υποσχεθεί... Ήταν μιά σκέψη παράξενη, τό καταλάβαινα, αλλά ακριβώς γι' αυτό μπορούσε νά μέ δεχτεί, χτύπησα νά μού ανοίξει· "μέ κυνηγάει", είπα, "ίσως τά καταφέρω νά κρυφτώ μέσα σου". "Άκου", τής είπα. "Είσαι μιά σκέψη παράξενη, αυτό είναι αλήθεια, ίσως νά μήν έχεις καμμιά σχέση μέ τίποτα πιά, αλ- λά μήπως εγώ δέν είμαι αυτός που σέ δημιούργησε; Πρίν α- πό λίγο στή θέση σου υπήρχε ένα κενό, μάλιστα ούτε κάν η θέση σου υπήρχε, θά μπορούσε θαυμάσια νά είχε μπεί κάτι άλλο εκεί, τίποτα δέν θά τό εμπόδιζε κάτι τέτοιο, κι άν τώ- ρα εσύ υπάρχεις μ' έναν τρόπο που πιά δέν μπορεί νά αναιρε- θεί καί τήν σίγουρη υπόστασή σου, όσο περίεργη κι άν εί- ναι, ούτε όλες οι δυνάμεις τού Σύμπαντος η μιά πίσω από τήν άλλη δέν μπορούν νά παραμερίσουν, πάντα νέα καί ζωη- ρή θά ταξιδεύεις χωρίς ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος νά μπορουν νά σ' αγγίξουν, χωρίς ακόμα ούτε άλλες σκέψεις νεότερες νά έχουν κανένα δικαίωμα επάνω σου καί νά μπο- ρούν νά φτάσουν καί ν' αλλοιώσουν τήν αρχική σου μορφή, είμαι εγώ που σού έχω δώσει μιά ταυτότητα κι εγγυήθηκα γιά τό ταξίδι σου. Σού ζητώ λοιπόν καταφύγιο καί περιμέ- νω ν' αναγνωρίσεις τήν συγγένειά μας καί νά μέ προστατεύ- σεις γιατί πίσω μου αυτά τά κομμάτια τής σάρκας έχουν πλησιάσει επικίνδυνα κι όσο κι άν είναι τυφλά καί δέν έ- χουν δική τους προσωπικότητα είναι όμως ικανά νά μέ ανα- γνωρίζουν. Παρ' όλο που η σχέση μας εδώ καί πολύν καιρό δέν είναι πιά παρά μιά τυπική συμβίωση καί κανονικά δέν θά έπρεπε νά είχαν καμμιά απαίτηση από μένα αφού δέν μπορούν νά μού προσφέρουν τίποτα απολύτως περισσότερο απ' τό νά μή μ' εμποδίζουν, εκείνα επιμένουν νά μέ μπερδεύ- ουν μέ κάποιο κομμάτι παλιό, δικό τους, οριστικά χαμένο, που αντάλλαξε τήν βαρειά του ύλη μέ τήν ελαφριά ουσία τού πνεύματος -εσύ σάν δημιούργημά του είσαι μιά απόδειξη αυτής τής αλλαγής-, καί ίσως μόνο τό ότι από καιρό σέ και- ρό μέ πιάνει κάτι σάν νοσταλγία καί μελαγχολώ, κάτι σάν αδυναμία που δέν μπορώ νά εξηγήσω, νά τούς δίνει θάρρος". "Δέν μπορώ νά τό εξηγήσω", είπα καθώς άνοιγε πρόθυμα νά μέ κρύψει, "υπάρχει λοιπόν ακόμα κάτι μέσα μου που συγ- γενεύει μ' αυτό τό κορμί; Έχει δίκιο αυτή η σάρκα που μέ κυνηγά σάν νά τής έχω αρπάξει τό πιό πολύτιμο κομμάτι της; Κι άν είναι αλήθεια αυτό, είναι δυνατόν ποτέ νά τής ξε- φύγω; Αλλά ακόμα κι άν τής ξέφευγα καί κατάφερνα νά μείνω κρυμμένος, αυτό δέν θά αποδεικνύονταν στό τέλος μιά μάταιη προσπάθεια; Γιατί όσο κι άν μεγαλώνω τήν από- σταση που μάς χωρίζει, όσο κι άν εκείνη γίνεται ολοένα καί περισσότερο ανίκανη νά καταλάβει τίς ανησυχίες μου καί τά σχέδιά μου γιά τό μέλλον, είναι όμως θνητή κι ο θάνατός της θά σημάνει καί τόν δικό μου. Η φοβερή αλλοίωση θά μπεί μέσα μου απ' αυτό τό μικρό κομμάτι". "Πρέπει νά βρείς πού κρύβεται", μού είπε. "Όσο κι άν είναι μικρό, είναι όμως σάρκα". Χρόνια κοσκίνιζα, η υπομονή μου είχε εξαντληθεί, δέν θά τό 'βρισκα, κάθε φορά μέ ξεγελούσε, οι τρύπες δέν ήταν ποτέ αρκετά μικρές, μιά σειρά κόσκινα είχαν κιόλας αχρηστευ- τεί, πήρα ένα λεπτότερο απ' τόν τοίχο πλάϊ μου· "πώς μοιά- ζει η σάρκα;", μουρμούρισα, είναι δυνατόν νά τήν έχουμε υ- ποτιμήσει τόσο πολύ; Ή μήπως υπερτιμήσαμε τό πνεύμα; Κι άν η θνητότητα είναι ιδιότητα τού πνεύματος; Ποιός παρα- σύρει ποιόν στό θάνατο; Μπορεί νά 'ναι τό πνεύμα λοιπόν που πεθαίνει. Σάν δυνατότερο διατάζει τήν σάρκα νά παρα- δοθεί. Μάς τρώει η άγνοια. Μάς αποτελειώνει η γνώση". "Μάς αποτελειώνει η γνώση", τού είπα. "Άν η άγνοια είναι ύβρις κι ο άνθρωπος αξίζει νά τήν πληρώσει μέ τήν φυλάκι- σή του στόν παράδεισο, η γνώση γεννάει τό πνεύμα αλλά εί- ναι ανίκανη νά τό θρέψει. Τό πνεύμα, παρ' όλες τίς προσπά- θειες τής σάρκας πεθαίνει από πείνα. Ποιός μπόρεσε ποτέ νά χορτάσει τό πνεύμα του;". Ποιός μπόρεσε ποτέ νά ξεγελάσει τό πνεύμα του μ' αυτά τά άθλια σκουπίδια που ονομάζει γνώση; Τό πνεύμα πεθαίνει δηλητηριασμένο από τήν βαθειά επίγνωση τού ανθρώπου ότι δέν κατάφερε τίποτα κι η ποίηση είναι ο θρήνος τού κορ- μιού γιά τόν εραστή που ποτέ δέν απέκτησε. "Πού τό κρύβεις;", ρώτησα. Άρχισα νά τό βασανίζω μέ προ- σοχή. Έπρεπε νά μείνει ζωντανό ώστε νά μπορει νά μιλήσει στό τέλος. Ένοιωθα τόν τρόμο του, τήν φρίκη τής αδύναμης σάρκας. Προσπαθούσε νά μέ ξεγελάσει μέ τόν πόνο. Ένα γέ- λιο μέ συνεπήρε. "Απόλυτη, απόλυτη εξουσία έχω επάνω σου", ειπα. Έμεινα κατάπληκτος. Αλλά η εξουσία μου επάνω του ήταν απόλυτη. "Τόσα χρόνια", μούγκρισα, "τόσα χρόνια σέ τρέ- φω γιά έναν καί μόνο σκοπό. Τόσα χρόνια φέρνω καί γιά 'κείνο τήν πιό εκλεκτή τροφή. Πού μού τό κρύβεις; Τί ψέμ- ματα τού έχεις πεί γιά μένα;". Σάν μαγεμένος κοιτούσα τό σχήμα του, τά μέλη του, τό πρό- σωπό του. Ώστε αυτή είναι λοιπόν η παγίδα: η ομορφιά! Μέσα σέ 'κείνο τό ωραίο κορμί είχε παρασυρθεί σιγά σιγά τό πνεύμα. Τώρα ήταν ανώφελο, τό καταλάβαινα, τίποτα δέν μπορούσε νά τά χωρίσει. Όμως τότε πού ήμουν εγώ; Ποιός ήμουν εγώ; Τί σχέση είχα μ' αυτά τά δυό ερωτευμένα πλάσματα; "Θά φύγουν", ψιθύρισα. "Είναι φανερό ότι ετοι- μάζονται. Θά πάρουν τό ένα τό άλλο από τό χέρι σάν αγαπη- μένοι καί θά χαθούν στήν στροφή. Τί υπήρξα εγώ γι' αυτά;". "Μιά τροφός. Νά λοιπόν ποιό ήταν τό επάγγελμά μου αγα- πητέ μου κύριε. Νανούρισα δυό παιδιά στά χέρια μου. Δυό όμορφα παιδιά. Ίσως σάς πούν ότι δέν είναι σπουδαίο αυτό. Τόσοι καί τόσοι τό κάνουν. Μήν τό πιστέψετε. Κι άν τό κά- νουν δέν τό ξέρουν. Είναι ασήμαντοι ερασιτέχνες. Δέν έ- χουν σοβαρότητα. Δέν μπορούν νά είναι υπεύθυνοι. Τώρα ετοιμάζονται γιά τό ταξίδι τους. Στά δικά μου μάτια φαίνεται σάν χωρισμός. Αλλά καί τί είναι τά δικά μου μά- τια; Εγώ παρασύρομαι από τό βάρος μου. Εκείνα θά πετά- ξουν. Ίσως νά μή μ' αρέσει η μοίρα μου. Αλλά καί ποιός έ- μεινε ποτέ ευχαριστημένος απ' αυτή; Λίγο μέ νοιάζει τώρα ποιός τά κανόνισε έτσι τά πράγματα. Από τά δυό τους τό λι- γότερα δύσκολο ήταν τό κορμί. Αυτό μπορούσα νά τό χορτά- σω εύκολα. Λίγες φορές μέ παίδεψε κι αυτές όχι από δικό του λάθος. Αλλά τό άλλο! Νόμιζα ότι θά πεθάνει στόν εμε- τό. Στίς μέρες μας μόνο σκουπίδια κυκλοφορούν. Έφτυνα αίμα γιά μιά μπουκιά. Κάθονταν στήν άκρη καί μέ κοίταζε μ' αυτά τά πελώρια φωτεινά του