ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ (21-2-1991)-(26-5-1992) Σφιχτά στήν αγκαλιά της μάς κρατούσε η Φύση. Τά μεγάλα της στήθη στήν παραμικρή μας κίνηση φούσκωναν απ' τό γάλα, "θά μάς πνίξει", κατάφερα νά ψιθυρίσω, τά τυφλά της μάτια σκιρτούσαν σέ κάθε λαχανιασμένη μας ανάσα, σύρθηκα μέ δυσκολία πρός τό μέρος σου καί σού 'πιασα τό χέρι: "έξω, έξω!", βόγγηξα. "ΚάΓΙΑ"

ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ (21-2-1991)-(26-5-1992) (215) 21-2-1991 Πρίν από μερικά χρόνια θά συμφωνούσα απόλυτα μέ τήν γνώμη εκείνων που όπως εγώ τότε, καθώς ξεκουράζονταν ύ- στερα από μιά μακρυά περίοδο τρεξίματος επάνω στήν δύ- σκολη επιφάνεια κάποιου κοντινού χωραφιού, θεωρούσαν ότι η πράξη τους, εξ αιτίας ακριβώς τής έντονης παρορμητι- κότητάς της, αποκτούσε τόν ιδιαίτερο εκείνο χαρακτήρα τών εξαιρετικών εκδηλώσεων τού είδους μας οι οποίες απε- δείκνυαν ότι τό πολιτισμικό επιφαινόμενο καθόλου δέν είχε αλλοιώσει τήν "ακατέργαστη" εσωτερική μας υποδομή αλ- λά αντίθετα, παρ' όλο τού ότι μέ τό βάρος του τήν είχε βυθί- σει σέ στρώματα που τόσο απείχαν απ' τήν επιφάνεια ώστε νά είναι αδύνατον νά πλησιασθούν μέ κάποια ορθολογιστι- κή μέθοδο χωρίς νά καταστραφεί ανεπανόρθωτα ο φορέας της καί νά γίνουν αναξιόπιστα τά αποτελέσματά της, τήν εί- χε διαφυλάξει καί μάλιστα τόσο απίστευτα ζωντανή που θά μπορούσε κανείς νά ισχυρισθεί ότι ήταν αυτή η ίδια εκείνη η οποία επέτρεψε νά στηριχτεί επάνω της ένα τέτοιο έργο καί ίσως ακόμα καί προκάλεσε γιά δικούς της λόγους τό ξεκίνημά του. Φανερώνεται λοιπόν έτσι ότι η πλατειά μας υπαρξιακή άγνοια δέν είναι καθόλου τυχαία καί ότι η επί- γνωση τού συνειδητού μας εγώ είναι ένα "δώρο εργασίας", όπως η βουρδουλιά που χαράζει τήν γυμνή πλάτη ενός απο- κοιμισμένου δούλου...· ποιός αλήθεια θά ζήλευε τήν σπου- δαία ευαισθησία τής πληγωμένης σάρκας, από δώ καί πέρα, στό παραμικρό άγγιγμα; Αλλά τώρα που ανήκω κι εγώ στήν μεγάλη εκείνη κατηγο- ρία που τήν ονομάζουν: "οι απαθείς" καί η οποία σιγά σιγά εξαπλώνεται καθώς όλο καί περισσότεροι συνειδητοποιούν τήν ματαιότητα τής εγκατάλειψης στίς παρορμητικές διαθέ- σεις -τών οποίων όπως είπα καί η πηγή καί τά κίνητρά της μάς είναι τόσο ξένα όσο είναι βαθύτατα μέσα μας-, τώρα που τό τρέξιμο στά χωράφια, εμένα, μού προξενεί έναν οίκτο γι' αυτούς που τό έχουν επωμισθεί σάν αποστολή καί σάν πρά- ξη που