του
Δημήτρη Δαμασκηνού
Λογοτεχνικό
αφιέρωμα
(Μέρος
Πέμπτο)
5. Συννεφιάζει (1946) (1)
[…]«Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα
ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια
και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν
τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. Ό,τι κάνεις να ξανασάνεις απ’ τη μια, πλακώνει
η άλλη. Το λένε κι οι γέροι: Δεν προφταίνεις να πεις το ‘δόξα σοι ο Θεός’ κι
αμέσως ‘βοήθα Παναγιά μου’
Τα χαρτιά
που ξηγάνε κάτι τέτοια, τα μυστήρια δηλαδή της ζωής, το λένε πεντακάθαρα:Το
μαχαίρι του χάρου είναι δίστομο» (2).
Το 1946 κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Συννεφιάζει». Είναι το πρώτο μυθιστόρημα από τη σειρά των
βιβλίων με συνοχή που θα μπορούσε να ονομαστεί:
«Η Τετραλογία τού Μέλιου» . Ήρωας τους είναι ο Μέλιος Καδράς, ένα ορφανό
προσφυγάκι από την Κωνσταντινούπολη, που καταφθάνει μονάχο στην Κεντρική
Μακεδονία με το κύμα τής προσφυγιάς κι εδώ, μικρός, φτωχός κι έρημος, προσπαθεί
να επιβιώσει και να βρει τον δρόμο του που τελικά αποδεικνύεται μακρύς, τραχύς
και μοναχικός.
|
|
Pάχες 1947. Oμάδα
εξορίστων και ανάμεσά τους με το ραβδί 0 Mίκης Θεοδωράκης. Παροιμιώδης ήταν η
αλληλεγγύη των Iκαριωτών στους πολιτικούς εξόριστους. «Θυμούμαι πέρσι πού ’μασταν στο άλλο χωριό, το Mαυράτο. Γη δεν είχε ούτε
κείνο... Λίγη αλεσμένη πέτρα όπου φυτεύανε δέκα μαρούλια και πέντε κρεμμύδια.
Mα κανένας τους δεν τα γεύτηκε. Όλα τα τάιζαν σ’ εμάς. Tα πετούσαν κρυφά τις
νύχτες απ’ τα μεσότοιχα. Mια μέρα μας έστειλαν αγγαρεία στην πέτρα. Tα πεζούλια
απ’ όπου περνούσαμε ήταν στρωμένα με φρεσκοκομμένα σύκα. Τά ’χαν αφησμένα στιβίτσες
στιβίτσες απάνω στα συκόφυλλα για να τα βρούμε γυρνώντας απ’ τη σκληρή δουλειά.
Aλλά τι να πρωτοθυμηθώ; Tο γάλα... Tο κάθε σπίτι είχε από μια κατσικίτσα κι
ένα σωρό παιδιά. Tα παιδιά αυτά από τότε που πήγαμε εμείς χάσανε το γάλα τους.
Mας το διναν με χίλιες πονηριές για τους αρρώστους μας» γράφει ο Mενέλαος
Λουντέμης, που πέρασε ένα διάστημα εξόριστος κι αυτός στην Iκαρία. |
Είναι
συγκινητικό πως το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας, το «Συννεφιάζει», ο συγγραφέας
το αφιερώνει στη μονάκριβή του κόρη, «Στη ΜΥΡΤΩ, Το αξέχαστο κοριτσάκι
μου», όπως γράφει.
Το ίδιο συναίσθημα αποκαλύπτεται και στο ποίημά του «STABAT MATER»: Από το Μαυράτο της Ικαρίας, που θα βρεθεί έπειτα από λίγο
εξόριστος, κάτω από πολύ δύσκολες
–πράγματι- συνθήκες, θα γράψει στη γυναίκα του Έμυ, εξόριστη κι αυτή στη Χίο
και μετά στο Τρίκερι, ένα ποίημα αφιερωμένο στην ίδια και στην κορούλα του, τη
Μυρτώ, που είναι μόλις τριών ετών:
(Η Μυρτώ ανεβαίνει τριών χρονών στο Γολγοθά)
Αντίο μητερούλα, μητερούλα της Μυρτώς,
και των χεριών μου.
Με το γήινο βρέφος στην αγκαλιά,
που μπήκε στο μαρτύριο.
τριάντα χρόνια μικρότερο απ’ τον Χριστό,
Αντίο ...
Τώρα μας χωρίζουν οι ουρανοί.
Αγρύπνιες ιδρωμένες και ατέλειωτες.
Κι ένας κόσμος τρομαγμένος που κρυώνει
- κρυώνει κάτω απ’ τον βοριά και τα σίδερα.
Τώρα μας χωρίζουν οι θολές νεροποντές.
Βουνά θυμωμένα κι απερπάτητα.
Τώρα μας χωρίζουν,
οι σαστισμένοι μες στον άνεμο καπνοί,
και τ’ αρμυρό κλάμα του Αιγαίου.
Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Σκορπώ στα μονοπάτια του παραμυθιού
μικρά ψίχουλα απ’ την καρδιά μου
-για να μη χάσει το δρόμο η Μυρτώ.
Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Να σκεπάζεστε τις νύχτες δυνατά.
Να σκεπάζεστε πολύ με τη στοργή μου...
Γιατί κάνει κρύο εφέτος, μάνα...
Κάνει μίσους εφέτος, μάνα...
Εφέτος κάνει θάνατο.
Τώρα αντίο. Θέλω να σκουπίσω τα μάτια μου.
Κι ανεβάζω τα χέρια μου ως εκεί.
Μα μου τα τραβούν πίσω τα σίδερα.
Γι’ αυτό: μόνο, αντίο.
|
|
Στο Τρίκερι η Μαίρη
Βεάκη (κόρη του Αιμίλιου Βεάκη) κρατάει στην αγκαλιά της τη Μυρτώ Λουντέμη
και τον «μπουλούκο», ένα νεαρό αγόρι που όλες οι εξόριστες θυμούνται με αυτό
το όνομα. (Αρχείο Σόνιας
Τζωρτζάκη) |
Όσον αφορά στο ίδιο το μυθιστόρημα «Συννεφιάζει», ο Λουντέμης είναι το
ίδιο συγκινητικός για τον αναγνώστη χωρίς να γίνεται σε κανένα σημείο
μελοδραματικός και φλύαρος: Ένα τέτοιο αισθητικό αποτέλεσμα ο συγγραφέας το
πετυχαίνει μεταφέροντας τον λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή στο Βερτεκόπι (Σκύδρα). Εκεί βρίσκονται ο Μέλιος,
ανακατεμένος στο πλήθος της προσφυγιάς
κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, όπου Τούρκοι κι Έλληνες αφήνουν τα σπίτια
τους εδώ κι εκεί για να πάνε εκεί που ορίζουν οι συμφωνίες των κρατών, και ο
φίλος του ο Σουκρής, ο Τούρκος που σε λίγο θα αναγκαστεί να φύγει από τον τόπο
που γεννήθηκε… Ένας μεγάλος ξεριζωμός λαών και στη μέση μια παιδική φιλία που
δε γνωρίζει από σύνορα, από πολιτική…
|
|
Έλληνες πρόσφυγες στη
Β. Ελλάδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922) |
Με τέτοιον λυρισμό κι ευαισθησία περιγράφει ο Λουντέμης τη σκηνή της
συνάντησης του Μέλιου με το τουρκόπουλο, το μικρό Σουκρή στο σιδηροδρομικό
Σταθμό της Σκύδρας:
«Σουκρή τον λέγανε. Ήταν ένα δεκάχρονο
τουρκόπουλο που με τιμούσε σαν τον τρανό αφέντη. Βολικό και φιλότιμο σαν το
σκυλί. Τίμιο σαν άγγελος και άσκημο σαν μάρτυρας. Το γνώρισα ένα μεσημέρι καθώς
περιτριγύριζε ένα γύρω στο Σταθμό μη βρει κάνα φανταχτερό χαρτί, κάνα πιωμένο
τσιγάρο για τη βάβω (3) τη
θεριακλίδισσα, κάνα σάπιο φρούτο για να καταλαγιάσει την πείνα του. Ήταν απ’ τα
μπουλούκια τις τούρκικες φαμελιές που τις είχαν τώρα μήνες στοιβαγμένες μες στα
χωράφια για να τις πάρουνε τα τρένα και να τις πάνε στις καινούργιες πατρίδες.
