ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ (4-8-1990)-(10-2-1991) Από ένα ίδιο πρωϊνό μέ τά άλλα θά ξεκινήσει η διαφορά. Από ένα ίδιο προϊόν μέ τά άλλα θά ξεκινήσει η διαφορά. "ΚάΓΙΑ"
ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ (4-8-1990)-(10-2-1991) (214) 4-8-1990 Μιά απ' τίς πιό περίεργες προλήψεις ανάμεσά μας, ήταν ότι τό τρέξιμο είναι η μοναδική πράξη που μάς εκφράζει απόλυ- τα. Είναι οδυνηρό, καί γι' αυτό, όσο ήταν δυνατόν, αποφεύ- γαμε νά απαριθμήσουμε τά θύματά της, μάς λιγόστευε μέ τόν ίδιο ρυθμό που η αντίθεση σ' αυτήν πολλαπλασίαζε τά κρού- σματα τής απάθειας, δέν μπορούσε πιά νά έχει κανείς εμπι- στοσύνη στόν διπλανό του, ήταν πιθανόν χωρίς καμμιά προ- ειδοποίηση, ακόμα καί στή μέση μιάς πολύ σοβαρής συζήτη- σης που ίσως πολλά κρέμονταν επάνω της, νά τά παρατήσει καί μ' ένα μάτι που γυάλιζε, αδιαφορώντας γιά τήν επικίν- δυνη επιπολαιότητα τού γυμνού χώματος, νά τό βάλει στά πόδια, αφίνοντας όσο πιό γρήγορα μπορούσε πίσω του τήν ασφαλή περιοχή που τόν είχε προφυλάξει μέχρι τώρα, τούς δρόμους, τά πεζοδρόμια, τήν γνωστή αρχιτεκτονική τών οι- κοδομημάτων... Έβγαινε στά χωράφια. Είναι γνωστό ότι οι απαθείς δέν είναι άρρωστοι. Η αδρά- νεια τής καρδιάς που τούς χαρακτηρίζει είναι η τελική επι- λογή ενός ώριμου πνεύματος τό οποίο αρνείται τίς επιπό- λαιες παρορμητικές διαθέσεις. _____________ Αυτός ο κόσμος δέν είναι μάταιος. Αρκεί νά δεί κανείς μέ πόση επιμέλεια αρνείται νά αποκαλύψει τόν δημιουργό του. Τό ότι ο δημιουργός δέν αποκαλύπτεται μέ δική του πρωτο- βουλία δέν πρέπει νά μάς τρομάζει πιά όσο άλλοτε. Γνωρί- ζουμε ήδη από καιρό τό βασικότερο χαρακτηριστικό τής μο- ναδικής αυτής πράξης που σάν ένας σκληρός πυρήνας συ- γκρατεί γύρω του τήν ιδιαίτερη φύση τού σπουδαίου δη- μιουργήματος που μάς αφορά, καί δέν μάς συγκινεί τό σπά- νιο φαινόμενο τής εξαίρεσης, που άλλωστε μιά μικρή κατη- γορία από εμάς υποστηρίζει ότι είναι: ο βιασμός έχει ενσω- ματωθεί στό έργο -μάλιστα αποτελεί τήν διαρκώς συντη- ρούμενη προϋπόθεσή του- από τήν αρχική πρόθεση τού δη- μιουργού καί η τεχνική τής συγκάλυψής του -που μέ έναν περίεργο τρόπο έχει υποκαταστήσει σιγά σιγά σάν στόχος τήν ενστικτώδη επιθυμία τού περιβάλλοντος γιά μιά ολοένα καί πιό εκλεπτισμένη εξέγερση ενάντια στήν συνεχώς προη- γούμενη σειρά εκτελεσμένων ήδη εντολών που απαιτούν μέ τήν δικαιολογία τής κερδισμένης τυχαία προτεραιότητάς τους τό δικαίωμα τής επιβολής μιάς τάξης- είναι τό ίδιο τό μέτρο τής αισθητικής αλλοτρίωσης που διακρίνει εκείνον. Ένας ευσυνείδητος κατασκευαστής έχει οπωσδήποτε κλει- στεί σέ μοναστήρι μετά τίς πρώτες εκτιμήσεις τών βαθύτε- ρων παρορμήσεών του, καί ποιός μπορεί νά κατηγορήσει τό έργο άν αρνείται, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στίς