του Δημοσθένη Βουτυρά
– Εγώ σου λέω, μην το πάρεις απόψε! μου είπε ο φίλος μου ο φαρμακοποιός, ο Χ. Μαυροειδής: Και να μου το φέρεις αύριο να το δω, να εξετάσω τι κατασκεύασμα είναι αυτό το φάρμακο της αϋπνίας, γιατί ο Δογκάλης μπορεί να ‘ναι σπουδαίος βοτανολόγος, μα πάει να γίνει σπουδαίος τρελλός. Τώρα άρχισε να κάνει και τον αστρολόγο. Αυτό, είμαι βέβαιος, θα το ‘παθε στην πατρίδα του που πήγε.
– Εγώ θα το πάρω, του απάντησα. Τι λες; Μήπως με δηλητηριάσει; Ά, αυτό είναι αστείο. Εγώ τον περίμενα, όπως λένε, σα θεό, να ’ρθει. Μου είπε μόνο πως είναι πιο δυνατό. Από το άλλο μια φορά, μόνο μια φορά ήπια, μου ‘σπασε το μπουκαλάκι έπειτα, και πού να τον βρω; Είχε πάει στην πατρίδα του. Τι λες; Είναι ωραίο φάρμακο, γιατί δεν σε ρίχνει στην ανυπαρξία, αλλά σε όνειρο. Θα θυμάσαι τι σου είχα πει τότε, για το όνειρο που είδα;... Είχα μια υπόθεση να κάνω, ένα πολυσέλιδο έργο, και την είχα σχεδόν λησμονήσει. Κι αυτήν την υπόθεση, σαν νάπιασε κάποιος μέσ΄ στο όνειρό μου και την κόλλησε σε μένα με ήρωά της και να παθαίνω χίλια δυο. Και μ΄ όλα τα παθήματα, να μην ξυπνώ! Ξύπνησα αργά, την άλλη μέρα, αφού τελείωσε η παράσταση...
Έφυγα. Πήγα στο σπίτι μου και ύστερα από το φαΐ, πήρα το φάρμακο και πλάγιασα.
***
Άνεμος δυνατός φυσούσε, βούιζε. Μα σαν αυτός να με είχε αρπάξει και μ΄ έτρεχε με ορμή. Σα να είδα όμως τώρα και κεφάλι αλόγου κοντά μου.
Συνερχόμουνα. Θα με είχε πάρει ο ύπνος. Και πώς δεν έπεσα από τ΄ άλογο! Ά, το κρασί εκείνο, που ήπια στο χάνι, ήταν πολύ δυνατό, βαρύ. Ευτυχώς τ΄ άλογο, ο μαύρος... Ήταν κατάμαυρο με κόκκινα λουριά. Είδα και το λοφίο, που’ χε στην κορυφή του κεφαλιού του, πάλι από κόκκινα φτερά ήταν.
Ήταν ωραίο άλογο. Είδα και διαβάτες να στέκονται και να το κοιτάζουν. Μα δεν κοίταζαν μόνο τ΄ άλογο, κοίταζαν κ΄ εμένα. Και κοίταζα κ΄ εγώ τον εαυτό μου, πώς ήμουν ντυμένος. Φορούσα μαύρα βελουδένια ρούχα, κόκκινη μπερτούλα με μαύρα σειρίτια, ψηλά, πάνω από το γόνατο, υποδήματα, ωραίο ξίφος να κρέμεται αριστερά μου, και δεξιά ένα μαχαίρι.
Ζητούσα να βρω πού πάω και γιατί πάω, και δεν εύρισκα.
« – Μα τι έπαθα; Κάτι έχω πάθει! Κάτι...», σκεφτόμουν.
Ξαφνικά ετρόμαξα και ζήτησα να ιδώ εάν έχω χρήματα. Και ησύχασα, που βρήκα το πουγγί μου γεμάτο από χρυσά νομίσματα.
Πάνω σ΄ αυτό ακούω :
– Να ο βαρώνος Όλφ! καβαλάει και το πολεμικό του άλογο!
«Για μένα λένε;»
Ήταν ένας στρατιώτης κι έδειχνε εμένα σ΄ ένα σωρό στρατιώτες και πολίτες. Για μένα έλεγε, άλλος καβαλάρης δεν ήταν εκεί.
