ΜΟΥΣΑ
ΧΡΟΝΙΑ Α΄ — ΦΥΛΛΟ 5 —
ΑΘΗΝΑ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1920
ΤΟ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ
Ανέβηκε γρήγορα τη
σκοτεινή σκάλα και μπήκε στο φωτισμένο από μικρό, κατεβασμένο, φως, δωμάτιο.
Ο
πατέρας του άμα τον είδε, σηκώθηκε:
— Έλα
λοιπόν! του είπε.
Ο
αδελφός του ο Κωστής, καθισμένος σε μια γωνιά, με σκυμμένο το κεφάλι, μόλις
γύρισε και τον κοίταξε.
— Μα τι
τρέχει, τι συμβαίνει; ρώτησε αυτός, κοιτάζοντας γύρω, που είναι η μητέρα; ...
— Κάτσε, θα στα πω, δεν
είναι τίποτα! Να της ήρθε να ταξιδέψει!
αυτό είναι όλο! του απάντησε ο πατέρας του κουνώντας τα χέρια του.
— Να
ταξιδέψει; Τι να ταξιδέψει, τι εννοείς;
— Τι
εννοώ; Να, πήρε τη δούλα της σήμερα το πρωί, τα ξημερώματα κι έφυγε! Πάει
λέει στη Σύρα και πέρα ακόμα, σ΄ άλλα νησιά!
Ήθελε να ταξιδέψει, να κάνει ταξίδια!
— Έλα, Χριστέ!
Και χειμώνα καιρό! Ο Γιώργης, η Μαρία;
— Είναι
δω κοντά, στου Μίτσα.
Πάλι
ρώτησε τον πατέρα του, υποπτεύθηκε μην είχανε μαλώσει, πράγμα, που γινόταν πολύ
συχνά, και του ήρθε θυμός εναντίον του πατέρα του. Αλλ΄ αυτός του ορκίσθηκε,
πως διόλου δεν είχαν μαλώσει, αλλ΄ αυτή τώρα τελευταία, είχε πάθει μανία για
εκδρομές, να γυρίζει και όλο τη χάνανε! και πρωί, πρωί ξημερώματα, χωρίς να
τους πει τίποτα από πριν, πήρε δρόμο...
— Έτσι
είναι, όπως σου λέει ο πατέρας! μίλησε απ΄ τη θέση του ο αδελφός του ο Κωστής,
χωρίς σχεδόν να στραφεί.
Περπάτησε
λίγο. Κοίταξε το σπίτι, το σκοτεινό διάδρομο, έναν άλλο μικρό του μαγεριού, Και κει σκοτεινιά…
— Μας
έκανε άνω κάτω, παιδί μου, άρχισε να λέει ο πατέρας του, τι ωραία που
περνούσαμε, μ΄ όλες τις ιδιοτροπίες της! Μα τι έπαθε! … Παράτησα και
μαγαζί κι όλα! Στο διάολο να πάνε! όλο πίκρες έχω νοιώσει στη ζωή μου!
— Μα
γιατί το κάνετε τόσο σπουδαίο: Έ, της ήρθε να κάνει ένα ταξίδι! έτσι δε μούπατε; Τώρα τι; τρέχει τίποτε άλλο;
— Δεν
τρέχει τίποτα άλλο!
— Γιατί
κάνεις έτσι τότε;
— Πως
κάνω έτσι; ξέρω κ΄ εγώ παιδί μου! Έ, δεν ξέρεις, μου τάφερε
όλα άνω κάτω!
— Ου! στάφερε όλα άνω κάτω! και ο Δημήτρης προχώρεσε
στη λάμπα:
— Έλα,
τώρα, αφήστε τις γρουσουζιές! είπε και σήκωσε το φως, που τον στενοχωρούσε
χαμηλωμένο. Αυτό είναι! έτσι! Φως, φως!
Το
δωμάτιο φωτίσθηκε δυνατά.
Η ματιά
του Δημήτρη, που έτρεξε γύρω, είδε πάλι τις ζωγραφιές πάνω στον τοίχο τον
κόκκινο, και τη μικρή ζωγραφιά χαμηλά, χαμηλά, που είχε κρεμάσει η μάνα του, κοντά
στη θέση που καθόταν. Κ΄ είχε αυτή ένα καράβι να ταξιδεύει, ένα κάτασπρο καράβι
με φουσκωμένα τα πανιά…
— Έξοχα
είναι! να, έτσι! είπε. Όχι να κάθεστε στα σκοτεινά! Μα το θεό, σα να σας
συνέβηκε κανένα δυστύχημα! Δεν κάνετε το σταυρό σας!
— Ναι,
δε λέω! έκανε ο πατέρας του.
— Καλά,
καλά! Τώρα, εδώ, τι θα φάμε;
— Τι να
φάμε, παιδί μου!
— Τι να
φάμε! Άλλο τούτο! Μα μη θέλεις να μείνουμε νηστικοί; Μα για πέτε
μου, στο θεό σας, γιατί κάνετε έτσι; Έχουμε τίποτα πένθος; Αυτή γλεντά,
διασκεδάζει και πρέπει και μεις να κάνουμε το ίδιο:
Είδε τη
μορφή του πατέρα του, που είχε πάρει κάποια μικρή λάμψη, πάλι να σκυθρωπάζει να
γίνεται σκοτεινή.
—
Λοιπόν, για λέτε, τι έχουμε; Έχουμε τίποτα;
— Κάτι
έχουμε, του απάντησε ο πατέρας του, να, λίγο τυρί, ελιές, σαρδέλες! Ποιος να
μας μαγερέψει!
— Θεία! Τι
να το κάνεις το μαγέρεμα! Όταν θέλουμε να τα μαγέρικα
και διαλέγουμε! Κ΄ έπειτα πόσο θα λείψουν! έλα, έλα, πούναι
το τραπεζομάντιλο;
— Μα
στάσου νάρθουν και οι άλλο! του είπε ο πατέρας του,
καθώς αυτός ανοίγοντας ένα συρτάρι ζητούσε τραπεζομάντιλο.
— Ας το
στρώσω πρώτα!
— Έ,
πήγε να κάνει κι ένα ταξιδάκι, καλά, έκανε καλά! Έτσι το θέλησε, επιτέλους!
είπε στον εαυτό του.
Κ΄ ύστερα στον αδελφό
του δυνατά:
— Έλα,
έλα, τι κάθεσαι έτσι! σαν Εβραίος είσαι, μα το θεό, πάνω στα τείχη τα
γκρεμισμένα της Ιερουσαλήμ! Σήκω, σήκω! πιάσε κει! Έλα λοιπόν! τράβα! εμπρός!
Έτσι ντε! Ά, γεια σου! Έτσι σε θέλω! Μα εσύ κάνεις για πρώτης τάξεως
σερβιτόρος! μα δε ξέρω, οι σερβιτόροι στρώνουν και τα τραπέζια;
Η πόρτα
ακούστηκα κάτω να κλείνει με κρότο.
— Νάτοι! είπε ο πατέρας, φθάσανε!
— Κατά
φωνή έπρεπε να πεις και ο γάιδαρος! βγάζω έξω τη Μαρία! …
Και
γρήγορος έτρεξε μέσα στην κουζίνα, άναψε φως, άρπαξε μαχαιροπήρουνα, πιάτα, κι έκανε
τέτοιο θόρυβο, που ανάγκασε τον πατέρα του να του φωνάξει:
— Μωρέ
σα νάνε δέκα μέσ΄ στο μαγεριό!
Καθώς
ετοιμαζότανε να βγει κρατώντας πιάτα, μαχαιροπήρουνα και μια αλατιέρα, χωρίς να
υπάρχει ανάγκη, μπήκε η αδελφή του κρατώντας το καπέλο της...
— Πώς
ήταν αυτό;
— Θα σου
πω, θα σου πω! Έλα δω εσύ, έκανε στον αδελφό του, που ερχόταν πίσω, πάρε αυτήν
την αλατιέρα μη μου πέσει! κι αυτά!
— Στάσου
να τα πάρω γω… του είπε η αδελφή του.
— Έλα,
πάρε και συ!
— Λοιπόν
για πες μας… άρχισε να του λέει ο ΄Γιώργης.
—
Ύστερα, ύστερα!
Και
κοίταξε την αδελφή του, που έφευγε. Του είχε φανεί πιο αδύνατη και ωχρή
απ΄ άλλοτε.
— Έλα,
τράβα, τι κάθεσαι! είπε στον αδελφό του που στεκόταν ακίνητος.
— Μα
είναι ανάγκη να γίνει τέτοια ετοιμασία; Έχουμε τίποτα;
— Κείνο
που έχουμε! Πήγαινε μέσα κι έφθασα κ΄ εγώ!
Τους
βρήκε καθισμένους όλους στο τραπέζι γύρο. Η ματιά του πήγε στη θέση της μάνας
του. Εκεί η καρέκλα της έτοιμη! Δίπλα, όπως πάντοτε, είχε καθίσει η αδελφή του.
Λύπη του
έσφιξε την καρδιά του, αλλά φώναξε με κωμικιά φωνή:
—
Εμπρός, και ήρθε ο σερβιτόρος!
Το
τραπέζι, όσο κι αν έκανε αυτός με το Γιώργη να το ζωηρέψει ήτανε μελαγχολικό,
πένθιμο. Έκανε όμως, τ΄ αδύνατα, δυνατά. Περγέλασε
τη μάνα του την ταξιδιώτισσα, καθώς την έλεγε, και την περιέγραψε, πως θα
πήγαινε έχοντας πίσω της τη δούλα, τη Λενιώ, να κρατά τη βαλίτσα. Και σα να
τους έβλεπε να πηγαίνουν, έκανε τη Λενιώ να γλιστρά και να πέφτει με τη
βαλίτσα, στη θάλασσα.
Εδώ
φοβήθηκε όμως, μη αυτό το πάθαινε σωστά, η μάνα του.
Η Μαρία
ζήτησε κι αυτή να τους βοηθήσει να κάνουν το τραπέζι εύθυμο, αλλ΄ ο
πατέρας του μετά από λίγα χαμόγελα και κάτι λογάκια, έγειρε το κεφάλι σκεπτικός.
Όμοια έκανε και ο Κωστής, Κι έτσι τελείωσε το τραπέζι γεμάτο μελαγχολιά.
Και η
νύχτα ήτανε σιωπηλή, ήσυχη.
Όταν
σηκώθηκαν ο πατέρας του τού είπε:
— Πάμε
λίγο έξω;
Εδέχτηκε. Δε θ΄ αργούσαν, πολύ γρήγορα θα γύριζαν. Και
φύγανε.
Για
κάμποση ώρα ο πατέρας του βάδιζε σιωπηλός, έπειτα είπε σηκώνοντας το κεφάλι:
— Δεν
είναι αυτό, δεν είναι αυτό! Σ΄ αυτό το ταξίδι κάτι τρέχει! και κούνησε το
κεφάλι του.
— Τι να
τρέχει; τον ρώτησε ο γιος του κάτι διακρίνοντας στα λόγια του.
— Θα το
δεις! Έτσι φεύγει μια γυναίκα και παρατά το σπίτι της, τα παιδιά της.
— Τι θες
να πεις; του είπε θυμωμένος ο γιος, γιατί εννόησε καλά τώρα, τι ήθελε να πει,
αυτά πατέρα είναι ντροπές και δεν πρέπει να λέγονται! Τώρα στα γεράματα! Φρίκη!
Ακούς, ακούς!
Έπαψε.
Ένας άνθρωπος παρουσιάστηκε γνωστός τους στη γωνιά του δρόμου, στο φως του φαναριού,
όπου κι αυτοί πλησίαζαν. Χαιρετίσθηκαν.
Ο
πατέρας του, άμα ο άνθρωπος πέρασε, είπε:
— Και τι
να κάνω; Με είδες; Πρέπει να χαμογελώ, να μη δείχνω τι έχω, τι με τρώει!
Πρωί,
πρωί πετάχτηκε απ΄ το κρεβάτι του. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα. Είδε πάλι τα
παλιά σπίτια, που τριγύριζαν το δικό τους, τα μαυρισμένα τους κεραμίδια. Είχαν
κλειστά όλα τα παράθυρα. Από μια καπνοδόχο πυκνός καπνός έβγαινε…
— Τι χαρά, σκέφτηκε, θάχα, αν ήταν εδώ η μάνα μου!
Στο νου
του ήρθαν και οι υποψίες του πατέρα και τούρθε να
γελάσει. Και όμως, σε μια μπυραρία, που καθώς περνούσαν απ΄ έξω, συρθήκανε και
μπήκανε μέσα, γρήγορα ζωήρεψε κοιτάζοντας
τις κόρες που βρισκόντουσαν μέσα. Και μάλιστα, σε μια, τόλμησε, χωρίς να
ντραπεί το γιο του, να της πει και δυο λογάκια!
— Ε,
γέρο, αμαρτωλέ, είπε αυτός τότε με το νου του, εδώ πάει κείνο! Εκ των ιδίων, φαίνεται, κρίνει!
Και
είχανε γυρίσει στο σπίτι αρκετά αργά και όλους τους βρήκανε να κοιμούνται. Εκεί
όμως στο σπίτι, τον άκουσε πάλι, ν΄ αναστενάζει…
Στο
σπίτι ακόμα, κανείς δεν είχε σηκωθεί. Ήταν ήσυχο. Για να περάσει την ώρα, πήρε
κάτι επιστολές παλιές, φίλων του και τις ξαναδιάβασε. Θυμήθηκε έπειτα, πως έπρεπε
ν΄ απαντήσει σε κάποιο φίλο
του. Και του έγραψε. Έτσι η ώρα πέρασε. Άκουσε πόρτες ν΄ ανοίγουν και ομιλίες… σηκώθηκε τότε και βγήκε κι αυτός.
Ο
αδελφός του ο Κωστής ήταν κλεισμένος μεσ΄ στο δωμάτιό του. Τον άκουσε να
περπατά μέσα…
Κανένα
δε βρήκε στην τραπεζαρία. Έρημη. Και ήτανε ψυχρή ψυχρή.
Λύπη του έσφιξε την καρδιά.
Ένα
άσπρο γατάκι με λίγες βούλες μαύρες, καθότανε ζαρωμένο σε μια καρέκλα, και
κοιμότανε. Στο βήμα του, που έκανε τα έπιπλα να κουνηθούνε, κούνησε κι αυτό
τ΄ αυτιά του, χωρίς ν΄ ανοίξει τα μάτια του.
Κοίταξε
τις ζωγραφιές των τοίχων, σα να μην τις έβλεπε, έπειτα το μικρό καραβάκι με
τ΄ άσπρα του πανιά. Τραβήχτηκε απ΄ εκεί και πήγε στο παράθυρο, και
είδε έξω.
Κείνη τη
στιγμή ένας αδύνατος νέος μ΄ ένα τσουβάλι στον ώμο, στάθηκε, πετώντας το
τσουβάλι χάμω, και γρήγορα γρήγορα έβγαλε τα
παπούτσια του, δυο παλιοπάπουτσα, τα τοποθέτησε όρθια τόνα
κοντά στ΄ άλλο, στο δρόμο κι ύστερα παίρνοντας το τσουβάλι έφυγε. Τα
παπούτσια έμειναν μόνα.
Άκουσε
την αδελφή του νάρχεται και γύρισε. Την είδε, όμως,
τόσο ωχρή, που θυμός πάλι του ήρθε και βλαστήμησε τη μάνα του.
— Θα
βγεις; τον ρώτησε αυτή.
— Ναι,
καμιά βόλτα θα κάνω θα πάω ίσαμε του πατέρα και θα γυρίσω γρήγορα.
— Κάτσε
να σου κάνω έναν καφέ.
— Όχι,
όχι, θα πάρω έξω…
Δεν τον
βίασε. Κι έφυγε αυτός πιο γρήγορα απ΄
όσο ήθελε.
Έκανε
κρύο. Ψυχρός, παγωμένος άνεμος φυσούσε.
— Την
τρελή, την τρελή! είπε για τη μάνα του.
Βάδιζε
για το κατάστημα του πατέρα του. Σε λίγο, σαν το σκέφθηκε είπε με κάποια σιχασιά:
— Μα τι
θα κάνω κει;
Ζήτησε
να βρει κανένα άλλο μέρος να πάει.