καλλί- τερες περιπτώσεις, νά συζητήσει τό ενδεχόμενο μιάς συγγέ- νειας που θά εξέθετε στά μάτια τών ανίδεων τήν ταπεινότη- τα τής καταγωγής του; Τό έργο λοιπόν υποφέρει, αυτό είναι πιά γνωστό ακόμα καί σέ μάς που τό έχουμε υποστεί ώς τώρα καί γι' αυτό καμμιά μνησικακία δέν μάς επιτρέπεται, ούτε κάν μιά ιδέα εκδίκησης δέν περνά απ' τό μυαλό μας, ούτε κάν ενδιαφερόμαστε νά τό αναλύσουμε βαθύτερα, κι άν κάποια καινούργια αισθητική από καιρό σέ καιρό προσπα- θεί νά επιβάλλει τίς αξίες της τήν κοιτάμε μέ περιφρόνηση, μαζευόμαστε όλοι γύρω της καί διασκεδάζουμε μέ τήν αφέ- λειά της, σάν ναυαγοί σ' αυτό τό ακυβέρνητο ξυλάρμενο ξα- ναμετράμε κάθε πρωΐ τίς προμήθειές μας, όσο κι άν αποφεύ- γουμε στίς καλλίτερες στιγμές μας νά τό δεχτούμε είναι τώ- ρα φανερό πως τρεφόμαστε από παλιά ο ένας από τόν άλλον καί τό μόνο που έχει αξία, τό μόνο που κατά βάθος είναι δυ- νατόν νά εκτιμήσουμε, είναι αυτή η επιδεξιότητα που σάν έ- να γνήσιο πάθος αποκλείει τήν χωρίς νόημα αθανασία αλλά υπόσχεται τήν γεμάτη νόημα ηδονή καθώς μάς επιτρέπει νά αναγνωρίζουμε τά πιό τρυφερά κομμάτια. Αυτός ο κόσμος δέν είναι μάταιος. Τό ότι δέν ασχολείται μέ τήν δικιά μας ανασφάλεια αποδεικνύει πόσο βαθειά έχουμε παρεξηγήσει τήν θέση μας μέσα σ' αυτόν. Μέσα του θά έπρε- πε κανείς νά αισθάνεται ασφαλέστατος. Παρ' όλη τήν αρχι- κή φρίκη τής ξαφνικής συναίσθησης τού ότι δέν πρόκειται παρά γιά ένα απέραντο εργαστήριο δοκιμής τής αντοχής τών υλικών, η τελευταία νηφάλια σκέψη του καθώς συ- ντρίβονται οι συνδέσεις τών δομικών του μονάδων είναι ότι πιά δέν έχει καμμιά υποχρέωση γιά τίποτα καί σέ κανέναν. Άχρηστες μέρες. Μέ τί πληρώθηκε στό εσωτερικό μου τό ό- τι ξύπνησα σήμερα τό πρωΐ; Έ! σύ που μέ σηκώνεις καί μέ κοιμίζεις· που μέ χειρίζεσαι. 15-8-1990 Από ένα ίδιο πρωϊνό μέ τά άλλα θά ξεκινήσει η διαφορά. Από ένα ίδιο προϊόν μέ τά άλλα θά ξεκινήσει η διαφορά. Περιμέναμε τήν διαφορά -ήταν κάτι που μάς τό είχαν υπο- σχεθεί-, ο καθένας συνέκρινε προσεκτικά τόν εαυτό του μέ τούς άλλους, οι μικρές επιφανειακές ανομοιότητες τής ηλι- κίας, τού φύλου, ακόμα καί οι βαθύτερες που καθόριζαν γιά τόν καθένα μας τόν τρόπο του τής εκτίμησης τών πραγμά- των, είχαν πάψει από καιρό νά μάς συγκινούν, κανένας, όσο κι άν συναισθηματικά ταλαντεύονταν, δέν αφίνονταν νά παρασυρθεί από τά επιπόλαια συμπεράσματα που είχαν βυθίσει σέ ψεύτικες χαρές τόσες γενιές πίσω μας, είχαμε α- ποκτήσει πιά εκείνη τήν σπάνια ψυχραιμία τής επίγνωσης καθώς βλέπαμε στά μάτια τού διπλανού μας τήν εγκατάλει- ψη αυτού που μιά στιγμή πρίν εμείς οι ίδιοι είχαμε απορρί- ψει επάνω του, υπήρχε λοιπόν μιά πλήρης ανταπόκριση, η πίστη σ' αυτή τήν υπόσχεση που στό παρελθόν δικαίωνε τήν αναμονή είχε σιγά σιγά γίνει ελπίδα, τώρα πιά ούτε κάν