«Όλφ; Εγώ είμαι ο Όλφ! Μπα, θα κάνει λάθος. Μα ποιος είμαι τότε; Ποιος είμαι;»
Κοίταξα να θυμηθώ τίποτε άλλο και ότι δεν είμαι ο Όλφ, αλλά δε βρήκα. Σκοτάδι πίσω, εμπρός, παντού, σαν εκεί να έγινα ό,τι ήμουν, εκεί πάνω στο άλογο, κείνο το μαύρο, να δημιουργήθηκα σε μια στιγμή. Και άλλο τίποτα, μηδέν. Πατέρας, μάνα, συγγενείς, σπίτι...
Κι ακούω πάλι :
– Να ο βαρώνος Όλφ, ο αντρείος μας πολεμιστής.
«Θα ‘μαι ο βαρώνος Όλφ!» είπα : «Και κάτι έχω πάθει. Μάγια μου ‘χουν κάνει και τα λησμόνησα όλα, όλα! Τι άλλο, τότε : Ποιος είμαι. Ποιος; Έχω χρυσάφι, τ΄ άλογο το πολεμικό, όλοι το γνωρίζουν! Τι άλλο απ΄ αυτό; Κάτι μου ‘καναν και τα λησμόνησα όλα».
Είδα πως έτρεμα. Και τ΄ άλογό μου κάτι τέτοιο θα ‘παθε, γιατί πήδησε, να σηκωθεί ξαφνικά. Το κράτησα.
Κόσμος είχε σταθεί και κοίταζε. Κι άκουσα πάλι :
– Ο βαρώνος Όλφ, ο αντρείος Όλφ!
«Αυτός είμαι! αυτός! θα γίνω καλά, η μαγεία θα περάσει. Γαλήνη μόνο, ψυχραιμία...»
Κι έβαλα και το χέρι στη μέση. Και ο μαύρος, σα να τα κατάλαβε όλα, καμπυλώνοντας το λαιμό του άρχισε να προχωρεί αργά σα να ‘παιζε στο δρόμο.
«Θα έρθεις στα καλά σου», είπα εγώ στον εαυτό μου : «Υπομονή και προσοχή μόνο».
Όλοι είχαν σταθεί και μας εκοίταζαν, και το όνομά μου δεν έπαυε να ‘ναι στο στόμα τους.
Να κ΄ ένα ωραίο φορείο, που το κρατούσαν δυο τετράγωνοι, γεροί άντρες. Είχε και οικόσημα.
Από το παράθυρό του μια τριανταφυλλένια μορφή παρουσιάστηκε και μας κοίταξε. Το φορείο εστάθηκε. Και η τριανταφυλλένια μορφή μίλησε με φωνή, που πίστευα πως μόνο τ΄ αηδόνια θα την είχαν :
– Βαρώνε Όλφ! Καλώς ήρθατε!
Έβγαλα το μικρό μου βελουδένιο, μαύρο καπέλο με τ΄ άσπρο μεγάλο φτερό, και χαιρέτησα. Ο μαύρος μου είχε σταθεί σε προσοχή.
– Μα πότε ήρθατε; ρώτησε η φωνούλα, που έβγαινε από το προσωπάκι το τριανταφυλλένιο.
– Σήμερα, δέσποινά μου!
– Μπα, σήμερα! Και μας είπαν πως σας είδαν στο ξενοδοχείο του «Μαύρου λιονταριού» χθές.
– Πού είναι αυτό; Γιατί δεν προσέχω στα ονόματα των ξενοδοχείων.
– Έξω στα προάστεια.
– Ά βλέπετε; Σήμερα ήρθα μέσα.
– Έχετε δίκιο. Και είπαμε και μεις, πώς δεν ήρθε να μας ιδεί.
– Δηλαδή, να σας ιδώ;
– Έ, αυτό εννοείται...
Και το φορείο εκίνησε, ύστερα από λίγα ακόμη λόγια.
«Και τι ωραία που είναι! Και ξέρει καλά τον Όλφ, τον αγαπά, φαίνεται καθαρά. Κι εγώ, τι είμ΄ εγώ; Εγώ έχω χάσει την ενθύμηση, έχω χάσει τη μνήμη μου. Αχ, αχ, αχ! Και ποια νάναι; Πού κάθεται; Και της είπα πως θα πάω... Πού θα πάω; Ά, τα οικόσημα! Τα θυμούμαι. Εμπρός, μαύρε μου, εμπρός!»