μάτια... Έχετε δεί πόσο πε- λώρια γίνονται τά μάτια από τήν πείνα; Εννοώ τού πνεύμα- τος. Όταν είναι μικρό. Κι όταν είναι έφηβος που μεγαλώ- νουν ακόμα. Γιατί μετά συνήθως τυφλώνεται. Καί χοντραί- νει. Τρώει τά σκουπίδια. Κι αυτά θρέφουν ξέρετε. Αυξάνει τό λίπος ξαφνικά. Καί πάει. Τό 'χεις χάσει. Κάτι παθαίνει η γεύση του καί δέν μπορεί νά ξεχωρίσει. Ανοίγει τό στόμα του καί καταπίνει. Μπορεί νά σού κόψει τό χέρι. Οι πιό πολλοί τού ρίχνουν ό,τι βρούν μπροστά τους. Αφίστε. Έχω δεί... Έφτυνα αίμα λοιπόν γιά μιά μπουκιά. Κατέβαζα τά ράφια τών βιβλιοπωλείων. Τά βιβλία σωρός. Τά 'φτυνε πί- σω. Μ' έπιανε τρέλλα. Έβαζα τά κλάματα. Στό τέλος μέ πέ- ταγαν έξω... Αυτό γίνονταν τώρα στά τελευταία χρόνια συ- νέχεια. Καί μετά σπάνια πήγαινα πιά. Μά τό 'χε πάρει κι αυτό απόφαση. Άλλωστε δέν βασανίζονταν. Κάτι είχε αλλά- ξει μέσα του. Δέ μέ χρειάζονταν. Τό καταλάβαινα. Έτσι η- σύχασα. Όσο γιά τό άλλο είχε αρχίσει νά ετοιμάζεται. Πολ- λά δικά του πράγματα είχαν πάψει νά τό ενδιαφέρουν. Αρ- ρώσταινε πιό συχνά τώρα. Η σχέση μας ήταν μιά ρουτίνα. Όχι ξεκούραστη. Όχι ιδιαίτερα κουραστική. Σπάνια αρνιό- ταν κάτι. Ακόμα πιό σπάνια ζητούσε κάτι περισσότερο. Ό- λα έχουν ένα τέλος. Έχω κι εγώ τό δικό μου. Τί νόημα θά είχε μιά αμοιβή; Τί νά τήν κάνω; «Ευδόκισε ν' αφανιστώ χωρίς νά ξαναζήσω»#. Άν πίστευα σέ κάποιον θεό θά τού τό ζήταγα. Μά δέν πιστεύω. Μερικές φορές μόνο κοιτώντας τά μάτια τους νόμιζα ότι έτρεφα κάποιον θεό. Αλλά κι εκείνα μπορεί νά πίστευαν ότι κάποιος θεός τά τρέφει. Ίσως. Τώρα θά γλυτώσουμε όλοι. Ο καθένας από τά χέρια τού δικού του... Εσείς εδώ κινδυνεύετε. Όποιος κι άν είστε. Σέ λίγο δεν θά υπάρχει τίποτε εδώ. Αυτή τήν θέση θά τήν αρπάξει ξανά τό χάος. Στήν αρχή μιά τρύπα, πέφτει μέσα κάτι, λίγες φτιαριές χώμα καί πάει. Ό,τι τό έσπρωχνε σιγά σιγά τόσα χρόνια κι έκανε χώρο, σέ μιά στιγμή θά λείψει. Είναι επι- κίνδυνο νά είστε εδώ αυτή τήν ώρα. Αρχίζει νά ουρλιάζει, τά σάλια τρέχουν απ' τό στόμα του, είναι φριχτό. Έχω δεί. Είναι πρίν κλείσει που πονάει απ' τό κενό. Μετά όλα τε- λειώνουν... Αλήθεια είστε πολύ νέος. Μού φαίνεσθε χλω- μός. Κι αδύνατος. Τά μάτια σας είναι πελώρια... Σάς τρέ- φουν; Σάς τρέφουν καλά; Είναι τόσο δύσκολο γιά τήν ηλι- κία σας. Ιδιαίτερα σήμερα. Εγώ... σέ λίγο θά είμαι ελεύθε- ρη. Δέν έχω ξανακούσει βέβαια κάτι τέτοιο, αλλά... γιατί νά μή γίνει; Γιατί νά χαθεί τόση πείρα; Περιμένετε. Περιμένετε λίγο. Τελειώνω! Έχω σχεδόν τελειώσει!". #(Ζαχαρίας Παπαντωνίου: "Η προσευχή τού ταπεινού"). 3-5-1990 "Είναι απίστευτο", είπα. "υπάρχει κάτι μέσα μας που γνω- ρίζει". Είχα εργασθεί σοβαρά. Η προετοιμασία μου είχε ολοκληρω- θεί. Προχώρησα μέχρι τό άνοιγμα που μού είχαν κλείσει τήν προηγούμενη φορά καί περίμενα. "Οδηγήστε με!", τού είπα μόλις φάνηκε. Οι φαρδιές του πλάτες γέμισαν τόν χώρο ό- πως πρίν. Έσκυψε επάνω μου. "Είστε σίγουρος ότι τώρα ξέρετε τί ζητάτε;", είπε πιό ευγενικά. "Θέλετε πράγματι νά σάς οδηγήσω;". "Οδηγήστε με", είπα ξανά. "Ξέρω πολύ κα- λά τί μού λείπει". "Τί θέλετε;", μού είπε. "Αυτή η πόρτα δέν είναι γιά τόν κα- θένα. Απορώ πώς σάς άφισαν καί μπήκατε εδώ. Εδώ... δέν γίνονται χάρες ούτε καί σέ εξαιρετικά ακόμα άτομα. Τί σάς έσπρωξε νά κάνετε όλον αυτόν τόν κόπο;". "Αναθέστε μου μιά αποστολή", είπα. "Ο,τιδήποτε. Νά σκάβω ένα χωράφι άς πούμε. Δώστε μου ένα χαρτί, ένα σήμα που νά τό αποδει- κνύει. Όχι στούς άλλους. Σέ 'μένα. Πέστε τό μου προφορι- κά, κάντε μου ένα νεύμα. Είναι αρκετό". Είμαι σίγουρος ότι μού δόθηκε. Γιατί μέ παιδεύει έτσι αυτή η αμνησία; Είχα βγεί μέ τήν αποστολή μου, αυτό είναι σί- γουρο. Τί έγινε μετά; Κάπου φαίνεται περιπλανήθηκα. Ή- ταν η χαρά μου. Ναί, απ' τή χαρά μου έχασα τόν δρόμο. Κι έπειτα αυτό τό σκοτάδι! Κάποιοι μέ περιμάζεψαν... Μού εί- χε δώσει ένα σήμα. Τό έχω ακόμα επάνω μου. Είναι μέσ' στό κεφάλι μου. Στήν αριστερή μεριά. Οι φλέβες μπλεγμέ- νες μεταξύ τους, ενωμένες σφιχτά μέ τίς αρτηρίες τους... Συμβολίζουν. Είναι μιά χειραψία. Αλλά η αποστολή! Η α- ποστολή μου ποιά είναι; "Είστε σίγουρος ότι σάς έχει δοθεί;", μού είπε. "Δέν ξέρετε πόσους έχουμε εδώ. Δέν θέλετε νά τό σκεφτείτε καλλίτερα; Προσπαθείστε νά θυμηθείτε. Δέν μπορούμε νά παίρνουμε τόν καθένα". "Ακούστε", τού είπα, "έχω δοκιμάσει σχεδόν όλα τά πράγ- ματα που μπορεί νά κάνει ένας άνθρωπος. Ίσως τό νομίσετε υπερβολή, αλλά ξόδεψα τή ζωή μου γιά νά κάνω ακριβώς αυτό. Γιατί καί τί άλλο θά μπορούσε νά μ' ενδιαφέρει; Άν κάτι τής έμοιαζε θά τό καταλάβαινα. Έχω αναπτύξει ένα εί- δος ενστίκτου. Αρνητικού βέβαια. Μόλις ξεκινήσω, αμέσως μού λέει όχι. Νά γιατί έχω αυτή τήν εμφάνιση. Τό θέμα δέν ήταν νά πετύχω σέ κάτι. Ο σκοπός μου ήταν νά τήν βρώ. Μετά όλα θά άλλαζαν. Αυτό είναι σίγουρο. Ακόμα κι εσείς τό πιστεύετε. Σάς βλέπω. Τό νοιώθω. Κι εσείς λοιπόν! Κι ε- σείς δέν τήν έχετε βρεί ακόμα τήν δικιά σας. Μά πώς είναι δυνατόν νά είστε σ' αυτή τή θέση τότε;". Οι θέσεις είχαν καταληφθεί. Τίς είχαν οι άνθρωποι μέ τά σήματα. Τί γελοίο! Κανείς δέν ξέρει τήν αποστολή του. Εί- μαι εγώ εδώ, ένας απ' αυτούς, γιά νά τό υποστηρίξω. "Δέν μέ ενδιαφέρει καμμιά θέση", είπα. "Εκείνο που μέ εν- διαφέρει είναι η αποστολή μου. Κοιτάξτε όλα αυτά τά όργα- να". Έδειξα τό κορμί μου που κουρασμένο είχε γείρει σ' ένα κάθισμα κι ανάσαινε μέ κλειστά τά μάτια. "Λειτουργώντας μέ τόν ιδιαίτερο τρόπο τους εδώ καί χρόνια, καταφέρνουν νά διατηρούν ζωντανό αυτό τό σύνολο που βλέπετε τώρα μπροστά σας νά ξεκουράζεται, τό σώζουν κάθε στιγμή απ' τόν θάνατο, δηλαδή τό υποχρεώνουν νά έχει μιά συνεχή α- ντίληψη τής ύπαρξής του. Λέτε αυτό νά έχει γίνει τυχαία; Λέτε νά μήν έχει άλλο σκοπό απ' τό νά βασανίζει έτσι αυτό τό πλάσμα που δέν μπορεί νά καταλάβει γιά ποιόν λόγο σώ- ζεται κάθε στιγμή απ' τόν θάνατο, γιά ποιόν λόγο υποχρεώ- νεται νά ζεί μ' αυτή τήν συνεχή αντίληψη τής ύπαρξής του νά τού τρώει σιγά σιγά τό μυαλό; Δέν είναι γελοίο νά έχει δημιουργηθεί ένα τέτοιο υπέροχο όν γιά νά οδηγηθεί στήν τρέλλα απ' αυτή τήν αντίφαση; Ένα τέτοιο καταπληκτικό εργαλείο δέν θά 'πρεπε νά είχε έναν συγκεκριμμένο σκοπό; Μιά σπουδαία αποστολή νά εκτελέσει; Θέλετε νά μέ κάνετε νά πιστέψω σάν αυτόν τόν ηλίθιο