εκφράζει τήν διαρκή θέληση γιά απελευθέρωση τού γένους μας, κι ακόμα σάν μέθοδο, σάν ένα είδος συνεχούς πρόκλησης ώστε αυτά τά βαρειά κλεισμένα φύλλα νά επι- τρέψουν επί τέλους τήν συνειδητή μας είσοδο στό εσωτερι- κό τους, τώρα λοιπόν θέλω γιά μιά καί τελευταία φορά... (216) Αύγουστος 1991 Μέσα μου αλυχτάνε δέκα χιλιάδες σκύλοι. Κι απ' όλους ο χειρότερος, ο πιό λυσσασμένος είναι τό ίδιο μου τό κορμί. Πώς μέ μισείς τυφλό πλάσμα! Μάθε όμως ότι τήν αλυσσίδα που μάς δένει ούτε τήν σκέφτηκα ούτε τήν έφτιαξα εγώ. Καθώς τεντώνεσαι καθώς μέ δαγκώνεις γιά νά τήν κόψεις καθώς τινάζεσαι γιά νά μ' αναγκάσεις νά φύγω ουρλιάζω κι εγώ μαζύ σου από πόνο, θαυμασμό κι αγανάκτηση. Ώ θηρίο! Μιάς ενδιάμεσης κατάστασης είμαστε τά θύματα δέν έχω λόγους νά στραφώ εναντίον σου. Αδιάφορο στόν τρόπο που ερμηνεύω τόν Κόσμο -δέν καταδέχτηκε μ' εσένα νά μού στείλει χαιρετίσματα. Μόνο ένα αληθινό λουλούδι ανθίζει εδώ: η υπεροψία τής ανεπάρκειας. (217) 13-10-1991 ΕΜΕΙΣ Τό πνεύμα είχε αναλάβει τίς ευθύνες του -ήταν άλλωστε μιά δικιά του ιδέα η αθωότητα, καί η φύση τού σώματος ήταν α- κριβώς αυτή: η εντελής απορρόφηση όλων τών προηγούμε- νων μεταβολών του από τήν επόμενη (ένα σκάνδαλο που κα- τέστρεφε κάθε έννοια ιεραρχίας καί εγκατέλειπε τήν διαρ- κώς εκκρεμούσα αρχική ενοχή χωρίς αντικείμενο, αναβάλ- λοντας τήν συσσώρευση τών υποπροιόντων της)-, αλλά αυτό ΕΜΑΣ τί μάς ενδιέφερε; Εδώ δέν ήταν θέμα ηθικής α- νάρρωσης η οποία πιθανόν θά εμπόδιζε τήν υστερική π.χ μο- νομανία τών κάτω άκρων νά διαχωρίζουν τήν θέση τους μπροστά σ' ένα ιδιαίτερα ανώμαλο έδαφος νά χειροτερέψει. Εδώ ήταν θέμα γλώσσας. Θέλω νά πώ ότι ΕΜΕΙΣ είμαστε η γλώσσα. ΕΜΕΙΣ, είμαστε η γλώσσα. Ή ίσως θάπρεπε νά πώ: Ε- ΜΕΙΣ, είμαστε ο θόρυβος; Τί ΜΑΣ προκαλεί; Τυπική δυ- σλεξία, λόγω τής μή ευγενώς προσφερομένης, ως ανεμένετο, οικειοθελούς προσαρμογής τών εκάστου τών μερών εις τόν ασαφή μέν αλλά κατά τό μάλλον ή ήττον σαφώς επιβληθέ- ντα τύπον προτεραιότητος; Κραδασμοί, λόγω τής διεισδύσε- ως ατάκτων μακροεντολών εις τό χωροχρονικόν συγγενές από ζήλεια, ενώ η ερήμην τάσις τού τοπίου ήτο η απόδοσις μιάς εν τό μεταξύ εαρινής γλυκύτητος μή οφειλομένης αλλά καί γι' αυτό ακριβώς επιθυμητής; Ο πανικός τής μοναξιάς μιάς μάντρας που ξαφνικά τήν τελείωσαν; Τό άγχος πολυ- μερισμού τού χάους που γιά μιά ακόμα φορά απειλούν νά τό διαιρέσουν μέ αυτή