Δεν επροχώρησα όμως πολύ, κι ακούω :
– Χαίρε βαρώνε Όλφ! Άφησες επιτέλους τον πύργο σου και μας ήρθες! Τι, μόνο για τις μάχες θ΄ αφήνεις τους πύργους σου;
Ήταν ένας γέρος με μακρύ γένι. Η σπάθα του όμως βρισκόταν στη μέση του.
Λίγα λόγια είπαμε και χωρίσαμε.
«Έχω και πύργο, λέει... Μα τι; έτσι θα ήμουνα, χωρίς πύργο! Αχ, τι είναι αυτό που έπαθα! Είμαι όμως λεύτερος ή παντρεμένος; Λεύτερος θα ‘μαι, γιατί κανείς δε με ρώτησε για τη γυναίκα μου...», συλλογίστηκα.
Αυτό με ελάφρωσε λίγο.
Όσο προχωρούσα, ο κόσμος στο δρόμο γινόταν περισσότερος. Μα εγώ πού πήγαινα, πού θα σταματούσα; Είδα ένα ποτάμι. Μα να, ένας καβαλάρης φάνηκε να έρχεται περνώντας τη γέφυρα. Το άλογό του θα ‘ταν φοράδα, γιατί ο μαύρος μου χρεμέτισε. Ο καβαλάρης όμως καθώς με κοίταξε, κράτησε το άλογό του και φώναξε :
– Ω, ο Όλφ! Ο αγαπητός φίλος Όλφ! Τι μου κάνεις, καλέ μου φίλε, τι μου κάνεις;
Του είπα κ΄ εγώ θερμά λόγια, του είπα όμως πως δεν είμαι και καλά, από το βαρύ κρασί που είχα πιει. Και ούτε βλέπω πού πηγαίνω.
Άλλος ιππέας φάνηκε να περνά τη γέφυρα με ορμή.
– Ακόμα εδώ είσαι, Ντινάκ; είπε στο φίλο μου, κρατώντας το άλογό του.
Και άμα είδε και μένα :
– Μπα, ο Όλφ, ο Όλφ! Τι μου κάνεις, φίλε Όλφ; Θα ήρθες βέβαια για το πανηγύρι; Πάω όμως, είμαι σταλμένος. Θα ιδωθούμε στο παλάτι, ε; Φεύγω τώρα. Γεια σας!
Κ΄ έφυγε, χτυπώντας τ΄ άλογό του.
– Για τι πανηγύρι λέει, Ντινάκ; ρώτησα το φίλο μου.
– Μα σου ‘γραψα γι΄ αυτό.
Και πλησιάζοντας ακόμα το άλογό του :
– Για τους προτεστάντες. Ύστερα από τέσσερες πέντε ημέρες. Τι νύχτα του αγίου Βαρθο... Δε θα μείνει ρουθούνι απ΄ αυτούς! Είναι διαταγή του Πάπα.
– Τότε θα έχουμε δουλειά καλή! Δε θ΄ αφήσω μισόν από τους παπικούς...
– Μα τι λες τώρα; έκανε αυτός και γέλασε.
– Ανάποδα τα είπα...
– Το ίδιο κάνει. Λοιπόν, θα ιδωθούμε σε λίγο. Πρέπει να πάω κ΄ εγώ.
Έφυγε κι αυτός.
Πέρασα κι εγώ το ποτάμι, είδα ένα μεγαλόπρεπο κτίριο, και πήγα προς αυτό. Εκεί με κύκλωσαν πολλοί, πήραν το άλογό μου στους σταύλους, και μένα με οδήγησαν στο παλάτι. Και στο διάστημα αυτό άκουγα : «Ο Όλφ, ο αντρείος Όλφ!»
Σε μιαν αίθουσα, όπου μπήκα, ήταν πολλοί μέσα και κύκλωναν έναν άντρα με μαύρα ρούχα, υπερήφανο, που κάτι τους έλεγε. Ο άνθρωπος αυτός που κατάλαβα ποιος ήταν, είπε άμα με είδε :
– Καλώς τον Όλφ μου, καλώς τον! Μα δεν έπρεπε να λείψεις εσύ απ΄ τα πανηγύρια. Τώρα θα έχουμε δοκιμές ενός νέου όπλου· νέα εφεύρεση! Και θα το δοκιμάσω εγώ τώρα. Είναι λένε και ευθύβολο. Θα ιδείς και συ πώς χτυπώ εγώ. Λουί, άνοιξε το παράθυρο!
