ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

   Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

   Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

   Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα

κόψι πίτα,

φάι κι ισύ,

                                                         δο μ΄κι μένα!

   Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω

βήτα – ψι

                                                                                 γάμα – χι…

   Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

   Ο Τσαπαδόντης δε λεγόταν έτσι πραγματικά, μα χρωστούσε το παρατσούκλι στα δόντια του, μεγάλα τάχα σαν τσαπιά. Θα ήταν κακόθωρος[1], φαίνεται, νομίζω πως είχε και κάποια κουτσαμάρα, έτσι που προκαλούσε την αποστροφή και τον τρόμο στ’ ανυπόταχτα της εποχής εκείνης παιδιά.

   Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολειό, τα μάζευε σ’ ένα παρεκκλήσι, απ’ αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα. Πιο τυχεροί ήταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαπαδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες[2]» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής.

   Η αλήθεια είναι πως τη φυσική φυγοπονία των ακαλλιέργητων μαθητών και την τάση τους γι’ ανταρσία μπροστά στον τύραννο παιδαγωγό, που η συναίσθηση της δυσμορφίας του τον έκανε ακόμα χειρότερο, αυτές όλες τις κακές προϋποθέσεις τις διευκόλυνε αρκετά κι η ανοχή των μανάδων με τις ανάγκες του σπιτιού. «Δεν το ’χω ’γώ το παιδί μου να μου το σκανιάζει ο αντίχριστος», έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο. Δεν τα πονούσαν μονάχα, τα χρειάζονταν κιόλας. Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους.

   Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους.

   Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο δάσκαλος ο Καράμπαλης, που υπηρετούσε στο γειτονικό χωριό, αν και καταγόταν απ’ αλλού, πέρα απ’ το ποτάμι. Δεν ξέρω πώς είχε ριζώσει εκεί κι έμεινε ως τα τέλη σχεδόν της ζωής του, συνταυτισμένος με τα λαδάσκια[3], με τους σπληνιάρηδες[4], όπως τους παραγκωμιάζαν οι δικοί μας τους κατοίκους αυτού του χωριού, επειδή είχε βρουτσίλια, μέρη πολύ νοτερά, και τους έπιαναν συχνά θέρμες, κιτρίνιζαν απ’ την αδυναμία. Κρυφοί όπως ήταν, γεμάτοι κρυψίνοια και αντιζηλία μεταξύ τους, είχαν ισόβιες διαφορές και ο δάσκαλος, κοντά στην κύρια υπηρεσία του, πρόσφερε κι άλλην, όχι λιγότερο σπουδαία γι’ αυτούς: να συντάσσει μηνύσεις. Ήξερε και τις σκάρωνε μια χαρά, έτσι που να μη μπορείς να ξεφύγεις από τις πλεχτάνες της δικονομίας του. Επειδή τον είχαν όλοι ανάγκη, καταφεύγοντας σ’ αυτόν με κάθε μυστικότητα, προσποιούνταν πως δεν ήξεραν ποιος ήτανε ο συντάχτης της μήνυσης του αντιδίκου και δεν τον πείραζαν αυτόν, τον είχαν σαν ένα είδος ουδέτερο έδαφος, βγάζοντας τα μάτια μεταξύ τους και μην απολείποντας ποτέ από τα δικαστήρια. Νομίζω μάλιστα πως ο δάσκαλός τους απασχολημένος να πλουτίζει τις γνώσεις του με τα πολύπλοκα της δικολαβίας, που έβρισκε κιόλας κάποια κρυφή ηδονή σ’ αυτά, δεν είχε καιρό, δεν τον τραβούσε να καταγίνεται με τη δασκαλική.

   Απ’ τις πολλές φορές που ερχόταν ο Καράμπαλης – Θεός σχωρέστον! – μουσαφίρης στο σπίτι μας και κουβέντιαζαν με τον πατέρα μου δίπλα στη γωνιά, κάποτε ο τελευταίος έφερε την κουβέντα γύρου σ’ εμένα που στεκόμουν περίεργος και άκουγα με σεβασμό, πρωτότοκος της φαμίλιας, πεντέξι χρονών. Ο Καράμπαλης, κιτρινοπρόσωπος κι αυτός σαν τους ξενοχωριανούς του, με κοίταξε μ’ εκείνο το κρύο του βλέμμα πίσω απ’ τα γυαλιά και για να φανεί, καταλαβαίνω, υποχρεωτικός με κάλεσε κοντά του. Πλησίασα όλο δισταγμούς, μ’ εκείνο το μίγμα συστολής και καμώματα που έχουν τα παιδιά.