η χτεσινή μεταμόρφωσή της σέ επιθυμία δέν ίσχυε, απ' τήν α- ναμονή όμως ήταν αδύνατον νά απαλλαγεί κανείς, τήν αφί- ναμε λοιπόν νά ασκείται μέσα μας, δέν τής χρειάζονταν καμμιά δικαιολογία γι' αυτό, στό κάτω κάτω διασκεδάζαμε κι εμείς μαζύ της, ήταν ένα είδος εσωτερικής γυμναστικής που μάς κρατούσε ακμαίους, μπορούσαμε έτσι νά αντέχουμε αυτή τήν απίστευτη ομοιομορφία που μάς πλάκωνε από πα- ντού τήν καρδιά, πράγματι κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωση είχε πλαστεί ο φοβερός αυτός κόσμος, κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωση δημιούργησε μέχρι τώρα τούς θεούς του, ήταν μά- ταιο ν' αναζητά κανείς τήν αρχή μέσα του κι ανόητες προβο- λές φαντασιωσικών σχετικοτήτων όπως η ευρύτερη έννοια τού «έξω» είχαν εξαντλήσει τήν παλιά τους γοητεία, τά έρ- γα ζωής τών φιλοσόφων έδειχναν -επιτέλους- μιά κούραση που δέν τής έλλειπε τό ενδιαφέρον, σάν βήχα που τυραννάει ένα κορμί προσπαθώντας νά ξερριζώσει από μέσα του αυτό που τό καταστρέφει ακούγαμε τίς σκέψεις τους νά μοχθούν, κανείς δέν τούς παρακολουθούσε, η συστηματική τους πα- ράπαιε ανίκανη θλιβερή καί γελοία μπροστά στήν σοβαρό- τητα μιάς τυχαίας αδιαθεσίας, είμασταν λοιπόν τώρα περισ- σότερο ελεύθεροι από ποτέ, τό μυαλό είχε αποδείξει τήν α- χρηστία του, τά όρια τής συνειδητής του χρήσης ήταν ακό- μα ένας στενός τσαλακωμένος σωλήνας που μέσα του κυ- κλοφορούσε μέ κόπο η απελπισία... "Μοιάζει σάν αδιέξοδο", είπα, "δέν είναι όμως αυτό μιά βιαστική εκτίμηση; Δέν είναι ένας χαρακτηρισμός, γεμάτος πάθος βέβαια, αλλά καί γι' αυτό ακριβώς ικανοποιημένος απ' τόν εαυτό του χωρίς νά μπορεί νά αντιληφθεί πόσο επι- πόλαια απαγορεύει έτσι σ' αυτό τό σπουδαίο φαινόμενο νά λειτουργήσει;". Σάν άχρηστο φεγγάρι στόν ουρανό κρέμονταν η απελπισία, βιαζόμουν, απ' αυτή τήν απόσταση ήταν επικίνδυνη, έπρεπε νά τήν φτάσω, η λογική εκτίμηση τών πραγμάτων μέ καθυ- στερούσε, υπήρχαν μέσα μου κάτι βαθειά ριζωμένα σκοτεινά σημεία που σάν μικρά πηγάδια τά προσπερνούσα μέχρι τώρα βιαστικά μ' ένα εύκολο πήδημα -δέν μέ στεναχωρούσαν αυ- τά αλλά εκείνο που έμοιαζε σάν έδαφος γύρω τους καί μέ συγκρατούσε-, "ένα πετσί που ξεραίνεται στόν ήλιο καρφω- μένο πάνω σ' αυτά τά μπερδεμένα κόκκαλα πρέπει νά φρο- ντίζω νά σέβομαι καί νά φοβάμαι", ψιθύρισα, "κι αυτές οι τρύπες μέ τά σπλάχνα που αναπνέουν στόν βυθό τους καί που πρέπει νά προσέχω κάθε στιγμή μή μέ ρουφήξουν..., εκεί βιδώνεται ο κόσμος απάνω του καί τό συγκρατεί, νά γιατί στρίβει γύρω γύρω σάν τρελλός". 