Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…

 

του Δημήτρη Δαμασκηνού

 

Λογοτεχνικό αφιέρωμα

(Μέρος Έκτο)

6. «ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ» (1965) (1)

 

Η ζωή για να προστατευθεί απ’ τους δειλούς της φκιάχνει τους γενναίους της. Η Τυραννία όμως επεμβαίνει και τους αποσπά. Γιατί η μάζα των δειλών είναι το μόνο στρώμα απ’ όπου αντλεί τα στηρίγματά της. Στηρίγματα όμως τόσο απατηλά θα είχαν από καιρό καταρρεύσει και διαλυθεί μες στο φόβο τους, αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή κατάσταση μέθης. Μα το μόνο κρασί που τους μεθά είναι το αίμα των αθώων-το «κρασί των δειλών» (2).

 

    Οι Σαρκοφάγοι είναι μία ακόμη αυτοβιογραφική τριλογία μυθιστορημάτων του Μενέλαου Λουντέμη. Πρόκειται για τα μυθιστορήματα: «Το κρασί των δειλών» (Σαρκοφάγοι Ι), Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ) και «Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά» (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ). Είναι οι περιγραφές όλων όσα πέρασε ο συγγραφέας όταν ήταν εξόριστος και η προσπάθειά του να διασώσει και να μεταφέρει στο αναγνωστικό κοινό τα γραπτά ενός άλλου συνεξόριστου του, του Κλεομένη Μολυβά.

    Ο Μενέλαος Λουντέμης, στο «Κρασί των δειλών», δίνει την εικόνα ζωής στις φυλακές, στις εξορίες, στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στα Βούρλα, στην Ικαρία, στο Μακρονήσι, στο μετεμφυλιακό καθεστώς. Περιγράφει με τρόπο γλαφυρό τη συμπεριφορά του «χωροφύλακα» και μας δίνει εικόνες γύρω από τις σχέσεις πολιτικών κρατουμένων και ποινικών. Ανάμεσα στις διηγήσεις του παραθέτει προσωπικά του βιώματα και περιπέτειές του στα διάφορα κρατητήρια που σύρθηκε.

 

Oμάδα εξορίστων ετοιμάζει το κοινό συσσίτιο. Kατά τη εποχή του Eμφυλίου, στην Iκαρία οδηγήθηκε μεγάλος αριθμός αριστερών, κομμουνιστών, μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης, για να εμποδιστεί η πιθανή ένταξή τους στον Δημοκρατικό Στρατό. Για τρία χρόνια περίπου, οι εξόριστοι στο νησί ήσαν περισσότεροι από τους κατοίκους.

 

    Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: στα 1947, όταν φουντώνει ο εμφύλιος πόλεμος, ο συγγραφέας συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα και  εξορίζεται αρχικά στο χωριό Μαυράτο της Ικαρίας.

    Την  πρώτη Μαΐου του 1948 εκτελείται στην Αθήνα από τον Ευστράτιο Μουτσογιάννη ο Χρήστος Λαδάς, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης των Αθηνών που είχε υπογράψει τις εκτελέσεις χιλιάδων κομμουνιστών, μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης (3). Είχε προηγηθεί βέβαια στις 20 Μαρτίου του 1947 στη Θεσσαλονίκη από τον Χρήστο Βλάχο η δολοφονία του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, Γιάννη Ζέβγου (4).

 

Πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη την Παρασκευή 21 Μαρτίου 1947 για τη δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου

http://4.bp.blogspot.com/-IZ6YaFNZ_DQ/T2tfO279m3I/AAAAAAAAADg/EJUWGkefiR0/s1600/65_22061_-1.pdf+-+Adobe+Reader.bmp

 

Η είδηση της δολοφονίας του Ζέβγου αναστάτωσε τους πάντες. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος επιχείρησε να παρουσιάσει το έγκλημα, σαν ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στους κόλπους της Αριστεράς, εκμεταλλευόμενος το γεγονός πως ο δολοφόνος είχε κάνει, για ένα διάστημα, στο στρατόπεδο των καταδιωκόμενων κομμουνιστών, στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Όμως το σκηνικό άλλαξε μετά τις αποκαλύψεις του Νίκου Σιδηρόπουλου, ενός από την παρέα του δολοφόνου, ο οποίος κατήγγειλε, ότι η δολοφονία οργανώθηκε από τις «εθνικόφρονες οργανώσεις», το Α2 και την ΕΣΑ.

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας της 2 Μαϊου 1948 για την δολοφονία Λαδά

 

Διαφορετική ήταν βέβαια η είδηση της δολοφονίας στον ελεγχόμενο από την κυβέρνηση Τύπο των Αθηνών και στον τύπο του Δ.Σ.Ε.: Στυγερά απόπειρα δολοφονίας του υπουργού Δικαιοσύνης, το θύμα ετραυματίσθη σοβαρώς και ευρίσκεται εις κωματώδη κατάστασιν, ο δράστης τραυματισθείς συνελήφθη, είναι παλιός κομμουνιστής  ανέφερε στο πρωτοσέλιδο με το οποίο κυκλοφόρησε την ίδια μέρα το Βήμα. Η Καθημερινή σημείωνε:  Μια νέα αιματηρά εκδήλωσις του συνωμοτικού κομμουνισμού, η χθεσινή άγρια απόπειρα δολοφονίας του Χρήστου Λαδά υπό μέλους της ΟΠΛΑ-Οργάνωση Προστασίας Λαΐκών Αγωνιστών-εκτελούντος εντολάς του ΚΚΕ. Σύμφωνα δε με το δελτίο αριθμός 5 του Μηνιαίου Στρατιωτικού-Πολιτικού Οργάνου του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ: 1η Μαΐου 1948-Ο ελεύθερος σκοπευτής Στάθης Μουτσογιάννης σκότωσε με χειροβομβίδα το δολοφόνο υπουργό της Δικαιοσύνης στη μοναρχοφασιστική κυβέρνηση της Αθήνας, Χρήστο Λαδά.  