   Ο Καράμπαλης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μολύβι και χαρτί, πήρε απ’ τη «θουρίδα[5]» μας ένα παλιό μεταφρασμένο Βαγγέλιο με πέτσινο ντύμα για ν’ ακουμπάει, και άρχισε τη μύησή μου στα θαυμαστά της παιδείας.

- Το βλέπεις αυτό που ζωγράφισα εδώ; Με τι μοιάζει; Δε σου πάει στο νου, ε; Να στο πω εγώ. Είναι σαν αγκίστρι, σαν αυτό που ψαρεύουν στο ποτάμι, τα ξέρεις. (Δε τα ’ξερα καθόλου, γιατί ο Άραχθος μας έρχονταν λίγο μακριά και δεν ψάρευε κανένας απ’ τους δικούς μου.) Αυτό λοιπόν – συνέχισε ο Καράμπαλης – είναι το ι, το γιώτα.

   Δεν τολμούσα όμως να τον ρωτήσω∙ ποιο ήταν απ’ τα δυο: το ι ή το γιώτα;  

   Έπειτα σχεδίασε ένα στρογγυλάδι.

-Αυτό πάλι με τι μοιάζει; (Πάλι δεν ήξερα, τα είχα σα χαμένα.) Αυτό είναι σαν την κουλούρα που ζυμώνει η μάνα σου (και μου έδειξε πραγματικά το ψωμί που ζυμωνόταν εκείνη τη στιγμή στο σκαφίδι.) Λέγεται ο, όμικρον. Τα δύο μαζί κάνουν ίο. Κατάλαβες;

   Ξεροκατάπια απ’ την αμηχανία μου.

-Πρόσεξε τώρα, συμπλήρωσε αμείλιχτος ο ζόρικος μουσαφίρης μας. Θα σου φκιάσω μια κουλούρα κι ένα αγκίστρι μαζί. Αυτό είναι το άλφα. Έχουμε λοιπόν και λέμε: ίο, ία… Πες τα κι εσύ. Έλα μη ντρέπεσαι.

   Το κεφάλι μου είχε γίνει σαν καζάνι, δε μπορούσα να σταθώ στα πόδια απ’ την ταραχή μου. Στ’ αυτιά μου σφυροκοπούσαν ακατανόητοι ήχοι: ίο-ία. Ανάθεμα τα γράμματα!

   Φαίνεται πως ο Καράμπαλης με λυπήθηκε, ή βαρέθηκε ίσως, και μ’ άφησε κείνη τη φορά.

 

   Όταν σε κάμποσο διάστημα ήρθε η εποχή να με στείλουν στο δάσκαλο, δεν ήθελα να πάω στην αρχή. Δάσκαλό μου θα είχα τον ίδιο τον Καράμπαλη, γιατί από έλλειψη δικού μας θα πήγαινα στο διπλανό χωριό, που το σκολειό του δεν ήταν και τόσο μακριά απ’ το σπίτι μου. Με χίλια βάσανα με κατάφεραν να πάω, γιατί φοβόμουν το δάσκαλο, φοβόμουν τα σκυλιά στο δρόμο, φοβόμουν και το λόγγο που θα περνούσα. Κι αν δέχτηκα, ήταν γιατί θα ’χα συντροφιά τη Λάμπρω της Ζωίτσας, πρώτη μου ξαδέρφη που θα έμενε στο σπίτι μας, επειδή το δικό της βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση για να πηγαινοέρχεται. Κι ήταν τότε η πρώτη κοπέλα που αποφάσιζε να πάει σε σκολειό και μάλιστα σε ξένο χωριό. Η παρακίνηση ίσως να προερχόταν απ’ τον πατέρα μου, γιατί ο δικός της έλειπε τότε στα ξένα.

   Η Λάμπρω, μεγαλύτερή μου στα χρόνια, ήταν και πιο προχωρημένη στα γράμματα. Εγώ, με όλη την προπαίδεια του πατέρα μου (που ταξιδεύονταν κι αυτός κατά διαλείμματα) θ’ ακολουθούσα τη μικρότερη τάξη: την πρώτη κατωτέρα.

   Από τότε λοιπόν ξυπνάγαμε μπονόρα[6], παίρναμε το μεσημεριανό μαζί μας, τρώγοντας και κατιτί, για να μη «μας έρθει νέκρα[7]» ως τότε, και ξεκινάγαμε μαζί με τη Λάμπρω περνώντας ρούγες και κουλούρια[8] και δασότοπο, ώσπου να φτάσουμε πέρα στο σχολειό.

