Το Μπάγκειον

 

Κάτω απ’ τα τόξα του υπογείου με τις τεφρές σκιές των,

και μες στην κούφια ατμόσφαιρα που μια σιγή αντηχεί,

της Κοινωνίας οι άχρηστοι κηφήνες, μοναχοί,

στο περιθώριον της ζωής διαγράφουν τις τροχιές των.

 

Και να, εκειδά στον καναπέ ο Μαρτίνος λυπημένος

για της Γιολάντας τον καημό χαμογελάει πικρά.

Ενώ ο Μπολέτσης σκυθρωπός, με τα όνειρα νεκρά,

στο τραπεζάκι αναγερτός καπνίζει αφηρημένος.

 

Ο Μπέζος, ο ήρεμος κι ωχρός, κι άλλοι δυο τρεις ζωγράφοι,

μες στο καρνέ τους μολυβιές τραβούν μηχανικώς.

Κι όμοια σαν μούμια αιγυπτιακή ο Βαγιάνος σοβαρός

μιαν απ’ τις μύριες κριτικές περί Καβάφη γράφει.

 

Ο Ζώτος, ο άρρωστος ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα,

κάποιο τραγούδι σιγανά απαγγέλλει με λυγμούς.

Ενώ ο Μαράκης δίπλα του μουντός μες στους καπνούς,

χαράζει αδρά στο μούτρο του κάποια στυγνή γκριμάτσα.

 

Εκεί πιο πέρα ο Θοδωρής ο σαρκαστής, κι ο αστείος,

βήχοντας φτύνει αδιάφορος μια αιμάτινη σταλιά.

Κι ο Ανθίας ο αιθερομανής ποιητής σε μια γωνιά,

με μάτια κόκκινα, θολά, μονολογεί ηλιθίως.

 

Κι εγώ, που ως μες στα κύτταρα χωρίς να υπάρχει λόγος,

μια πλήξη απροσδιόριστη με κυβερνάει καιρό,

με την τρανήν αμφιβολία ενός Άμλετ στο μυαλό

τοποθετούμαι μες σ’ αυτό το πλαίσιον… αναλόγως.

 

Το πήρα από το τομίδιο της σειράς «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη (επιμ. Βαγγέλη Κάσσου). Ο Ζώτος είναι ο ποιητής Μίνως Ζώτος, ενώ ο Ανθίας είναι ο κύπριος Τεύκρος Ανθίας, που έχω σκοπό να τον παρουσιάσω αν αξιωθώ από τις σελίδες αυτές.

 

 

Το Μπάγκειον ήταν υπόγειο καφενείο στη συμβολή της οδού Αθηνάς με την Ομόνοια. Όπως βρήκα σε άρθρο του Σωτ. Τριβιζά, στη δεκαετία του 1920-30 ήταν στέκι λογοτεχνών όπως ο Λαπαθιώτης, ο Τέλλος Άγρας, ο Κλέων Παράσχος, ο Χάγιερ - Μπουφίδης, ο Φώτος Γιοφύλλης, ο Μάριος Βαϊάνος ή ο Ορέστης Λάσκος. Ο κερκυραίος ποιητής Στέφανος Μπολέτσης έχει γράψει την εξής παρωδία για το Μπάγκειον:

 

Από κρότους σερβίτσων βοΐζει

η ατμόσφαιρα κι έχει καπνιά

λουκουμάδων γλυκιά ευωδιά

και τσικνίλα μυρίζει

 

Με φωνές δυνατές συζητούνε

για την τέχνη δυο τρεις νεογνοί,

μα την πίστη μου είναι αγνοί

και την τέχνη πονούνε.

 

Βλέποντάς τους μονάχα φοβούμαι

με του λόγου την έξαψη εκεί

καθώς είναι κι οι τρεις νηστικοί

μην τυχόν φαγωθούνε.

 

Επιστροφή