 

    Λίγες ώρες μετά την επίθεση κατά του Χρήστου Λαδά η κυβέρνηση των Αθηνών κήρυξε στρατιωτικό νόμο (5). Στις 4 Μαΐου του 1948 απαγορεύτηκε η διανυκτέρευση παντός ατόμου εκτός της κατοικίας του και την ίδια μέρα τουφεκίστηκαν 24 άτομα στην Αθήνα και 130 στην επαρχία ως εκδίκηση για τη δολοφονία Λαδά. Η Ελλάδα είχε μπει για τα καλά στη δίνη του εμφύλιου πολέμου.

    Οι συνέπειες δεν αργούν να φανούν σ’ όλους τους τόπους εξορίας, φυσικά και στην Ικαρία που είναι εκτοπισμένος ο Λουντέμης. Κωμικό φαίνεται το πρώτο σημάδι που κακού που δε θ’ αργήσει να ξεσπάσει με πρωτοφανή βιαιότητα:

 

«ΗΜΙΡΙΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ»

 

    Επειδής και παρισιάστηκαν άτινα κρούσματα υπακοής, και κάποιοι-κάποιοι γράφουνε τας διαταγάς στα παλιά τους τα παπούτσια, δια ταύτα.

    Διατάζω πόρτες, παράθυρα, μάνταλα, παντζούρια να μίνωσιν ορμητικώς κλειστά καθόσον τα εικοσιτετράορον ήτι από ανατολής μέχρι της δύσεως ηλίου εξίσου εσπέρας και δηλονότι. Δηλαδή, από ιλίαν προϊ μέχρι ιλίαν εσπέρας και περίπου, ήτι κ.λπ.

    Από σήμερον και εξής τα προσκλητήρια θα γίνονται άπαξ της ημέρας, τρία, εξόν βραδινόν. Ήτι. Έξη μετά μεσημβρίας εντός του χώρου του προσκλητηρίου ήτι εξόν αστυνομικού φυλακείου. Δεύτερον. Προσκλητήριον μεσιμβρινόν, δόδεκα μετά μεσημβρίαν ώραν συσσιτίου ήτι φαγητόν, άρτου και ύδωρ νερόν. Τρίτον βραδινόν το εσπέρας προς τέιον περί ώρας έξη μετά μεσημβρίας. Απαγορεύομεν η κυκλοφορία έξω παραθύρου, αυλής, προαύλιον, σπιτιού, κήπον οδού κ.λπ.

    Απαγορεύετε το άσμα τραγουδιών, παιχνίων, σύγκρουσις οργάνων ήτι βιολί, και άλλα ψυχαγωγικά. Απαγορεύετε η απησχόλησης τυχηρών παιχνίων ως τάβλι, μονοσύλλαβα ενίγματα και άλλα.

    Απαγορεύετε χειρόγραφα, υπονοούμενα, ανέγδοτα, γράψιμο εις ντουβάρια «ζήτο ειρήνη» και λοιπά προδοτικά, ήτι… «συναδέλφωσι» και άλα ομοίως. Ταύτα εν Ικαρία και εθυροκολήθην εις δένδρον.

Εν τούτοις του μηνός 1948

Εθεωρήθιν

Ταφ-Σίγμα

Ι. Γ. Χλαμούτσης

Υπογραφή δισανάγνοστος (6)

 

    Σε σύντομο χρονικό διάστημα κι ενώ ήταν εξόριστος στην Ικαρία ο Μενέλαος Λουντέμης παραπέμπεται σε δίκη «ως οργανωτής τρομοκρατικών ομάδων» στη Σύρο (7), όταν είναι γνωστό πως στο νησί αυτό δεν υπήρξαν ποτέ και φυσικά δεν έδρασαν τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Δ.Σ.Ε.) ούτε σημειώθηκε ένοπλη αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. 

    Περιμένοντας να τον πάνε στο Τμήμα Μεταγωγών, απάνω σ’ ένα μουχλιασμένο ντουβάρι αυτού του θολωτού τάφου, θα διαβάσει κι ένα μήνυμα κάποιου μελλοθάνατου αγωνιστή: ««‘Στέργιος Ρουχωτάς’ έλεγε ένα άλλο. ‘Εργάτης. Πάω για εχτέλεση’». Και θα σχολιάσει στη συνέχεια:

 

    «Μόνο του, αυτό το απλοϊκό παλικάρι, με το λαϊκό του ένστικτο, έδωσε όλη την τραγική αλήθεια της εποχής του. Αυτό το ‘πάω’ –και όχι ‘με πάνε’- τα τελειώνει όλα. Γιατί κανένα απ’ τα παλικάρια που πέσανε αυτούς τους καιρούς δεν πήγε στο θάνατο χωρίς τη θέλησή του. Γιατί το ξέρανε όλοι αν –και μπρος στο απόσπασμα ακόμη- έλεγες ένα απλό ‘μετανοώ’ αφηνόσουν αμέσως ελεύθερος. Ελεύθερος… Όχι με αναστολές και μετατροπές της ποινής. Ελεύθερος. Αθωωνόσουν εκεί επί τόπου, μόνος σου, και πήγαινες στο σπίτι σου» (8).

 

    «Σας συμπαθώ, θα του πει, ένας συγκρατούμενος του. «Και σας εμπιστεύομαι. Ξέρω από ποιους δρόμους ήρθατε κοντά μας. Γι’ αυτό και σας μισούν τόσο. Έχουν σωστό αισθητήριο. Ιδεολόγος… Φρούτο δηλητηριασμένο. Δεν πουλιέται. Δεν δελεάζεται…» (9).