τήν πέτρινη υποτείνουσα; Η απόγνωση μιάς σπονδυλικής στήλης που αγωνίζεται χωρίς ελπίδα, νά καταστρέψει τίς τυχαίες συνισταμένες κάποιας ανισόρρο- πης σάρκας που ουρλιάζει από τρόμο καθώς προσπαθεί νά σκαρφαλώσει στήν κορφή της γιά νά γλυτώσει από τό χώμα; Η φρίκη τού χείλους μιάς υδρίας στήν επαφή ενός ά- γνωστου στόματος ενώ τά σωθηκά της αδειάζουν σ' έναν παροξυσμό εμετού επειδή τήν έχουν ανατρέψει ξένοι;... 17-10-1991 "Ήρθες γιά μάς;", είπα καί γύρισα χαρούμενα τό κεφάλι μου νά τόν συναντήσω. "Κάθομαι εδώ τόσον καιρό καί εξα- σκούμαι, ακόμα δέν έχω συνηθίσει αληθινά, καί στό φώς τής ημέρας είναι πιό δύσκολα γιατί βλέπω. Βλέπω, κι αυτό γίνεται από μόνο του ενώ ποτέ δέν τό ζητώ, μού τό έχουν προσφέρει, είναι σάν νά μέ παρακαλούν νά επιτρέψω νά συμβεί, σάν νά πρόκειται νά κάνω μιά μεγάλη χάρη σέ κά- ποιον που ευγενικά θά ήθελαν νά μήν ρωτήσω τό όνομά του, που υπάρχουν τόσοι λόγοι γιά τούς οποίους πρέπει νά μείνει ακόμα κρυμμένος· καί πρέπει νά συμφωνήσω, επειδή, μή- πως γι' αυτούς τούς λόγους, μήπως χάρη σ' αυτές τίς δυσκο- λίες νά ολοκληρωθεί μία δικιά του απαίτηση δέν ανθίζουν, τώρα, σ' αυτό τό διάλειμμα, τά μικρά λουλούδια μέ τό πα- ράξενο άρωμα που ο ένας λέει εγώ" καί ο άλλος λέει επίσης εγώ" καί που ακόμα κι εγώ είμαι έτοιμος, άν καί όχι εντε- λώς, νά τό κάνω; Τίς νύχτες είναι πιό εύκολο, δέν βλέπω τήν κίνηση, μπορώ π.χ. νά απλώσω τό χέρι μου στό σκοτάδι καί νά μήν υπάρχει πρόθεση γιά τίποτε άλλο, η απλή αυτή πράξη είναι αυτοτελής, δέν είναι ο απαραίτητος δρόμος γιά νά φτάσει κανείς κάτι που βρίσκεται μακρυά του, κι έτσι μένει μετέωρη, μόνη της, χωρίς νά μαλλώνει μέ ένα δύσκο- λο περιβάλλον που πιθανόν σέ μιάν άλλη περίπτωση θά τήν είχε εμποδίσει νά ολοκληρώσει τήν διαδρομή της: μιά αντα- πόκριση ήρεμη σέ μιά τό ίδιο ήρεμη επιθυμία που δέν χρειά- ζεται καθόλου νά δώσει οδηγίες, αλλά βλέπει, τήν ίδια στιγμή που εμφανίζεται καί αναγνωρίζει τόν χώρο, νά τήν εκπληρώνουν χωρίς αντίρρηση, σάν νά ήξερε από πάντα ε- κείνη ακριβώς τήν γλώσσα που θά είχε δικαιολογήσει τόν σπουδαίο ρόλο της σέ μιά σοβαρή προσπάθεια νά ξεπεραστεί κάποιος φόβος. Μού επιτρέπεται, εδώ, νά μείνω έτσι, απορώντας γιά τό ποιά ακριβώς είναι η δικιά μου θέση μέσα σ' αυτό τό σχήμα καί σέ ποιά στιγμή αυτής τής λειτουργίας μέ θυμήθηκαν ξαφνικά, ώστε νά παραμερίσουν μέ βιασύνη, επειδή δέν έ- πρεπε νά μήν