   Το σκολειό δεν ήταν άλλο από ένα χαγιάτι εκκλησιάς. Δε θυμάμαι πια αν είχαν καθόλου θρανία, μα εμείς οι μικροί καθόμασταν απόξω στα πεζούλια και χαζεύαμε. Κανένας δεν ασχολούνταν μ’ εμάς, ο δάσκαλος δε μας έδινε καμιά σημασία. Ούτε μας διάβαζε, ούτε μας έβγαζε μάθημα. Θαρρώ μάλιστα που ούτε μας είχε καθόλου στο λογαριασμό του, δηλαδή περασμένους στον κατάλογο, που δεν εκφωνούνταν ποτέ. Καμιά φορά περνούσε από κοντά μας κανένας μεγάλος (και σ’ εκείνη την ηλικία η διαφορά των ετών δείχνει τεράστια) για να μας πετάξει κάνα πείραγμα απ’ το ύψος του αναστήματός του:

-Τι κάνετ’ αυτού, μωρέ κουκουτσέλια;

   Και ήμασταν αλήθεια σαν αλάλητα κοτόπουλα, προορισμένοι να θαυμάζουμε τα παιγνίδια των μεγάλων, τα τρεξίματα και τα κυνηγητά τους, που αυτοί σαν αληθινοί κοκόροι με γενναίο λειρί έδιναν μάχες μεταξύ τους και παράβγαιναν ο ένας με τον άλλον σε θαρραλέους αγώνες. Εμείς ζαρώναμε στην άκρη μας και τους κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό το στόμα.

   Κοιτάζαμε το Σταύρο του Λαμπράκη Χήρα, πρατάρη[9] απάνω στο βουνό, που του φώναζαν οι συνομήλικοί του «τσαπ! τσαπ!», σα να ’ταν τσάπος, τράγος μαθές κι όχι μαθητής, πώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια στην άκρη των ποδιών του, κρυφοτήραγε από τα σπασμένα τζάμια στον οντά, να ιδεί αν ξύπνησε ο δάσκαλος απ’ το μεσημεριανό ύπνο και του έριχνε πετραδάκια κρυμμένος, να τον ξαφνιάσει στον ύπνο του, ενώ κι ο ίδιος κι όλοι οι άλλοι από κάτω, ηθικοί συνένοχοί του, ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα ποδάρια με αλαλαγμούς.

   Έτσι περνούσαν οι μέρες μας, με χωρατά πιο πολύ, παρά με μαθήματα.

   Θυμάμαι κάποτε που ήμασταν απόξω στη λάκκα, κοντά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, εκεί που γινόταν ο χορός και το πανηγύρι κάθε Αηλιός, αφού ψελνόταν την πρώτη μέρα η λειτουργία απάνω στο βουνό. Είχε γίνει κάποια φασαρία κι ο δάσκαλος βγήκε να μαλώσει, να «μπατσαλιάσει» το πολύ, το Γληγόρη Κωσταγιώργο, παλικαρόπουλο απ’ το μαχαλά μας, που είχε δείρει έναν άλλον. Μα καθώς έτρεξε ο Καράμπαλης να πιάσει τον ένοχο, κάπως έκαν’ εκεί στο χλοϊσμένο γλιστερό χώμα και γλιστράει άξαφνα και πέφτει καταγής. Βάνουν τα γέλια τα παιδιά, ο δάσκαλος σκυλιάζει απ’ το κακό του.

-Πού θα μου πας, έλα δω! φοβερίζει το Γληγόρη, καθώς πολεμάει να σηκωθεί λασπωμένος.

   Μα εκείνος δεν είναι κουτός να κάτσει να πιαστεί, για να τον κλείσει ο Καράμπαλης στη φυλακή του.

   Με τις αλαφρές σεγκουνούλες του (γιατί ντυνόταν από τώρα σα βλαχάκι), με τις σβέλτες πατούσες του που δεν τις βάραινε από κάτω ποδεσιά, ρίχνοντας πίσω μια ύστερη ματιά και βλέποντας πώς είχε καταντήσει το δάσκαλο άθελά του, περήφανος εξάλλου για να δεχτεί μετάνοια και τιμωρία, έβαλε όλη του τη φόρα, γίνηκε άνεμος, έβγαλε φτερά και στάθηκε μόνο πέρα στο κονάκι του, ίσως κιόλας ούτ’ εκεί, παρά ψηλά στην Τζούμα, να πιάσει από τα τώρα το κλαρί, να κάμει γιατάκι το γράβο, εκεί που ηχούσαν πρόσχαρα τα κυπροκούδουνα απ’ τα γιδοπρόβατά του.