Εκεί κάτου, στα χωράφια που αφήσαμε κι ήρθαμε τόσο μακριά τους για να τα
θυμόμαστε και να λέμε ‘αχ…’
Εκεί κάτω στο Βερτεκόπι γινόταν ένα αντάμωμα
λυπητερό. Βαγονιές ρωμιοί και ρωμιόπουλα ανέβαιναν για τον τούρκικο κάμπο της
Καρατζόβας. Κι άλλες βαγονιές με τουρκόπουλα κατέβαιναν για τους γιαλούς της
Ανατολής. Κάτι ταξίδια αθέλητα, απελπισμένα. Να ζηλεύει ο τούρκος το ρωμιό και
ο ρωμιός τον τούρκο» (4).
Η πένα του Λουντέμη, με αφηγηματική δύναμη, ζωντανεύει μια ολόκληρη
εποχή στην οποία τα σύννεφα, «καλά κουμάσια και του λόγου τους», «μέσα τους έχουνε
κρυμμένο το πικρό κεντρί».
Διάλογος Μέλιου-Τουρκόπουλου (Σουκρή) (5)
«-Αρκαντάς….ρωτάει σιγά. Είναι καλά στη
Σταμπούλ; Έχουνε να λένε πως είναι πολύ καλά.
-Ναι….είναι πολύ καλά, Σουκρή…πολύ
καλά…πολύ καλά…πολύ….
-Γιατί κλαις;
-Είναι πολύ καλά, Σουκρή…τόσο πολύ καλά….
-Τότε να πας κι εσύ.
-Δεν ξέρω το δρόμο. Ύστερα…δε μου κάνει και
καρδιά.
-Γιατί; Έχεις εδώ κανέναν αρκαντάση;
-…Έχει κάτι ξανθά μαλλιά…
-Πως τον λένε;
-Σ ί ι κ α.
-Σίικα; Είναι παναπεί κορίτσι;
-Κορίτσι.
Ο Σουκρής με κοιτάζει παραξενεμένος.
-Και αφού είναι κορίτσι πώς το ξέρεις ότι
είναι ξανθό;
-Κάθε μέρα το βλέπω πως είναι ξανθό…κάθε
μέρα…κάθε μέρα…
Τώρα τα μάτια του ανοίγουν πιο πολύ.
-Σ’ α φ ή ν ε ι ν α το β λ έ π
ε ι ς;
-Μ’ αφήνει…μ’ αφήνει…
-Βάιιι! Τι καλά κορίτσια που έχετε σεις!…
Τώρα παραξενεύουμαι εγώ.
-Γιατί, Σουκρή….Τα δικά σας δεν αφήνουνε;
-Όχι.
-Είναι όμορφα;
-Ποιος το ξέρει; Έχουνε τα μούτρα τους
σκεπασμένα.
-Γιατί; Μην είν’ άρρωστα;
-Ποιος το ξέρει….
-Ξέρεις, Σουκρή…Τα δικά μας άμα θέλουνε σ’
αφήνουνε να τους τραβήξεις και τα μαλλιά.
-Αλήθεια; Βάιιι…τι καλά κορίτσια που έχετε!
Τώρα κάθεται και καρφώνει το μυαλό
του απάνου σε κάτι. Βήχει λίγο. Ύστερα με τραβάει απ’ το μανίκι.
-Και…αρκαντάς…αφήνουνε και τα τουρκάκια να
τους τα τραβήξουνε;
-Άμα θέλουνε.
-Μα θέλουνε;
-Άμα έχουνε αγάπη…
Το κουρεμένο του κεφάλι στρώθηκε να σκεφτεί
όλα τούτα τα πρωτάκουστα πράματα και λυγούσε απ’ την έγνοια, σαν το τρυφερό
δεντράκι που το βάραιναν πρώιμοι καρποί.
-Εσείς έχετε, ε;
-Τι, Σουκρή;
-Αγάπη…Εσείς έχετε, ε;
-Ναι, έχουμε….Βέβαια…βέβαια. Έχουμε.
-Βάιιι….Και…αρκαντάς;
-Τι, Σουκρή;
-Και…δε γίνεται αγάπη με τ ρ ε ι ς;…όχι….δε
γίνεται ε; Γίνεται;
-Τα μάτια του με κοιτούσαν παρακαλεστικά,
σαν το αρνάκι που το κλείνεις έξω από το μαντρί του.
-Δε φταίω γω, Σουκρή. Εγώ θέλω να
γίνεται…μα κάτι αγόρια στην πολιτεία επιμένουν πως δε γίνεται. Ρώτησα και μια
βαβά που μου μπάλωνε το βρακί μου. Μου είπε: «Θεός φυλάξοι. Η αγάπη είναι σαν
τα πουλιά, είπε. Δυο δυο. Δε γίνεται παραπάνου.»
-Α…
Το μούτρο του ήταν πικρό πικρό σαν ένα μοβ
κρινάκι που το πετροβόλησαν.
-Μην πικραίνεσαι, Σουκρή…θα βρεις και συ
κορίτσι…
-Ναι, μα θέλω να ναι ξανθό. Και να μ’
αφήνει να του τραβάω και τα μαλλιά… Με πρέπει πρώτα να βρούμε αγάπη, ε; Που να
την βρούμε όμως την αγάπη, αρκαντάς;
-Θα την έχει κείνη…ύστερα σου δίνει, αν
θέλει, την μισή. Μα χρειάζεται να ξέρεις…
-Τι; πέφτει πάνω μου ο Σουκρής. Εσύ τι
έκανες; Μάθε μου λίγο και μένα, αρκαντάς!….
-Να, Σουκρή.
-Α…
-Πρώτα πρώτα της λες «Καλημέρα». Αυτό δεν
πρέπει να το ξεχάσεις: «Καλημέρα».
-Ύστερα;
-Ύστερα θα λες κάθε μέρα «Καλημέρα»….