υπάρχει εντελώς κανείς που νά μπορεί νά τά διηγηθεί όλα αυτά. Μού έχει επιτραπεί η χρήση, αυτό είναι φανερό, είναι τόσο εύκολο νά τό επαληθεύσω ξανά, τό νά εξασκούμαι, μέσα στήν απέραντη μοναξιά μου, είναι κάτι που δέν έχει, μέχρι τώρα, θυμώσει κανέναν ιδιαίτερα, ίσως ακόμα καί νά τό α- ντιμετωπίζουν μέ συμπάθεια... Μού έχει επιβληθεί η χρήση, αυτό είναι φανερό, είναι τόσο εύκολο νά τό επαληθεύσω ξανά, δέν έχω παρά νά αποσυρθώ στό βάθος καί εκεί νά αναζητήσω γιά μιά ακόμα φορά τήν έ- ξοδο... Ούτε κάν αυτό. Αλλά απέναντι σέ ποιόν έχω έστω καί τήν παραμικρή υποχρέωση; Η ελευθερία μου οφείλεται στό μέγε- θος: δέν μέ αντιλαμβάνονται. Τεράστια, τεράστια είναι τά μεγέθη που έχουμε νά αντιμετωπίσουμε. Καί έτσι γίνονται ασύλληπτα μικρά· δέν υπάρχει παρά μόνο τό κέντρο τους. Παρ' όλη τήν απόσταση που έχω μέχρι τώρα διανύσει, βρί- σκομαι ακόμα εκεί απ' όπου ξεκίνησα: στό κέντρο. Γιά πολλά χρόνια υπέφερα από τήν υποψία ότι τό κέντρο ή- ταν τόσο απελπιστικά μακρυά μας, ώστε, ανεξάρτητα από τό πόσον χρόνο έχει στήν διάθεσή του κανείς, ανεξάρτητα α- πό τού τί μέσα τού προσφέρονται γιά νά επιταχύνει τήν κί- νησή του, παρά τήν οποιαδήποτε ακρίβεια τών οργάνων ανί- χνευσης που διαθέτει καί ίσως ακόμα παρά τίς πολύτιμες υ- ποδείξεις τού εξοχωτέρου τών οδηγών: τής διαίσθησής του, πρίν αρχίσει ένα τέτοιο ταξίδι στρέφεται πρός τήν περιφέ- ρεια καί αποχαιρετά όχι τίς ευχάριστες μικρές διαδρομές που μέ ασφάλεια συνήθιζε νά ακολουθεί μέ τίς χαρούμενες παρέες τών φίλων του τά βράδυα δίπλα στήν θάλασσα, όχι βέβαια τίς ανήσυχες γεμάτες αγωνία ερωτήσεις που τό σώμα του, τά μέλη του, η ίδια η καρδιά του, ανεκάλυπταν τό πρωΐ ότι τά είχαν βασανίσει, καθώς όλα αυτά που έχουν χάσει τόν δρόμο τους μέσα στόν απέραντο κόσμο προσπαθούν νά μάθουν τήν θέση τους από κάθε τι που δέν τό προστατεύει μιά συνείδηση μέ τό σκληρό κέλυφος τής πραγματικότητας που έχει σιγά σιγά απλώσει στήν επιφάνειά του, καί πολύ περισσότερο όχι τήν φυσιογνωμία τών πραγμάτων, που φαί- νεται νά τόν ακολουθούν μέχρι τώρα καί που συγκεντρώνο- νται γύρω του μέ μικρές χαρούμενες φωνές χωρίς φόβο μό- λις ανοίξει τά μάτια του, σπρώχνοντας γρήγορα, πρίν προ- λάβει νά τό δεί, καί συμπιέζοντάς το σέ μιά ασήμαντη ακίν- δυνη λεπτομέρεια που χάνεται γρήγορα στό βάθος, τό κενό, τήν φοβερή ανυπαρξία τού τοπίου, που είχε προλάβει, τίς λί- γες ώρες