τόν Πίκο ντέ λά Μιρα- ντόλα ότι αυτό αποδεικνύει τήν μεγαλωσύνη καί τήν αισθη- τική μεγαλοφυΐα τού κατασκευαστή που αφίνει τό εργαλείο νά ανακαλύψει τήν χρήση του; Έ λοιπόν γιά μένα αυτή εί- ναι η καλλίτερη απόδειξη ότι δέν υπάρχει δημιουργός, κι ό- τι εγώ οφείλω νά τρελλαθώ αφού μόνον έτσι μπορώ ν' αδια- φορήσω γι' αυτό που μού συμβαίνει καί νά περιφρονήσω τήν μοίρα μου. Είναι γελοίο νά αναθέσω εγώ στόν εαυτό μου μιάν αποστολή εκτός από εκείνη τής εκδίκησης. Κι αυτή, όταν ζήσει κανείς κάμποσα χρόνια, τήν συχαίνεται μαζύ μέ τόν ορθολογισμό της". Ο δημιουργός είχε χαθεί πίσω απ' τόν σιχαμερό ορθολογι- σμό, τόν πήρα απ' τό χέρι καί σκαρφαλώσαμε τόν λόφο. Κά- τω τά χωράφια κυμάτιζαν απ' τά σπαρτά... "Τό ήξερα", μού είπε, "τό ήξερα πως δέν ήμουν μόνος μου εδώ μέσα. Είσαι ο αγαπημένος μου. Είσαι η φωνή τής καρδιάς μου. Εσένα προ- στάτευα. Γιά σένα έστρωνα τόν δρόμο. Εσένα τόν αθώο πε- ρίμενα νά ετοιμαστείς, νά μέ πάρεις, έξω, στά λουλούδια". "Είμαι έτοιμος", είπα. "Ήρθα νά σάς πάρω". Μού άπλωσε τό χέρι καί χαμογέλασε. "Πού θά πάμε;", ρώτησε. "Στά λου- λούδια;". Μή νομίζετε ότι δέν ξέρω πού βρίσκομαι. Είναι αλήθεια ότι γιά πολύν καιρό αναρωτιόμουν τί κάνω εδώ. Αλλά τότε δέν γνώριζα καλά τούς ανθρώπους. Η αποστολή μου δέν μού εί- χε αποκαλυφθεί. Νά μεγαλώνω έτσι μέσα σ' ένα πήλινο δο- χείο χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό, φαίνονταν παράλογο. Όταν όμως άνθισα! Ά, τότε! "Πώς τό μισώ αυτό τό λουλούδι!", είπε καί κοίταξε τή γλά- στρα. "Αναρωτιέμαι γιατί τό φροντίζω καί δέν τού δίνω μιά απ' τό παράθυρο. Αυτό τουλάχιστον ανθίζει ζωντανό. Εμένα θά μ' ανθίσει ο χάρος". "Μέ άνθισε ο χάρος", είπα. "Πού πρέπει νά αποτανθώ;". "Περάστε απ' αυτή τήν πόρτα", απάντησε. "Θυμάστε τά στοιχεία σας; Πρέπει νά σάς σημειώσουν επάνω". "Θυμάμαι πολύ καλά", είπα. "Εκείνο που δέν μπόρεσα μιά ολόκληρη ζωή νά θυμηθώ είναι η αποστολή μου. Φαντάζομαι ότι τώρα θά μού αποκαλυφθεί". "Τώρα είναι πολύ αργά", μού είπε. "Αυτά έπρεπε νά τά είχατε τακτοποιήσει όσο ζούσατε. Εδώ είναι τό τέλος. Τό τέλος. Καταλάβατε;". "Υπάρχει στ' αλή- θεια λοιπόν τέτοιο πράγμα;", ρώτησα. Τέτοιο πράγμα φυσικά δέν υπήρχε. "Έχετε ξανάρθει εδώ;", μέ ρώτησε. "Εμένα είναι η δεύτερη φορά. Τό 'χω αγαπήσει αυτό τό μέρος". "Είναι γεμάτο λουλούδια", συμφώνησα. "Δέν θέλω νά ξεπέσω σέ κάποιον φτηνό συναισθηματισμό", είπε, αλλά εγώ δέν θά ζητούσα ποτέ νά επιστρέψω στό ίδιο μέρος. Είναι απίστευτο νά ζητά κανείς τέτοια ταπεινή ικα- νοποίηση. Δέν υπάρχει πιό εκνευριστικό πράγμα απ' τήν α- γάπη τών άλλων. Γιατί μέ αγαπούσαν; Ήταν σάν νά μού έ- διναν τό δικαίωμα νά τούς βασανίζω. Ήμουν υποχρεωμένος νά τούς βασανίζω. Ήταν μιά προσβολή. Γιά ποιόν μέ πέρνα- γαν; Νά γιατί κι εγώ δέν αγάπησα ποτέ κανέναν. Από εντι- μότητα. Από σεβασμό στήν προσωπικότητα τού άλλου. Γιά ποιό λόγο λοιπόν νά βρεθώ κοντά στά ίδια πρόσωπα;". Ήταν ένα εντελώς καινούργιο μέρος. Κανείς δέν τό είχε χρησιμοποιήσει. "Χωρίς πόνο. Χωρίς φόβο. Χωρίς θάνατο", σκέφτηκα. "Χωρίς ηδονή λοιπόν, χωρίς χαρά, χωρίς ελπί- δα. Όμως όλα αυτά είναι ανθρώπινα μέτρα. Τί μέτρα ισχύ- ουν εδώ; Δέν είναι βέβαια ένας φτηνός παράδεισος. Ούτε α- ποπνέει τήν εμπάθεια μιάς κόλασης. Εδώ η ανθρώπινη φα- ντασία ανακαλύπτει τά όριά της. Όμως γιατί στό κάτω κά- τω νά μ' ενδιαφέρουν τά όρια τής φαντασίας μου; Ο άνθρω- πος ανέκαθεν υπήρξε πολύ περισσότερο ένα αισθαντικό όν. Οι καλλίτεροι ποτέ δέν παρασύρθηκαν από τόν ορθολογι- σμό τής φαντασίας τους. Καί τί ποιό ορθολογιστικό από τήν ανθρώπινη φαντασία; Ο Καβάφης είχε δίκιο: επιτρέψτε μου νά παραμείνω αισθαντικός". Έτρεξα σάν αστραπή καί τού άρπαξα τό χέρι. "Θέλετε στ' α- λήθεια νά μού κλείσετε τήν πόρτα;", ρώτησα κοιτώντας τά μάτια του που ανοιγόκλεισαν τρομαγμένα. "Μά κανείς ποτέ δέν έχει διαμαρτυρηθεί", τραύλισε. "Πρέπει νά μείνετε μέσα ώσπου νά θυμηθείτε". "Είναι ένα μικρό δωμάτιο", είπα. "Κι αυτός που μού κλείνετε τώρα απ' έξω είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Δέν χρειάζεται νά θυμηθώ τίποτα. Η αποστολή μου είναι νά τριγυρνώ μέσα του. Τόσον καιρό ετοιμαζόμουν γι' αυτό. Δέν τό καταλάβαινα βέβαια. Αντίθετα νόμιζα ότι πρέ- πει νά τού ξεφύγω. Άλλωστε τού είχα θυμώσει. Τώρα όμως ξεκαθαρίζουν όλα. Κι εσάς δέν σάς παρεξηγώ. Είν' αλήθεια ότι δέν αντιστάθηκα καθόλου". Ο κόσμος ήταν πελώριος. Σάν ανεξάρτητος παρατηρητής μπορούσα νά θαυμάσω όλο τό μεγεθός του, όλο τό πλήθος τών λειτουργιών που τόν δημιουργούσε. "Είναι οι σχέσεις τών πραγμάτων", ψιθύρισα, "είναι οι σχέσεις τών πραγμά- των λοιπόν που φτιάχνουν τόν κόσμο. Πώς είναι δυνατόν νά υπάρξει ένας ανεξάρτητος παρατηρητής; Η ίδια η παρα- τήρηση δέν είναι μιά σχέση; Δέν μπορεί λοιπόν νά περισσέ- ψει τίποτα. Κι ο θεός, ένα ιδιαίτερα αισθαντικό όν, βρίσκε- ται μέσα στά πράγματα καί μόνο σ' αυτά. Είναι απίστευτο τό ότι δέν έχουμε συναντηθεί ακόμα. Μά οπωσδήποτε αυτό δέν οφείλεται σέ δικό του λάθος. Η ταυτόχρονη σχέση του μέ όλα τόν κάνει αόρατο καί βέβαια είναι αδύνατον νά απο- μονωθεί. Αλλά μήπως κι εγώ δέν έχω μιά ταυτόχρονη σχέ- ση μέ όλα τά πράγματα; Μήπως κι εγώ δέν είμαι αόρατος;". Έτσι δέν χρειάζεται ν' ανησυχεί κανείς γιά τίποτα, χαρού- μενος συνεχίζει τόν δρομο του, όπου κι άν πάει κι ό,τι κι άν κάνει είναι ακριβώς τό ίδιο, καί τό νά είναι ανικανοποίη- τος είναι ακριβώς τό ίδιο μέ τό νά είναι ικανοποιημένος. Έχω λοιπόν δικαιωματικά διαλέξει νά είμαι ανικανοποίη- τος, μού ταιριάζει καλλίτερα, ξέροντας ότι όλα είναι ίδια μπορώ νά αμφισβητώ τά πάντα χωρίς νά κινδυνεύω νά εί- μαι παράλογος, καί τό ευεργετικό αποτέλεσμα αυτής τής ε- πιλογής δέν αργεί νά φανεί. Καθόλου δέν άργησε νά φανεί, αντίθετα όπως τό περίμενα ή- ταν κιόλας εκεί. "Είστε ταχύτατος", τού είπα. "Θά έλεγε κανείς πως βρίσκεσθε ταυτόχρονα σέ όλα τά πράγματα". "Δέν είμαι παρά τό ευεργετικό αποτέλεσμα τής επιλογής σας", είπε καί χαμογέλασε. Τό ευεργετικό αποτέλεσμα τής επιλογής μου αγκάλιαζε ταυ- τόχρονα όλα τά πράγματα, μιά χαρούμενη δραστηριότητα εί- χε κιόλας αντικαταστήσει τήν συνηθισμένη σχεδόν αδιάφο- ρη ρουτίνα στίς σχέσεις τους, χαμογέλασα κι απομακρύνθη- κα λίγο γιά νά βλέπω καλλίτερα. "Τί λάθος είναι νά ταυτί- ζει κανείς τήν αισθητική μέ τό συναίσθημα", μουρμούρισα. Ένας ανεπηρέαστος αισθαντικός δέκτης θά μπορούσε νά α- ντλήσει αυτή τήν άγρια χαρά από οποιαδήποτε κατάσταση όσο φριχτή κι άν φαίνεται στά μάτια ενός άλλου που διστά- ζει νά αποδεσμευθεί. Νά γιατί η χαρά πρέπει νά εξαιρείται από τίς κατηγορίες τών κοινών συναισθημάτων. Αλλά εγώ δέν απομακρύνθηκα γιά νά κάνω σχόλια επάνω στίς ανθρώ- πινες τοποθετήσεις". "Νά γιά ποιόν λόγο υπάρχω", είπα εννοώντας ταυτόχρονα μέ τόν εαυτό μου καί τούς άλλους. "Μιά αδιάφορη ρουτίνα θά ήταν οι σχέσεις τών πραγμάτων χωρίς τήν δικιά μου επι- λογή. Ο κόσμος θά είχε βαρεθεί τόν εαυτό του. Η αποστολή μου λοιπόν είναι νά τόν σώζω από τήν πλήξη -πού όμως ο- φείλω νά ομολογήσω ότι ίσως τώρα τήν προτιμά περισσό- τερο-. Ακόμα καί στήν διάρκεια μιάς ασήμαντης ζωής αρκεί ένας μικρός αναστεναγμός από τό στήθος ενός ανθρώπου γιά νά ταράξει τούς νόμους του, κάτι πολύ ενοχλητικό καί ασυνήθιστο γι' αυτόν αφού ο άνθρωπος είναι τό μόνο πλά- σμα μέσα του που ακριβώς λόγω τών επιλογών του έχει τό δικαίωμα νά αναστενάζει, κι αυτός άλλωστε είναι ο λόγος γιά τόν οποίο μάς έχει σπρώξει σιγά σιγά στήν περιφέρεια μαζύ μέ τά υπόλοιπα σκουπίδια. Αλλά μήπως κι αυτή η μεγάλη ικανοποίηση είναι αρκετή γιά μένα; Επιβεβαιώνει τήν ανεξαρτησία τής σκέψης μου, τήν αριστοκρατική μου καταγωγή, όμως μέ κάνει, γι' αυτό ακριβώς, καί νά ζητώ περισσότερα. Τήν απαίτησή μου αυτή, που υπερβαίνει τήν αποστολή μου, έχω τήν τιμή νά τήν πλη- ρώνω μέ τήν εξορία μου στήν εκτός περιφέρειας ζώνη -ένα μέρος που καί τά σκουπίδια προσπαθούν νά αποφύγουν-, απ' όπου η επιστροφή πρός τά μέσα φαίνεται αδύνατη καί τής ο- ποίας περιέργως -ο κόσμος θά ντρέπονταν νά φτάσει ώς ε- κεί-, τόν πλήρη έλεγχο καθώς καί τήν διακριτική ευχέρεια τής χρήσης της έχουν αποκτήσει ορισμένες ομάδες ανθρώ- πων οι οποίες μέ τό ακατανόητο σύνθημα: «Σώστε τόν κό- σμο» έχουν απαγορεύσει στούς υπόλοιπους νά αναστενά- ζουν, αντίθετα, τούς αναγκάζουν νά βγάζουν κραυγές χαράς. Ωστόσο εγώ δέν θά παρασυρθώ στήν χονδροειδέστερη ικα- νοποίηση: νά σχολιάσω τό κοινωνικό γίγνεσθαι. Κάθε άλ- λο. Μόνο η υπέρβαση τής αποστολής μου μέ απασχολεί". Η υπέρβαση τής αποστολής μου δέν αφορά, όπως είναι φυσι- κό, στόν κόσμο. Ο κόσμος αργά ή γρήγορα θά κατακτηθεί α- πό τόν άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι σκυλί. Τά αντέχει όλα. Μπορεί νά σκεφτεί. Δέν χρειάζεται ν' ανησυχεί κανείς γι' αυτόν. Ο κόσμος είναι από τώρα δικός του. Θά τόν κάνει ό,τι θέλει. Όσο γιά τήν κοινωνική καί τήν συναισθηματική αδικία πάντα θά υπάρχει. Καί όπως πάντα θά ενδιαφέρει μό- νον όσους τήν υφίστανται. Δηλαδή όλους. Γιατί καί οι α- σκούντες τήν υφίστανται. Πολυτελώς. Η υπέρβαση τής αποστολής μου αφορά, όπως είναι φυσικό, στήν υπέρβαση τού κόσμου. Η υπέρβαση τού κόσμου συμβαί- νει μέσα στόν κόσμο. Δέν υπάρχει τίποτα έξω απ' αυτόν. Η υπέρβαση τού κόσμου είναι η υπέρβαση τής ιδέας που έχω ε- γώ γιά τόν κόσμο. "Φοβάμαι πως δέν θά μέ καταλάβεις", τού είπα. "Άλλωστε κι εγώ ο ίδιος δέν καταλαβαίνω. Αλλά γιατί νά μάς ενδια- φέρει νά καταλάβουμε; Τό ότι νοιώθουμε δέν είναι αρκετό; Δέν μπορεί βέβαια η γλώσσα νά αναμετρηθεί μ' αυτή τήν αί- σθηση". "Κι όμως", είπα, "τό νά καταλάβουμε είναι απαραίτητο. Η γλώσσα βέβαια είναι ανίκανη νά κάνει κάτι τέτοιο γιά μάς· μπορεί όμως νά τό κάνει η τέχνη. Η τέχνη είναι λοιπόν στήν ουσία η γλώσσα μας καί η γλώσσα δέν είναι παρά ένα μεγάλο έργο τέχνης. Αυτό τό ξεχνάμε πολύ συχνά, γι' αυτό άλλωστε προσπαθούμε μέ τή γλώσσα νά εξηγήσουμε τήν τέ- χνη· κάτι φυσικά αδύνατο. Νά γιατί η φιλοσοφία απέτυχε νά εξηγήσει τόν κόσμο. Στήν καλύτερη περίπτωσή της ήταν ποίηση καί σάν τέτοια μπορούσε νά τήν απολαύσει κανείς. Όμως πόσο σπάνιο ήταν αυτό! Στίς πολλές χειρότερες περι- πτώσεις της, ανάγκαζε τό μυαλό νά στριμωχτεί ολόκληρο μέσα σέ μιά εικόνα τού κόσμου. Αλήθεια όλα κινούνται στό Σύμπαν. Καί τό ίδιο τό Σύμπαν μεταβάλλεται. Μόνο ένα πράγμα υπάρχει μέσα του που μπορεί νά μείνει ακίνητο γιά χρόνια καί αιώνες. Κι αυτό είναι τό ανθρώπινο μυαλό. Τί μελαγχολικό θαύμα! Τί δύσκολα που σκουριάζουν οί αλυσ- σίδες τών δογμάτων! Άς ευγνωμονούμε τήν τέχνη φίλε μου. Χάρη σ' αυτήν η επανάσταση δέν θά σταματήσει ποτέ". "Τί εννοείτε ότι η επανάσταση δέν άρχισε ακόμα;", τόν έκο- ψα. "Η επανάσταση είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι αυτό το αξιολύπητο πλάσμα, αυτό τό σκουλίκι". Σάν τό σκουλίκι σερνόμουν στά νοσοκομεία. Μέ γνώριζαν παντού. "Έρχεται η επανάσταση", έλεγαν. Ήταν ευγενικοί. Μέ άφιναν νά ψάξω στήν αυλή. Πλάϊ στά καζάνια μέ τά σκουπίδια. Κάπου κάπου έτρωγα μιά μπουκιά. "Έλα νά σού δώσουμε νά φάς", φώναζαν. "Μήν τρώς αυτές τίς αηδίες. Θά πάθεις τίποτα". Οι αφελείς! Οι αθώοι! Άρρωστη γεννή- θηκα. Σάν τόν άνθρωπο. Ζώ στά σκυλάδικα. Οι πορτιέρηδες τό ξέρουν. Όταν αρχί- σει νά βραδιάζει καί φαίνονται τά πρώτα αυτοκίνητα, κου- νάνε τό κεφάλι. "Έρχεται η επανάσταση", λένε. Εδώ συνα- ντώ τούς ανθρώπους μου. Βλέπω τή λάμψη στά μάτια τους. Η καρδιά τους γεμάτη απ' τήν ερωτική φλόγα: Παρισινή κομμούνα, Ιταλία, Ισπανία, Μπέρκλεϋ, Μάης τού '68, ανθί- ζουν σάν τά πολύτιμα κρύσταλλα τής αυγής. Τά ίδια συνθή- ματα, περασμένα χέρι χέρι: «Όλα τά μωρά στήν πίστα!». Ά, πώς ανοίγει τό μυαλό νά τό πάρει μέσα του! Πώς πετάει τίς αλυσσίδες που τό δένουν. Πώς αφίνει τό τραγούδι νά τό εκ- φράσει, ελεύθερο, ένας οργασμός χαράς, τά σκέλη που σφίγ- γονταν μέρες, βδομάδες, χρόνια, ανοίγουν, χαλαρώνουν οι μύς, μιά ζέστη, μιά ηδονή αφάνταστη ανεβαίνει στήν κοι- λιά, η μόνη αλήθεια, ο μόνος θεός, τό κορμί, ζεί ξανά, ανα- σταίνεται, τό κοινό όνειρο, ο κοινός πόθος συνεπαίρνει τίς ψυχές: η καύλα!, τό ελεύθερο γαμήσι!... Μπαίνω απ' τήν πί- σω πόρτα κάθε βράδυ. Από 'κεί που βγάζουν τούς ντενεκέδες μέ τά σπασμένα πιάτα. Κρύβομαι στήν γωνιά. Κανείς δέν μέ βλέπει. Κανείς δέν μέ σκέφτεται. Έτσι σάν σκουλίκι, έτσι γελοία, προσπαθώ νά πάρω μιάν ανάσα. Τούς κοιτάζω. Έχουν σκοτώσει τώρα τ' αφεντικά τους. Μπορεί νάναι που- λημένες οι σχέσεις. Μπορεί νά 'χουν γίνει συμφωνίες. Μά τί μέ νοιάζει. Κάθε πιάτο που σπάει ειναι κι