«Καλημέρα»…
-Έτσι ε;….Και τότε…σ’ αφήνει;
-Α…όχι. Μου φαίνεται όχι ακόμα. Δεν είναι
τόσο εύκολο αυτό, Σουκρή. Ύστερα της λες : «Πετάς πέτρα ίσαμε κείνο το τζάμι;»
Κείνη σου λέει: «Όχι». «Εγώ όμως μπορώ!» της λες…. «Πέτα σαν μπορείς» σου λέει.
Εσύ φτύνεις τα χέρια σου, την πετάς και σπάζεις το τζάμι.
-Ύστερα;
-…Ο νοικοκύρης του σπιτιού με το τζάμι σε
δέρνει. Κείνη πρέπει να ’ρθει να βάλει το χέρι της στο κεφάλι σου –να, έτσι…-
και να σου πει «μην κλαις». Αν δεν έρθει, Σουκρή, πας…
-Ύστερα;
-….Κοιτάζει κάτι που έχεις…αλυσίδα…σουγιά…σφυρίχτρα….
«Να, πάρ’ το» της λες. Κείνη πρέπει να κοκκινίσει. «Τι ωραίο!» θα σου πει.
-Το παίρνει;
-Άμα θέλει…
-Και τότε!…Μπορείς; Μπορείς να της τα
τραβήξεις πια;
-Όχι, Σουκρή. Δεν πρέπει ακόμα να βιαστείς.
Μια μέρα της λες πως είναι στο ποτάμι κάτι μαύρες χελώνες με τις ουρές τους που
κάνουνε κολύμπι. Τις είδες με τα μάτια σου! και δε φοβήθηκες καθόλου…Κι αν
θέλει ας έρτει να της τις δείξεις. Κείνη θα φοβάται…. «Μα αφού θα ‘μ α ι εγώ!»
θα της πεις.
-Τελειώνει;
-Μη βιάζεσαι….Το μαθαίνει η μάνα της, την
πιάνει και τη φορτώνει καλά ξύλο. Ύστερα απ’ το ξύλο, Σουκρή, μπορεί και να μην
ξανάρθει….
-Κι αν ξανάρθει; Ε….Κι αν ξανάρθει,
αρκαντάς;
-Ε…τότε…τότε, Σουκρή, μου φαίνεται, πως
μπορείς πια να της τα τραβήξεις λίγο….Λιγάκι όμως….Ε;….».
Το «Συννεφιάζει» είναι ένα κείμενο που θέτει πάνω από όλα το ζήτημα του
σεβασμού στον «άλλον», προβάλλει την παιδική αγνότητα και αθωότητα, υμνεί την
ανθρωπιά, την αγάπη, την ευαισθησία και τη φιλία πέρα από τις οποιεσδήποτε
πολιτικές σκοπιμότητες:
[ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΟΥΚΡΗΣ]
Ο
μικρός Σουκρής έπαιζε με τον φίλο του το Δημητρό στις ράγες του τρένου, λίγες
μέρες πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών και λίγο μετά τη μικρασιατική
καταστροφή. Ένα τρένο σκοτώνει τον μικρό μουσουλμάνο και απομένει ο μικρός
χριστιανός να προσεύχεται για τον φίλο του. Μέχρι πρόσφατα οι μαθητές της Α’
Γυμνασίου το έβρισκαν στα κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (σελ 90-92).
Είναι από τα λίγα λογοτεχνικά κείμενα για εκείνη την περίοδο, που θέτουν ζητήματα
σεβασμού στον «άλλο». Κι όμως αυτό το κείμενο εξαιρέθηκε από το νέο βιβλίο της
Α’ Γυμνασίου. Φαίνεται ότι το πρόβλημα ορισμένων για τον «συνωστισμό» στην
παραλία της Σμύρνης αφορά και τον συνωστισμό συναισθημάτων (και γνώσεων).
«Από δω πάνω απ’ τη δραγατσά (6),
φαίνουνται όλα ήμερα και καταλαγιασμένα. Ο «χαμάλης» (7) πηγαινοέρχεται φυσώντας τον καπνό του και ταχτοποιεί σαν κομπολόι
τα βαγόνια του. Ο κύριος σταθμάρχης κόβει βόλτες σαν το τρεχαντήρι κι ο κόσμος
θαμπώνεται απ’ τα πολλά σειρήτια που ’χει στο καπέλο του. Οι καποτρένοι (8) ξαναμωράθηκαν και παίζουνε τα
σκολιαρόπαιδα με τις ντουντούκες (9).
Όλα φαίνονται από δω καθαρά. Να κι ο Δημητρός ο αργάτης. Άφησε το φκυάρι του
και τώρα τριγυρίζει σαν τρελός. Κάποιον ψάχνει. Φωνάζει κιόλα, μα το σούσουρο
του σταθμού είναι μεγάλο και δεν ακούγεται.
Ξεκινήσαμε να κατέβουμε. Σε λίγο θα ’ταν
ώρα για τη φευγάλα. Δε μιλούσαμε. Κοιτάγαμε παραπονεμένοι το χώμα και
κλωτσούσαμε τα πετραδάκια σαν να μας έφταιγαν αυτά.
Στα μισά του δρόμου ανταμώσαμε το Δημητρό
που έτρεχε λαχανιασμένος μες τα χωράφια. Σαν μας είδε σκύλιασε.
-Βρε Σουκρή! φωνάζει μπαρουτιασμένος. Βρε
Σουκρή! Η μάνα σου βρε! χτυπιέται καταή! Η βάβω (10) σου βρε! λιγοθυμάει!... Βρήκες την ώρα, μωρέ θεοσκοτωμένο, να
γκιζερίσεις (11)!
-Γιατί μπρε Ντημητρό;
-Γιατί, λέει!... Άκου μωρέ!... Ε, πάει θα
τρελαθώ! Γιατί; Βρε ο «χαμάλης» φεύγει, βρε!.. φεύγει, βρε! Έφυγε! Ακούς; Μπρος
τώρα. Φουσέκι! Ακόμα κάθεσαι; Φουσέκι να προκάμεις! Άτιμο τουρκί! Για κοίτα
βρε, περπάτημα... θα φύγουνε και θα σ’ αφήσουνε αμανάτι (12). Για κοίτα ένα σχέδιο άνθρωπος. Αχ ... και να σ’ είχα δικό
μου!
Χιμήξαμε τον κατήφορο σαν ζαρκάδια που οσμίστηκαν
μπαρούτι. Η μηχανή του «χαμάλη» πήγε και κόλλησε στα βαγόνια. «Πάμε;» τους
λέει. «Φρρρ! Όλα έτοιμα !» κάνουν οι καποτρένοι και χώνουνται μες στα καβούκια
τους. «Πουφ! πουφ...» ο «χαμάλης» άρχισε να σαλεύει. Ό,τι είχαμε σκαρφαλώσει κι
εμείς τα κάγκελα του σταθμού...
Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν
χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την αρμαθιά τ’ αδερφάκια του. Μα ο «χαμάλης»
είναι τόσο άπονος... «Πουφ!... πουφ!» κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει
σπαραχτικά.
-Ανάαα... ντουρ! Ανατζίιικ... ντουρ....
ντουρ! ( Μάναα... Μανούλα... Σταμάτα! ).
Άρχισε το κυνηγητό.