—
Καλύτερα κει! είπε για το κατάστημα του πατέρα του.
Σ΄ ένα
δρόμο που περνούσε, είδε κοντά στο πεζοδρόμιο, ξαπλωμένο, ένα άλογο ψωραλέο,
κόκκινο, να ψυχομαχά. Κανείς δεν ήταν εκεί. Κουνούσε
κάποτε τα πόδια του τα τεντωμένα λίγο, κι άφηνε κάθε τόσο ένα βογκητό. Προχώρησε.
— Καλά πούχει μαζί της τη Λενιώ… είπε με το νου του.
Ο
πατέρας του στο κατάστημα, μιλούσε με δυο φίλους του. Ήτανε γελαστός και
φαινότανε νάχει όρεξη για κουβέντα. Θυμήθηκε όμως τα
λόγια του;
— Και να
μη μπορώ, αλλά πρέπει να χαμογελώ…
Τώρα σα
να τον κοίταξε πιο βαθιά, άρχισε να τον δικιώνει. Τι,
πώς γέρασε; Γιατί γέρασε το σώμα δεν έχει δικαίωμα, δεν πρέπει να αισθάνεται τη
ζήλια, ν΄ αγαπά;
Χαμογέλασε
όμως, καθώς σκεπτόταν αυτά. Θυμήθηκε τα μαλώματα που έκαναν, ο πατέρας του με
τη μάνα του, Κάθε τόσο ήταν αδύνατο να μη μαλώσουν και μάλιστα για ψύλλου
πήδημα. Γιατί σε άλλα, που έπρεπε να μαλώσουνε, δε βγάζανε λέξη. Και μοιάζανε
με μικρά παιδιά, όταν λογοφέρνουν Ο πατέρας του τραβιότανε μόνος και δεν ήθελε
να καθίσει στο τραπέζι. Θα πήγαινε στην αυλή κι ας έκανε κρύο, παγωνιά ή είχε
δυνατό ήλιο. Και κει γύριζε σαν ερωτευμένος, γεμάτος απελπισία. Η μάνα πάλι, θα
καθότανε στο τραπέζι ψυχρή, αμίλητη, χωρίς να κοιτάζει κανέναν. Τότε θάτρεχε αυτός, πάντα αυτός γιατί τ΄ άλλα του αδέλφια
δεν ανακατεύονταν, και θάσερνε τον πατέρα του, αφού
πρώτα όμως, έψελνε της μάνας του πολλά. Της έλεγε, πως είχε τόσον καλόν άνθρωπο
και ήταν αμαρτία να τον βασανίζει, πως απ΄ τα φερσίματά του έπρεπε να δει,, ότι
ήταν σαν παιδί αυτός, και άλλα πολλά. Πήγαινε έπειτα, κάτου
κ΄ έσερνε τον πατέρα του, όπως σέρνουν παιδιά, πούχουνε
θυμώσει με τους γονιούς τους, Κ΄ έλεγε ο πατέρας του, καθώς έκανε πως δεν ήθελα
να πάει:
— Άσε
με, παιδί μου, κι έμπλεξα με κακό διάβολο!
Η
γυναίκα του άμα τον έβλεπε να μπαίνει μέσα και πίσω νάρχεται
ο γιος του, γιατί αυτός, ο γιος, όταν φθάνανε στην πόρτα, τον έσπρωχνε να μπει
πρώτος, δε μπορούσε, τις περισσότερες φορές να κρατηθεί και κάτι θάλεγε:
— Για
κοίτα τον, πως τον φέρνουν! γέρο ξεκουτιάρη!
Εδώ ο
πατέρας του έχανε πάλι, το λογικό του, λησμονούσε την απελπισία του, και
κόρωνε, άναβε, κοκκίνιζε σα διάνος θυμωμένος, και να, ένας άλλος νέος καυγάς
πολύ πιο χειρότερος απ΄ τον πρώτο! …
Πάνω
στις ενθυμήσεις αυτές, οι φίλοι του πατέρα του φύγανε κι αυτός πλησίασε το γιο
του.
— Τι
νέα; τον ρώτησε.
— Τίποτα
νέα, του απάντησε.
Ο
πατέρας του έσυρε το ψαρό γένι και είπε:
— Δε
λάβαμε τίποτα ακόμα!
— Τι;
ρώτησε κάνοντας ότι δεν εννόησε.
— Τι! να
τηλεγράφημα, μια είδηση! του απάντησε ο πατέρας του με κάποια έξαψη.
Μείνανε
σιωπηλοί. Ο Δημήτρης κοίταξε έξω. Άνθρωποι πολλοί περνούσαν άλλοι βιαστικοί κι
άλλοι με βραδύ βήμα και χαζεύοντας, που έκανε τους βιαστικούς να κουνιούνται
πίσω τους, δω και κει, σα να θέλανε να τους ξεφύγουν.
Ο
πατέρας του μίλησε:
— Ότι κι
αν πεις, καμιά φορά στα γεράματα γίνονται τα μεγαλύτερα λάθη!
— Μα
πάλι τα ίδια! βρε, βρε! Μα τ΄ είναι τούτο!
— Δε
μπορώ να το βγάλω απ΄ το νου μου!
— Να σου
πω, πατέρα. Εγώ ενόμιζα, πως εκείνη, η μάνα μου, είχε
κάποια λόξα, που δυνάμωσε τώρα, να θέλει ταξίδια, αυτή μόνο! αλλά βλέπω πως και
συ δεν πας πίσω! Μα την πίστη μου! Μα αν δε μοιάζατε δε συμπεθεριάζατε!
Τα
τελευταία τάπε με γέλιο, και νόμισε, όταν έλεγε, πως
μοιάζουνε στις λόξες, ότι τους έφερνε πάλι κοντά να φιλιωθούνε…
Αλλ΄ αυτός
κούνησε το κεφάλι:
— Καλά,
καλά! … έκανε.
Είχε
όμως, ένα μικρό χαμόγελο στα χείλια.
— Μα τι
καλά! για στάσου!
Κι
άρχισε να του λέει πολλά υπερασπίζοντας τη μάνα του, αν και αισθάνθηκε, καθώς τάλεγε αυτά, κάτι να κλονίζεται μέσα του…
Πελάτες
ήρθαν και τους διέκοψαν. Έφυγε.
Θέλησε
να περπατήσει, να δει φίλους, που στο νου του παρουσιάσθηκαν. Αλλά πάλι τον
ενόχλησαν, τον στενοχώρεσαν πολύ αυτά, που
γινόντουσαν, και τον έκαναν να γυρίσει στο σπίτι του μη θέλοντας να δει, να
μιλήσει με τα φιλικά πρόσωπα...
Η αδελφή
του τού φάνηκε πως είχε κλάψει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Και πάλι αισθάνθηκε
θυμό εναντίον της μάνας του, και με δυσκολία, από φόβο μην πάθει τίποτα αυτή,
κρατήθηκε και δεν την καταράστηκε.
— Τι θα
φάμε το μεσημέρι; τη ρώτησε κάνοντας ότι δεν εννόησε πως είχε κλάψει.
—
Αγόρασα ραδίκια και τάβαλα… του απάντησε σιγά,
λυπημένα.
Της είπε
πολλά, της διηγήθηκε διάφορα επεισόδια του γραφείου του, της πόλης που έμενε,
τι γινόταν εκεί, πως περνούσαν. Όλο αστεία παθήματα, για να γελάσει. Και είδε
τη ματιά της να λάμπει και το γέλιο να φαίνεται πάλι.
Πάνω
σ΄ αυτό ήρθε και ο αδελφός του ο Γιώργης, ξένοιαστος, γελαστός, χωρίς να
δίνει πεντάρα για τίποτα.
— Για,
για πως κάνουν! τους είχε πει το βράδυ, παράτησε η κυρά μάνα τα μικρά της κι
αυτά κλαίνε να γυρίσει πίσω γρήγορα!
Αυτόν
τώρα, όταν η αδελφή τους τούς άφησε, τον έπιασε και τον ρώτησε πολλά. Κι αυτός
του τα είπε. Ήταν σχεδόν, όπως του είχαν πει.