τού ύπνου, νά ξαναγυρίσει καταπίνοντας καί ρη- μάζοντας μέ τήν σειρά του καί είχε σταματήσει λίγο πρίν α- πό 'κεί που θά 'πρεπε εχτές νά βρίσκεται τό πρόσωπό του, α- φού, γιά όσο διάστημα θά ζούσε, δέν ήταν δυνατόν νά παρα- βιαστεί ο χώρος του, αλλά τήν ανάλαφρη εκείνη διάθεση που τού προκαλούσε η βαθειά συναίσθηση ότι όλα αυτά συ- νέβαιναν, ήταν καταπληκτικό τό ότι συνέβαιναν, τό ότι μπορούσαν νά συμβούν καί τό ότι εκείνος είχε τό προνόμιο νά τά σώζει επειδη τά αντιλαμβάνονταν καί συμμετείχε ό- ταν τού τό ζητούσαν, σάν φίλοι που θέλουν νά μοιραστούν μέ κάποιον αγαπημένο τήν ομορφιά ενός από παλιά δοκιμα- σμένου τρόπου νά αγγίζει κανείς τό σώμα τού άλλου, που άν καί κανείς δέν τήν περιμένει αυτή συμπεριφέρεται σάν νά συμβαίνει ακριβώς αυτό: δηλαδή νά τήν περιμένουν. (218) 17-3-1992 Κοιμήθηκα 3 ώρες καί ξύπνησα. Τί θαύμα! Τώρα πρέπει νά παλέψω μέ τόν εαυτό μου. Παλεύω λοιπόν. Τού απλώνω τό χέρι καί καθώς αυτός τό χαϊδεύει χαμογελώντας, "παραδί- νεσαι;", τόν ρωτάω. Μακρυά, στίς κρύες κορυφές τών βρά- χων, σπαρταρά αυτό που μάς χωρίζει. Είναι πάντα τό ίδιο; Ποιός τό καταδικάζει στήν σιωπή; "Εμείς έχουμε ο ένας τόν άλλον. Έτσι δέν είναι;". Θά μού κουνήσεις τώρα τό κεφάλι σου, η ζωή δέν κινδυνεύει απ' αυτό, δέν μπορεί ν' ανέβει τό- σο ψηλά, εκείνη είναι ένα φαινόμενο τών πεδιάδων, αλλά μήπως κι εμείς κινδυνεύουμε στ' αλήθεια; Οι φωνές του δέν μπορούν νά μάς ταράξουν, κρύβω τό κεφάλι μου βαθειά στή ζεστή σου αγκαλιά καί μετρώ πόσες μέρες κερδίσαμε έτσι... (219) 16-4-1992 Γεμάτος ευγνωμοσύνη έσκυψα πίσω απ' τήν καρέκλα κι έ- πιασα τόν σκούφο μου. Θά μπορούσε νά μήν ήταν εκεί, καί τότε η σταθερότητα τών άλλων πραγμάτων, η ανεξήγητη αλλά ευεργετική επιμονή τους νά δημιουργούν συνεχώς αυ- τό τό περιβάλλον που μέσα του είχα συνηθίσει νά κινούμαι χωρίς φόβο... Δέν θυμάμαι ποτέ νά είχα συμφωνήσει τίποτα μαζύ τους. Η επιμονή τους νά διατηρούν συνεχώς σταθερό τό περιβάλλον είχε αρχίσει νά μέ πειράζει. "Όλα αυτά τά πράγματα", μού είπε κι έδειξε τό δωμάτιο που έμοιαζε νά τόν παρακολουθεί μέ μιάν άγρυπνη προσοχή, "όλα αυτά τά πράγματα διαρκώς μέ ακολουθούν, στέκονται πίσω από τήν πλάτη μου καί εξετάζουν τίς κινήσεις μου, καταγράφουν κάθε στιγμή τή θέση μου ανάμεσά τους, είναι αδύνατον νά τούς ξεφύγω, δημιουργούν απ' τήν αρχή τόν χώρο μέσα στόν οποίο μού επιτρέπεται νά κινηθώ, κρατούν