    Αυτός που μιλάει είναι ο Λεωνίδας Σύντυχας, ο οποίος δίνει τα παπούτσια του στο συγγραφέα λίγο πριν πάει αγέρωχος για εκτέλεση: στις σόλες τους υπάρχουν τα δύο χειρόγραφα του Κλεομένη Μολυβά. «-Για σας παιδιά! Προχωρούμε!...», είπε κι έφυγε γεμίζοντας το μπουντρούμι με κρύα σιωπή:

 

   «Πως μπορεί; Ο Λεωνίδας είναι ακόμη ζεστός κοντά μας… Να και το προφίλ του –πάντα χαμογελαστό όπως το ζωγράφισε ο Βόβας- σ’ έναν τοίχο του κελιού. Τα λόγια του μπερδεύονται ακόμη μες στ’ αφτιά μας. Κείνο το ‘προχωρούμε’… Δηλαδή μπήκαμε στη γραμμή, Λεωνίδα, και προχωρούμε; Ουρά για το θάνατο! Ποιος θα το πιστέψει αυτό και δε θα βάλει τις φωνές; Πρώτα σκότωναν αραιά, για φοβέρα. Τώρα σκοτώνουν πυκνά για τελειωμό. Η φάλαγγα δεν διαλύθηκε. Πρώτα σκότωναν για να ξυπνήσουν τον φόβο μας. Τώρα σκοτώνουν για να κοιμήσουν τον φόβο τους. Που θα φτάσουμε; Κανείς δεν ξέρει; Ούτε και κείνοι. Είναι μαθητευόμενοι χειριστές μιας μηχανής που τη βάλανε μπρος να σκοτώνει και τώρα δεν ξέρουν να την σταματήσουνε. Προχωρούμε… (10)»

 

http://www.ikariamag.gr/sites/default/files/ikaria/garezos.jpg 

Ενθύμιον Ικαρίας, 7 Οκτωβρίου 1947. Εκτοπισμένοι πολίτες στον 'Aγιο Κήρυκο Ικαρίας. Διακρίνονται από αριστερά οι Τριφύλλης, Καλοκαιρινός, Αυγερόπουλος και Σπύρος Γαρέζος.
(Αρχείο Μαρίας Γαρέζου)

 

 

 

 

 

«-Η Νικαριά είπατε, συμπεθέροι; Να σας το πω εγώ τι είναι. Λοιπόν η Νικαριά είναι η φωτιά, που τη φυσούνε ούλοι οι αέρηδες και κανένας δεν την σβήνει.

-Και γιάντα μωρέ; -Λαουρέ θα πω- και γιάντα δεν τη σβήνει;

-Γιάντα… χε χε χε! γελάει ο γέρο-Λαγουρός. Γιάντα ε; Γιατί η φωτιά, παιδί, εν είναι η Νικαριά. Η φωτιά είναι η ψυχή του Νικαριώτη»

( Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», εκδ. Ελλ. Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 9)

 

 

 

 

   Ο συγγραφέας αναφέρεται και στη δικαστική του περιπέτεια: όχι μόνο δεν είχε δικηγόρο, αλλά δεν είχε και κανένα επισκεπτήριο στις φυλακές. Στην επίσκεψη μιας παλιάς του γειτόνισσας ενημερώνεται ότι ο Νίκος Παππάς (11) θέλει να τον επισκεφτεί:

 

    «-Μόνο ο Νίκος… συνεχίζει… ο Νίκος Παππάς είναι έτοιμος να ’ρθει.

    -Ο ποιητής;… (Μα… τι είναι αυτός; Είναι φίλος μου; Είναι ήρωας; Τρελός; … Τι μου είναι και θα ξεκινήσει «να ’ρθει»; )

    -Το ’μαθε πολύ αργά… συνεχίζει η Αγνή.

    -Μα… Αγνή. Ο άνθρωπος αυτός, αν θυμούμαι καλά, δεν ήταν ποτέ στενός μου φίλος.

    -Είχατε κάνει λάθος. Είπε σε πολλούς να ’ρθουν γιατί κείνος ήταν πιασμένος σε μια δίκη» (12) .

 

    Τότε πληροφορεί τους συντρόφους και συγκατηγορούμενούς του:

   

    «Θα ’ρθει μαζί κι ένας φίλος μου ποιητής που κι αυτουνού σήμερα ανακάλυψα τη φιλία του. Ήταν τόσο καλός ποιητής που αμφέβαλα αν μπορούσε να είναι και άνθρωπος. Είναι ψηλός, εριστικός… με εκρηκτικά ξεσπάσματα και με κάποια παιδιάστικη έπαρση. Ένα τικ… μια ξανθοκόκκινη χαίτη… και στίχοι… στίχοι… στίχοι…

Πατέρα…

Σαν έβγαλαν τα κόκαλά σου

η μητέρα ήταν άρρωστη.

Και δεν μπόρεσε να ’ρθει στο Κοιμητήρι.

Μα κουβεντιάζει κάθε μέρα μαζί σου.

Τα βιβλία σου έγιναν σύνταξη

Και της εξασφάλισαν το ψωμί της

Και το ξανθό μουστάκι σου φύτρωσε

Πα στα χείλη του εγγονού σου.

 

    Ο Πάνος ενθουσιάστηκε.

    -Άμα έχεις τέτοια ποιήματα τι να τις κάνεις τις ομοιοκαταληξίες; Μα τον ξέρουμε αυτό τον ποιητή! Έχει παντρευτεί την συμπατριώτισσά μας τη Συριανή… μεγάλη ποιήτρια. Τη Ρίτα (13)».

 

    Και στο επόμενο κεφάλαιο συνεχίζει:

 

    «Και ήρθε. Και ξαναήρθε. Και στάθηκε δίπλα μου. Και λαχάνιασε. Και ξεσκίστηκε. Και πάλεψε μ’ όλα του τα σπλάχνα για να ξεμακρύνει απ’ το στήθος μου την κάνη που με σημάδευε. Άφηνε απάνω το γραφείο του ανοιχτό, τις υποθέσεις του, τις δίκες του. Πολλές φορές έτρωγε μόνο ένα κουλουράκι που έβαζε στην τσάντα του με τα δικόγραφα, κι έτρεχε… έτρεχε… έτρεχε… Με τις βροχές… με τις λάσπες… Χωνόταν σ’ ένα παλιό λεωφορείο που κουνιούνταν αργά σαν βοιδάμαξα κι έχανε τη μισή μέρα του, μόνο για να ’ρθει. Μόνο για να τον δω… Να βεβαιωθώ, ότι δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Ότι κρατάει φρουρά πλάι στην ψυχή μου. Για να μην τη βρουν μόνη, και τη ρίξουνε… (14).