Η μάνα
τους είχε γίνει ιδιότροπη τόσο, τώρα τελευταία, που ήταν ανυπόφορη. Έβαζε την
καπέλα της κι έπαιρνε δρόμο, χωρίς να ξέρουνε πού πάει. Έφευγε πρωί κι ερχόταν,
πολλές φορές, το βράδυ. Και ποιος να της μιλήσει! Ο πατέρας τσιμουδιά! που να βγάλει
μιλιά! Την παρακαλούσε μάλιστα, πολλές
φορές, που ξημέρωνε Κυριακή, να μην πάρει δρόμο και να μείνει στο σπίτι, που θάμενε κι αυτός. Και να βγούνε τ΄ απόγευμα μαζί.
Τίποτα! Αυτή το χαβά της! Την είχε πάρει κάμποσες φορές, ο Κωστής από πίσω. Μη
χάσει τη μανούλα του! Κ΄ έτσι τους χάσανε και τους δυο. Τρέχανε στην
Κηφισιά, στο Μαρούσι, Σεπόλια, στη Σαλαμίνα! Για το σπίτι ούτε φρόντιζε, ούτε
μια ματιά έριχνε πια σ΄ αυτό. Το καπέλο της και
δρόμο! Το πρωί που έφυγε, πολύ πρωί, έκανε ο πατέρας τους κι αυτός, γιατί οι
άλλοι κοιμόντουσαν, έκαναν τ΄ αδύνατα δυνατά να την κρατήσουν. Μπα! Τίποτα.
Δεν άκουγε κανέναν.
— Θέλω
να ταξιδέψω, τι σκλάβα με πήρατε!
Και τάχε σχεδιάσει από μέρες τάχε
ετοιμάσει. Και πως τους τόπε και δεν έφυγε χωρίς να ξέρουν που πάει! Και ο
καημένος ο πατέρας τους κίτρινος, κίτρινος απ΄ την ταραχή την άφησε, αφού
την ακολούθησε ίσαμε το βαπόρι. Το μόνο που έκανε ο πατέρας τους μετά, ήταν που
βλαστήμησε που πήρε η γυναίκα του την κληρονομιά του αδελφού της. Αυτό μόνο!
Μέσα
έπειτα, στο δωμάτιό του ο Δημήτρης, τα σκέφθηκε αυτά, που τούπε
ο αδελφός του, κουνώντας το κεφάλι απελπιστικά.
Τώρα λυπήθηκε
τον πατέρα του πολύ, πολύ, και ευχαριστήθηκε που δεν της μιλούσε, που δεν έπιανε
καυγά για τα τρεξίματά της.
— Μα
αυτό όμως, πως θα τελειώσει; ρώτησε τον εαυτό του.
— Τι θα
κάνει θα βαρεθεί; Θα της μιλήσω κ΄ εγώ, έξω απ΄ τα δόντια! απάντησε.
Απ΄ το
παράθυρο, που κοίταξε είδε έξω, στο δρόμο νάναι κει
ακόμα, τα παλιοπάπουτσα του νέου, που τάφησε στην
ίδια θέση και γυρμένα τώρα, σα να κλαίγανε για την
εγκατάλειψη. Μια γριά που περνούσε, στάθηκε, τα είδε με προσοχή, και πέρασε.
Στο νου
του ήρθε ξαφνικά τώρα, το άλογο, που πεσμένο, πεταμένο, κοντά στο πεζοδρόμιο,
ξεψυχούσε.
Και το
λυπήθηκε, το λυπήθηκε δυνατά τώρα.
Το βράδυ
μετά το φαΐ, ο πατέρας του σηκώθηκε κ΄ ετοιμαζότανε για έξω.
— Για
πού; τον ρώτησε ο Δημήτρης.
— Λίγο
έξω! του απάντησε.
Οι άλλοι
δε μίλησαν. Ο Δημήτρης στεναχωρέθηκε. Τι ήθελε πάλι
έξω! Περίμενε να του πει να πάνε μαζί, αν και δεν ήθελε ν΄ αφήσει στο
σπίτι την αδελφή του μόνη. Ήξερε πως σε λίγο, ο ένας αδελφός του θα κλεινότανε
στο δωμάτιό του, και ο άλλος θα γλιστρούσε έξω, για να βρει τους φίλους του.
Και θα την αφήνανε μόνη μέσ΄ στο μεγάλο σπίτι.
Και ο
πατέρας του έφυγε. Άκουσε τα πατήματά του στη σκάλα, κ΄ έπειτα στην αυλή.
Ο
Γιώργης σηκώθηκε και βγήκε στο διάδρομο. Έπειτα σε λίγο τον είδε να περνά, κι
άκουσε τα βήματά του στη σκάλα σιγά! Έφευγε κι αυτός!
Ο Κωστής
έμενε με σκυμμένο κεφάλι. Αυτός δεν ήταν ποτέ ομιλητικός,
αλλ΄ απ΄ την ημέρα που έφυγε η μάνα του παράγινε. Τόση ώρα που ήτανε
στο τραπέζι, μόλις θάχε πει δυο, τρεις μισές λέξεις.
Κι αυτός σηκώθηκε και σιωπηλός έφυγε για το δωμάτιό του. Άκουσε ο Δημήτρης την
πόρτα του να κλείνει. Ησυχία. Γύρισε να δει την αδελφή του. Αυτή είχε σκύψει το
κεφάλι κ΄ είχε κρύψει το πρόσωπό της μεσ΄ στα χέρια της. Έκλαιε.
Σηκώθηκε και την πλησίασε:
— Βρε,
παιδί μου, τι έπαθες πάλι; της είπε.
— Θα
δεις, θα δεις, του απάντησε με κομμένη φωνή απ΄ τα κλάματα, κάτι κακό θα
πάθουμε, κάτι κακό!
Οι
ημέρες περνούσαν και είδηση απ΄ τη μάνα του δεν είχαν καμιά. Αναγκάστηκε
ένα πρωί να πάει σε κάποιο πρόσωπο γνωστό του, που κατείχε καλή θέση Δημοσία,
και το παρεκάλεσε να τηλεγραφήσει στον αστυνόμο εκεί, για να μάθουν. Επίσης ετηλεγράφησε και σε δυο φίλους του που ξέρανε τη μάνα του,
και που μένανε από χρόνια σ΄ αυτό το νησί. Αλλ΄ η απάντηση εβράδυνε να έρθει και αυτός είχε πάθει κάποια νευρική ταραχή,
τόπος δεν τον χωρούσε. Τώρα μάλιστα, είχε αρχίσει να βλέπει με κακό μάτι τον πατέρα
του, που ούτε ανάφερνε πια, για τη γυναίκα του, μιλιά
δεν έβγαζε και ούτε φαινότανε λυπημένος. Και κάθε βράδυ, τόχε
πάρει ταχτικό, άμα έτρωγε, θα ετοιμαζότανε στην κάμαρά του και θάβγαινε έξω.
Πότε
ερχότανε; δεν ήξεραν, γιατί πέφτανε στον ύπνο από νωρίς.
Την
ενέργειά του αυτή για τη μάνα του, σε κανέναν δεν την είπε. Την κρατούσε μυστικιά και υπόφερνε μόνος.
Όταν
όμως ένα βράδυ, έλαβε απάντηση, πως είναι κει και μένει σε ξενοδοχείο, τους τα
φανέρωσε. Ο Κωστής τότε, μίλησε, άνοιξε αυτή τη φορά, το στόμα του να πει, πως
αυτά δε θα γινόντουσαν, θα ήτανε ήσυχοι, αν την ακολουθούσε, Αλλά δεν τον
ξύπνησε κανείς, και…
Μ΄ αυτό
στο σπίτι έπεσε κάποια γαλήνη, Ο πατέρας του όμως κι αυτή τη βραδιά,
ετοιμάσθηκε κι έφυγε, αφού δείπνησε.
— Μα πού
πάει; ρωτούσε τον εαυτό του ο Δημήτρης. Εδώ, εδώ κάτι μυρίζει!
Ήτανε
νύχτα βαθιά και πήγαινε σπίτι του. Και βιαζότανε να φτάσει γρήγορα. Το σπίτι
του τόβρε σκοτεινό, και απ΄ τη σκάλα, χωρίς
ν΄ ανεβεί, φώναξε την αδελφή του:
— Μαρία!
Από πάνω
ακούει τη φωνή του αδελφού του, του Κωστή, να του λέει θλιμμένα:
— Η
Μαρία; τώρα δα, πέθανε!