-Έχετε γεια, γράμματα, ψηφιά του διατάνου! Δε θα σκάσουμ΄εμείς τη χολή μας, δε θα το πάρουμε κρυφό μαράζι.

Τσοπανάκος ήμουνα,

φλογερίτσα λάλαγα…

 

 

 

 

 

ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 

   Δύστυχα χρόνια είχαν πλακώσει και τότε στον τόπο μας. Όλο πόλεμοι γίνονταν κι οι γυναίκες με τα παιδιά που έμεναν δίχως προστάτη περνούσαν μαύρες μέρες. Ο θείος μου υπηρετούσε από χρόνια στο μέτωπο. Αλλά και τον πατέρα μου τον είχαν καλέσει στην επιστράτευση με τις μεγάλες ηλικίες. Τότε έγινε ο αποκλεισμός, παρακοντά ήρθε κι η γρίπη που έστειλε πολλούς στον άλλον κόσμο. Η πείνα έκοβε τα γόνατα πολλών, ύστερα έρχονταν κι ο θάνατος να τους θερίσει.

   Εμείς τα παιδιά είχαμε μείνει σαν πρόβατα χωρίς τσοπάνο. Ποιος θα ’δινε σημασία σ’ εμάς; Οι μεγάλοι, που αυτοί δούλευαν κιόλας, έτρωγαν αλεσμένες αγριάδες. Κάποτε έστελναν στο μύλο και κότσαλα, γούτσια καλαμποκιού, που τ’ ανακάτευαν έπειτα με λίγο αλεύρι να ξεγελάσουν την αναφαγιά τους. Μάζωναν άγρια χόρτα με το σουγιά και τ’ αλεύρωναν βρασμένα. Αυτά μας έσωσαν, καθώς και το γάλα, απ’ την άνοιξη και πέρα, που το πασπαλίζαμε μ’ αλεύρι.

 

   Εκείνον τον καιρό, με τις επιστρατεύσεις, το χωριό μας είχε μείνει χωρίς δάσκαλο. Κι ούτε ήταν ελπίδα να ’ρθει κανένας από πουθενά. Μια μέρα όμως παρουσιάζεται, στα καλά καθούμενα, ένας νέος καλοντυμένος, σωστός λιμοκοντόρος, που δήλωσε στο μεσοχώρι πως ήταν δάσκαλος σταλμένος απ’ το Υπουργείο κι έβαλε να βαρέσουν την καμπάνα για να συναχτούν τα παιδιά.

   Κινήσαμε απ’ τους μακρινούς μαχαλάδες μας και πήγαμε να ιδούμε τον καινούριο δάσκαλο. Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε και δε θυμούμαι καλά. Πάντως η εντολή που έδωσε ήταν αυτή:

-Να πείτε στις μανάδες σας να σας δώσουν λεφτά για βιβλία. Οι μεγάλοι να πάρουν κι από ένα τετράδιο, οι μικροί από μια πλάκα να γράφουν. Όποιος δε φέρει λεφτά να του αγοράσω, δεν έχει να πατήσει στο σκολειό. Τ’ ακούσατε καλά; Έτσι να πείτε στις μανάδες σας…

   Όρισε και το ποσό, αρκετό για κείνα τα χρόνια, και θαρρώ ίδιο για όλους, ξεκομμένη ταρίφα. Πήγαμε στα σπίτια μας, επιμείναμε στις γυναίκες και κείνες, απ’ τις οικονομίες που είχαν κάμει πουλώντας αυγά στο γυρολόγο, αντίς ν’ αγοράσουν κερί για την εκκλησιά ή μαντήλια για το κεφάλι τους, μας έδωσαν τα λιανώματα[10] δεμένα καλά σε κανένα ρεντζοπάνι, να μην τα χάσουμε στο δρόμο, κι εμείς τα παραδώσαμε σχεδόν μ’ ευλάβεια στο νεόφερτο δάσκαλό μας.