-Α! Σουκρή! φώναζαν απ’ όλα τα βαγόνια...
όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει
ο αέρας.
-Α, γιαβρούμ... Α, τζερίμ!... ( Α, λατρεία
μου... Α, σπλάχνο μου! ).
Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.
-Χ-α!... Χ-α!...
-Α, Σουκρή! Α! καπλάν (13)!... Χ-α!
Γέροι και νιοι απλώνανε τα χέρια, απλώνανε
ζουνάρια. Η βάβω του τραβούσε τους χαλκάδες του τρένου, για να το σταματήσει και
το περικαλούσε και το μάλωνε:
-Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! ( Στάσου βρε!
Στάσου! ).
Σπαραγμός...
Μα ήθελε δεν ήθελε ο «χαμάλης» έκοψε για
μια στιγμή τη φόρα του όχι από καλοσύνη του, μα να, γιατί είχε φτάσει στα
ψαλίδια (14), χρειάζεται προσοχή εκεί.
Ο Σουκρής τον έφτασε. 'Απλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γατζώσει. Μα δεν
τα’ αξιώθηκε. Σφυριγματιές πολλές ακούστηκαν με μιας. Κι ένα στρίγγλισμα
φοβερό, φοβερό... από χίλιες φωνές μαζί.
-Αααααα !!!
… Ο «χαμάλης» έφυγε μακριά. Κι ένα άλλο
τρένο έμπαινε στο σταθμό, με ματωμένες ρόδες… ματωμένες απ’ τα κρεατάκια ενός
παιδιού, ενός δεκάχρονου τουρκόπουλου, που δεν ήταν πια τουρκόπουλο, δεν ήταν
πια παιδί… παρά λίγο αίμα στις ρόδες ενός περαστικού τρένου.
...Ο Δημητρός, ο μπερδεμένος, ο χαζολογάς
σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα του και-κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω
χαμπάρι-το περνάει κι από τα μάτια του. Αχ, γιατί να ’ναι τόσο άπονα τα τρένα.
Τώρα η βάβω δε θ’ ανασαίνει πια. Τώρα η
μάνα θα μοιρολογάει...Θα περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα
τη νοιάζει καθόλου αν το τρένο φεύγει, πού πάει... κι αν κάποτε θα φτάσει, και
πού...Τώρα η ψυχή της απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται πάνω σε κάτι
μαυριδερά λιωμένα κρεατάκια (τζιερίμ… τζιερίμ). Κι ο «χαμάλης» θα σφυράει... Θα
σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το κάψανε τα ξόρκια, και θα ουρλιάζει
και θα σούρνεται στους κάμπους να βρει συγχώρεση. Και θα ουρλιάζει και θα
σούρνεται, ώσπου να σκάσει.
Κι εγώ ( αχ...) εγώ που ζύμωσα τα πικρά
μικράτα μου, τ’ αδύναμα αλαφρά όνειρά μου μ’ ένα τουρκάκι της Καράτζοβας (15), κάθομαι, ώρες τώρα - κρεμασμένο
κουρελάκι- πάνω στα κάγκελα του σταθμού και δε βλέπω τίποτα μπροστά μου,
τίποτα, γιατί όλα είναι κλάμα...
Λένε πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη
γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε στον ουρανό γίνονται άγγελοι. Μα ο θεός τους ο
Τούρκος, τώρα έφυγε και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει και τη
γλώσσα;
Σε περικαλώ, παππού Θεέ..., α δεις να
τριγυρνάει όξω απ` το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο
Σουκρής. Πάρ’ το μέσα. Σε περικαλώ και να το συγχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα
χείλια και μην το κακοκαρδίσεις γι’ αυτό. Σε περικαλάει ένας φτωχός
μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά
περαστικός από κει, θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ’ ευχαριστώ...» (16).
Πριν ξαναπιάσει το κομμένο νήμα της αφήγησης για τη ζωή του στο
τουβλάδικο, που είναι και το κύριο θέμα του μυθιστορήματος, και μετά την
αναδρομική αφήγηση (17) για τον
μικρό Σουκρή ο Λουντέμης με γλαφυρότητα και αγάπη περιγράφει την Έδεσσα, τους
κατοίκους της και τις καλές αναμνήσεις που έχει από τα χρόνια που έζησε εκεί: «Όλη
η Έδεσσα είναι ένα σκαλοπάτι όπου πατάει ο Θεός για ν’ ανέβει στον ουρανό.
Το πάρα πάνου σκαλοπάτι –μικρή, ολόιδια αδελφή
της Έδεσσας- είναι το Βλάδοβο (το είπαμε). Κι απ’ τα δυο σκαλοπάτια κρέμουνται
σαν τα πανιά, άσπρα αφρισμένα νερά. Πηδάνε θεοπάλαβα από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι
και πάνε και πνίγονται στη θάλασσα της Σαλονίκης» (18).
Και παρακάτω: «Οι Βοδενιώτες έχουν ένα
μεγάλο μεράκι: Το γαϊδούρι. Σπίτι χωρίς κονοστάσι μπορείς να βρεις, σπίτι χωρίς
γαϊδούρι δε βρίσκεις. Αυλή χωρίς ‘τσονξ’ -κλουβί χωρίς κελάηδημα (‘τσονξ’
φωνάζουνε οι ντόπιοι στα γαϊδουράκια άμα θέλουν να σταθούνε). Στο μύλο θέλουν
να πάνε; Το γαϊδουράκι. Στα ξύλα; Το ίδιο. Ως και περίπατο χωρίς το γαϊδουράκι
του δεν πάει ο φτωχομαχαλιώτης» (19).
Τέλος ο συγγραφέας γράφει: «…η Έδεσσα
είναι ο ομορφότερος τόπος που διάλεξε ο άνθρωπος για να γεννηθεί… Το μπόλικο
νερό της, τα μπόλικα δένδρα της, ο μπόλικος ήμερος κόσμος της, σε τραβάνε απ’
τα μάκρη του κόσμου για να πας να τη φιλήσεις και να πεθάνεις. Δυο βδομάδες
είχα να τη δω κι έκανα σαν το παιδί που ξαναγυρνάει στη μάνα του ύστερα από
μισεμό. Ας μη μου ’δειξε ποτέ την αγάπη της η Έδεσσα. Μ’ άφηνε βολικά να την
αγαπώ. Κι αυτό ήταν μια αγάπη. Κολυμπούσα στα ποτάμια της, έτρωγα τις λιχουδιές
της, κοιμόμουνα στους ίσκιους της… πως λέγεται αυτό; Θα πεις δε μ’ άφηνε να μπω
στα σκολειά της. ποιος ξέρει όμως αν το ‘’θελε η ίδια και δεν την αφήναν οι άλλοι;
(20)
Θα γράψει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου που,
άλλωστε, δε διακρίνεται ιδιαίτερα για την ευμένεια απέναντι στο συγγραφέα: «Με το Συννεφιάζει ο Λουντέμης κάνει στο
μυθιστόρημα ό,τι έκανε στο διήγημα με το Γλυκοχάραμα: μας δίνει ένα μεστό
κείμενο. Ποδηγετώντας, επιτέλους, τις παρορμήσεις του, ανατέμνει με προσοχή την
ελληνική επαρχία και στήνει πειστικούς χαρακτήρες. Θέμα του, η βροχή που
καταστρέφει τα σπαρτά και η σκληρή δουλειά στο λασπάδικο του μπίσκα-Πέτρε
(σ.σ.: που είναι σπαρμένο –λες- στο Βλάδοβο). Ο ήρωάς του τα βγάζει πέρα με τα
εμπόδια, χωρίς κλαυθμηρισμούς και εκκλήσεις για θεοδικία όπως στην Έκσταση ή
στο Καληνύχτα ζωή. Συμφιλιώνεται με τους εργάτες του τουβλοποιείου, οι οποίοι
αρχικά τον βλέπουν με καχυποψία και εχθρότητα, ερωτεύεται ένα απλό κορίτσι,
δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν.