σταθερή γιά λογαριασμό μου μιά προοπτική που μέ αναγκά- ζει νά παρασύρομαι κάθε φορά στό ανόητο συμπέρασμα ότι οι δικές μου επεμβάσεις είναι αυτές που επέτρεψαν στόν χώ- ρο νά αποκτήσει επιτέλους μιά προσωπικότητα τήν οποία από 'κεί καί πέρα προσπαθεί νά διατηρήσει μέ αγωνία κοι- τάζοντάς με στά μάτια... Μ' άλλα λόγια είμαι στό απόλυτο έλεός τους". Είμαι στό απόλυτο έλεός τους. Τό ότι παραμένουν στήν θέ- ση τους, είναι ο καλλίτερος τρόπος νά μέ αναγκάσουν νά υ- ποψιάζομαι συνέχεια ότι έχει γίνει κάποια συμφωνία, ότι, έστω κι άν εμένα μού διαφεύγει, αυτά συμπεριφέρονται έτσι από συνέπεια, από τιμιότητα, χωρίς νά επωφελούνται από τήν δικιά μου ακατανόητη στάση που θά μπορούσε νά τά έχει απαλλάξει από καιρό. "Σέ απαλλάσσω", είπα, καί ο χώρος, άν καί στραμμένος πρός τό αδιάφορο εσωτερικό του, έμοιαζε ν' ακούει μέ πολ- λή προσοχή..., δέν είχαμε ανταλλάξει ούτε έναν χαιρετισμό εδώ καί χρόνια καί η αίσθηση από κάτι παλιό κι αγαπημένο που μαζεύεται στήν γωνιά αγκαλιάζοντας τά δυό του γόνα- τα... Μαζεύομαι στήν γωνιά μου. Σάν κάτι παλιό κι αγαπημένο μέ κοιτάζει ο χώρος νά αγκαλιάζω τά γόνατά μου μ' απελπι- σία. "Έτσι μ' αντιμετώπιζες ώς τώρα", τού είπα. "Σάν κάτι πα- λιό κι αγαπημένο που μαζεύεται στήν γωνιά του αγκαλιάζο- ντας μ' απελπισία τά δυό του γόνατα". Ο χώρος έσκυβε από πάνω μου. "Μή μέ κοιτάς", τού είπα, "δέν μαζεύομαι μέσα σου. Δέν αγκαλιάζω τά δυό μου γόνα- τα από απελπισία". Εδώ θά μαζευτώ. Σ' αυτή τήν μικρή γωνιά. Θά περιμένω νά μέ απαλλάξουν. Άν καί είναι καιρός τώρα που τόν έχουν απαλλάξει κι αυ- τός ο χώρος πιά δέν έχει δικαιώματα επάνω του, μαζεύεται όπως πάντα στήν γωνιά του σφίγγοντας μέ απελπισία τά δυό του γόνατα καί γιά μιά μικρή στιγμή, άν σήκωνε κανείς τά μάτια νά τόν κοιτάξει: "δέν έχει πού νά πάει", θά ψιθύρι- ζε καί θά 'σκυβε πάλι σιωπηλά στή δουλειά του γιά νά μήν τόν ενοχλήσει. Αυτός που δουλεύει, αυτός που σκύβει στή δουλειά του, αυ- τός που δέν ενοχλεί, αυτός που δέν παραπονιέται, αυτός που δέν είναι μαζεμένος στή γωνιά σφίγγοντας μέ απελπισία τά δυό του γόνατα, αυτός που δέν τόν αντιμετωπίζουν, αυτός που δέν υπάρχει κανένας λόγος νά απαλλαγεί, αυτός που δέν ψάχνει τόν σκούφο του πίσω απ' τίς καρέκλες, που δέν υποψιάζεται, που κανένα πράγμα δέν τόν παρατηρεί, που δέν προσπαθεί νά αποφύγει τόν χώρο, αυτός, που τόν κοιτά- ζω σφίγγοντας μέ απελπισία τά