   

    Ο Λουντέμης δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο. Ο Νίκος Παππάς μοιράζεται μαζί με μας τα συναισθήματά του:

 

    «Αν τον σκοτώσουν, είπε σ’ έναν στρατηγό που έγραφε ποιήματα (το Νίκο Στρατάκη), θα τους παρακαλέσω να ξαναγεμίσουν και να ξαναρίξουνε. Θα ναι η τιμητική ομοβροντία. Και κατόπι θα γυρίσω στο σπίτι μου να κάψω τα χαρτιά μου… Δε θα μπορώ πια να γράφω ποιήματα σ’ έναν κόσμο βρεγμένον απ’ τα αίματα των ποιητών.

    Αυτό το πάθος το σπαραχτικό… αυτό το κάψιμο… ετούτος ο παραδαρμός… είναι μετάλλια που κανένα χέρι ποτέ δε θα χει το δικαίωμα ν’ απλώσει και να τ’ αφαιρέσει απ’ το στήθος του Νίκου Παππά» (15).

   

   

 

Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου η εκτέλεση της θανατικής ποινής είχε παύσει να έχει δημóσιο χαρακτήρα, καθώς πραγματοποιούνταν σε περίκλειστο χώρο με την παρουσία μóνο των αρμóδιων αρχών. Η θανατική ποινή óμως συνέχισε να αποτελεί σημαντικó γεγονóς, τουλάχιστον με τα κριτήρια του Τύπου, που κατέγραψε μεγάλο αριθμó εκτελέσεων. Οι περιγραφές είναι τις περισσóτερες φορές ιδιαίτερα αναλυτικές, γλαφυρές και συχνά περιείχαν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Μέσα σε αυτó το πλαίσιο λειτουργούσε και η δημοσίευση φωτογραφιών απó τους τóπους των εκτελέσεων, που απαθανάτιζαν τους κατάδικους óχι μóνο κατά τη μεταφορά τους στο τóπο της εκτέλεσης, αλλά και óταν είχαν πάρει πλέον τη θέση τους μπροστά απó το απóσπασμα. Η φωτογραφία ουσιαστικά υποκαθιστούσε με έναν έμμεσο τρóπο τον δημóσιο χαρακτήρα των θανατικών εκτελέσεων  (16).

Η περίπτωσή του Μενέλαου Λουντέμη δεν ήταν φυσικά ή μόνη: ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του Χρ. Λαδά οι φυλακές και οι τόποι εξορίας γέμισαν ασφυκτικά με πολίτες που συλλαμβάνονταν με βάση τις διατάξεις του Γ’ Ψηφίσματος της 18ης Ιουνίου 1946 και παραπέμπονταν σε δίκη στα Έκτακτα Στρατοδικεία (25 είχαν ιδρυθεί σε όλη την επικράτεια). Οι χιλιάδες πολίτες που παραπέμφθηκαν στα στρατοδικεία αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης. Υπολογίζεται ότι 37.000 πολίτες δικάσθηκαν από τα Έκτακτα Στρατοδικεία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (1946-1949). Περίπου 7.500 καταδικάσθηκαν σε θάνατο και οι μισοί περίπου εκτελέσθηκαν

   

    Η ποινή, ωστόσο, δεν εκτελέστηκε ποτέ. Ο συγγραφέας επιστρέφει ξανά στην Ικαρία, αυτή τη φορά εκτοπίζεται στο χωριό Παναγιά: «Ήταν ένα χωριό ζεστό, χτισμένο στ’ απάγκιο για να μην το πιάνουν οι σοροκάδες (17). Ως και μπανανιές έβλεπες στις φραγιές του. Δεν ήταν μακριά απ’ τον Άγιο Κήρυκο, ούτε μισή ώρα» (18).

    Εκεί μ’ ένα τραπεζομάχαιρο ξηλώνει τη σόλα του αριστερού παπουτσιού κι αρχίζει να τακτοποιεί τα χειρόγραφα του Κλεομένη Μολυβά. Πρώτο στη σειρά το κείμενο με τίτλο «Κάτι σαν πρόλογος» μεταφέρει τον αναγνώστη στα 1938 που ο Μολυβάς ήταν 20 χρονών και «καλούνταν» αυτός κι οι συνομήλικοί του «υπό τα όπλα»: «Καλούμασταν… Τι ψέμα. Αν δεν πηγαίναμε θα μας τουφεκίζαν. Επιμένανε να πάμε με το καλό για να μας σκοτώσουν συντεταγμένους. Ποσότητα…» (19).

    Τον Οκτώβρη του 1940 υπηρετούσε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός σ’ ένα συνοριακό τομέα «προκαλύψεως» δείχνοντας πατριωτισμό και θάρρος, όταν ξέσπασε ο πόλεμος εναντίον του Ιταλικού φασισμού. Με τη συνθηκολόγηση που υπέγραψε ο γερμανόφιλος στρατηγός Τσολάκογλου πήρε μαζί με τους συμπολεμιστές του γυρτός, γερασμένος… το δρόμο για την Αθήνα. Εκεί συναντάει τον φαντάρο του λόχου του, τον  επαναστάτη Συντύχα, μέσα σε έναν όμιλο στρατιωτών που είχαν εγκατασταθεί στο δασύλλιο του Σταδίου, έπαιζαν μπαρμπούτι και ψειρίζονταν. Ωστόσο:

 

    «… τη νύχτα κροτούσαν πολυβόλα. Καρφώνανε επίμονα τον ουρανό με πύρινα καρφιά. Αγριεμένες σφυρίχτρες ταράζανε τον ύπνο μας.

    Αυτό ήταν το νυχτερινό τραγούδι της Αθήνας.