Η εργασία στα τούβλα –ένα ακόμη αυτοβιογραφικό δεδομένο- προσφέρει στο
συγγραφέα την ευκαιρία να φιλοτεχνήσει μια μικρή αλλά πυκνή τοιχογραφία του
κόσμου των χειρωνακτών και να συμπληρώσει τη λαϊκή θεματογραφία του. Ας τον παρακολουθήσουμε
στην περιγραφή του Γιοβάνη:
«Ένας κάποιος Γιοβάνης, ένας αξούριστος
λασπάς, ήτανε το καπλάνι (21) της
κομπανίας. Σιχαινότανε τη δουλειά μ’ όλη τη δύναμη της χωριάτικης ψυχής του.
Ήτανε κατεβασμένος από κάποιο βουνίσιο χωριό, μ’ ένα τουφωτό στήθος κι ένα
τρίχινο σακούλι με μαύρα ψωμιά. Έτρωγε από ένα στην καθισιά του κάτου απ’ την
ιτιά, ύστερις σβάρνιζε την κοιλιά του στο ποτάμι, έπεφτε μπρούμυτα και
ποτιζότανε. Μια μέρα μέτρησα εκατό, κι ακόμα έπινε! Ήταν σωστή στέρνα! Τα
‘γεύματά του’ ήταν πλούσια –ποτέ δεν έτρωε χωρίς προσφάι.
Μας αράδιαζε τα φαγητά του με την παρακάτω
τάξη:
-Πιπέρκα-σισάρκα-πατλιζάν. (Πιπεριές,
ντομάτες, μελιτζάνες).
Την άλλη μέρα όμως (α! όλα; κιόλα!) άλλαζε:
Πατλιζάν-σισάρκα-πιπέρκα.
Όλα αυτά, άναβε φωτιά, τα ’ριχνε στη
χόβολη, τα ξεφλούδιζε, τα ’χωνε στ’ αλάτι και τα ’τρωγε.
Ένας άνθρωπος που γέμιζε την κοιλιά του με
τόση δύναμη, τι θα την έκανε αν δεν την ξόδευε;
Γι’ αυτό και κείνος την ξόδευε. Την ξόδευε όπως ο χουβαρδάς (22) τα λεφτά του, όπως ο σαλιάρης το
σάλιο του. Την ξόδευε με άχτι. Έτρωγε
σαν λύκος, δούλευε σαν γάιδαρος, και κοιμότανε αν Θεός. Το ροχαλητό του
ξυπνούσε το βατραχολόι του βάλτου.
Οι νύχτες σιγοβράζανε…
Ο Γιοβάνης ξαπλωμένος κάτω από μια τραγίσια
κάπα, ροκάνιζε το λαρύγγι του. Ο φουρνάς, πέντε δρασκελιές πιο πέρα,
παραδινότανε του θανατά. Έπρεπε να σκύψεις μες στη μύτη του για να πάρεις
είδηση πως ζει.
Καμιά φορά ανασταινότανε απ’ τη χλαπαταγή
που κάνανε τα ρουθούνια του Γιοβάνη, τον έστελνε ξενόγλωσσα στον αγύριστο και
ξαναπέθαινε.
Ο Γιοβάνης σηκωνότανε μαζί με τα πουλιά.
Είχε δει τόσες φορές τον ήλιο, όσες μέρες
κάνανε και τα σαράντα πέντε χρόνια του. Του Θεού το χάραμα μαζί με τα πετούμενα
τ’ ουρανού συναπαντούσε και το Γιοβάνη. Θαρρείς κι ήτανε στον κόσμο μια
σαλπιγγίτσα που πήγαινε πάνω απ’ τα’ αφτί του και του έκραζε: ‘Σήκω Γιοβάνη! Θ’
ανάψει ο ήλιος!’
Και κείνος πεταγότανε, τίναζε την κάπα του,
κι έτρεχε στο ποτάμι.
Το νίψιμό του θα μπορούσε να του το ζηλέψει
κι η γάτα.
Κατέβαινε βροντοπατώντας στο ποτάμι. Εκεί
βουτούσε τα χέρια του μέσα, τα τίναζε να στραγγίσουν απ’ το νερό… κατόπι περνούσε την αριστερή του
παλάμη απ’ τη μούρη του, τη δεξιά του απ’ τα μαλλιά. Κατόπι σκούπιζε με το
αριστερό του μανίκι τα μαλλιά, με το δεξί του τη μούρη, και στρωνότανε
σταυροπόδι στο γρασίδι. Εκεί έστριβε τσιγάρα, τα σάλιωνε, τ’ άναβε, και τα κάπνιζε αργά αργά και
συσταζούμενα, σαν το Δεσπότη που θυμιατίζει.
Άμα τελείωνε το τρίτο τσιγάρο και δε βάραε
ο γκαζοντενεκές για δουλειά, φουρκιζότανε (23).
Έκανε σαν τα’ άλογα που χτυπάνε τα πέταλά τους και ξεφυσάνε.
Ένα πρωί που πήραμε διαταγή να μη
δουλέψουνε ως το μεσημέρι, κλωθογύριζε μες στα χωράφια κι έσκαβε με τη φτέρνα
του το χώμα.
Τον έβλεπα κατάκοπο, ακουμπισμένο στην ιτιά
να φτύνει από μελαγχολία. Και το μεσημέρι δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του απ’
την ανορεξιά. Και μοναχά σαν μας ξαναδόθηκε η διαταγή, χύθηκε στη δουλειά σαν
μπαφιασμένο άλογο, και το βράδυ έκανε φοβερή θραύση στα καρβέλια του. Τα χέρια
του Γιοβάνη ήταν σταχτοκόκκινα, κεραμιδιά, κι όπως τα ’χε πάντα ανοιχτά, δεν
παραλλάζανε καθόλου από ζωντανά χταπόδια με τα πλοκάμια τους.
Ψηλά ψηλά, εκεί, πάνω απ’ τους ώμους του,
καλοκαθισμένο πάνω σ’ ένα γερό ηλιοψημένο λαιμό, μας κοιτούσε το κεφάλι του
Γιοβάνη. Από δίπλα του περνούσαν οι αέρηδες και τα πουλιά. Ήταν ένα χωριάτικο
κεφάλι που το ’παιρνε λιγάκι απάνω του για το ψήλος του… Είχε σοφίες μέσα του
κείνο το κεφάλι, είχε ομορφιές, είχε λόξες. Του ’λεγες εσύ ‘ετσι’ σου ’λεγε κείνος ‘αλλοιώς’. Μα-χα! θα το
πούμε: Ο νους του είχε πλώρη το δρόμο του Θεού.
Είχε και μια καλή καλή λόξα, μια λόξα σοφή,
που την υποστήριζε με χέρια και με πόδια. Να ποιαν: Παινευότανε παντού, το
φώναζε μερόνυχτα, πως ήτανε ‘μαγκάρε’ (γαϊδούρι). Εκεί σταματούσε η τελειότητα
κάθε ζωντανού. Το ‘’λεγε, το ξεφώνιζε σ’ όλους τους λασπάδες, να μην κάνουνε
λάθος, κι ο Θεός –το ‘’ξερε κείνος, του το ’πανε- ο Θεός διάλεξε το γάιδαρο για
απόστολο της γης. Μια φορά ο παπάς του χωριού του, που ευκαιρία γύρευε για να
τον αφορέσει του πήγε μια ζουγραφιά του Χριστού μ’ ένα αρνί στον ώμο του:
-Κάνεις λάθος, του λέει. Να, κοίτα… ο Θεός άλλο ζουντανό έχει για
διαλεχτό του. Τ’ αρνάκι!
Ο Γιοβάνης έπαιξε στυφά στυφά τη γλώσσα
του.
-Το βλέπεις; του ξαναλέει ο παπάς. Να το!
αφορεσμένε Γιοβάνη, αμαρτωλέ!
Μα ο Γιοβάνης αφού κοίταξε κρύα κρύα
γυρίζει και του λέει, ν’ ανοίξει καλύτερα τα μάτια του. ‘Δεν είναι αρνί του
λέει, τα μυαλά σου και μια λίρα! –Είναι γαϊδουράκι!’
Ο παπάς το κοίταξε, το κοίταξε, έξυσε το
γένι του. Στο ύστερο, έκρυψε τη ζουγραφιά κάτ’ απ’ το ράσο του κι έφυγε» (24).
Στις επόμενες σελίδες του μυθιστορήματος
παρουσιάζονται ο εργοδότης που δεν υπολογίζει τίποτε μπροστά στο
συμφέρον του, οι συνάδελφοι που συμπαρίστανται πάντοτε στις δύσκολες ώρες, οι
αρρώστιες που χτυπούν χωρίς διάκριση δικαίους και αδίκους, ο γιατρός της
περιοχής, που είναι μια εύθυμη νότα στο μονότονο ρυθμό του εργοταξίου.
Παίρνοντας σ’ ένα διάλειμμα της δουλειάς το δρόμο για την Έδεσσα ο
Μέλιος συναντά το γυφτόπουλο που έφυγε απ’ το λασπάδικο σαν το ταπεινό πουλί.
Ακολουθεί ένας απολαυστικός διάλογος γεμάτος παιδική αφέλεια και ανθρωπιά:
Διάλογος Μέλιου-Γυφτόπουλου (Σουκρή) (25)
«Δεν ήταν ολομόναχη η χαβούζα. Κάποιος
βρισκόταν λίγο παράμερα. Ένα μαύρο παιδάκι καθισμένο σ’ ένα κοτρόνι σαν το
παραπονεμένο κοτσύφι. Ήταν το γυφτάκι. Στην αρχή φοβήθηκα. Θυμήθηκα τα λόγια
κείνου του Πιτσιλομούτρη. Αν κολλούσα μαυρίλα; Μα σαν το σκέφτηκα καλύτερα, δε
μου φάνηκε και τόσο φοβερό. Γιατί, στο κάτου κάτου, μαυρίλα ήταν, δεν ήταν
ψώρα. Ένα πράγμα όμως ακόμα ήθελα να ξεδιαλύνω για να ησυχάσω για καλά. Η
μαυρίλα πια δε με πολυτρόμαζε. Σάματις και το μαύρο πετσί, πετσί δεν ήταν κι
αυτό; Άλλο ήταν κείνο που με σκότιζε. Πως τα βλέπει τα έξω πράματα ο αράπης; Αν
τα ’βλεπε μαύρα; Αυτό ήθελα να το ξέρω καθαρά. Αυτό, ναι, με τρόμαζε. Να
βλέπεις παντού μαυρίλα, όλο πίσσα. Μαύρα αλεύρια, μαύρα χιόνια, μαύρες Σίικες…
Θεέ μου!
Έσκυψα να πιω νερό. Η δίψα μου δεν είχε
τελειωμό. Πότισα και τις καραβίδες μου. Μα εκειδά, μια φαρμακερή ιδέα μ’ έκανε
να παγώσω. Κι αν είχε πιει πριν από μένα το γυφτάκι;… Μα τώρα πια ήταν αργά. Ό,
τι ήταν για να γίνει έγινε. Κοίταξα τα χέρια μου… Ήταν ακόμα άσπρα. Φαίνεται
πως θ’ αργούσε να ’ρθει η μαυρίλα…
Κάποιος μικρός σαματάς έγινε πλάι. Το
γυφτάκι είχε σηκωθεί ήσυχα ήσυχα και ξαναπήρε το δρόμο.
-Σουκρή!... (Εγώ ήμουνα που το φώναξα; Πως
το φώναξα!) Μα τώρα πάει. Φωνή που
βγήκε δεν ξανακαταπίνεται.
Το γυφτάκι στράφηκε σαν σπιτικό ζώο που
ακούει τ’ όνομά του. Σκέφτηκα να το καλοπιάσω με κάτι, με μια χειρονομία ή μ’
ένα κάμωμα απ’ αυτά που κάνουν στα ζωάκια και τα ημερεύουν. Δε βρήκα όμως
τίποτα.
Μονάχα γέλασα… Και –τι θαύμα!- πήρα την ίδια απάντηση. Όμορφη κουβεντούλα…
………….
Τώρα πια μπαίναμε και στις
μπιστεμένες κουβέντες. Ώρα λοιπόν να τον ρωτήξω, για τη μεγάλη μου την έγνοια:
Θα μαύριζα; Γιατί έτσι μου χε πει, -κι είχε πάρει και όρκο,- κείνος ο
Πιτσιλομούτρης. «Τα μαυρίζεις, μπρε!» έτσι μου χε πει. Τον σταματώ λοιπόν κάτω
από ένα δέντρο:
-Είν΄ αλήθεια;
-………..
-Σ’ αυτό που σου είπα.
Το γυφτάκι με κοιτούσε σαν κάρβουνο στημένο
όρθιο στη μέση της δημοσιάς.
-Σ’ αυτό που σου είχα πει… Α, ναι.
Έχεις δίκιο τίποτα δε σου είπα. (Πώς να στο πω; Μα θα στο πω!) Είν’ αλήθεια
Σουκρή, πως θα… μαυρίσω;
Οι καπνισμένοι του ώμοι κάνουν «ντε κσιέρω».
-Δεν είχες ποτέ, Σουκρή, δεν έτυχε να χεις
ποτέ σου ως τώρα φίλο με αλλιώτικο πετσί!... Να, σαν το δικό μου;
-Όκι.