ένας πυροβολι- σμός. Είναι ένας τσάρος λιγότερο... Αύριο οι τσάροι θάναι στήν θέση τους. Τά ανθρωπάκια θά ξεκουραστούν. Τό βράδυ θά τούς σκοτώσουν πάλι. Κάτι θά λάμψει μέσα τους. Γιά μιά στιγμή θά γίνουν... Τό προτιμώ. Έχω συχαθεί τούς ε- παγγελματίες. Καλύτερα σκουλίκι. Στά σκυλάδικα. Τήν καϋμένη! Μά εγώ δέν απομακρύνθηκα γιά νά μελαγχο- λήσω μέ τίς ατυχίες τής επανάστασης. Ούτε γιά νά υμνήσω καμμιά αδερφή της πιό επιτυχημένη. Παρ' όλο που δέν κάνω τίποτ' άλλο από τό νά μιλώ γιά τήν επανάσταση, ωστόσο δέν θά μελαγχολήσω μέ τίς ατυχίες της. Οι ατυχίες της θά μπορούσαν νά γονατίσουν οποιονδή- ποτε άν δέν είχε προλάβει νά ανακαλύψει ότι εκείνο που εν- διαφέρει δέν είναι καθόλου η επανάσταση. Εκείνο που εν- διαφέρει είναι ο άνθρωπος. Ποιός μέ καταπιέζει; Κοίταξα γύρω μου: ό,τι μέ καταπίεζε ήταν εχθρός μου, θά τό σκότωνα χωρίς οίκτο, αλλά εμένα ποτέ κανείς δέν μέ κορόϊδεψε, καμμιάς φυσιογνωμίας δέν υ- πήρξα ποτέ θύμα, κανέναν ψεύτικο έχθρό δέν θά μού έβαζαν στόχο, πήρα λοιπόν τό όπλο μου καί στάθηκα στήν πιό σκο- τεινή γωνιά, σάν μιά φωτισμένη οθόνη ο κόσμος έδειχνε τό πρόσωπό του... Εχτές μέ είχαν βασανίσει. Ήταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Τό κορμί μου ήταν αδύναμο, γεμάτο σημάδια, μά τό χέρι μου δέν έτρεμε. Στήριξα τό όπλο στό περβάζι καί περίμενα. Τόν είδα νά στρίβει τήν γωνιά. Κρατούσε δυό μεγάλες τσάντες. Χαμογέλασα. Ψώνια από τήν αγορά. Μέ έτρεφε γιά νά μέ βασανίζει. "Μέ τρέφεις γιά νά μέ βασανίζεις", μουρμούρισα. Τέντωσα τήν σφεντόνα. Στό μέτωπο. Ανάμεσα στά δυό μιση- τά μάτια. Εκεί που λαμπύριζαν οι σταγόνες τού ιδρώτα. Τί είχε μέσ' στό μυαλό του; Τί είχε μέσ' στό μυαλό του όταν μέ χτύπαγε; Ήξερε ότι πο- νούσα. Ήθελε νά μέ κάνει άνθρωπο. Τί πάω νά πεί αυτό; Ήθελε νά τόν υπακούω. Αυτό ήθελε. Ήθελε νά τόν υπακούω. Μετά θά μέ χρησιμοποιούσε στό έρ- γο του. Ήταν καλλιτέχνης. Τό έργο του ήμουν εγώ. Ο κό- πος τής ζωής του ήταν ο χαρακτήρας μου. Τόν κοιτούσα μέ προσοχή. Έπρεπε νά μάθω καλά τήν δύ- σκολη τέχνη του. Αύριο θά ήταν η σειρά μου. Δέν μπορεί ν' αγαπάει κανείς απ' τήν αρχή τόν πατέρα του. Είναι αδύνατο. Όταν μετά από χρόνια αισθανθεί τήν ευγνω- μοσύνη που τού χρωστά καί τόν αγκαλιάσει τρυφερά αλλοί- μονο στά παιδιά του. "Είναι ιδεολόγος", σκέφτηκα. "Τό χειρότερο είδος. Όχι άν- θρωπος μέ ιδεολογία. Δέν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Δέν πε- ρισσεύει τίποτα γιά τόν άνθρωπο. Είναι μόνο ιδεολόγος". Γιά πολλά χρόνια υπήρξα ιδεολόγος. Τό χειρότερο είδος. Τώρα ξέρω πως αυτό που ήθελα κατά βάθος ήταν νά εκδικη- θώ τόν πατέρα μου. "Η κοινωνική αδικία", είπε, "είναι αποτέλεσμα τής συναι- σθηματικής αδικίας. Κι αυτήν κανείς δέν μπορεί νά τήν ε- μποδίσει". Συναισθηματικά ήμουν καλυμμένος. "Μένει η κοινωνική α- δικία τώρα", μουρμούρισα. Επιτέλους κοινωνικά είχα καλυφθεί. "Μένει τώρα η συναι- σθηματική αδικία", είπα. Συναισθηματικά αλλά καί κοινωνικά είχα καλυφθεί. Στό σπίτι μου μέ λάτρευαν. Η αξιοπρεπής εργασία μου απέδιδε αργά καί σταθερά τούς καρπούς της. Μιά ανώτερη σειρά μα- θημάτων που σύντομα θά παρακολουθούσα, η καλή έκθεση τού αμέσως προϊσταμένου μου ως εποπτεύοντος, υπόσχο- νταν μιά προαγωγή καθ' όλα δίκαιη. Είχα τήν συνείδησή μου ήσυχη. Μπορούσα νά κοιτώ τόν κόσμο κατάματα. Είπα η εργασία μου. Θά έπρεπε νά πώ τό λειτούργημά μου. Ο μή ιδεολόγος είναι μιά μάστιγα. Τό χειρότερο είδος. "Όλα αυτά τά όργανα", είπα κι έδειξα τό κορμί μου που κουρασμένο είχε γείρει σ' ένα κάθισμα κι ανάσαινε μέ κλει- στά τά μάτια, "όλα αυτά τά όργανα λειτουργώντας μέ τόν ι- διαίτερο τρόπο τους εδώ καί χρόνια, καταφέρνουν νά διατη- ρούν ζωντανό αυτό τό σύνολο που βλέπεις τώρα μπροστά σου νά ξεκουράζεται, τό σώζουν κάθε στιγμή από τόν θάνα- το, δηλαδή τό υποχρεώνουν νά έχει μιά συνεχή αντίληψη τής ύπαρξής του... Άς δούμε τήν θέση στήν οποία έχει ε- γκλωβισθεί... Μετά από χρόνια προσεκτικών εκτιμήσεων τής περίεργης σχέσης που τό συνδέει μαζύ τους, ανακαλύ- πτει ότι έχει τοποθετηθεί σάν ενεργός παρατηρητής τών α- ποτελεσμάτων μιάς σειράς εκτελεσμένων ήδη εντολών, τίς οποίες όχι μόνο δέν μπορεί νά ανακαλέσει στήν περίπτωση που είναι γενικά δυσάρεστες αλλά, καί τό σπουδαιότερο, τά άσχημα ή οδυνηρά αποτελέσματα τών οποίων έχουν σάν στόχο αυτό ακριβώς τό ίδιο. Τό Σύμπαν έχει φροντίσει μέ ε- πιμέλεια νά διατηρεί μιά διακριτική απόσταση από αυτό τό όπως φαίνεται σέ ένα επιπόλαιο βλέμμα αυτογενές φαινόμε- νο, η προφανής ανευθυνότης τού παρατηρητή δέν έχει βρεί νά συγκινήσει κανέναν μέχρι τώρα καί τό επίσης σπουδαιό- τερο, κανείς δέν έχει εμφανισθεί νά δώσει μιάν εξήγηση γιά τήν εξαφάνιση αυτού ο οποίος είναι υπεύθυνος. Πρόκειται λοιπόν ή γιά ένα έγκλημα καλά κρυμμένο γιά τό οποίο κά- ποια σκοτεινή οντότης σέ έναν άλλον χώρο έχει εξασφαλί- σει τήν ατιμωρησία απολαμβάνοντας τά οφέλη του ή γιά έ- να τυχαίο συμβάν, άχρηστο μέσα σέ μιά σειρά παρόμοιων αλλά χρήσιμων συμβάντων, τό οποίο έχει πεταχτεί αδιάφο- ρα στήν άκρη χωρίς νά απασχοληθεί κανείς άλλο μ' αυτό· πράγμα πολύ χειρότερο γιατί ενώ υπάρχει αδικία δέν υπάρ- χει ένοχος καί χάνεται κάθε ελπίδα γιά επανόρθωση ή του- λάχιστον γιά εκδίκηση. Σιωπηλό σώμα κακιά μηχανή κανείς δέν υπάρχει γιά νά εκδικηθώ εκτός από σένα "Πόσα θέλεις;", είπα στόν θάνατο. "Δέν έχω τελειώσει ακό- μα μαζύ του. Πρέπει πρώτα νά εκδικηθώ τούς άλλους". Οι άλλοι δέν καταλάβαιναν. "Ακριβώς γι' αυτό", είπα. "Επειδή δέν καταλαβαίνουν. Ε- πειδή είναι αθώοι. Επειδή περιμένουν κάποιον νά τούς σώ- σει. Επειδή οι ίδιοι κάθε στιγμή κάνουν τό ίδιο στούς πιό α- δύνατους χωρίς νά τό βλέπουν. Επειδή ο άνθρωπος είναι α- νίκανος νά κάνει ο,τιδήποτε χωρίς οπισθοβουλία. Επειδή πρέπει νά κερδίσω χρόνο γιά νά κλαίω τήν μοίρα μου, αφού τήν τραγικότητα τής μοίρας μου μόνον εγώ μπορώ νά εκτι- μήσω. Επειδή στή μοίρα τών άλλων δέν θά υπήρχε καθόλου τραγικότητα άν δέν τήν έβαζα εγώ. Εγώ είμαι αυτός που υ- ποφέρει γιά τήν τραγική ζωή τών άλλων. Οι άλλοι δέν υ- πάρχουν. Είναι ρόλοι που παίζονται από σκιές ώστε νά συ- μπληρωθεί τό σκηνικό τού δικού μου δράματος. Είναι χέρια που πρέπει νά μέ χαϊδεύουν τρυφερά, αγκαλιές που πρέπει νά μέ παρηγορούν, καρδιές που όλα τους τά χρόνια ετοιμά- ζονταν νά μέ αγαπήσουν, πρόθυμοι υπηρέτες γεμάτοι περη- φάνεια γιά τήν υψηλή τους αποστολή στήν υπηρεσία μου. σ' όλα αυτά εγώ επιτρέπω νά ζούν. Κι άν υπάρχει ένας θεός, υ- πάρχει γιά νά μέ προστατεύει, γιά νά μέ ανταμοίβει, γιά νά μέ τιμωρεί, μού έχει φτιάξει τόν κόσμο, ταπεινά μέ υπηρετεί κι αυτός όπως όλα. Η κοινωνική αδικία λοιπόν υπάρχει α- κριβώς εξ' αιτίας τής τραγικότητας τής μοίρας μου. Είναι η τραγική μου μοίρα όλα αυτά τά τόσο φανερά στά δικά μου μάτια νά μήν τά καταλαβαίνουν οι άλλοι, νά προσποιούνται ότι δέν μέ αναγνωρίζουν, νά μέ προσπερνούν σάν ένα ασή- μαντο ανασήκωμα τού εδάφους, να μέ αναγκάζουν νά τούς χαϊδεύω γιά νά γυρίσουν τό κεφάλι, νά μέ υποχρεώνουν νά τούς υπηρετώ γιά νά μού πετάξουν ένα ξεροκόμματο, νά α- παιτούν μέ μιά εκδικητική μανία νά συμπεριφερθώ εγώ σάν σκιά στή θέση τους, νά εκμεταλλεύονται τήν σωματική μου αδυναμία, αυτή τήν άθλια σάρκα που είμαι παγιδευμένος μέ- σα της, τήν αιτία όλων τών κακών. Ποιός μπορεί νά μέ κα- τηγορήσει άν αμυνθώ;". "Είσαι η αιτία όλων τών κακών", είπα. "Οι καρδιές δι- ψούν γιά δικαιοσύνη αλλά πώς μπορούν νά σού ξεφύγουν;". "Δέν μπορούσα νά ξεφύγω", είπε. "Γι' αυτό άρχισα νά οχυ- ρώνομαι. Η άγνοια τών άλλων μέ βοηθούσε. Συναισθηματι- κά έπρεπε νά γίνω απρόσβλητος. Αυτό από τό οποίο ξέφευγα σιγά σιγά, τό συναίσθημα, γίνονταν στά χέρια μου τό πιό ι- σχυρό όπλο. Έβλεπα τόν πραγματικό χαρακτήρα του νά μού αποκαλύπτεται: ήταν τό όπιο τών φτωχών, τών καταπιεσμέ- νων. Η ψυχρή καί υπολογισμένη προσεκτικά χρήση του εγ- γυόνταν μιάν αφάνταστη συγκέντρωση δύναμης. Βέβαια κα- που κάπου βουτούσα κι εγώ μέσα του". Κάπου κάπου βουτούσα κι εγώ μέσα του. Δέν πρέπει νά χά- νει κανείς τήν επαφή μέ τά όπλα του. Ένα δυνατό πάθος εί- ναι η καλύτερη άσκηση. "Τό ξέρουν", είπα. "Τό ξέρουν πολύ καλά ότι ο εχθρός είναι μέσα μας". "Εγώ τούς στήριξα", είπα. "Μέ τήν άγνοια τού εσωτερικού μου κόσμου". "Ποτέ κανείς δέν αδίκησε κανέναν", είπε. "Όπου ταξίδεψα σ' αυτόν τόν μεγάλο κόσμο, τό μόνο που συνάντησα ήταν η δικαιοσύνη. Η αίσθηση τού δικαίου είναι τόσο δυνατή μέσα στόν άνθρωπο ώστε είναι ανίκανος νά διαπράξει τήν παρα- μικρή αδικία". "Είναι τόσο δυνατή η αίσθηση τού δικαίου μέσα μου", είπε, "ώστε τά πάντα, οι άλλοι άνθρωποι, τά πράγματα, η φύση, τό σύμπαν ολόκληρο, δέν μπορούν παρά νά είναι κατηγο- ρούμενοι. Η σχέση μου μαζύ τους είναι η συνεχής απονομή δικαιοσύνης από εμένα πρός αυτά, τήν οποία, πίστεψέ με, δέν μπορώ ούτε νά διαστρεβλώσω ούτε ν' αποφύγω. Μπορώ βέβαια νά αδικήσω τόν εαυτό μου γιά χάρη τους -μιά πρόχει- ρη απόδειξη τού ηρωϊκού στοιχείου που υπάρχει στήν φύση μου-, αλλά καί αυτό, σάν αναγνώριση ορισμένων μέτρων που μέ υπερβαίνουν καί που πρέπει νά πιεστώ γιά νά δώ ώ- στε νά μήν μέ παρασύρει η αρχική μου ταχύτης, δέν παύει νά είναι η απονομή μιάς δυσκολότερης ίσως αλλά παρ' όλα αυτά καθόλου μικρότερης σέ σημασία δικαιοσύνης. Κάτω ό- μως απ' αυτό τό πνεύμα πρέπει νά αναγνωρίσω ότι όλοι συ- μπεριφέρονται έτσι, ότι ο όρος «Αδικία» είναι ένα πλαστό μέγεθος κι ότι όσες φορές παρασύρθηκα ώστε νά τόν χρησι- μοποιήσω επρόκειτο γιά περιπτώσεις συναισθηματικής ατα- ξίας που εκ τών υστέρων απέδειξαν τήν ανεπάρκειά τους νά υποκαταστήσουν τόν μοναδικό νόμο στόν οποίο υπακούει μέ χαρά ο άνθρωπος". "Είναι ένας κόσμος δικαιοσύνης", είπα. "Μού πήρε χρόνια ώσπου νά τό καταλάβω. Είναι μιά μεγάλη ανακούφιση. Ε- πειδή εδώ δέν υπάρχουν ένοχοι. Τό αίσθημα τού δικαίου εί- ναι τόσο δυνατό ώστε οι σχέσεις τών ανθρώπων δέν είναι παρά μιά συνεχής απονομή δικαιοσύνης. Ακόμα κι εγώ εί- μαι αθώος ανάμεσά τους". Η ανακάλυψη τής αθωότητάς μου μέ έχει συγκλονίσει. Πα- ρατηρώ στόν δρόμο τούς άλλους. Άραγε φαίνομαι στά μάτια τους τόσο διαφορετικός όσο φαίνονται αυτοί στά δικά μου; Γιατί καί η δική τους αθωότητα υπήρξε τό ίδιο συγκλονι- στική. Καί τόσο μάλιστα περισσότερο όσο γι' αυτήν δέν ή- μουν καθόλου προετοιμασμένος. Τό νά είμαι εγώ αθώος, τό νά αποδειχτούν εκ τών υστέρων οι πράξεις μου ιδιοτελείς μέν αλλά γι' αυτό ακριβώς καί δίκαιες, τό νά φτάσω μ' ένα άλμα στό σημείο νά καταλάβω ότι αυτά τά όπως υποψιαζό- μουν σκοτεινά τους κίνητρα δέν ήταν στήν ουσία παρά τά προϊόντα τών βαθύτερων ενδοσκοπήσεων ενός εσωτερικού οργάνου, αδέκαστου, τό οποίο ανίχνευε γιά λογαριασμό μου τήν γνησιότητα τής αρχικής μου πρόθεσης, όλα αυτά, παρ' όλο τόν αιφνιδιαστικό χαρακτήρα τους δέν θά άλλαζαν κα- θόλου τόν χώρο μέσα στόν οποίο είχα συνηθίσει νά κινού- μαι, αντίθετα, θά ήταν ο ίδιος έτοιμος νά μού προσφέρει ένα είδος ελευθερίας που ούτε κάν νά φανταστώ δέν τολμούσα πρίν· αλλά η επίγνωση τής αθωότητας τών άλλων έρχο- νταν τώρα σάν ένα κύμα νά αναστατώσει αυτά που θεωρού- σα τόσο καλά στερεωμένα στή θέση τους, αυτός ο κόσμος τής αθωότητας καί τής δικαιοσύνης που αντίκρυζαν τά μά- τια μου παρέλυε σχεδόν όλες μου τίς δυνάμεις, τίποτα δέν χρειάζονταν πιά ν' αλλάξει μέσα του, όλα διέγραφαν μ' έναν τέλειο τρόπο τήν τροχιά τους, ήταν ένας παράδεισος, κάθε ανεξάρτητη οντότητα στό εσωτερικό του λούζονταν στό φώς τής δικαιοσύνης που τής απένειμαν οι άλλες... "Είναι σκληρός", είπε κοιτάζοντάς τον, "αλλά είναι αληθι- νός. Εμείς που μεγαλώσαμε μέσα σέ μιά ψεύτικη εικόνα μπορούμε νά καταλάβουμε τήν σπουδαιότητά του. Κανέναν δέν μπορείς νά κατηγορήσεις γιά υποκρισία εδώ. Η αγάπη δέν μπορεί νά ξεγελάσει κανέναν. Υπάρχει μιά ηδονή στόν τρόπο μέ τόν οποίο ο καθένας δέχεται τίς πράξεις τού άλλου που τόν αφορούν, κι όσο γιά τίς δικές του, η απουσία ο- ποιασδήποτε ενοχής επιτρέπει νά αναπτυχθούν σέ έργα μιάς τέχνης άγνωστης σέ μάς μέχρι τώρα. Σ' ευχαριστούμε που μάς τόν έδειξες". "Νά γιατί ήμουν δυστυχισμένος μέχρι σήμερα", είπα καί τού έσφιξα μέ ευγνωμοσύνη τό χέρι. "Ποιός θά τό πίστευε ό- τι ζούσα σ' έναν ψεύτικο κόσμο! Σ' ευχαριστώ γι' αυτό που μέ έκανες νά συνειδητοποιήσω". Είχα χλωμιάσει. Τό χέρι μου πάγωνε μέσ' στά δικά του. Τά λόγια του σάν ένα μαχαίρι είχαν κόψει τήν τελευταία μου ελπίδα. "Είναι μιά κόλαση", είπα. "Αυτό που σάν αίτημα θά μπορούσε νά προκαλέσει μιάν εξέγερση, σάν ένα φυσικό μέγεθος σκοτώνει όλες μας τίς