Ξύπνησε.
Με χαρά είδε πως ήτανε όνειρο και ότι βρισκότανε στο κρεβάτι του.
Άκουσε
δυο φωνές στρίγγλικες σα μαζί με τον άνεμο, που
ακουγότανε να φυσά, να χτυπά πόρτες και παράθυρα, να φώναζαν γριές στρίγγλες.
Δε
μπόρεσε να κοιμηθεί πάλι. Πρώτα, γιατί τον είχε ταράξει το όνειρο, και δεύτερο
από μια ιδέα:
— Ο
πατέρας μου άραγε, έχει έρθει;
Και το δωμάτιο
φωτιζότανε θαμπά σα να ερχόταν η μέρα.
— Μπα, θάχει έρθει!
Αυτό δεν
τον ησύχαζε, κάτι σα να τούλεγε πως δεν ήτανε στο
σπίτι αυτός.
Μα ήτανε
ξημέρωμα;
Σηκώθηκε
και κοίταξε απ΄ τις γρίλιες. Έξω ήτανε σελήνη.
Άναψε το
κερί και κοίταξε την ώρα. Ήτανε δυο μετά τα μεσάνυχτα.
— Θα πάω
να δω!
Φόρεσε
γρήγορα το ρούχο του και παίρνοντας το κερί, άνοιξε την πόρτα του και
διευθύνθηκε στο δωμάτιο του πατέρα του. Μπήκε πρώτα στη σαλίτσα,
και, αφού έβηξε και ξανάβηξε, για να μη τον τρομάξει,
χτύπησε σιγά την κλειστή πόρτα, Τίποτα. Πάλι χτύπησε πιο δυνατά όμως, και
μίλησε. Ησυχία μέσα. Ο άνεμος ακούστηκε έξω να τρέχει βουίζοντας. Άνοιξε την
πόρτα.
Το
κρεβάτι του πατέρα του στρωμένο, απείραχτο!
— Ορίστε
χάλια! έκανε και πήγε πάλι στη σαλίτσα.
— Μα τ΄ είναι
αυτό! Μωρέ για φαντάσου, είπε αφήνοντας το κερί πάνω στο τραπέζι, γέρος άνθρωπος
με παιδιά, που αν ήτανε παντρεμένα θάχανε σωρό παιδιά,
να τρέχει τις νύχτες σαν ξενύχτης νέος!
Και το
σπίτι βούιζε όλο απ΄ τον άνεμο.
Έσβησε
το φως και άνοιξε το παράθυρο.
Ο δρόμος
έρημος, φωτισμένος με της σελήνης το φως, και κανείς, κανείς διαβάτης. Ο άνεμος
έσερνε χαρτιά, σκουπίδια.
Έτρεμε
απ΄ το κρύο. Και η καρδιά του χτυπούσε ανήσυχα.
— Μα
έτσι αργεί, ή κάτι του συνέβηκε; ρωτούσε τον εαυτό του.
Και του
ερχότανε να βγει, να τρέξει, να ψάξει… Αλλά που; Χίλιες ιδέες κακές, περνούσαν
απ΄ το νου του. Είδε ότι δε μπορούσε να μείνει, και ότι σερνότανε να βγει,
να τρέξει, να ψάξει.
Και δεν
ήθελε ν΄ ανησυχήσει κανέναν. Αν και σκέφθηκε, για μια στιγμή, το Γιώργη.
Αυτόν τον είχε ακούσει πούχε έρθει, γιατί είχε
πλαγιάσει αυτή τη βραδιά λίγο αργά. Τον άκουσε που τραγουδούσε στο δωμάτιό του.
—
Στάσου, είπε στον εαυτό του, αν δε φανεί όσο να μετρήσω χίλια, θα ντυθώ και θα
βγω!
Και
άρχισε να μετρά κοιτάζοντας τον έρημο δρόμο.
Δεν είχε
όμως, προχωρήσει το μέτρημα πολύ, και διέκρινε κάποιον να παρουσιαστεί στη
γωνιά του δρόμου πέρα. Η καρδιά του χτύπησε απ΄ ελπίδα. Και σε λίγο είπε:
— Αυτός
είναι!
Χαρά του
ήρθε, χαρά που τον έκανε να συγχωρέσει το γέρο πατέρα του για τα ξενύχτια πούκανε.
Το πρωί
ο ίδιος καιρός, ο άνεμος να βογκά και οι φωνές οι στρίγγλικες,
τώρα πολλές, πάλι ν΄ ακούγονται σα νάταν
απ΄ έξω γάτες, ξωτικές γάτες και ξεφώνιζαν αγριεμένες.
Και είχε
δει στον ύπνο του όλο διασκεδάσεις και νύχτες οργίων. Γυναίκες γυμνές, νάνους
σε υπόγεια κατάβαθα, που κατέβαινε κανείς σ΄ αυτά, μπαίνοντας πρώτα σε βαθιά πηγάδια, ή ξεροπήγαδα. Και ο πατέρας
του εκεί, στη μέση.
Όταν
βγήκε για να πάει στην τραπεζαρία, καθώς περνούσε απ΄ τη σαλίτσα,
έριξε μια ματιά μέσα. Είδε τον πατέρα του να βρίσκεται κει. Προχώρησε,
αλλ΄ άκουσε τον πατέρα του να τον φωνάζει, και γύρισε.
Τον είδε
γελαστό, ευχαριστημένο να βάζει τις τιράντες του. Αυτή η θέα του έφερε θυμό.
— Τι
έκανες χθες το βράδυ συ; βγήκες έξω, γλέντησες, ή κάθισες μέσα
ν΄ αγιάσεις; τον ρώτησε ο πατέρας του.
— Μέσα
κάθισα, τι να βγω έξω! του απάντησε.
— Α,
μωρέ, και νάχα τα νιάτα σου! έκανε ο πατέρας του
κοιτάζοντας το γιο του και κουνώντας το κεφάλι.
Αλλιώτικος
του φαινόταν πολύ ο πατέρας του. Ποτέ δεν του μιλούσε έτσι.
Σήκωσε
κ΄ έστριψε το ψαρό του μουστάκι, έπειτα τ΄ άλλο, κ΄ είπε χωρίς
να κοιτάζει το γιο του, με χαμόγελο, και χωρίς ν΄ αφήσει το στρίψιμο του μουστακιού του:
— Ε,
μωρέ! εσύ κάτσε, κάτσε… εγώ, εγώ είχα χτες το βράδυ την ωραιότερη γυναίκα του
καφεσαντάν!
Όλη την ημέρα απέφευγε τον
πατέρα του. Δεν πήγε ούτε στο κατάστημά του και ούτε βρέθηκε στο τραπέζι το
μεσημέρι μαζί του. Πήγε όταν ήξερα πια πως ο πατέρας του θάχε
φύγει. Και χωρίς να πει τίποτα, μα τίποτα. στον αδελφό του το Γιώργο, που όλο
με γέλιο, γιατί είχε τρομερή όρεξη, του μιλούσε. Αν και του ήρθε κάποια
επιθυμία να πει, να ξελαφρωθεί λίγο, σα να βαστούσε βάρος μεγάλο, που, αν τόλεγε, θάπερνε κ΄ ένας
άλλος ένα μέρος του. Κρατήθηκε όμως, και δε μίλησε.
Η
αναίδεια του πατέρα του τον είχε τρομάξει. Μόλις του ερχόντουσαν στο νου τα
λόγια του, αισθανόταν ταραχή, σιχασιά όμοια με κείνη, που αισθάνεται κανείς, όταν
τρέχει πάνω στο σώμα του βρωμερό ζωύφιο.
Πως
τόλμησε ο πατέρας του και του είπε τι είχε κάνει. Πως; Πάντα μένανε σε απόσταση
μεγάλη, πολύ μεγάλη, για τέτοια ζητήματα, ή σα να μην υπήρχαν τέτοια γι΄
αυτούς, να μην τάξεραν. Πως τόλμησε να του το πει;
Και στη μπυραρία, που είχαν πάει τότε, την πρώτη βραδιά, όπου τον είδε να
ζωηρεύει, κράτησε όσο μπορούσε, μια ψυχρή στάση και σοβαρότητα, που τούχε έρθει και από σκέψη και από πείραγμα, γιατί έβλεπε
τον πατέρα του να κάνει έτσι. Σα νάχε αλλάξει με
μιας, για μια μόνο νυχτιά, κ΄ έγινε αλλιώτικος τόσο, που δεν εγνώριζε πια τον πατέρα του κείνον τον ήσυχο γελαστό
άνθρωπο.