δυό μου γόνατα στό στήθος μου... Τό τοπίο έμοιαζε νά κοιτάζει καί τήν πιό μικρή μου κίνηση, αλλά αυτό δέν μέ ένοιαζε καθόλου. Αυτό που μέ ένοιαζε ή- ταν ότι σκόνταφτα επάνω του. Δέν είμαι τυφλός. Ένα εμπόδιο θά μπορούσα νά τό αποφύ- γω πολύ καλά. Γιατί λοιπόν διαρκώς σκοντάφτω; Έ εσύ! Εσένα που ξαπλώνεσαι έτσι μπροστά μου ρωτάω! Μιά πολύ καλή αίσθηση τού χώρου μέ έχει βοηθήσει ώς τώ- ρα νά προσανατολίζομαι εύκολα, αλλά σέ τί αλήθεια μού χρησίμευσε αυτό; Διαρκώς σκοντάφτω σέ κάποιο τοπίο του που άν όχι επίτηδες, τότε γιατί τό έχει απλώσει ακριβώς ε- κεί που ξέρει πολύ καλά ότι ετοιμάζομαι νά στραφώ; Τέντωσα τό χέρι μου νά τό παραμερίσω. "Κάνε πιό 'κεί", τού είπα. "Διαρκώς μέ εμποδίζεις". Πιασμένοι χέρι χέρι καί μέ τά μάτια κλεισμένα σφιχτά θά μπορούσαμε νά τό περάσουμε. Εκεί που γιά έναν είναι κλει- στό, γιά τούς δυό μας θά σκύψει στό χώμα. Είχε πιά γίνει ένα μέ τό χώμα. "Δέν θέλουμε τό κακό σου", τού είπα. Δέν θέλω τό κακό του. Αλλά γιατί δέν μ' αφίνει νά περάσω; "Τό νά μένεις έτσι ακίνητο", τού είπα, "τό νά μένεις έτσι α- κίνητο καί σιωπηλό προσβάλλει καί τούς δυό μας. Ποιοί είναι οι όροι σου; Δέν θέλω νά σέ πατήσω αλλά είναι λοι- πόν εδώ η θέση μου; Έχεις τυλιχτεί γύρω μου, όπου καί νά κοιτάξω δέν βλέπω παρά τά δικά σου πρόσωπα, ακόμα κι άν κλείσω τά μάτια μου δέν καταφέρνω παρά νά σέ κάνω πιό σκοτεινό, τά ανοίγω λοιπόν καί σέ κοιτάζω, εσύ αλήθεια μέ βλέπεις; Ναί, αυτό μπορώ νά τό καταλάβω, αλλοιώς πώς θάκλεινες έτσι γύρω μου; Μού ζητάς τίποτα; Μήπως είμαι εγώ μιά πόρτα γιά σένα; Ένα παράθυρο απ' όπου βλέπεις έ- ξω; Άχ, τί φαίνεται από μέσα μου; Γιατί εγώ δέν μπορώ νά τό δώ; Έχω κοιτάξει ώρες μέσα στούς καθρέφτες. Γι' αυτό μ' αρέσουν οι καθρέφτες; Αλλά μέσα τους δέν φαίνεται τίποτ' άλλο παρά εγώ κι εσύ που μέ κοιτάς". "Άν όχι στήν φυλακή, τότε λοιπόν στήν αγκαλιά σου;", μουρμούρισα. "Δέν μπορώ πιά νά τά κοιτάζω", είπα. "Μοιάζουν όλα τόσο ίδια μεταξύ τους". ---------- Χρόνια τώρα, κρατώντας σφιχτά ο ένας τό χέρι τού άλλου, προχωρούσαμε ψάχνοντας, τό τοπίο διαρκώς οπισθοχωρού- σε, "δέν θά μάς αφίσει ποτέ νά τό φτάσουμε", μουρμούρισα, "θά πεθάνουμε κι εμείς μπροστά στά πόδια του, όπως οι άλ- λοι, χωρίς νά βρούμε τί κρύβει", κάτω απ' τίς πέτρες, πίσω απ' τά βράχια, μέσα στίς λακκούβες μέ τό νερό, ό,τι πρίν α- πό μιά στιγμή φαίνονταν σάν άνοιγμα που μάς καλοσόριζε, δέν