    Μα μια νύχτα ακούστηκε και κάποιο άλλο τραγούδι. Μια φωνή μεγάλωσε περασμένη μέσα από ’να χωνί. Ένα ανατριχιαστικό κάλεσμα μέσα στη νύχτα της σκλαβιάς. Τη δεύτερη νύχτα κι άλλο χωνί… Ύστερα κι άλλα… κι άλλα… Γέμισαν οι αθηναϊκές νύχτες με χωνιά που ξυπνούσαν τον κόσμο απ’ τον ύπνο και το φόβο. Τον καλούσαν σε μιαν άγνωστη μάχη» (20).     

 

    Το χειμώνα του 1942, στην Πλάκα, σ’ ένα μικρό καπηλειό με ποιητικό όνομα «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ» συναντά ξανά τον Λεωνίδα Συντύχα που του δίνει –επιτέλους- την επαφή που αποζητούσε με την παράνομη –φυσικά- αντιστασιακή οργάνωση. Τον συνδέει με τον Βασίλη, άνθρωπο άξιο, γενναίο και σεμνό που,  όταν κάποια στιγμή ‘πιάνεται’ και στήνεται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, δεν προδίδει, κρατά σαν αληθινός ήρωας παίρνοντας όλα τα μυστικά μαζί του.

    Τότε ο Συντύχας επισκέπτεται τον Μολυβά στο σπίτι του και έπειτα από μια σύντομη συζήτηση έρχεται στην πρότασή του: «Υπολοχαγέ», τον ρωτά. «Θέλεις να πάρεις μέρος στην ένοπλη πάλη του λαού μας;… Σηκώθηκα. Η μάνα μου έξω κάτι τηγάνιζε. Μια αχτίδα τρύπησε ξαφνικά το στόρι και μπήκε στο δωμάτιο. Κούμπωσα… στρατιωτικά το πολιτικό μου σακάκι, και στάθηκα σε προσοχή.

    -Είμαι στις διαταγές σας… του λέω. Πότε πρέπει να φύγω;

    -Απόψε» (21).

    Γρήγορα ο λόχος που εκπαιδεύει στο έμπεδο έχει την πρώτη συνάντηση με τον εχθρό, τους ταγματαλήτες με διοικητή έναν παλιό του ‘γνώριμο’, τον δειλό και φιλοτομαριστή Κοτσάνη, αυτόν που την ημέρα που επιτέθηκε ο Μουσολίνι, συνθηκολόγησε σε πλήρη ανάπτυξη και καθαιρέθηκε. Ο Κοτσάνης συλλαμβάνεται στη μάχη, καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με άλλους δυο αξιωματικούς του, με ποινή που θα εκτελούνταν, ωστόσο, μόλις ξανακινούνταν εναντίον των ανταρτών.

    Ο οπλισμός του τάγματος του Κοτσάνη είναι «Made in England», με αποτέλεσμα ο Συνταγματάρχης που είχε περάσει με τη μεριά των ανταρτών να συνειδητοποιήσει  εμβρόντητος πως τα γερμανικά Τάγματα Ασφαλείας είναι Τάγματα αγγλογερμανικά. «Μ’ άλλα λόγια: Αντιλαϊκοί Φασιστικοί Σχηματισμοί με κοινή διοίκηση και κοινό αγγλογερμανικό στόχο τον Έλληνα πατριώτη» (22).

 

    «Απελευθέρωση… Πόσες ζωές, πόσες αϋπνίες, πόσα όνειρα δε μας πήρε. Μια μέρα, επιτέλους, τα πολυπάντεχα αγγλικά τάνκς κάνανε απόβαση στ’ ακρογιάλια μας. Αλλά… οι στρατιώτες τους, δείχνανε τόσο θυμωμένοι, τόσο ‘ντοπαρισμένοι’ που μας ξαφνιάσανε. Τι προτεταμένα όπλα ήταν αυτά; (Τόσες λειψές πληροφορίες λοιπόν είχαν;)

    -Εεεε!... τους λένε οι χωριάτες μας. Χίτλερ καπούτ… έπεσε. Το λοιπόν κάτω τα ντουφέκια σας. Χαμηλώστε τα για να μπορέσουμε να σας αγκαλιάσουμε.

    Όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν: ‘Αμσόρυ. Λαθέψαμε’.

    Μα αντί γι’ αυτό τι άκουσαν; Να τους παραδώσουμε λέει τα τουφέκια τους! Μα τρελάθηκαν;

    -Τρελαθήκατε, βρε Τζόνυδες; τους λένε οι χωριάτες. Έτσι μιλάνε στους φίλους;

    Μα εκείνοι επέμεναν. ‘Καταλάβαμε… είπαν οι χωριάτες. Τα θέλουν για να κυνηγήσουμε όλοι μαζί τους χιτλερικούς. Εντάξει φίλοι’.

    Πήγαν όλοι τα φορτώθηκαν και τα ’φεραν.

    -Τα φέρατε; ρώτησαν οι σύμμαχοι.

    -Τα φέραμε.

    -Ο-Κέυ. Και τώρα: Ψηλά τα χέρια! Παραδοθήτε.

    Δεν παραδοθήκαμε. Οι ζωντανοί δεν παραδόθηκαν. Παραδόθηκαν είκοσι χιλιάδες νεκροί. Δεκέμβρης 1944. τριάντα τρεις μέρες μάχης, πείνας, δόξας και χαμού. Υποκύψαμε. Πλάι στις πυραμίδες απ’ τα κόκκαλα υψώθηκε μια πυραμίδα από τιμημένα όπλα. Ο πόλεμος όμως συνεχίστηκε. Μόνο που η Αυτοκρατορία ντρεπόταν τώρα να βγάζει ανακοινωθέντα γιατί σκότωνε αόπλους. Τη σφαγή αυτήν οι Τόρρυδες την ονόμασαν ‘Προστασία’. Η λέξη παίρνει πολλές μεταφράσεις. Αλλά οι Έλληνες δεν κάνανε καμία. Την έζησαν. ‘Ο Ουίνστων Τσώρτσιλ είναι ο πατέρας της Νίκης’… θα εξακολουθεί να λέει η Παγκόσμια Ιστορία. Ξέρουμε λίγη Ελληνική. Κι αυτή στάζει ακόμη απ’ το αίμα που ’χυσε στον τόπο μας ο περίεργος αυτός ‘Πατέρας της Νίκης’» (23).