Ο Βασιλιάς Κάρολος Βαλουά πήρε από το τραπέζι, που ήταν στη μέση, ένα τουφέκι. Τα μάτια του αγρίεψαν. Κι έψαξε έξω με το μάτι.
Ένας άνθρωπος περνούσε τη στιγμή εκείνη από τη γέφυρα τρέχοντας.
Ένας βρόντος ακούστηκε και ο άνθρωπος που έτρεχε κυλίστηκε χάμω...
***
Περνούσαμε μέσα από πολύ ψηλούς θάμνους, όπου δεν μπορούσαμε να δούμε τι γινόταν δίπλα μας. Και αυτό είχε έρθει ύστερα από το τρομερό κοπιαστικό πέρασμα του μεγάλου, πυκνού και σκοτεινού δάσους. Εγώ και οι τρεις σύντροφοί μου είμαστε οι τελευταίοι από τους οπλισμένους άντρες Ύστερα από μας ερχόντουσαν μαύροι βαστάζοντας, στα κεφάλια τους πάνω, τα πράγματά μας και τα εφόδιά μας. Και πηγαίναμε σε μακριά γραμμή. Ευτυχώς είχα ακούσει πως φθάναμε στο σουλτανάτο, όπου έπρεπε να πάμε.
Εγώ όμως σα να είχα ξυπνήσει ή ελευθερωθεί από κάτι, που με ανάγκαζε να κάνω πράματα που δεν ήθελα. Τι λέω! Μια φορά τα ήθελα. Γιατί ήθελα να γίνω ιεραπόστολος να τρέχω σε άγριους τόπους και να προσπαθώ να στραβώσω πιο πολύ τον αμαθή λαό!
Τώρα ψιθύριζα περπατώντας :
– Μα τι μου’ ρθε να γίνω εξερευνητής;
Θα είχα πάθει κείνο που με πιάνει κάποτε, και κάνω πράματα που δε θέλω, σα να με κυβερνά άλλος, άλλος να ‘χει πάρει την κυριαρχία τού εγώ μου.
Και πήγαινα τώρα μ΄ αυτούς τους εξερευνητές. Καλά, όμως που τους βρήκα, γιατί, δίχως άλλο, θα χανόμουν στο απέραντο κείνο δάσος της Αφρικής.
Ήταν Άγγλοι και πήγαιναν στο σουλτανάτο της Ουγάνδας, έτσι νομίζω, δώρα. Δώρα κάτι ωραία τουφέκια, από τα πιο νέα.
Πώς μου ήρθε στο νου μου, τώρα, κάτι παλιό. Το ’χα ακούσει ή διαβάσει : «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας!»
Την ίδια στιγμή άκουσα φωνές χαράς. Να και τουφεκιές.
Είχαμε φτάσει. Δεν υπήρχαν πια θάμνοι ψηλοί, και είδαμε ένα πλατύ ποταμό να κυλά τα νερά του.
Στην αντικρυνή όχθη του, όμως, είδαμε πολλούς ανθρώπους μελαμψούς, να ετοιμάζουν πλοιάρια και άλλα μέσα για να μας περάσουν από τον ποταμό. Και τον περάσαμε. Κ΄ έπειτα, συνοδευμένοι από τους μελαμψούς άντρες, μπήκαμε στην πρωτεύουσα και πήγαμε στα ανάκτορα του σουλτάνου.
Καθισμένος μας εδέχτηκε. Τεμενάδες έκαναν οι Άγγλοι. Ξέρουν αυτοί από τέτοια. Εγώ που δεν ξέρω, έβαλα το χέρι μου στο στομάχι μου που ήταν κενό, και το βίασα να υποκλιθεί. Και ύστερα από αυτά, παρέδωσαν τα δυο όπλα στο μονάρχη. Τα μάτια του έλαμψαν μόλις τα είδε και σηκώθηκε.
Του έδειξαν το χειρισμό τους.
Ο σουλτάνος γρήγορα κατάλαβε πώς να το μεταχειρίζεται, και με το τουφέκι κοίταξε έξω ζητώντας κάτι.