Η αδελφή
του έτυχε, αυτήν την ημέρα, να του παραπονεθεί, πως δεν αισθανόταν καλά τον
εαυτό της. Αυτός φοβήθηκε μ΄ αυτό. Στο νου του ήρθανε,
σα να παραμονεύανε να παρουσιασθούνε, κάτι λόγια ενός φίλου του, που τούχε πει κάποτε:
— Όταν
σ΄ ένα σπίτι πέσει ατιμία,
γρίνια μεγάλη, ε, περίμενε να μπει ο θάνατος. Και το κακό είναι, πως πάντα
χτυπά τον πιο αθώο μέσα κει!
Συμβούλεψε
την αδελφή του να προφυλαχτεί, και να πάρει το βράδυ, κάτι, ένα καλό ζεστό,
— Θα σου
κάνω γω ένα ζεστό πρώτης, και να σκεπαστείς έπειτα,
καλά!
Και στο
σπίτι όλο τα ίδια. Ο ένας αδελφός του ο Γιώργης, να λείπει, ενώ ο άλλος ο
Κωστής, νάναι κλεισμένος στο δωμάτιό του. Τι έκανε
μέσα; Αυτός ο ίδιος έλεγε, πως διαβάζει, ο Γιώργης όμως επέμενε να λέει, πως
κοιμόταν τον περισσότερο καιρό, για να μη αισθάνεται την έλλειψη της μάνας του!
Και ο
Γιώργης τάλεγε αυτά γελώντας, αλλ΄ ο Δημήτρης είχε
δει, πως ο Κωστής είχε αδυνατίσει κ΄ είχε χάσει ένα ρόδινο χρώμα, πούχε. Πάλι ο νους του πήγε στο κακό, που χτυπά τους αθώους
μέσα στο σπίτι κείνο, που πέφτει ατιμία, γρίνια, και φοβήθηκε και γι΄ αυτόν.
Και
ησυχία τρομαχτικιά μέσα στο μεγάλο σπίτι. Η αδελφή
του διάβαζε κάποιο βιβλίο, που της είχε δώσει επί τούτο, εύθυμο, κοντά στο
παράθυρο, τυλιγμένη σ΄ ένα θαλασσί βαθύ σάλι. Αυτός έμπαινε, έβγαινε
προσπαθώντας να δώσει κίνηση, θόρυβο στο σπίτι.
Πήγε και
στο δωμάτιο του αδελφού του και του χτύπησε. Που ν΄ ανοίξει!
— Δε
μπορώ, διαβάζω! τον άκουσε να του λέει.
Χτύπησε
πάλι, ότι κάτι θα τούλεγε. Τίποτα.
Άρχισε
κι αυτός να τραγουδά. Αλλά σε λίγο έπαψε. Θλιβερή του φάνηκε ν΄ αντηχεί η φωνή
του μέσα κει κι έπειτα το τραγούδι αυτό, του θύμισε τη μάνα του, που τ΄ αγαπούσε.
Στενοχωρήθηκε
πολύ και ήθελε να βγει, να τρέξει, μα πώς να κάνει, που θ΄ άφηνε μόνη την
αδελφή του.
Για το
βράδυ πάλι, αν και ήθελε να μην είναι στο τραπέζι, του ήρθε ντροπή να το κάνει,
και να φανεί ότι χτυπάει φανερά τη διαγωγή του πατέρα του, Για τούτο θα έμενε να
φάνε μαζί. Και σε μια στιγμή έδωσε δίκαιο στον πατέρα του. Αυτός είχε πάθει από
ζήλια και ζητούσε να εκδικηθεί!
Θυμήθηκε
και τη μάνα του, πως ήταν προ καιρού. Καλή και αγαθή νοικοκυρά, που μόνο το
σπίτι της κοίταζε. Μετά όμως; Μετά, ή καλύτερα μαζί με τον πλουτισμό του σπιτιού
και την κληρονομιά, που πήρε αυτή, έγινε παράξενη, φιλόνικη, και οι καυγάδες
που δεν ήξεραν στο σπίτι στις φτώχιες του, αρχίσανε ταχτικά να γίνονται. Καλό
φαΐ υπήρχε τώρα, καλό διαλεχτό, αλλά
πόσες και πόσες φορές δεν το φάγανε, ή αν τόφαγαν
ήταν αληθινά, όπως έλεγε ο πατέρας του, φαρμάκι!
Όταν ο
ήλιος έδυσε, χάθηκε, σκέφτηκε να πάει για λίγο έξω.
— Θα
βγεις; τον ρώτησε η αδελφή του, πούχε σηκωθεί
απ΄ το διάβασμα, κρατώντας ακόμα το βιβλίο στα χέρια.
— Όχι, όχι! της είπε
γρήγορα, γρήγορα. Μετανόησα!
Κι έμεινε.
Και όμως πως ήθελε να τρέξει, να πιει, να μεθύσει, να λησμονήσει!
Το βράδυ
ο πατέρας του, που στο τραπέζι κάθισε αντικρύ του, σα να μην υπήρχε τίποτα,
πάλι έκανε τα δικά του. Άμα έφαγε, πήγε μέσα στο δωμάτιό του, ετοιμάστηκε και
βγήκε έξω. Αυτή τη φορά όμως, τους χαιρέτησε. Πλησίασε στην πόρτα της
τραπεζαρίας, που καθόνταν όλοι σιωπηλοί, και τους
είπε μ΄ ένα χαμόγελο και με μια φωνή σαν περγελαστικιά,
ειρωνικιά, πούκανε το γιό
του το μεγάλο να ταραχτεί πολύ:
— Αντίο
σας!
Κι είχε
φορέσει αυτή τη βραδιά κ΄ ένα καινούριο πανωφόρι σταχτί και τόχε κουμπώσει ίσαμε κάτω.
Δεν είχε
κατεβεί τη σκάλα, και ο Κωστής σηκώθηκε ορμητικά κ΄ έφυγε απ΄ την
τραπεζαρία. Ο Δημήτρης νόμισε πως θα φώναζε τον πατέρα του, θα τούλεγε τίποτα αλλά τον άκουσε να διευθύνεται αλλού,
ν΄ ανοίγει την πόρτα του δωματίου του, και να την κλείνει έπειτα, δυνατά
πολύ. Σε λίγο σηκώθηκε κι ο Γιώργης σφυρίζοντας κι έφυγε.
Είδε ο
Δημήτρης την αδελφή του να τον κοιτάζει:
— Δεν
τους αφήνεις, της είπε κουνώντας το κεφάλι περιγελαστικά, αυτοί είναι όλοι για
δέσιμο εδώ μέσα!
Το άλλο
βράδυ ο πατέρας του δε φάνηκε στην ώρα του. Και η αδελφή του είχε κάνει κόπους
και κόπους για να ετοιμάσει φαΐ. Ώρες πάλευε γι΄ αυτό στο μαγεριό μέσα.
Αλλά και
ο αδελφός του ο Γιώργης κι αυτός δεν είχε φανεί. Περίμεναν ώρες και κανείς δε
φαινόταν. Επιτέλους βαρέθηκαν και σκεφθήκανε να φάνε. Πήγε τότε, αυτός και
χτύπησε την πόρτα του αδελφού του Κωστή, που πάντα, αν δεν του χτυπούσανε δεν
έβγαινε να φάει. Μπορούσε να μείνει κει μέσα κλεισμένος, νηστικός.
Και
βγήκε αυτός.
— Να
φάμε, του είπε ο Δημήτρης, αυτοί δεν ήρθανε! Τι θα πει! Εγώ πεινώ. Έπρεπε νάχουνε λίγο φιλότιμο!
— Μα μπορεί
να τους έτυχε καμιά δουλειά! του έκανε ο αδελφός του μ΄ ένα μικρό θυμό και
με μια κίνηση νευρικιά του κεφαλιού.
— Δεν
ξέρω γω! εγώ πεινώ!