ελπίδες". Μού τράνταξε τό χέρι. "Τό δίκαιο είναι ένα φυσικό μέγε- θος", είπε. Τό πρόσωπό του είχε χλωμιάσει. "Δέν υπάρχει καμμιά ελπίδα. Σ' αυτόν τόν κόσμο διαρκώς απονέμεται δι- καιοσύνη. Κανείς δέν μπορεί νά ζητήσει τίποτα παραπάνω. Είναι μιά κόλαση, κι ο παράδεισος είναι οριστικά χαμένος. Δώσ' μου, δώσ' μου τά χείλια σου. Πολλές φορές νομίσαμε ότι ανακαλύψαμε αυτό που μάς πρόδιδε· κι όμως, ποτέ δέν προδοθήκαμε από τίποτα. Κάθε εξέγερση είναι μάταιη, κι η χειρότερη υποψία είναι αληθινή: ούτε στήν ανυπαρξία μπο- ρούμε νά ζητήσουμε καταφύγιο". Έσκυψα καί τήν φίλησα. "Τί ωραία που ταιριάζουν τά χεί- λη μας", ψιθύρισα. "Πόσο τυφλός υπήρξα αλήθεια όλα αυτά τά χρόνια. Τί άσχημα έχω παρεξηγήσει τό κορμί μου. Μπο- ρώ νά τό δώ τώρα που σ' αγκαλιάζω. Καθώς εκείνο ανοίγε- ται καί χαλαρώνει, αυτό που προστάτευε, ο αγαπημένος του, η φωνή τής καρδιάς του, αυτό που δέν άφισε ποτέ μέσα του νά κινδυνέψει από τίποτα, κρατά τώρα σφιχτά τό χέρι σου και σέ κοιτά στά μάτια. Η αθωότητά του είναι τό έργο μιάς ολόκληρης ζωής. Πάνω σ' αυτήν τήν αθωότητα γλυστρούν αδύναμες οι αισθητικές τού φόβου. Δέν ακούς που φωνάζει τ' όνομά σου από πίσω τους; Είναι τό ρίγος, είναι τό ρίγος τής ηδονής απ' αυτό τό βλέμμα που μέ συναρπάζει. Επειδή ε- δώ είναι στ' αλήθεια η μοναδική φορά που μπορεί νά γίνει μιά σύγκριση. Η φρίκη τής συναίσθησης τού ότι είμαστε ζωντανοί είναι ακριβώς τό προϊόν της. Τό κορμί αναστατώ- νεται από τήν επίγνωση τής φοβερής του πρωτοβουλίας νά οργανώσει τό χάος καί νά προσβάλλει τήν ανυπαρξία. Είναι μιά ύβρις. Καί θά τήν πληρώσει μέ τόν θάνατό του. Πρίν ό- μως αποδοθεί δικαιοσύνη, πρίν τό φυσικό μέγεθος τού δι- καίου επέμβει ώστε νά αποκατασταθεί η ισορροπία, ο αγα- πημένος μου, αυτός που τού ανοίγω τόν δρόμο, η φωνή τής καρδιάς μου, έχει προλάβει νά σέ κοιτάξει, έχει προλάβει νά σού κρατήσει τό χέρι, σέ παίρνει κιόλας μαζύ του ψιθυρίζο- ντας τό όνομά σου, έξω, στά λουλούδια...". "Αυτό τό κορμί πεθαίνει", τής είπα κι έδειξα τό σώμα μου που είχε χλωμιάσει κι έγερνε κουρασμένο στό πράσινο ζω- ντανό χαλί από κάτω μας. "Ο θάνατός του είναι μιά πράξη δικαιοσύνης που δέν μάς αφορά. Μαζύ του θά χαθεί κι ο κό- σμος μέσ' στόν οποίο έζησε· ήταν κι αυτός ένα δικό του δη- μιούργημα. Άς τού φτιάξουμε έναν μικρό τάφο εδώ που ερ- γάστηκε". Τρέχαμε πιασμένοι από τό χέρι στά χωράφια, τό χορτάρι ή- ταν πράσινο, σάν ένα μαλακό χαλί χάϊδευε τά γυμνά μας πόδια, στάθηκα μπροστά στά λουλούδια καί τής τάδειξα: "Εδώ ήθελε νά μάς φέρει", είπα. "Άς τού φτιάξουμε έναν μι- κρό τάφο". Στούς μικρούς τάφους, στά χωράφια, συναντηθήκαμε. "Πό- σο μεγάλωσαν αυτά τά λουλούδια!", είπε κι άπλωσε τό χέρι της νά τά χαϊδέψει. Έμεινε η Γή. Γεμάτη λουλούδια. Ο αέρας τά κουνούσε. 19-5-1990 "Όλα αυτά", μού είπε, "όλα αυτά που είχες τήν καλωσύνη νά μού διηγηθείς, πίσω από τήν δικαιολογημένη αγανάκτη- ση που φαίνεται νά έχει επιβάλλει τό ύφος τους, αποκαλύ- πτουν τήν βαθύτερη αδυναμία τού χαρακτήρα αυτού ο οποί- ος τά έχει γράψει καί που φυσικά δέν είναι καθόλου η επι- πολαιότητα. Η επιπολαιότητα θά ήταν αδύνατον νά επι- τρέψει τήν συνοχή που έχουν αυτοί οι στοχασμοί. Αυτός ό- μως ο χαρακτήρας παραλύει εντελώς από τόν θυμό ενός πνεύματος τό οποίο βρίσκεται σέ αδιέξοδο καί αφίνει τήν α- γανακτησή του ελεύθερη νά διαλέξει τό αντικείμενό της πού, όπως σ' όλες τίς ανάλογες περιπτώσεις, δέν είναι παρά ο κόσμος. Αλλά ένας κόσμος συρρικνωμένος στά μέτρα τού ίδιου τού πνεύματος που στρέφεται εναντίον του. Μέσα σ' αυτή τήν απεραντοσύνη όπου όλα υπερασπίζονται μέ πείσμα τήν ύπαρξή τους, η αναζήτηση τού λόγου αυτής τής ύπαρξης έχει οδηγήσει τούς καλύτερους από μάς στήν απελπισία. Θέλει κανείς νά παραδοθεί στήν σιωπή καί τό αναγγέλλει μέ θλίψη. Αρνείται νά τρέφεται από ξένες περιουσίες κι α- φού δέν ανακάλυψε ώς τώρα τίποτα δικό του, επιστρέφει ό,τι τού δόθηκε κι ακουμπά σάν ένα φορτίο που μεγάλωσε αβάσταχτα μέ τά χρόνια τίς ερωτήσεις του στό έδαφος. Εί- ναι κι αυτές λουλούδια που έχουν ανθίσει στό δικό τους χώ- μα. Από κάτω τους υπάρχει πάντα ένας μικρός τάφος". Τόν παρακολουθούσα καθώς διάβαζε. "Ο καθένας μας έχει συρρικνώσει τόν κόσμο στά μέτρα του", είπα, "αλλά μήπως αυτό κάνει φτωχότερη τήν απεραντοσύνη; Ίσα ίσα θά έπρε- πε νά δεχόμαστε αυτούς τούς κόσμους σάν απόλυτα υπαρ- κτούς, σάν η απεραντοσύνη νά έχει καταφέρει νά χωρέσει μέσα στόν καθένα τους χωριστά κι όχι σάν τά προϊόντα μιάς αφαίρεσης που έχει γίνει από ένα μεγαλύτερο σύνολο. Επειδή ποιός είναι αυτός που τολμά νά ισχυρισθεί ότι αυτό τό σύνολο αποκαλύφθηκε κάποτε στά μάτια του ώστε νά μπορεί τώρα νά συγκρίνει τίς αδέξιες προσπάθειες τών άλ- λων μαζύ του καί νά ονομάζει τούς κόσμους τους συρρικνω- μένους; Είναι λοιπόν καί ο δικός μου κόσμος απέραντος, μάλιστα περιέχει εσένα καί τόν κόσμο σου σάν μιά λεπτομέ- ρεια που μού θυμίζει τήν ύπαρξή της μόνον όταν σέ βλέπω ή σέ ακούω καί ίσως τότε νά χαμογελώ μέ κατανόηση γι' αυ- τό τό παιχνίδι που παίζεται σέ βάρος μας καί που πράγματι αυτό αποδεικνύει τήν δέσμευσή μας. Μπορεί νά συναντιώ- μαστε κάπου κάπου καί νά περνάμε λίγον καιρό μαζύ αλλά τί μελαγχολικό είναι νά ξέρω πως ετοιμάζεσαι νά χαθείς ξανά μέσ' στόν απέραντο κόσμο μου καί πως κι εγώ σέ κά- ποια στροφή τού δικού σου θά σέ χάσω. Τό χώμα είναι βασι- λιάς καί τά λουλούδια του παραμονεύουν τήν καρδιά μας. Εκεί είναι οι μικροί τάφοι αυτών που έχω χάσει μέχρι τώ- ρα. Κανείς δέν μοιάζει μέ τόν άλλον. Κι ήμουν εγώ αυτός που έχασαν εκείνοι;". Αυτός ο άνθρωπος κάποτε μέ αναζήτησε. Μέ αναζήτησε! Τό καταλαβαίνεις αυτό; Είχαμε λοιπόν συναντηθεί. "Τό νοιώσατε κι εσείς;", είπα καθώς σφίγγαμε τά χέρια. "Είναι ένα αίσθημα δύσκολο. Πρέπει κανείς νά τού αφοσιωθεί". "Τό ότι μέ αναζητήσατε", τού είπα, "τό ότι μέ αναζητήσατε κάποτε, δέν μέ γεμίζει απλώς ευγνωμοσύνη αλλά μέ προ- σφέρει ολόκληρον σέ σάς, δηλαδή σάς ανοίγει τόν κόσμο μου, εξαφανίζει τούς φόβους που θά μπορούσε νά προκαλέ- σει μιά τόσο κοντινή προσέγγιση καί τό σπουδαιότερο μέ γεμίζει χαρά, ένα αίσθημα εξαιρετικά σπάνιο που ακριβώς γι' αυτό δέν μπορεί κανείς παρά νά τού έχει εμπιστοσύνη καί που εγώ προσωπικά εμπιστεύομαι