 

    Στο τέλος του προλόγου του ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο Μολυβάς έχει συλληφθεί στον εμφύλιο, είναι μελλοθάνατος και περιμένει να τον εκτελέσουν. Όλα όσα θα εξιστορήσει είναι τα πάθη της ζωής του που τα εξιστορεί τώρα που είναι ετοιμοθάνατος: «Και τώρα, Τυραννία, εμπρός!», γράφει. «Η ζωή μου είναι στα χέρια σου. Έλα να την πάρεις –για να πεθάνεις!» (24).

    Το υπόλοιπο χειρόγραφο του Μολυβά στο Κρασί των Δειλών, που σε μερικά σημεία είναι πράγματι φλύαρο, αναθυμάται και εξιστορεί την πρώτη γνωριμία και τον έρωτά του με την Νιόβη, τώρα που τον πάνε για εκτέλεση. Σ’ αυτήν απευθύνεται λέγοντάς της:

 

    «Συχώρα με που κλέβω όλον αυτόν τον καιρό απ’ τις στιγμές της αγάπης. Αν ήταν να με βάζαν να μπορούσα να διαλέξω, πάλι αυτήν θα διάλεγα. Ας είναι όλη πιτσιλισμένη με αίματα. Είναι η εποχή που θα πεθάνει η Τυραννία. Και χαίρομαι που βάλαμε και μεις λίγη δύναμη για να κυλιστούν τα φαντάσματα στον γκρεμό. Ένας καινούργιος κόσμος θα ξημερώσει αύριο» (25).

 

 

Eπεσε για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό

 

Έπεσε για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό ο εικοσιτριάχρονος Νίκος Νικηφορίδης.

Εκτελέστηκε πριν από 60 χρόνια επειδή συγκέντρωνε υπογραφές που

συνιστούσαν… «βίαιη ανατροπή του κρατούντος κοινωνικού συστήματος»  (26).

 

 

***

    Παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες το αγωνιστικό φρόνημα του Λουντέμη δεν κάμπτεται. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα για τον μύθο του Ίκαρου, από τον πρόλογο ακόμα, που αφηγείται ο μπάρμπα-Αυγουστής, ντόπιος Ικαριώτης, στην αρχή του μυθιστορήματός του «Το κρασί των δειλών»:

 

    -Και… για τον Ίκαρο, μπάρμπα Αυγουστή, που έχουν να λένε, εσύ τι ξέρεις γι’ αυτόν;

    -Για το Νίκαρο; Να σου πω και για τον Νίκαρο. Ζούλια είναι, παιδί μου, στη μέση. Τίποτις άλλο.

    -Ζήλεια; Από ποιόν;

    -Απ’ το Θεό. Αμ τι θάρρεψες μόνο οι άνθρωποι είναι ζουλιάρηδες; Αν θέλεις να ξέρεις οι θεοί είναι ζουλιαρόγατοι. Ναισκέ!

    -Εσύ ξέρεις. Εγώ δεν τους γνωρίζω. Αν θέλεις όμως πες μου.

    -Να σου πω. Που λες… αυτός ο Νίκαρος, ο δικός μας, ήταν μυαλό μεγάλο… τέτοιο μυαλό, που κάποτες ο θεός τα εβρήκεν σκούρα. «Βρε…λέει, να ιδείς που αυτός ο μπάσταρδος…»

    -Έτσι είπε; «Αυτός ο μπάσταρδος;»

    -Τα ίδια του τα λόγια. «Να ιδείς, που αυτός ο μπάσταρδος, θα μου κάνει καμιά χαλάστρα. Πάει να με ξεφτελίσει μπροστά στους ανθρώπους.»

    -Και γιατί, μπάρμπα Αυγουστή, τον είχε αυτό τον φόβο;

    -Γιατί; Χε χε… Άκου να δεις. Γιατί ο δικός σου, ο Νίκαρος, είχε ένα σκέδιο. Σκέδιο σπουδαίο! Ήθελε ν’ ανεβεί στον ουρανό να πιάσει το θεό απ’ τα γένια και να τον κατεβάσει στη γη. «Θα σας τονε φέρω, τους λέει, δεμένο εδώ μπροστά σας, για να δείτε τι κιοτής είναι αυτός ο μεγαλοδύναμος και να τον σιχαθείτε». Ο Θεός τα χρειάστηκε. «Βρε!, λέει. Δε θέλεις αυτό ο άτιμος να καταφέρει να φτάσει ως εδώ πάνου, να δει τα χάλια μου και να με κάνει ρεζίλι μπρος στους ανθρώπους; Τίποτις! Πρέπει να λάβω τα μέτρα μου!». Πιάνει λοιπόν ο καλός σου και φωνάζει ούλους τους σπιούνους που είχε εδώ κάτου στη γης… (Αυτό το ξέρεις θαρρώ. Δε θα καρτερείς να στο πω εγώ)… Πιάνει λοιπόν και κράζει ούλους τους σπιούνους του και τους λέει: «Παιδιά…. Ειδοποιείστε βασιλιάδες κι αρχοντάδες ότι το και το. Εκεί κάτου στη γης γκιζεράει (27) ένα παλιόκορμο, ένας ρέμπελος, Νίκαρος στ’ όνομα, που σκορπάει παντού ότι ο κόσμος δεν είναι στρογγυλός σαν τόπι αλλά ίσιος σαν πίτα. Και κρατάει κι ένα μέτρο και μετράει όλους τους ανθρώπους και θέλει να τους βγάλει ίσους. (Γλέπεις η λέξη «νισότης» έκανε τους άρχοντες να λυσσάνε από κείνον τον καιρό…). Αυτός, λέει, θέλει να σας κάνει, ή σκαφτιάδες είσαστε ή βασιλιάδες ή γεμιτζήδες ή οργωτήδες –όλους ίσους. Σκυλιά δηλαδή της ίδιας ράτσας… Και θέλει να πάρει και τις κορώνες σας και να τις κάνει κατουρλοκάνατα με το συμπάθιο…». Και ο δείξος… Και ο πείξος… «Και γι’ αυτό που σας θέλω, πιάστε τον… Πιάστε τον τον κερατά και φάτε του το συκώτι!». Κάηκαν που λες οι εδικοί σου. Τι; Ν’ αλλάξει την τάξη του κόσμου; Να κάνει την πλάση όλη ίσια σαν πίτα; Θάνατος! Απαράλλαχτα όπως και τώρα. Γιατί, ξέχασα να στο πω, ο Νίκαρος ήταν δικός σας. Εξόριστος δηλαδής. Ο πρώτος – πρώτος εξόριστος σ’  αυτήν την πλάση… και σε τούτο το νησί (28).