1-10-1990 Είχα σταθεί επιτέλους ακίνητος -όλη μου η ζωή ξοδεύτηκε σ' αυτή τήν μοναδική προσπάθεια-, ο κόσμος στριφογύριζε σάν τρελλός, ό,τι μέ συνέδεε στό παρελθόν μ' εκείνον είχε ξεκολλήσει μαζύ μέ λίγη σάρκα απ' τό κορμί μου, είχα λι- γοστέψει αλλά τί μ' έννοιαζε, δέν ήθελα νά τού έχω καμμιά υποχρέωση, κανένα δικό του πράγμα δέν επιθυμούσα νά σέρ- νεται επάνω μου, έβλεπα τήν περιστροφή του νά προσπαθεί νά τού βρεί ένα όνομα, "σάν μοίρα, σάν μοίρα", σκέφτηκα· κάθησα κάτω· γιά μένα η περιπλάνηση είχε τελειώσει. "Όλα αυτά εκ τών υστέρων φαίνονται σάν ένας απέραντος βιασμός", είπα. "Ο άνθρωπος δέν μπορεί παρά νά είναι δυ- στυχισμένος καί αυτή η επίγνωση, όταν επιτέλους κατακτη- θεί, είναι ο λόγος γιά τήν περιφρόνηση που τού προκαλεί έ- να σύμπαν τόσο τεράστιο, τόσο πρωτόγονο, τόσο ανίκανο νά ανταποκριθεί στήν ευγένεια τών συναισθημάτων του. Είναι φανερό πως πρέπει νά διατηρήσει τήν απόστασή του από ε- κείνο". 29-10-1990 Τρέχαμε στά χωράφια, μού κρατούσες σφιχτά τό χέρι, τά δέ- ντρα μακρυά μάς κοίταζαν, πώς βρέθηκαν εδώ;, ήταν συγγε- νείς;, ήθελα νά σέ ρωτήσω αλλά τό στόμα μου είχε στεγνώ- σει, θά μού απαντούσες;, μήπως μού είχες απαντήσει ποτέ;, είχε τό πρόσωπό σου στραφεί πρός εμένα;, γιά ξένα πράγμα- τα χτυπούσε η καρδιά σου, κι εμείς;, είμασταν κι εμείς συγ- γενείς;, πάντα ένοιωθα τό χέρι μου μέσα στό δικό σου, πά- ντα μέ τραβούσες νά ξεφύγουμε, διαρκώς μάς κυνηγούσαν, καί τώρα;, είσαι ευχαριστημένος μετά από τόσα χρόνια;, ώ! άν στεκόμασταν πουθενά γιά λίγο, άν ερχόταν κάποιος πίσω μας γιά νά μάς φωνάξει, ακριβώς εκεί που απλώνονταν τό πόδι μας τό χώμα είχε προφτάσει καί τό χτυπούσε πρός τά πάνω, έτρεχε πιό γρήγορα από μάς, ποτέ, ποτέ δέν θά τό ξε- περνούσαμε, "μήν κουραστείς", μού ψιθύριζες, αυτή η γή α- κολουθούσε πιστά τίς κινήσεις μας, όπου κι άν πηγαίναμε, όπου κι άν στρίβαμε, είχε στείλει ένα κομμάτι της νά μάς περιμένει μέ κακία, "όλες οι στροφές, όλες οι κατευθύνσεις είναι λοιπόν φτιαγμένες πιό πρίν από μάς", συλλογίστηκα, "τό νερό τό ξέρει αυτό πολύ καλά καί προσπαθεί τόσον και- ρό νά μάς τό διδάξει αλλά η μεγάλη του επιδεξιότητα δέν δείχνει μήπως πόσο έχει υποταχθεί;"· "κι αφού διαρκώς διώχνει τά πράγματα από μέσα της", είπα κοιτώντας τούς μικρούς θάμνους που μόλις είχαν ξεπροβάλλει κι άπλωναν τίς ρίζες τους νά συγκρατηθούν, "γιατί δέν μάς αφίνει νά φύγουμε γιά πάντα;", τά δέντρα λοιπόν ίσως ήταν θαμένοι συγγενείς, σιγά σιγά τούς έσπρωχνε μακρυά της μέ τή βία, "ό,τι μπεί μέσα της φαίνεται πως δέν θέλει νά φύγει", σκέ- φτηκα κι έκανα μιά δοκιμή μέ τήν μύτη τού ποδιού μου: α- μέσως τό χώμα σκλήρυνε καί τό πέταξε πρός τά πάνω, δέν ήταν οι ρίζες δικό μας προνόμιο, δέν ήταν ο αέρας δυνατός νά μάς σηκώσει, μόνο νά τρέχουμε μάς άφιναν γιά νά γε- λούν μαζύ μας, φύγε λοιπόν, φύγε κι εσύ μακρυά μου, γιατί μέ ακολουθείς;, γιατί μού κρατάς τό χέρι;, πώς νά σηκώσω τόσο βάρος;, ώ! άν ήμουν μόνος μου... Τρέχαμε στά χωράφια, τό χώμα μάς ακολουθούσε γελώντας, τί ωραία είχε μάθει νά παίζει μαζύ μας!, μόλις τό πόδι μας τεντώνονταν πρός τά μπρός, μ' έναν ελαφρύ κυματισμό μάς είχε κιόλας προσπεράσει, ήταν σ' αυτόν τόν τομέα ασυναγώ- νιστο άν καί πολλές φορές έδειχνε μιά περίεργη απροθυμία νά συντονισθεί, αργούσε ασυγχώρητα νά σηκωθεί στό σω- στό επίπεδο, ήταν πολλοί από μάς που τσάκισαν τά κόκκα- λά τους σέ κάποιο βάθος, ο τόπος ήταν γεμάτος πηγάδια από τήν αφηρημάδα του, υπήρχαν ξαφνικές χαράδρες που ήταν αδύνατον νά φανταστείς κι ένα βήμα που είχε ξεκινήσει ορ- μητικά σταματούσε πολύ δύσκολα, παρ' όλα αυτά ήταν από τά παιδικά μας χρόνια ο μοναδικός μας σύντροφος καί τό τρέξιμο ήταν η μοναδική πράξη που μπορούσε νά μάς εκφρά- σει, δέν τού θυμώναμε λοιπόν, δέν τού κρατούσαμε κακία, αντίθετα, όταν μετά από λίγο ξανακέρδιζε τήν εμπιστοσύνη μας ξαπλώναμε επάνω του σάν ένα διάλειμμα, τού προσφέ- ραμε τό σώμα μας, ανανεώναμε τήν έστω καί γιά μιά στιγμή κλονισμένη μας σχέση, καί δυναμωμένοι από τήν τονωτική επαφή μας μαζύ του... Τρέχαμε στά χωράφια, τό χώμα ήταν ένας δύσκολος σύντρο- φος κι άν τό τρέξιμο δέν ήταν η μοναδική πράξη που μπο- ρούσε νά μάς εκφράσει πολλοί θά τά είχαν παρατήσει κιό- λας από καιρό. Τό τρέξιμο ήταν η μοναδική πράξη που μάς εξέφραζε καί παρ' όλο που τό χώμα ήταν τόσο ύπουλο ώστε νά μήν μπο- ρείς καθόλου νά τό εμπιστευτείς, κανείς δέν τά παρατούσε, ακόμα καί μέ τσακισμένα κόκκαλα πολλοί μετά από κάποιο απότομο πέσιμο προσπαθούσαν νά σηκωθούν γιά νά συνεχί- σουν, δέν υπήρχε καιρός ν' αναρωτηθούμε πώς είχε αρχίσει αυτό, άν ποτέ θά είχε κάποιο τέλος, εκείνο που ξέραμε, που είχαμε γνωρίσει καλά, ήταν η φρίκη τής ακινησίας. Άν καί τό τρέξιμο ήταν η μοναδική πράξη που μάς εξέφραζε, πολλοί, έχοντας ξεπεράσει τήν φρίκη που προκαλούσε καί η παραμικρή ακόμα σκέψη ακινησίας, έμεναν εντελώς ακίνη- τοι. Δέν ήταν λίγοι ανάμεσά μας αυτοί που είχαν αρχίσει νά πι- στεύουν ότι η φρίκη τής ακινησίας ήταν πολύ προτιμότερη. Γιατί άν καί τό τρέξιμο ήταν η μοναδική πράξη που μάς εξέ- φραζε, είχε σχεδόν πάντα, καί τίς περισσότερες φορές πολύ σύντομα μάλιστα, τήν ίδια κατάληξη: τήν απότομη άρνηση τού χώματος νά συμπεριφερθεί σέ μάς μέ τήν ίδια ευγένεια, όπως τό νερό στά ψάρια κι ο λεπτός αέρας στά πουλιά, στοιχεία πολύ λιγότερο προικισμένα μέ σταθερότητα, πολύ περισσότερο αδρανή, σχεδόν χωρίς προσωπικότητα... 8-1-1991 Θά περίμενε κανείς απ' τό χώμα μιά εντελώς διαφορετική συμπεριφορά. Βέβαια εμείς δέν είχαμε φυτρώσει μέσα του, δέν είμασταν κάν συγγενείς, γιά τήν ακρίβεια δέν είμασταν συγγενείς μέ τίποτα. Γιατί θά έπρεπε τό χώμα νά μάς φέρεται διαφορετικά; Δέν είμασταν συγγενείς του. Δέν είχαμε κανέναν συγγενή. Κι αυτή η ξαφνική στροφή πρός τό χώμα, άν καί τήν δικαιολογούσε η επίμονη άρνηση τού υπόλοιπου κόσμου νά μάς δεχτεί, ήταν στήν ουσία μιά παραίτηση. Ήταν η εγκατάλειψη ενός αγώνα. Άν καί δέν είμασταν καθόλου συγγενείς, τό χώμα πολλές φορές μάς είχε υποστηρίξει. 