ήταν παρά μιά δίπλα απ' τό ρούχο του που σέρνονταν μπροστά μας, "ζούμε μέσ' στά κουρέλια", μού ψιθύρισες. Τό τοπίο έφευγε τρέχοντας, έσφιξα τό χέρι σου πιό δυνατά, είχαμε πιά λαχανιάσει καθώς στρίβαμε ανάμεσα στά πράγ- ματα που πέταγε πίσω του: κάτι σπίτια, κάτι ξαφνικούς αν- θρώπους, στά δέντρα καί στό χώμα σταματήσαμε. "Είναι μάταιο", μού είπες, "άφισέ το". Άνοιξα τά δάχτυλά μου, η άκρη από τό φόρεμά του τινάχτηκε μακρυά, ο κόπος μιάς ζωής κατρακύλισε μπροστά μας στίς πέτρες, λίγη σκόνη σκαρφάλωσε στό γλυκό αεράκι που μάς δρόσιζε τό πρόσω- πο, αγκάλιασα τό ζεστό σου κορμί, η σάρκα μας γέλασε χα- ρούμενη, έβγαλα τά πολύτιμα δώρα που έκρυβα στίς τσέπες μου τόσον καιρό, "δέν θ' αφίσω νά σέ πάρει κάποιος που δέν καταλαβαίνει", ψιθύρισα. ---------- Σφιχτά στήν αγκαλιά της μάς κρατούσε η Φύση. Τά μεγάλα της στήθη στήν παραμικρή μας κίνηση φούσκωναν απ' τό γάλα, "θά μάς πνίξει", κατάφερα νά ψιθυρίσω, τά τυφλά της μάτια σκιρτούσαν σέ κάθε λαχανιασμένη μας ανάσα, σύρθηκα μέ δυσκολία πρός τό μέρος σου καί σού 'πιασα τό χέρι: "έξω, έξω!", βόγγηξα. Τό μεγάλο της σώμα τραντάχτηκε, ψηλά, στίς κορφές τών βράχων τά πουλιά φτερούγισαν αλαφιασμένα, άρπαξα τό χέ- ρι σου καί τρέξαμε στ' ανοιχτά, "τί θά γεννήσει αυτή τή φο- ρά;" μέ ρώτησες φοβισμένα. (220) 26-5-1992 Ακόμα κι όταν ο αέρας κατρακυλά σφυρίζοντας πρός τά 'δώ... σπέρνοντας μικρούς θανάτους στά χωράφια... Μικρούς θανάτους είχε σπείρει μικρούς θανάτους θέριζε τώρα γελώντας... Η ζωή, πιό 'κεί, κοίταζε... Δέν νυστάζω πάντα μέ τόν ίδιο τρόπο. Προσπαθούσε νά μέ θάψει στήν άκρη τού χωραφιού, είχαμε ανοίξει μαζύ μιά τρύπα στό σκληρό χώμα, έβλεπα τίς χο- ντρές σταγόνες τού ιδρώτα νά κατρακυλούν στό μέτωπό του, τά νύχια του είχαν τσακίσει, ήταν σχεδόν τυφλός από τήν αγωνία, "άφισέ με νά σέ βοηθήσω", τού είπα, πήδησα μέσα στόν ρηχό λάκκο καί κουλουριάστηκα προσπαθώντας νά χωρέσω...· "τί περιμένεις νά φυτρώσει από 'μένα;", τόν ρώτησα καθώς μέ σκέπαζε βιαστικά. Όταν περάσει η Άνοιξη καί μπεί τό γρήγορο Καλοκαίρι, θά ζητήσεις νά σού φέρουν τό άλογό σου; Ζήτησε νά τού φέρουν τό άλογό του. Τού χάϊδεψε τρυφερά τόν λαιμό: "θυμάσαι τό μέρος;", τού είπε. "Στήν άκρη τού χωραφιού. Θά έχει φυτρώσει τώρα". "Πάρε με, πάρε με", ψιθύρισα στόν αέρα που μέ λύγιζε καί προσπερνούσε βιαστικά. Οι ρίζες μου άφισαν μιά φωνή... ΤΕΛΟΣ ΟΓΔΟΟΥ (215, 220/ 26-5-1992) 7