 

    Κι αφού ο γέρος αφηγητάρης εξηγεί πως τα φτερά του ο Ίκαρος τα στερέωσε όχι με κερί μα με μέλι που το ήπιανε οι άτιμες οι μύγες και «λύθηκαν τα φτερά, και ξεπουπουλιάστηκε το άτυχο το παλικάρι μεσοπέλαγα και γκρεμίστηκε και απόθανε και πάει» (29), έπειτα συσχετίζει τον μύθο του Ίκαρου με τα σύγχρονα μαρτύρια των πολιτικών εξόριστων:

 

    «-Όπως το λες. Οι μύγες… Αυτές που πίνουνε το γαίμα μας. Σύννεφο ήντουνε, παιδί μου, κείνο τον καιρό. Και σάματις σήμερις πέφτουνε παρακάτου; Νάτες… μύγες… χωροφυλάκοι… μια γενιά. Κείνοι σας πιάνουνε κι αυτές πέφτουνε στη θροφή σας και γεννάνε τ’ αυγά τους και σας θερίζει, γιε μου, το τσιρλιό (30), και σας αφήνει πετσί και κόκαλο. Κι έρχεται τότες απού πάνω σου ο χωροφύλακας και σου λέει, «εσύ εδωνά θα ψοφήσεις! Γι’ αυτό δώσ’ μου τη ‘μετάνοια’ που σου γυρεύω για να σ’ αφήσω να πας να γιατρευτείς». Μεγάλο άχτι τον είχαν, παιδί μου, κείνονε τον Νίκαρο. Και τον παιδέψανε όπως ο μύλος το στάρι. Κι ήταν ίσος κι όμοιός σας, και γι’ αυτό τον φέρανε και κείνον εδώ. Πρώτον εδώ είναι η μέση της θάλασσας, ‘αφαλός του πελάου’ που λένε, και δε μπορείτε να φύγετε. Δεύτερο γιατί έχει αυτό το λεφούσι τη μύγα που μολεύει τη θροφή και καταρρίχνει τη δύναμη. Σας μισάνε, γιε μου. Σας μισάνε με λύσσα μαύρη κι ανημέρευτη, γιατί τα ίδια έχετε κι εσείς, τα ίδια μυαλά του σχωρεμένου του Νίκαρου. Γιατί θέλετε κι εσείς την ανθρωπότη ίσα σαν πίτα. Γιατί τη μυριστήκατε και σεις την καλπιά του Θεού και τη σκληρότη του άρχοντα… (31)»

 

   

Υποσημειώσεις:

 

1.       Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, «Οι σαρκοφάγοι - Το κρασί των δειλών», Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1965 (και έκδοση β’ με τίτλο «Οι σαρκοφάγοι - Το κρασί των δειλών», Αθήνα, Δωρικός, μάλλον το 1966).

2.      Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», εκδ. Ελλ. Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 7.

3.      Είχε συνυπογράψει ακόμα το ΛΖ' Ψήφισμα που προέβλεπε μαζική στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας και είχε εισηγηθεί τον νόμο 509/27. 12 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Eπί υπουργίας Λαδά, τέλος, το δεξιό παρακράτος οργίασε με την συνδρομή και της Χωροφυλακής και οι βιαιοπραγίες ενάντια στον αριστερό και δημοκρατικό κόσμο έγιναν καθημερινότητα σε όλη την ελληνική επικράτεια.  

4.      Ο Γ. Ζέβγος, αναπληρωματικό μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, από τους ηγέτες του ΕΑΜ, υπουργός Γεωργίας στην πρώτη μετά την απελευθέρωση κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», βρισκόταν από τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη, επικεφαλής αντιπροσωπείας του ΕΑΜ, για να παρακολουθήσει το έργο διεθνούς Επιτροπής του ΟΗΕ, που, εγκαταστημένη εκείνη την περίοδο στη συμπρωτεύουσα, διερευνούσε την κατάσταση στην ελληνική ύπαιθρο, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Το μεσημέρι της Πέμπτης, 20 Μαρτίου 1947, ο Γ. Ζέβγος βγήκε από το εστιατόριο «Ελβετικόν», όπου γευμάτιζε κάθε μέρα και περπατούσε στο πεζοδρόμιο, κατευθυνόμενος προς το ξενοδοχείο «Αστόρια», στο οποίο διέμενε. Εκεί, παραφύλαγε ο δολοφόνος Χρήστος Βλάχος, κρεοπώλης από τις Σέρρες, πλαισιωμένος από δύο άλλα άτομα. Ο δράστης πυροβόλησε από πολύ κοντά, τρεις φορές το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και καθώς αυτός έπεσε θανάσιμα πληγωμένος, τον πυροβόλησε ξανά, για τέταρτη φορά και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή, για να συλληφθεί μετά από λίγη ώρα, από πολίτες, που τον καταδίωξαν. Ο Βλάχος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών, το 1948. Πολύ γρήγορα, όμως, δραπέτευσε από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στην Αργεντινή. Μετά από αρκετά χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 20 Σεπτεμβρίου 1981, ως τρόφιμος του ψυχιατρείου της Λέρου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αποκάλυψε: "Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Έτσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Έπρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και τον Σουλτάνο του ΚΚΕ έπρεπε να τον σκοτώσω».