απόλυτα. Ελάτε νά κάτσουμε λίγο εδώ. Αλήθεια τί αβάσταχτη που είναι η ζωή μας. Κάπου κάπου βέβαια ελπίζουμε, αλλά καί οι ελπίδες μας μήπως δέν έχουν στό βάθος τους μιά πικρή γεύση; Νοιώθει κανείς τά μέλη του νά κρέμονται άτονα, τό κεφάλι του γέρνει, αναζητά ένα κάθισμα μέ τό βλέμμα... Θέλει νά τό προσφέρει στήν απελπισία του... Είμαι κι εγώ τό ίδιο ευγε- νικός μαζύ της όπως όλοι". "Η μεγαλύτερή μου απογοήτευση", είπα αφού δέχτηκε ευγε- νικά τό κάθισμα που τού είχα προσφέρει, "ήταν όταν ανακά- λυψα πως η συμπεριφορά τού κόσμου απέναντί μου δέν είχε τίποτα τό εξαιρετικό. Γιά ένα μεγάλο διάστημα μέ αγνοού- σαν, κι αυτό τό θεωρούσα σάν μιά ιδιαίτερη μεταχείρηση, ή- ταν ένας χρόνος ειδικά προορισμένος γιά μένα ώστε νά ε- τοιμαστώ· βέβαια από κάπου είχε αφαιρεθεί, αλλά τότε δέν ήμουν ικανός νά αντιληφθώ τήν σημασία αυτής τής πρά- ξης". Νομίζω ότι ακόμα δέν είμαι έτοιμος. Οι ερωτήσεις μου, τό ευγενές αυτό προϊόν μιάς ζωής στραμμένης στήν έρευνα, υ- ποπτεύομαι πως είναι χωρίς αξία. Σέ ποιόν άλλωστε απευ- θύνονται; Θά μπορούσα νά αρκεσθώ στήν διατύπωσή τους. Δέν θά ήταν όμως αυτό μιά προσβολή; Τίς φυλάω λοιπόν μέσα μου. Τίς επεξεργάζομαι. Διαισθάνομαι τήν όχι στό μα- κρυνό μέλλον ανασύνθεσή τους σέ μιά. Τό ύφος της περνάει κάπου κάπου σάν αστραπή απ' τά μάτια μου. Μοιάζει σχε- δόν σάν κατάφαση. Στό κάτω κάτω είμαι βέβαιος ότι αυτό έψαχνα. Καί φυσικά ανακαλύπτει κανείς ό,τι ψάχνει. Έχει μιά τραγικότητα αυτή η πορεία. Ακόμα καί απ' τό σημείο που βρίσκομαι τώρα διακρίνω τήν κάθαρση. Μέ θηλάζει. Είχα κολλήσει τό στόμα μου στό στήθος της καί θήλαζα. "Είναι η τελευταία μου μητέρα", σκέφτηκα. "Είμαι ο μονα- χογιός της. Όλο τό γάλα της είναι γιά μένα". Μέ μάθαινε νά περπατώ. Λίγο πιό μπροστά από μένα είχε σταθεί ακίνητη καί περίμενε. Τά βήματά μου ήταν πάντα α- δέξια αλλά τώρα τελευταία είχαν αποκτήσει μιά θαυμαστή σταθερότητα. "Δέν μού μένει πολύ", σκέφτηκα υπολογίζο- ντας τήν απόσταση. "Όταν θά τήν φτάσω", σκέφτηκα, "όταν θά τήν φτάσω, λίγο πρίν χαθώ γιά πάντα στήν αγκαλιά της θά προλάβω νά ρίξω μιά ματιά στή ζωή μου. Έτσι όπως θά φαίνεται τώρα πρός τά πίσω θά έχει αποκτήσει αυτή τήν περίφημη νομοτέλεια που διεκδικούσε καί που τής αρνιώμουν όλα αυτά τά χρό- νια. Χωρίς κανένα λάθος μέ οδήγησε ώς εδώ". "Είναι η τελευταία μου μητέρα", είπα κι έδειξα στούς θά- μνους ένα σκοτεινό σχήμα που φαίνονταν νά περπατά μπρο- στά μας. "Ξέρω πως δέν θά τήν αγκαλιάσω παρά μόνο τήν στιγμή που όλα θά τελειώσουν ξαφνικά καί τότε θά είναι η ίδια που θά μέ έχει αφίσει νά τήν φτάσω. Περπατά τώρα μπροστά μας γιά νά μαζεύει τίς ερωτήσεις μου. Οι ερωτή- σεις ενός ανθρώπου πάντα τόν ξεπερνούν, χρειάζεται λοιπόν κάποιος νά τίς μαζεύει καθώς πέφτουν μπροστά του κι αυτό μόνο η κάθαρση τής μικρής τραγωδίας τής ζωής του μπορεί νά τό κάνει. Γι' αυτό τήν ονομάζω τελευταία μητέρα. Είναι αυτές οι ερωτήσεις που χρησιμοποιεί κάθε πρωΐ στόν καθρέ- φτη γιά νά φτιάξει τό πρόσωπό της. Αυτό που θά μάς αγκα- λιάσει στό τέλος θά είναι μιά κατάφαση. Γεμάτοι ευγνωμο- σύνη θά αναζητήσουμε τό στήθος της. Η ζωή μας θά μάς έχει οδηγήσει ώς αυτήν χωρίς κανένα λάθος". "Πόσο μισώ αυτή τήν συνέπεια", είπα καί προσπάθησα νά γυρίσω τό πρόσωπό μου. "Η ζωή μου δέν κάνει ποτέ λάθος. Έναν καταδικασμένο μέ θέλει στά χέρια της. Νά γιατί εγώ δέν θά ρωτήσω ποτέ τίποτα. Άλλωστε ποτέ δέν είχα στήν πραγματικότητα καμμιά ερώτηση. Δέν απαντούν στίς ερω- τήσεις σ' αυτόν τόν κόσμο. Άν κι αυτός ο κόσμος είναι φτιαγμένος από απαντήσεις όπως φαίνεται". Ο κόσμος ήταν φτιαγμένος από απαντήσεις. Μιά απέραντη κατάφαση μάς πλάκωνε τήν καρδιά. Είχαμε σκεπάσει όλοι τά πρόσωπά μας σφιχτά μέ τά μαντήλια μας, ο αέρας ήταν βρώμικος, όπου κι άν πήγαινες οι απαντήσεις τόν λέρωναν στριφογυρίζοντας σάν τίς μύγες. "Ποτέ δέν έζησε θεός σ' αυ- τόν τόν κόσμο", είπα προσπαθώντας ν' αναπνεύσω, "θά τόν είχε ξεπαστρέψει άν προλάβαινε νά κάνει μιά ερώτηση". Μάς είχαν δέσει όλους σφιχτά, οι απαντήσεις χόρευαν βάρ- βαρα γύρω μας, κανείς δέν είχε ξεφύγει, δάγκωνα μέ μανία τά σχοινιά που μού έζωναν τό κορμί· "ποτέ δέν θά καταδε- χτώ νά ρωτήσω", μούγκρισα κι άς ήξερα ότι κανείς δέν μέ άκουγε. "Ποτέ δέν θά τόν επικυρώσω αυτόν τόν κόσμο μέ μιά ερώτηση". "Είναι πολύ αργά", χαμογέλασε. "Αυτός ο κόσμος φέρει τήν σφραγίδα σας. Τόν έχετε κιόλας επικυρώσει πολλές φορές". "Μήν προσπαθείτε νά μέ παγιδέψετε", τού είπα. "Ποτέ δέν έχω ρωτήσει τίποτα. Αυτές τίς κραυγές που ακούγατε τίς εί- χα δαγκώσει στήν άκρη τους πρίν τίς βγάλω". Δάγκωνα μέ μανία ό,τι έβγαινε απ' τό στόμα μου, τά δόντια μου είχαν λειώσει, δίπλα μου ο κόσμος στριφογύριζε περι- μένοντας. "Δέν είμαι ακόμα μέσα σου", σκέφτηκα, "δέν μ' έχεις καταπιεί". Ήθελε νά μέ καταπιεί, έβλεπα τά μάτια του που είχαν γουρ- λώσει, οι φλέβες τού λαιμού του φούσκωναν απ' τήν προ- σπάθεια, "όλοι μέσα σου πέρασαν", μουρμούρισα, "κι όμως τί γλυκό που θά μπορούσε νά είναι αυτό τό πρόσωπο άν στέ- κονταν απλώς απέναντί μας καί κουβεντιάζαμε!". Δέν είχε γλώσσα. Δέν είχε λέξεις νά πεί. Δέν είχε σκέψεις νά κάνει. "Τί δόντια κρύβονται πίσω απ' αυτά τά ήρεμα ηλιοβασιλέ- ματα!", συλλογίστηκα μέ θλίψη. "Άγριο ζώο έπρεπε νά ή- ταν ακόμα ο άνθρωπος. Ποτέ δέν θά τού συγχωρεθεί τό ότι φτιάχνει έναν άλλον κόσμο στό εσωτερικό του. Οι μεγάλες του εφευρέσεις: η γαλήνη, η χαρά, η καλωσύνη, είναι προ- σβολές στόν κόσμο που τόν γέννησε. Σάν άγρυπνος φρουρός πρέπει νά στέκεται στά σύνορά τους. Ένας Ιανός μέ τό κακό του πρόσωπο στραμμένο πρός τά έξω ώστε νά υπερασπίζει". Έστρεψα τό κακό μου πρόσωπο πρός τά έξω κι έδειξα τά δόντια μου στόν κόσμο που είχε πλησιάσει ύπουλα μέ τήν κοιλιά καί περίμενε τήν ευκαιρία νά ορμήσει. "Τίποτα λοι- πόν δέν καταλαβαίνεις, έ;", μούγκρισα καθώς οπισθοχώρη- σε λίγο. Λίγο οπισθοχωρεί κάθε φορά. Μήν τόν αφίσεις νά μπεί εδώ μέσα. Είμαι δύο. Σάν τό σκυλί κουλουριάζομαι στήν αυλόπορτα. Μέσα μου ο αδερφός μου συγυρίζει. Μήν βρίζεις τό σκυλί που σέ γαυγίζει διαβάτη. Χαιρέτα τόν άνθρωπο στό κατώ- φλι. Αυτός ξέρει νά υποδέχεται τούς καλεσμένους του. "Έχω καλεσμένους", είπα καί τόν αγκάλιασα. ΤΕΛΟΣ ΕΚΤΟΥ (Σεπτέμβριος 1988-Μάϊος 1990) 28