Κάποιος περνούσε πέρα, φορτωμένος ξύλα. Ο σουλτάνος τον εσκόπευσε και πυροβόλησε. Ο άνθρωπος έπεσε.
Η ματιά του σουλτάνου ζήτησε άλλον. Είδε ένα νέο να στέκεται κοντά σε δέντρο, κοιτάζοντας τον άνθρωπο που ’χε πέσει.
Ο σουλτάνος τον εσκόπευσε κι αυτόν και πυροβόλησε. Ο νέος σωριάστηκε κάτω...
***
Μονολογούσα :
Μα τι ήθελα γω μέσα σ΄ αυτό το γιγάντιο αεροπλάνο, τι ήθελα! Και πού πάμε; Στο άγνωστο;
Και θάλασσα κάτω, θάλασσα, θάλασσα παντού! Η γη, πού είναι η γη; Μήπως εχάθηκε κι έγιναν όλα θάλασσα;
– Δε μου λες... άκουσα μια φωνή να με ρωτά : τι λες τόσην ώρα εκεί;
Είδα ένα άντρα κοκκινότριχο να με πλησιάζει. Αυτός με ρωτούσε.
– Θάλασσα, θάλασσα παντού... του απάντησα.
– Έτσι είναι ωραία. Μα θα τελειώσει κι αυτό ύστερα από την παράσταση.
– Ποια παράσταση; ρώτησα.
– Έ! τώρα, δεν ξέρεις; Ποια παράσταση! Η παράσταση που πλησιάζει η ώρα της!
Δε μίλησα. Δεν ήξερα τίποτα.
– Μα εσύ κακά τα μιλάς τα αγγλικά. Από ποιο μέρος είσαι;
– Δεν ξέρω! του απάντησα : Από κάπου και από κανένα.
– Σέβομαι τα μυστικά σου. Καταλαβαίνω όμως, πως θα ’σαι εθελοντής απ΄ εκείνους που κρύβουνε τ΄ όνομά τους, την πατρίδα τους. Τα λένε μόνον αυτά εκεί που πρέπει. Όπως κάνουν στην πατρίδα μου, στη λεγεώνα των ξένων. Το παρελθόν τους ενοχλεί και...
– Εγώ, δεν έχω παρελθόν ούτε μέλλον! τον διέκοψα.
Ο κοκκινοτρίχης τραβήχτηκε. Πήγε και κάθησε με άλλους, που είχαν ομιλία μεγάλη. Μιλούσαν αγγλικά. Τώρα δεν καταλάβαινε λέξη.
Έφυγα απ΄ εκεί και πήγα αλλού. Αλλά, να ο κοκκινοτρίχης πάλι. Και μου λέει :
– Εδώ μέσα οι περισσότεροι είναι τρελλοί! Θέλουν να πάμε πιο κοντά απ΄ όλους για να δούμε. Για να φάμε, δηλαδή, το κεφάλι μας... Και η παράσταση αρχίζει!
Ένας τρομερός βρόντος έγινε. Το αεροπλάνο μας παρ΄ ολίγο ν΄ αναποδογυριστεί. Εγώ έπεσα χάμω.
Ο κοκκινοτρίχης εφάνηκε :
– Κοίτα, κοίταξε!
Όρμησα στο τηλεσκόπιο. Κάπου κει είχε βγει, πεταχτεί ηφαίστειο. Φλόγες, μαυρίλα, καπνοί απαίσιοι, λάμψεις.
Όπως τότε, όταν η γη σχηματιζόταν και από τους μαστούς της, πετούσε φλόγες, και από τα στήθη της ξεπηδούσαν τρομερά βογγητά...
Σα να ‘νοιξε ο νους μου στη θέα εκείνη. Κι άκουσα και μια φωνή να λέει :
– Ρουθούνι δε θα μείνει!
Θυμήθηκα πως κάπου είχα ακούσει αυτές τις λέξεις.
Ένας άνθρωπος μικρόσωμος, με γυαλιά μεγάλα φάνηκε :
– Η Χιροσίμα πήγε στη γραμμή των χαμένων χωρών! είπε : Δεν υπάρχει πια!
Και κουνώντας νευρικά το δεξί του χέρι :
– Εδώ τώρα, έχει λάβει το λόγο η επιστήμη!
Η δοκιμή μας επέτυχε...-
«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Α΄, Αίολος 1987, σελίδες 25-29