-Γιατί;
Οι ίδιοι καπνισμένοι του ώμοι του «δε
φταίω ’γω» κάνανε.
-Λοιπόν, λες να μη μαυρίσω;
-Ντε κσιέρω….
Και τότε… Μέσα απ’ το δίχτυ του σγουρού
μπερδεμένου μαλλιού, μου ξεκαθαρίζει μια κουβέντα…μα μια κουβέντα! που θα ’κανε
να τα χάσουν ως κι οι ίδιοι οι δάσκαλοι.
-Άμα μαυρίσει εσύ… μου λέει, τοτε γκιατί μη
ασπρίσει εγκώ;
Να το ! Αυτό ήταν! Χάρηκα! Τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου! Μου ’ρθε να τρέξω σ’ ένα
πεσμένο δέντρο που ανταμώσαμε, να το σηκώσω και να του το πω, να του το πω για
να το ξέρει κι εκείνο!
-Μα…
Πάλι γκρεμίστηκε η χαρά μου. Ένα
μικρό καβουράκι που είχα μέσα στην ψυχή μου μού πάτησε μια φοβερή δαγκανιά.
Καλά όλ’ αυτά, κάλα όλα, μα αν ξέβαφε μόνο η δική του μπογιά κι η δική μου όχι;
Κοίταξα το πουκάμισό του. Ήταν
μουντζούρικο… Να το. Να το που ξεβάφει! Τώρα; Μα τι τώρα; Τώρα ήταν ανώφελο. Ό,
τι έγινε δεν ξεγίνεται. Ως αύριο θα ’μουνα αράπης. Ε, λοιπόν, να! ας ήμουνα!
Για όλα μια απόφαση χρειάζεται. Αράπης, αράπης. Τι είχε να κάνει; Σάματις οι
αράπηδες περπατάνε με το κεφάλι κάτου; Να, αυτός ο Σουκρής… Πάρ’ τον, ασβέστωσ’
τον και θα χεις ένα ανθρωπάκι, ένα ελληνάκι σαν όλα, και καλύτερο! Αυτό
τελείωσε κι ας μην το ξαναμελετάμε.
Μα εκεί πάλι «χρατς!» άλλο καβουράκι, άλλη
δαγκανιά. Κι αν οι αράπηδες βλέπουν τον κόσμο μαύρο; Εδώ σ’ έχω εξυπνούλη! Τι
γίνεται τότε;
Τα πόδια μου κόλλησαν στο δρόμο χωρίς να χει ούτε σημαδάκι λάσπη. Απόμεινα σαν
να με πήραν και να με λύσσανε και να με πέταξαν κομματάκια καταμεσής στο δρόμο.
Σουκρή… Σούκρη… τι κακό είν’ αυτό που με
βρήκε; Έβγαλα το μαντήλι μου να σταματήσω τα κλάματα… Το γυφτάκι έκλαιγε και
κείνο. Μαύρος εγώ και κλαμένος. Κλαμένο και κείνο και μαύρο… Κλαίγαμε… Και δεν
ήξερα ποιος απ’ τους δυο μας ήμουνα εγώ. Το μαντήλι μου είχε γίνει μούσκεμα. Το
μαντήλι μου… Σουκρή!!!
-Σουκρή! Κοίταξε αυτό! Ναι, αυτό, είναι το
μαντήλι μου. Τι χρώμα έχει, Σουκρή; Τι χρώμα έχει; Πες μου αμέσως! Τώρα!
-Ά σ π ρ ι! κάνει ο Σουκρής. (Α
Σουκρή, τι όμορφο, τι κάτασπρο γυφτάκι που είσαι!)
Έκλαιγα σαν το παιδί που έχει χαθεί
στο δάσος και βγαίνει ξαφνικά στο ξέφωτο.
-Σ’ ευχαριστώ… Σουκρή… σ’ ευχαριστώ.
Πολύ….πολύ….πολύ…
Αγκαλιαστήκαμε και πηγαίναμε μαζί, δυο αγαπημένα γυφτάκια».
Στο δρόμο το μαύρο γυφτόπουλο το καταπίνει η νύχτα και χάνεται για πάντα
κάνοντας τον Μέλιο ν’ αναρωτιέται:
«Ποιο ήταν εκείνο το γυφτάκι; Μια μικρή
τρομαγμένη ψυχή πέρασεε απ’ τη ζωή μου, σκεπασμένη με μαύρο πετσί… χωρίς όνομα,
χωρίς αγάπη… Ανακάτεψε τον ιδρώτα του στην ίδια λάσπη με μας, ανακάτεψε τη
μαυρίλα του, κι απόψε κατέβηκε η νύχτα, το σκέπασε μ’ ένα μαύρο πανί και το
πήρε.
Ποιο ήταν κείνο το γυφτάκι; Ποτέ πια δεν το
ξανάδα. Και πουθενά. Μονάχα τις νύχτες, σαν τύχει και περπατώ μόνος, ακούω το
θρόισμα των ξυπόλητων ποδιών του (φιτ… φιτ… ) και τον ίσκιο του να βαδίζει στο
πλάι μου, με το μπόι του πεθαμένου αρκαντάση μου (26), του Σουκρή… που ποιος ξέρει αν δεν ήταν κι ο ίδιος… (27)»
Το μοτίβο, βέβαια, στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος δεν αλλάζει. Ο
πρωταγωνιστής θα απογοητευτεί από τον έρωτα και τους φίλους του και θα χάσει τη
χαρά της συμμετοχής στην ομάδα. Η μοναξιά και η αίσθηση του προσωπικού
κατατρεγμού εμφανίζονται για άλλη μια φορά, είναι ωστόσο περιορισμένες.
Συγκινητική είναι η προσευχή του Μέλιου, όταν τον απόδιωξε το κορίτσι με
το οποίο ήταν ερωτευμένος και περιπλανιόταν τη νύχτα αποδιωγμένος, μόνος κι
έρημος στους αγροτικούς δρόμους γύρω απ’ τη Τσερκόβιανη:
Η προσευχή του Μέλιου
«Πήγα κάτω από ένα άγριο δέντρο που είχαν
να λεν πως ήταν δέντρο του Θεού. Σαν καθόσουν στη ρίζα του, τ’ άκουγες να κάνει
«ψ… ψ…. ψ…» την προσευκή του. Ακούμπησα κει δα και: μια βολά στο Βερτεκόπι…
Ναι, για κείνο του Τουρκάκι. Τώρα θέλω να σου γυρέψω κάτι για μένα. Είναι
καιρός τώρα που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σίικα, δίχως Κρίστα… δίχως ψωμί…
και δε με συμπονάς. Γιατί; Μπας και δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα των μικρώνε;
Πάσκισε λίγο, σε περικαλώ, να με καταλάβεις. Θαρρούσα, παππού, πως ήσουνα
καλός… (Μη δεν είσαι; ). Τρέμω. Μη χολοσκάς όμως και δε θα σε ξεσυνεριστώ, ούτε
και σε κανέναν θα το μαρτυρήσω. Μα να το ξέρεις, όλα τέλεψαν πια μεταξύ μας. Αν
ήθελες να τα χουμε καλά «έλα δω, κριφ», θα μου λεγες, «έμαθα πως είσαι ένα κακότυχο
προσφυγάκι… να, πάρε μια καλυβούλα, να, πάρε τούτο το τσουρεκάκι, πάρε αυτό το
παλτουδάκι, φουκαριάρικό να ζεσταθείς». Έτσι μάλιστα! Κι αν σου λεγα «φχαριστώ,
ας μένει» μονάχα τότες να μη μου τα ’δινες. Μα με ρώτηξες; Όχι. Ο Δροσιάδης, το
γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές, το ρώτηξες για να του τις δώκεις; Όχι.