Αυτός δε
μιλησε.
Είπε της
αδελφής του, που μέσα στο μαγεριό ήτανε, να φέρει το
φαΐ. Κι αυτή τόφερε. Αλλ΄ η αδελφή του, άμα καθίσανε και σερβίρισε το φαί, δε
θέλησε μπουκιά να βάλει στο στόμα της. Τη βίασε. Αδύνατο, δε μπορούσε να φάει,
δεν είχε όρεξη διόλου.
Αυτός
έσκυψε και άρχισε να τρώει γρήγορα. Είδε σε λίγο, με τρόπο, πως και ο Κωστής
έκανε σχεδόν το ίδιο, να μην τρώει. Η αδελφή του έμεινε με γυρμένο
στα πλάγια το κεφάλι, ακίνητη. Θύμωσε τώρα, γιατί του φάνηκε, καλά πια, πως τόκανε επειδή λείπανε οι άλλοι απ΄ το τραπέζι.
Είχε
όμως, τελειώσει, όταν του λέει δείχνοντας το στήθος της:
— Ξέρεις,
Δημήτρη, κάτι πόνοι μούρθαν εδώ, να εδώ, εδώ. Πωπώ! πολλοί, πολλοί! Θεέ μου! Και σηκώθηκε. Σηκώθηκε κι
αυτός τρομαγμένος:
- Να το!
σκέφθηκε, να το αυτό που φοβόμουνα!
Αυτή
έφερνε τα χέρια της στο στήθος κ΄ έλεγε:
— Θεέ
μου! σα να με σκίζουν!
Ο Κωστής
κίτρινος την είχε πλησιάσει κι αυτός.
— Για
πού; πού; τη ρώτησε.
— Εδώ,
εδώ! στον πνεύμονα!
— Μπα,
μπα, μπα! Όχι δεν είναι στον πνεύμονα, θάναι
απ΄ έξω!
— Να
πλαγιάσει!
— Ένα
ζεστό!
— Τρέξε
πάρε ένα συναπισμό! Θα της τραβήξει το κρύο!
— Θεέ
μου! σα να με σκίζουνε νύχια! Πω, πω!
— Άλλο
τούτο!
— Τρέξε
σου είπα να πάρεις ένα συναπισμό!
Ο
αδελφός του, και τον λυπήθηκε έπειτα που το σκεφτόταν, ωχρός, ξεσκούφωτος
όρμησε στη σκάλα.
— Να
πλαγιάσεις! Έλα, έλα! Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα, κανένα κρύο! Θα περάσει!
της έλεγε.
Στο
δωμάτιό της γρήγορα άναψε φως. Αλλ΄ η αδελφή του μόλις έκανε να γείρει
άρχισε πάλι τις φωνές. Της ήταν αδύνατο να πλαγιάσει, οι πόνοι δυνάμωσαν,
έγιναν τρομεροί, κάτι σα χέρι μέσα της, έλεγε, με μακριά νύχια τραβαούσε τα στήθια της, την ξέσκιζε…
Δεν
ήξερε τι να κάνει. Και πάνω σ΄ αυτό θυμήθηκε τη μάνα του έπειτα τον πατέρα
του:
— Και
κείνος λείπει ο καταραμένος! είπε.
— Μην
τον βρίζεις.
— Μη τον
βρίζω!
Κατόρθωσε
η αδελφή του να ξαπλωθεί στο κρεβάτι, χωρίς ν΄ απλώσει τα πόδια της. Αλλιώς της ήταν αδύνατο να
πλαγιάσει. Έτσι που την είδε, θυμήθηκε κάποτε ότι είχε διαβάσει, πως αυτή τη
στάση παίρνουν οι άρρωστοι...
Άκουσε
την πόρτα κ΄ έπειτα ένα γρήγορο ανέβασμα και ο Κωστής βιαστικός μπήκε:
— Πήρα!
έκανε λαχανιασμένος.
Της
έβαλαν το συναπισμό. Κ΄ έκαιε το σώμα της πολύ,
πολύ.
— Έχει
πυρετό! είπε σιγά στον αδελφό του, πηγαίνοντας κοντά του, κοντά στο κομμό, όπου
είχε σταθεί αυτός.
Ύστερα
δυνατά:
— Εγώ
πάω για τον πατέρα, να δω γιατί άργησε! Δε θ΄ αργήσω.
Ο
γιατρός είχε φύγει. Αυτοί καθισμένοι μένανε στην τραπεζαρία χωρίς να μιλούνε. Ο
Κωστής βρισκότανε στο δωμάτιο της αδελφής του, που ψηνόταν από πυρετό τρομερό.
Ο άνεμος έξω φυσούσε δυνατός. τον άκουσε να φυσά και μαζί δυο φωνές στρίγγλικες σα νάχαν έρθει μαζί
του πάνω στη ράχη του καθισμένες, στρίγγλες.
Ο
Γιώργης διάβαζε εφημερίδα. Ο Δημήτρης τρίβοντας το μουστάκι του, καθότανε σε
μια πολυθρόνα, που συνήθιζε η μάνα του να ξαπλώνεται. Είδε ξαφινιά
τον πατέρα του να κάνει το ίδιο, την ίδια κίνηση, να τρίβει κι αυτός το
μουστάκι του, κ΄ έπαψε. Απ΄ την ώρα πούρθε ο πατέρας του λίγα λόγια είχαν ανταλλάξει. Η σκηνή
της μπυραρίας, που τον βρήκε, δυνατά, μα δυνατά στο νου ερχόταν. Ο πατέρας του
καθισμένος στο μικρό καμαράκι με τη μισόγυμνη σχεδόν γυναίκα… Τα ποτήρια γεμάτα
μπύρα, πιάτα με φέτες σαλάμι, τυρί.
Και τον
ενοχλούσε η σκηνή αυτή τον ενοχλούσε. Τα μάτια της γυναίκας εκείνης, γαλανά με
βαμμένα τσίνουρα, λαγνά μάτια, τον κοιτάζανε καλά,
καλά. Είχε και τα μάγουλα λίγο βαμμένα. Η ροδαλή της σάρκα και το χώρισμα κείνο
των μαστών.
Στο
τέλος θύμωσε, γιατί του ερχότανε στο νου αυτή τόσο επίμονα, θύμωσε με τον
πατέρα του, και σηκώθηκε πειραγμένος, γιατί είδε, πως θύμωνε και από κάποια
ζήλια, για το γέρο πατέρα του, πούχε τη νέα κείνη,
και, που δίχως άλλο θάταν η γυναίκα, που τούχε πει.
Προχώρησε
στον υποσκότεινο διάδρομο και σιγά πήγε στο δωμάτιο
της αδελφής του. Ο Κωστής όρθιος με σκυμμένο κεφάλι, έμενε κοντά στο κομμό, όπου
πάνω υπήρχε μια λάμπα μικρή, που φώτιζε. Στο βήμα του Δημήτρη γύρισε και τον
είδε.
— Πώς
πάει; τον ρώτησε αυτός σιγά.
— Πώς να
πάει! του απάντησε ο Κωστής κι έριξε τα μάτια πάλι στο μάρμαρο του κομμού.
Ο
Δημήτρης στάθηκε λίγο είδε την αδελφή του, κι έφυγε πάλι πατώντας σιγά όσο
μπορούσε, με τα νύχια.
Στην
τραπεζαρία ο πατέρας του και ο αδελφός του χωρίς ν΄ αλλάξουν στάση. Κάθισε
πάλι στη θέση του.
Ο
πατέρας του τώρα, μίλησε κατεβάζοντας το χέρι του απ΄ το μουστάκι του:
— Ο
Κωστάκης θα μείνει ίσαμε τις τρεις; ρώτησε.
— Ναι,
μετά είμαι γω!
—
Κ΄ ύστερα γω! είπε ο αδελφός του.
Πάλι
σωπάσανε.
Κι έξω
ο άνεμος βούιζε, υψωνόταν άγριος, κουνούσε τη στέγη, τα παράθυρα, και μαζί.
λίγο μακριά, σα νάχε αφήσει τις δυο στρίγγλες σε
κάποια γωνιά του δρόμου, ακουγόταν η φωνή τους να κλαίει και να φωνάζει
θυμωμένη.
Πάνω
σ΄ αυτό η πόρτα του δρόμου χτύπησε δυνατά.