21-1-1991 Χτύπησα τά χέρια μου. Πόσο έμοιαζε μέ κρύο η απελπισία. Γιά νά ζεσταθούμε τρέχαμε στά χωράφια, τί μάς χρειάζονταν οι συγγενείς;, είμασταν απόλυτα ελεύθεροι, απόλυτα. Στά χωράφια η ελευθερία ήταν απόλυτη, μπορούσαμε νά τρέχουμε γιά νά ζεσταθούμε, η κραυγή «δέν υπάρχουν συγγε- νείς», καθώς πλημμύριζε από παντού τόν αέρα, έδιωχνε σάν κακό πουλί όσον φόβο είχε μαζευτεί τόσα χρόνια στήν καρ- διά μας, έβλεπες λαχανιασμένα αλλά χαμογελαστά πρόσω- πα, τό χώμα κάτω απ' τά πόδια μας είχε παρασυρθεί, μ' έναν ενθουσιασμό, μέ μιάν όρεξη φυλαγμένη γι' αυτή τήν πολύτι- μη στιγμή μάς προσπερνούσε μόλις τ' αγγίζαμε, ήταν μιά σπάνια γιορτή, ένα τρυφερό παιχνίδι, καμμιά καρδιά δέν α- νησυχούσε, κανένα πόδι δέν δίσταζε, σίγουρος, σίγουρος ή- ταν αυτός ο κόσμος, αυτό τό ελαφρύ κυμάτισμα, αυτοί οι α- θώοι σβώλοι που συντρίβονταν ποιόν μπορούσαν νά τρομά- ξουν, η λεπτή σκόνη σάν φωνή χαράς έμενε πίσω νά περι- γράψει τήν ξαφνική μας συνάντηση, κανείς δέν υπήρχε νά ρωτήσει πού πηγαίναμε, η ζωή μας είχε ένα σκοπό: τό επό- μενο βήμα. 10-2-1991 Μήτε στά χωράφια, εκεί που τό περιμένει περισσότερο, δέν είναι κανείς ελεύθερος. Γιατί πώς νά ξεχάσουμε ότι αυτό που μάς βοηθάει είναι τό χώμα; Πού στηρίζεσαι; Πού στηρίζεσαι; Ένας που ούτε κάν συγγε- νής μας δέν είναι σέ κρατάει. Δέν σέ κρατάει· πέφτεις επά- νω του. Πώς βρέθηκε τό χώμα κάτω απ' τά πόδια μας; Έχει διδα- χθεί, αυτό τό βλέπουμε, γιατί ποιός ποτέ κατάφερε νά τό ξε- γελάσει τρέχοντας; Μόνο τόν εαυτό μας ξεγελάμε· αλλά ού- τε κάν αυτόν. Τότε γιατί τρέχουμε; Από υποκρισία; Από υποκρισία χτυπούσα μέ δύναμη τά πόδια μου λειώνο- ντας τά τρυφερά κεφαλάκια τών σβώλων, τό χωράφι έφευγε τρομαγμένο παίρνοντας μαζύ του τό δάσος, η γή από κάτω μου έσπρωχνε βαθύτερα τήν καρδιά της, "σάν μάνα, σάν μά- να", ψιθύρισα, "αλλά εσύ δέν είσαι η μάνα μου γιά νά πο- νάς, γιά νά μήν θέλεις νά σού φύγω, εσύ δέν μπορείς νά μέ μισήσεις". Δέν ήθελα νά ξεφύγω λοιπόν, ήθελα νά τήν κά- νω νά μέ προσέξει, όμως είναι γνωστό πως κανείς δέν μπο- ρεί νά προσέξει τόν άλλον, η καρδιά δέν προσέχει παρά μό- νο τόν εαυτό της καί μάλιστα ούτε κάν αυτόν, ακόμα κι αυ- τός τής είναι ξένος, "δέν υπάρχουν συγγενείς", μουρμούρι- σα, "κι οι καρδιές ζούν σέ μιάν απερίγραπτη μοναξιά· ακό- μα καί η καρδιά τής γής έχει μαραζώσει". Τήν χτυπούσα λοιπόν γιά μέ προσέξει, τής έλειωνα τά δάχτυλα, έτρεχα πά- νω στά χωράφια της, τό χώμα λυπημένο προσπαθούσε νά μέ βοηθήσει, ξαφνικούς λάκκους καί απότομες βαθειές χαρά- δρες μού άνοιγε μέ καλωσύνη, γιατί παραπονιόμουνα;, γιατί τό κατηγορούσα;, έτρεχε μπροστά μου γιά νά τά κάνει όλα αυτά, κανείς ποτέ δέν ενδιαφέρθηκε έτσι γιά μένα, κανείς δέν νοιάστηκε γιά τόν σκοπό μου, εκεί που μέ πέταξαν, μαζύ μέ τούς άλλους, θά είχα μείνει χωρίς αυτό, ήταν ο πιό πι- στός μου σύντροφος, ο πιό στενός μου συνεργάτης, αυτό που μάς έδενε ήταν απόλυτα ειλικρινές. Απόλυτα. Άν καί μέ είχαν κατηγορήσει πολλές φορές, η σχέση μου μέ τό χώμα ήταν απόλυτα ειλικρινής. Απόλυτα. Κι ίσως είναι αυτό τό πιό δύσκολο νά γίνει αντιληπτό σέ μιά εποχή που ό- λα καταστρέφονται απ' τήν υποκρισία. Ποτέ δέν θά άφινα τήν υποκρισία νά καταστρέψει τήν σχέ- ση μας. Παρ' όλο που εδώ καί αρκετόν καιρό τώρα δυσκο- λεύομαι νά ξεχωρίσω τά χαρακτηριστικά της, ακόμα καί τήν πιό φανερή άλλοτε υποκριτική συμπεριφορά, σήμερα θά δίσταζα πολύ νά τήν χαρακτηρίσω σάν τέτοια, ίσως καί νά τήν θεωρούσα απόλυτα ειλικρινή καί μάλιστα θά κατηγο- ρούσα μιάν αντίθετη γνώμη σάν επιπόλαιη αφού δέν πρόσε- χε παρά τό συμφέρον τής μιάς πλευράς, δέν είναι λοιπόν η συμπεριφορά εκείνο απ' τό οποίο κινδυνεύει η σχέση, αλλά η σχέση εκείνο απ' τό οποίο κινδυνεύει η συμπεριφορά, η συμπεριφορά δέν μπορεί παρά νά είναι ειλικρινής κάθε φο- ρά καί μάλιστα απόλυτα ειλικρινής, στήν ουσία η υποκρι- σία δέν είχε ποτέ τήν ευκαιρία νά αναπτυχθεί στόν κόσμο μας, ποιός είναι δυνατόν νά πάψει νά φοβάται εδώ ώστε νά υποκριθεί μόνο καί μόνο πρός χάριν τής τέχνης τής υποκρι- σίας, όλοι εδώ είμαστε ειλικρινείς καί μάλιστα όχι απλά ειλικρινείς αλλά απόλυτα. Αυτή η ειλικρίνεια στήν συμπεριφορά μου είναι εκείνο που μέ τσακίζει. Καί τόσο μάλιστα περισσότερο όσο αυτή ανα- φέρεται στήν σχέση μου μέ τό χώμα. Γιατί μήπως έτσι δέν α- ποδεικνύεται πόσο πολύ τό φοβάμαι; Καί πώς αλήθεια νά μήν φοβάται κανείς κάτι που τόν στηρίζει, που τόν βοηθάει, που συνεργάζεται μαζύ του, που τό εμπιστεύεται, που θά περ- πατούσε δίπλα του μέ κλειστά τά μάτια κρατώντας του τό χέρι καί μέσα στήν αγωνία τής νύχτας θά τό φώναζε νά τόν υπερασπίσει; Όλα τά τσακισμένα πλάσματα καί όλο τό χώμα τού κόσμου. Μή μάς ρωτήσεις· μή μάς ρωτήσεις τί κάνουμε. Μή μάς ρω- τήσεις πού πάμε. Μή μάς βασανίσεις μ' έναν προορισμό. Μ' έναν προορισμό προσπαθεί νά μάς βασανίσει, στά χωρά- φια τρέχουν οι τσακισμένες γενιές, βλέπω τίς φυλές τών αν- θρώπων που δέν διάλεξαν τό χρώμα τους, που δέν διάλεξαν τό φύλο τους, βλέπω τήν έντρομη φυγή, μήν τόν αφίσετε νά μάς ρωτήσει πού πάμε, γιατί σκοτώνουμε τά παιδιά μας. Δέν υπάρχουν συγγενείς. Σκοτώναμε τά παιδιά μας πρίν τό καταλάβουν. Εμάς η υποκρισία δέν μάς κατέστρεψε. Είμα- σταν απόλυτα ειλικρινείς. Απόλυτα. Επειδή φοβόμασταν δέν θά μπορούσε κανείς νά μάς κατηγο- ρήσει γιά υποκρισία. Όταν καταλαβαίναμε, μετά από χρό- νια, πόσο ειλικρινής είχε υπάρξει η συμπεριφορά μας, δέν μάς έμενε καμμιά άλλη διέξοδος. Σκοτώναμε τά παιδιά μας. Από ειλικρίνεια. Επάνω