Εγώ δεν έχω ούτε μία, ρώτηξες για να μη μου τις δώκεις; Πάλι όχι. Έχει κι ένα
ψηλό ψηλό σπίτι που βγαίνει στο μπαλκόνι του και μας φτύνει σαν περνάμε… (τι
συμφωνίες έχεις μαζί του; ). Ως και στα σαλιγκάρια, άκουσα να λένε, έδωκες στο
καθένα το σπιτάκι του, ως και στις χελώνες έδωκες στην καθεμιά την παραγκίτσα
της. Εμένα τίποτα. Μια και δεν μπορείς να μου δώκεις και μένα, γιατί μ’ έκανες
ανθρωπάκι; Κάνε με σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο, για να χω και ’γω το σπιτάκι μου.
Καν’ το, σε παρακαλώ, παππού, καν’ το, γιατί δε βαστώ πια άλλο. Ετούτα ήταν τα
παράπονά μου, παππού. Αμήν. Μου χαν μάθει από μικρό να στα λέω, να σ’ ανοίγω
την καρδιά μου. Στην ανοίγω την καρδιά μου. Στην άνοιξα. Αμήν (28)».
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο
Λουντέμης δημιουργεί ένα μυθιστόρημα με γερή βάση: σφικτή πλοκή, ακρίβεια στην
απόδοση φαινομένων και πραγμάτων, προσοχή στη λεπτομέρεια και, το κυριότερο,
αποχή του αφηγητή από θεωρητικοποιήσεις και διακηρύξεις αρχών: αυτά που θέλει
να πει, τα λέει διά μέσου των άλλων και σε χαμηλούς τόνους. Και, φυσικά,
κερδίζει πόντους» (29).
Στο τέλος του μυθιστορήματος ο Μέλιος
παίρνει το δρόμο για να φτάσει στο Μάικωβο που του φαίνεται να ξεπροβάλει μεσ’
στη καταχνιά με τα σπίτια από φίλντισι, τα θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο
λούσιμο του ήλιου: «Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι
του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘’δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα
γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά.
Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τρανή λυγιστή γέφυρα που περνάει σαν
φεστόνι πάνου απ’ το κεφάλι μας» (30).
Υποσημειώσεις:
(1)
Μενέλαου
Λουντέμη, Συννεφιάζει, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1946. Επόμενη: Γκοβόστης, Αθήνα 1948. Γνωστή είναι
και η έκδοση του Δωρικού, Αθήνα 1996. Η πιο πρόσφατη έκδοση είναι από τις εκδ.
Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
(2)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 46.
(3)
βάβω:
η γιαγιά. Χαρακτηρισμός που
συναντιέται κυρίως στα χωριά της ηπείρου και όχι μόνο. Πολλές φορές έλεγαν έτσι
και την μεγαλύτερη γυναίκα στην παρέα.
(4)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 14.
(5)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 24-28.
(6)
δραγατσά:
πρόχειρη καλύβα δραγάτη.
(7)
χαμάλης:
αχθοφόρος, εδώ : το τρένο.
(8)
καποτρένος:
σιδηροδρομικός υπάλληλος που ρυθμίζει την κίνηση.
(9)
ντουντούκες:
σφυρίχτρες.
(10)
βάβω:
γιαγιά.
(11)
γκιζερίζω:
γυρνώ εδώ κι εκεί άσκοπα, περιπλανιέμαι.
(12)
αμανάτι:
ενέχυρο.
(13)
καπλάνι:
(κυριολεκτικά) αγρίμι, ιδίως όταν εκδηλώνει επικίνδυνη, αρπαχτική συμπεριφορά.
Κυριολ. τίγρης από το τουρκικό kaplan (λέξη πραγματικά αλταϊκής προέλευσης,
ούτε περσική ούτε αραβική). Είναι η τίγρη του χιονιού. Πρβλ και το «Καπλάνι της
Βιτρίνας» (βαλσαμωμένο).
(14)
ψαλίδια:
διασταυρώσεις.
(15)
Καράτζοβα
: Έδεσσα.
(16)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 30-33. Ας σημειωθεί, τέλος, πως η φιλόλογος Βασιλική Φωτίου από
την Κύπρο, έχει επιχειρήσει και την θεατρική απόδοση του αποσπάσματος από το
μυθιστόρημα «Συννεφιάζει».
(17)
Συχνά
ο αφηγητής παραβιάζει την ομαλή χρονική πορεία για να γυρίσει προσωρινά στο
παρελθόν ή αφηγείται ένα γεγονός που πρόκειται να διαδραματιστεί αργότερα. Τις
παραβιάσεις αυτές τις ονομάζουμε αναχρονίες
και τις διακρίνουμε σε:
Αναδρομικές αφηγήσεις, αναδρομές ή αναλήψεις και Πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις. Αναδρομή
είναι η τεχνική κατά την οποία διακόπτεται η κανονική χρονική σειρά
των συμβάντων για να εξιστορηθούν γεγονότα του παρελθόντος, ενώ στην πρόληψη ο αφηγητής κάνει λόγο
εκ των προτέρων για γεγονότα που θα γίνουν αργότερα.
(18)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 45.
(19)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 43.
(20)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 45.
(21)
καπλάνι:
(κυριολεκτικά) αγρίμι, ιδίως όταν εκδηλώνει επικίνδυνη, αρπαχτική συμπεριφορά.
Κυριολ. Τίγρης (βλέπε υποσημείωση 13).
(22)
χουβαρδάς
ή χουβαρντάς, αρσενικό ουσιαστικό
< τουρκική hovarda
(«σπάταλος») < περσική
خورده
(khwārdā, «φαγωμένος»):
που δεν τσιγκουνεύεται όταν πρόκειται να κάνει δώρα, να κεράσει κλπ. Συν.:
γενναιόδωρος, αντ.: τσιγκούνης.
(23)
φουρκίζομαι: μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι,
συγχύζομαι , ταράζομαι πολύ, εκνευρίζομαι , φουντώνω από τα νεύρα μου.
(24)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ.
75-79.
(25)
Έτσι ονομάτισε ο Μέλιος το μικρό
γυφτάκι στο λασπάδικο σαν το νεκρό πια τουρκόπουλο που το λέγαν Σουκρή.
Για το απόσπασμα που ακολουθεί βλ. Μενέλαος Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις
Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 114--119.
(26)
αρκαντάσης
(arkadas) = σύντροφος, συνεργάτης.
(27)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ.
120-121.
(28)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ.
176-177.
(29)
Χατζηβασιλείου
Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 242-243, Αθήνα, Σοκόλης,
1992.
(30)
Μενέλαος
Λουντέμης, «Συννεφιάζει», Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ.
208.