— Μα
ποιος νάναι τέτοια ώρα!
— Πριν
σηκωθεί ο Δημήτρης είδε σα σκιά να περνά γρήγορος ο Κωστής κι άκουσε τη φωνή
του να λέει:
—
Χτυπούνε!
Μείνανε
στις θέσες τους περιμένοντας.
Βήματα
έγιναν πολλά στη σκάλα. Ο πατέρας του σηκώθηκε, επίσης κι ο Γιώργης.
Στην
πόρτα της τραπεζαρίας μια γυναίκα με κατάμαυρα ρούχα παρουσιάστηκε και
τυλιγμένη σ΄ ένα σάλι μαύρο, που κρυβε το
πρόσωπό της. Τους κοίταξε για μια στιγμή, κ΄ ύστερα ξετυλίγοντας το σάλι,
είπε σοβαρά, δείχνοντας τη μορφή της:
— Σαν
την Ελισάβετ!
Οι
άνθρωποι οι γνωστοί, οι φίλοι, και οι συγγενείς είχανε σχεδόν φύγει. Το σπίτι
ερήμωσε, και μόνον η θλίψη πιο βαριά έπεφτε μαζί μ΄ ένα κενό, ένα κενό
όμως, που μέσα βρισκόταν η μορφή η αγαπητή που ’φυγε, που χάθηκε.
Η πόρτα,
η εξώπορτα, χτύπησε με κρότο κλείνοντας.
Ο
Δημήτρης ο Βίγκος τραβήχτηκε απ΄ το παράθυρο,
που απ΄ έξω, κάτω στο πεζοδρόμιο, στ΄ αυλάκι, ένα γνωστό του κόκκινο
σταμνί, βρισκότανε σπασμένο.
Η μητέρα
του είχε χαθεί στο δωμάτιό της. Ούτε είχε συνοδέψει τη νεκρή κόρη της. Και
κανείς δε μπόρεσε να τη βγάλει απ΄ εκεί, ούτε να πάει να τη φιλήσει για τελευταία
φορά.
Ο
πατέρας του κι ο αδελφός του Γιώργης βρισκόντανε μέσα στην τραπεζαρία,
μ΄ ένα φίλο παλιό, κουβεντιάζοντας. Και μιλούσαν πίνοντας καφέδες και κονιάκ,
τόνα πάνω στ΄ άλλο. Ο Κωστής είχε κλειστεί στο
δωμάτιό του.
Το
σκοτάδι δε θα βράδυνε να πέσει.
Ξαφνικά
μπήκε στη σαλίτσα ο Κωστής κίτρινος, ταραγμένος:
— Πάλι
φεύγει η μαμά! του είπε.
— Ε,
διάβολε! τότε δε θάναι καλά!
Και
μόλις βγήκε στο διάδρομο είδε τη μάνα του με κατάμαυρα ρούχα και τυλιγμένη
μ΄ ένα μαύρο σάλι, έτοιμη για να φύγει. Πίσω της η Λενιώ σήκωνε τη βαλίτσα
της.
— Μα πού
πας;
— Όπου
θέλω! Θα πάω να γυρίσω, να κλάψω τη μοίρα μου!
Βγήκε κι
ο πατέρας του, ο αδελφός του, ο φίλος τους. Τίποτα όμως. Στάθηκε αδύνατο να την
πείσουνε να μείνει.
Θα ΄φευγε, δε θ’ αργούσε πολύ, έπρεπε όμως να φύγει.
Μόνο για
μαρτύριο είχε γεννηθεί, τόξερε, ο δρόμος νάναι δρόμος μαρτυρίου, γι΄ αυτό γεννήθηκε!
Και την
άφησαν. Κι έφυγε σιγά μ΄ ένα χαιρετισμό ξερό και χωρίς ούτε να
στραφεί διόλου να τους δει, καθώς έβγαινε.
Ο Κωστής
τη συνόδεψε. Ήθελε και δεν ήθελε αυτή, της κόλλησε κοντά. Πήρε και λεπτά
απ΄ τον πατέρα για να την ακολουθήσει έπειτα κρυφά.
Ο
Δημήτρης είχε ταραχτεί κι αισθανόταν τον εαυτό του έτοιμο για νέα κλάματα.
Και αφήνοντας τους άλλους να μιλούνε για τη μάνα του και τη μανία που της είχε
έρθει ανέβηκε στην ταράτσα.
Του
φαινόταν το σπίτι κείνο νάχε ξεβιδωθεί,
ν΄ άρχιζε να χαλά, έτοιμο να διαλυθεί σε χίλια δυο κομμάτια.
Κι είχε καταλάβει καλά τη μάνα του, τι είχε. Στο
νου του ήρθε πάλι, κι έσφιξε τα δόντια του από θυμό, πως μπήκε την πρώτη
βραδιά, η μάνα του στο δωμάτιο της αδελφής του. Αφού είχε ξεπλέξει τα μαλλιά
της πρώτα, τάχε ρίξει στους ώμους της, σα να υπήρχε
πένθος, θάνατος, μπει μέσα.
Του είχε
φανεί τότε, που την παρατηρούσε καλά, πως ζητούσε να ευχαριστηθεί από λύπη, ν΄ απολαύσει τη λύπη, και ότι ζητούσε ακόμα κάτι
άλλο πιο δυνατό πιο κακό.
Τα
κινήματα που έκανε της απελπισίας ήταν σαν καμώματα ανθρώπου που παίζει μέρος
απελπισμένου, και το αισθάνεται, τ΄ αγαπά. Μα
και τα μαύρα, που φορούσε, δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα φορεί, γιατί το
πένθος του αδελφού της είχε περάσει από καιρό. Τα μάτια της στεγνά και ξερά σ΄ όλη την ασθένεια.
Τα λόγια
αυτά πάλι, πούπε, όταν έμπαινε, του ήρθαν στο νου,
του ξανάρθανε.
Αυτά του
είχανε δώσει όμως την αρχή του μυστηρίου γιατί η μάνα του ζητούσε να τρέχει σαν
έρημη. Είχε θυμηθεί πως η μάνα του από χρόνια είχε μαγευτεί απ΄ την ιστορία
μιας αυτοκρατόρισσας, που γύριζε, γύριζε, περιπλανιόταν. Κ΄ επειδή η αυτοκρατόρισσα
αυτή είχε λύπες, συμφορές, ήτανε βέβαιος, πια, το πίστευε, πως και η μάνα του ζητούσε,
επιθυμούσε να πέσουνε λύπες στο σπίτι της, συμφορές μεγάλες…
Και
τώρα; Η αδελφή του είχε χαθεί, η μάνα του γύριζε παίζοντας το μέρος της
αυτοκρατόρισσας, και ο πατέρας του θάτρεχε, σα νέος
άσωτος, σε γυναίκες και διασκεδάσεις. Αυτό τόχε
δείξει και στην ασθένεια της κόρης της που αργούσε πολλές φορές, βρίσκοντας
πρόφαση, πως είχε δουλειές. Πώς θα τελείωνε αυτή η ιστορία;
Και πάλι
νόμισε ότι είδε το σπίτι σα μηχανή που χαλάει και που διαλύεται, πέφτουν τα
κομμάτια της.
— Μα
γιατί, Θεέ μου, τι κατάρα!
Και όμως
δεν είχαν κάνει ποτέ σε κανέναν κακό, πάντα βοηθούσαν όσο μπορούσαν το φτωχό,
κοίταζαν το σπίτι τους, τη δουλειά τους.
Η
ανάμνηση της καλής ζωής, των καλών ημερών που ήρθε κ΄ είδε μέσα στο φως
της τραπεζαρίας, το γλυκό πρόσωπο της αδελφής του κάτι να διαβάζει και οι άλλοι
ν΄ ακούνε.
— Θεέ
μου, θεέ μου! έκανε και κινήθηκε δω και κει.
Και
κάτω, πέρα, τα φώτα του Πειραιά, λάμπανε και κουνιόντουσαν σα σημαιούλες φωτεινές, σημαιούλες φκιαγμένες από φλόγα, και πάνω αιματωμένος
ουρανός και κάτω βαμμένα απ΄ αίμα σύννεφα.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ Ν. ΒΟΥΤΥΡΑΣ