στήν ειλικρίνειά μας τσακίζονταν ο προορισμός, έ- βλεπες τά συντρίμμια του νά γεμίζουν πίσω μας τά χωράφια καθώς τρέχαμε, κρατούσαμε σφιχτά τά σκοτωμένα μας παι- διά απ' τό χέρι, τίποτα, τίποτα δέν μπορούσε νά μάς σταμα- τήσει, τό έδαφος άνοιγε βαθειές χαράδρες μπροστά μας, ήταν γεμάτο εντολές, τό βλέπαμε, αλλά εμείς δέν είμασταν ούτε κάν συγγενείς, τό πόδι μας πετάγονταν πρός τά πάνω καθώς τό άγγιζε, οι μικροί θάμνοι καί τά δέντρα σάν παλιοί πρόγο- νοί μας στέκονταν ακίνητα καί μάς κοιτούσαν, αντίο!, αντί- ο!, ποιός προορισμός σάς φύτεψε αγαπημένα μας;, ποιό ιδα- νικό σάς έκανε νά βγάλετε ρίζες;, ποιά πίστη σάς κρατάει α- κίνητα;, γιά ποιόν αφίσατε τά παιδιά σας νά ζήσουν; Είχαν ζήσει τά παιδιά τους, αυτό ήταν φανερό, μιά δυστυχία πλανιώταν γύρω απ' τούς κορμούς, στά φυλλώματα... Δύ- στυχη ράτσα, τόσο κοντά μας, τόσο σχεδόν δίπλα μας, τόσο ίσως μακρυνοί στό παρελθόν απατημένοι συγγενείς μας. Κι άν ακόμα μιά εξέγερση κάποτε ξύπνησε τά φύλλα σας σάν τόν άνεμο τής παγωμένης συναίσθησης που δέν αφίνει τήν δικιά μας καρδιά νά ζεσταθεί, ξέρω πως δέν μπορείτε νά τού τρυπήσετε τό μυαλό. Ό,τι έβγαλε ρίζες είναι χαμένο. Όσο βαθειά σκίζετε τόν βράχο εσείς, όσο οργώνετε τό χώμα, τόσο τό δικό του μυαλό χώνεται βαθύτερα. Ά!, είναι παράξενη η ιστορία σας. Τί λέω! Ανατριχιάζω καθώς περνάω δίπλα σας. Καθώς πατάω τά κεφαλάκια τών τρυφερών παιδιών σας. Νοιώθω πως θά μπορούσα νά σάς αγαπήσω σάν συγγε- νής άν ήμουν ικανός ν' αγαπήσω. Ώ!, άν ήμουν ικανός ν' αγαπήσω! Άν δέν είχα αυτό τό σκου- λίκι που μέ τρώει μέσα μου! Πόσα πράγματα δέν προσφέρει αυτός ο κόσμος γιά ν' αγαπηθούν! Ακόμα καί τό σκουλίκι που μέ τρώει είναι αξιαγάπητο. Είναι ένα καλό μακρύ σκουλίκι που ποτέ του δέν μίσησε τίποτα. Κι άν ποτέ του δέν αγάπησε τίποτα, έχει ωστόσο μιά διαβολεμένη όρεξη. Είναι πανέμορφο στά μάτια τού δημιουργού του. Τί σκουλί- κι έχει αυτός στήν δικιά του καρδιά; Μήπως νομίζει τώρα ότι θ' αρχίσω νά τόν λυπάμαι; Κι άν έγινα συναισθηματικός γιά μιά στιγμή, κι άν άρχισα νά μιξοκλαίω, δέν έγινε αυτό γιά τό δικό του τό χατίρι. Δέν πειράζει άν λυπόμαστε κάπου κάπου τόν εαυτό μας. Εγώ τό κάνω συχνά. Μού φέρνει δά- κρυα στά μάτια. Ξεπλένει από πάνω μου τή βλακεία, τήν α- φάνταστη ηλιθιότητα αυτού τού κόσμου. Τί τού χρειαζόταν ο άνθρωπος; Γιατί μ' αφίνει νά καταλαβαίνω ότι δέν μπορώ ν' αγαπήσω; Εμείς, εμείς είμαστε τά σκουλίκια του απίστευ- τοι φίλοι μου. Εμείς τού τρώμε τήν καρδιά. Κι άν τρέχουμε τώρα πάνω σ' αυτά τά αθώα χωράφια γιά νά ζεσταθούμε χτυπώντας μ' απελπισία τά χέρια μας, η απελπισία μας εί- ναι η γνώση πως δέν μπορούμε νά είμαστε τίποτ' άλλο ε- κτός από σκουλίκια. Είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Απόλυ- τα. ΤΕΛΟΣ ΕΒΔΟΜΟΥ (4-8-1990)-(10-2-1991) 7