5.      Το διάταγμα δημοσιεύθηκε σε έκτακτο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο μεταξύ άλλων οριζόταν η απαγόρευση «της καθ’ οιονδήποτε τρόπον δημοσιεύσεως, ανακοινώσεως ή διαδόσεως πληροφοριών ή ειδήσεων δυναμένων να εμβάλουν εις ανησυχίαν τους πολίτας».

6.      Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 19-20.

7.       Συγκεκριμένα κατηγορήθηκε πως… εφοδίαζε τις Κυκλάδες… με χειροβομβίδες και πως ήταν η «ψυχή» του «συνωμοτικού… μηχανισμού» στη Σύρο, την οποία δεν είχε επισκεφτεί ποτέ! (Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 225-226).

8.      Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 61-62.

9.      Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 76-77.

10.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», 0.π., σελ. 90-91.

11.    Ο Νίκος Παππάς γεννήθηκε το 1906 στα Τρίκαλα. Το 1927 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον ίδιο χρόνο έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου παρέμεινε ως το 1928. Από το 1939 και για τριάντα χρόνια άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα, ενώ εργάστηκε και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1928 με τη δημοσίευση ποιημάτων του στο περιοδικό Νέα Εστία και το 1930 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μάταια λόγια. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Εστία, Ελληνικά Γράμματα, Το Ξεκίνημα, Το Νέον κράτος, Νεοελληνικά Γράμματα, Μακεδονικές Ημέρες, Εφημερίδα των ποιητών, Επιθεώρηση Τέχνης και άλλα, όπου δημοσίευσε ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια. Συνεργάστηκε επίσης με την εφημερίδα Καθημερινή (1935-1940). Υπήρξε εκδότης και διευθυντής στο περιοδικό των Τρικάλων Επαρχία (1931-1932), μέλος της επιτροπής του περιοδικού της Χαλκίδας Νεοελληνικά Σημειώματα (1936), καθώς επίσης των Νέων Ρυθμών (1949-1950) και της Εφημερίδας των ποιητών (1956-1958). Το 1936 παντρεύτηκε την ποιήτρια Ρίτα Μπούμη. Τιμήθηκε με το Α’ και το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1959 και 1964 αντίστοιχα) και υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Μετέφρασε έργα των Μπρεχτ, Ρίλκε, Απολλιναίρ και άλλων, ενώ έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά και ιταλικά. [Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Παππά βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Νίκος Παππάς», Η ελληνική ποίηση, Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου, σ.218-220 (της εισαγωγής) και 370-372. Αθήνα, Σοκόλης, 1979 και Γιάκος Δημήτρης, «Παππάς Νίκος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. Εκδότης των περιοδικών «Επαρχία» (1930-31), «Νέοι Ρυθμοί» (1949) και «Η εφημερίδα των ποιητών» (1956-58)]. Έργα: «Μάταια Έργα», «Αιχμάλωτοι Αγγέλοι», «Αίμα των αθώων», «Η τετράχρονη νύχτα» κ.α).

12.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 218.

13.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 221-222.

14.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 223.

15.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 223-224.

16.   Βλ. την εργασία της Βαλασίας Καναβούρα, Οι θανατικές εκτελέσεις στην Ελλάδα. Τιμωρία, παραδειγματισμός και δημόσιες τελετές, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, σελ. σελ. 87-102. Όλη η εργασία δημοσιεύεται στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση: http://invenio.lib.auth.gr/record/128165/files/GRI-2011-7700.pdf.

17.    σοροκάδα: δυνατός σιρόκος  (ναυτ.) ζεστός και ξηρός νοτιοανατολικός άνεμος που έρχεται από την Αφρική και του οποίου μετριάζεται η ξηρότητα καθώς περνά πάνω από τη Μεσόγειο.

18.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 265.

19.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 283.

20.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 300.

21.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 320.

22.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 328.

23.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 331.

24.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών»,ο.π., σελ. 332.

25.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π.,  σελ. 481-482.

26.  Πριν από εξήντα χρόνια (5 Μαρτίου 1951), ο εικοσιτριάχρονος Νίκος Νικηφορίδης εκτελούνταν στη Θεσσαλονίκη «καταδικασθείς εις θάνατον, επειδή επιδίωξε εφαρμογή ανατρεπτικών ιδεών διά της συλλογής υπογραφών διά την ειρήνην». Συγκέντρωνε υπογραφές για την έκκληση της Στοκχόλμης, που διακινούνταν τότε σε όλο τον κόσμο, με αίτημα την κατάργηση των πυρηνικών όπλων και τον αφοπλισμό. Στην Ελλάδα, όμως, η συλλογή υπογραφών συνιστούσε  απόπειρα ανατροπής του κοινωνικού καθεστώτος. Δύο χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου η «λευκή τρομοκρατία» εξακολουθούσε να ασκείται νομίμως. Πολλές εκατοντάδες μελλοθάνατοι βρίσκονταν στις φυλακές, 10.000-11.000 ήταν οι καταδικασμένοι από τα έκτακτα στρατοδικεία, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες οι επιτηρούμενοι λόγω έλλειψης εθνικών φρονημάτων. (Βλ.     Τάσος Κατσιμάρδος,  «Έπεσε για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό», εφημ. Το Έθνος, Τρίτη 03-04-2012).

27.   γκιζεράω (στη τοπική διάλεκτο των σαρακατσάνων): κάνω άσκοπες βόλτες από δω κι από κει.

28.  Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 11-12.

29.  Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, «Οι σαρκοφάγοι - Το κρασί των δειλών», Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, 1965 (και έκδοση β’ με τίτλο «Οι σαρκοφάγοι - Το κρασί των δειλών», Αθήνα, Δωρικός, μάλλον το 1966).

30.  τσιρλιό: διάρροια.

31.   Μενέλαος Λουντέμης, «Το κρασί των δειλών», ο.π., σελ. 11-14.