Στοιχειωμένη νύχτα

Τι καταραμένη νύχτα... στοίχειωσε κι η πόλη λες,
και στα ρημαγμένα σπίτια και στις άνανθες αυλές,
τα στοιχειά γλεντοκοπώντας, κρουταλούν τις πόρτες τους,
σαν φασίστες που περνούνε και χτυπούν τις μπότες τους.

 

Πάνω αφ' του σπιτιού τη στέγη, μ' ένα καύκαλο μωρού
πεθαμένου από την πείνα, φτιάχνει η Φρίκη μια μπουρού,
και φυσά και ζωντανεύει των πνιγμένων τις λαχτάρες,
τ' αγκομαχητά των γέρων, των μανάδων τις κατάρες,
και φυσά, κι από τη νύχτα που την έθαψε το χιόνι,
πιότερο η ψυχή στης Φρίκης τους αλαλαγμούς παγώνει.

Τα γυμνά κλαριά των δέντρων τρίζουν και στενάζουνε,

κι οι τριγμοί τους μες στη νύχτα με βλαστήμιες μοιάζουνε.


Τι καταραμένη νύχτα... Στοίχειωσε κι η πόλη λες,
κι απ’ τα κλειδωμένα σπίτια κι απ’ τις έρημες αυλές
άκουσε… σφυριές χτυπάνε, μακρινές και ρυθμικές,
σαν να σπάζουν αλυσίδες, σαν ν’ ανοίγουν φυλακές.

 

 

(Το πήρα από τη μελέτη «Φώτης Αγγουλές» του Γιώργου Σιδέρη).

 

Έκανα αντιπαραβολή με τον τόμο «Εκ νέου» σε επιμέλεια Γ. Μπλάνα (εκδ. Γαβριηλίδη) και συμπλήρωσα πολλούς στίχους που έλειπαν. Δεν θα συμφωνήσω με τη διόρθωση «στου σπιτιού» αντί για «αφ’ του σπιτιού» στον πέμπτο στίχο.

 

Από τη συλλογή Οπτασίες στην έρημο, Κάιρο 1943.

 



Επιστροφή