   Εκείνος κατέβηκε στο παζάρι, στη Φιλιππιάδα, ν’ αγοράσει μόνος του τα όργανα του φωτισμού μας, αλλά έκαμε καλά και δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Περιμέναμε δυο τρεις μέρες, περιμέναμε μια βδομάδα να έρθει ο δάσκαλος και τότε κατάλαβαν οι χωριανοί πως ο δάσκαλος ήταν απατεώνας, απ’ αυτούς που μαζεύουν τα λεφτά του κοσμάκη με ψευτιές. Πρωτύτερα όμως δε βρέθηκε κανένας που να του κόβει λιγάκι, για να ζητήσει απ’ τον ψευτοδάσκαλο το διορισμό του ή άλλο χαρτί, πώς τον λένε τουλάχιστο. Τόση αθωότητα βασίλευε ακόμα σ’ εκείνα τα χωριά.

 

   Αφού κάηκαν οι χωριανοί μου απ’ τον ξένο, αποφάσισαν να βάλουν δικό τους άνθρωπο στο σχολειό, έστω με λιγότερα γράμματα. Διάλεξαν λοιπόν ένα παιδαρέλι, το γιο του Κώτσιου Παπά, αγγόνι του παπα-Γιωργάκη, που είχε μάθει κάμποσα απ’ τον παπούλη του, καθώς κι απ’ τον πατέρα του, που έκανε τον αριστερό ψάλτη στην εκκλησία μας, βοηθώντας τον παπά στη λειτουργία. Κάτι κανόνισαν να του δίνουν, σε είδος νομίζω, «γέννημα», παραπέρα στις σοδειές, μαζί με το παπαδικό[11].

   Έτσι ο Γιώργος του Κώτσιου Παπά ανάλαβε τα καθήκοντα του δασκάλου. Θα ’ταν ως δεκαοχτώ δεκαεννιά χρονών, αλλά το ψηλό μπόι τον έκανε να φαίνεται στα μάτια μας πιο μεγάλος. Εξόν απ’ το ανάστημα επιβαλλόταν με τη δυνατή του φωνή, με τους απότομους, ζωηρούς τρόπους του και με τα κατσαρά του μαλλιά που ξεπετιόνταν σαν του τσαλαπετεινού.

   Όλα αυτά τα προσόντα χρειάζονταν εκεί με το παραπάνω, γιατί αλλιώς θα του έπαιρναν τον αέρα οι μαθητές του, που μερικοί απ’ τα ψηλώματα, τη συνοικία του βουνού, τον έφταναν στα χρόνια και στην αξιάδα. Γι’ αυτό ο νέος δάσκαλος φυλαγόταν να μην απλώνει χέρι απάνω τους, ούτε να τους αποπαίρνει στα βρισίδια, παρά όταν έρχονταν αδιάβαστοι (κι αυτό γινόταν συχνά), προτιμούσε να δίνει τόπο της οργής του μπροστά σ’ εκείνους τους ανυπόταχτους γιδοβοσκούς. Απεναντίας μάλιστα προσπαθούσε να τους καλοπιάσει, επιζητώντας τη συμμαχία τους κι εξαντλώντας την αυστηρότητά του σ’ εμάς τους μικρούς.

-Ε, χοντροκέφαλοι! μας φώναζε. Εσείς θέλετε ξυλιές για να γιομίσει το ξερό σας…

   Στις μικρότερες τάξεις έβανε από έναν μεγάλο μαθητή, είδος επόπτη, είδος σωφρονιστή, με απεριόριστα δικαιώματα στην τιμωρία των μαθητών. Αυτοί οι ανεξέλεγκτοι τοποτηρητές μάς άστραφταν σφαλιάρες, «ασφανταλιές», «πισωκεφαλιές» για το τίποτε. Οι «φούσκοι» και οι «μπάτσες» ήταν η κυριότερη ένδειξη του βαθμού και της εξουσίας τους. Μονάχα ένας δε μας έδερνε άδικα, κι αυτός ήταν ο ταχτικός βοηθός του δασκάλου, ο επιμελής μαθητής του. Είχε μια έκφραση νοημοσύνης στο πρόσωπό του, κι αυτόν, μπορεί να πει κανείς, τον σεβόμασταν.

 

   Μα ο δάσκαλος δε μας έδινε και τόσες ευκαιρίες για σεβασμό. Εκεί μέσα στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, που είχε γίνει σκολειό μας, έβγαζε συχνά απ’ την τσέπη του μια κομμάτα ψωμί κατακίτρινη μπομπότα και ροκανούσε με όρεξη λύκου, βουτώντας κιόλας τις χαψιές, πριν τις καταπιεί, σ’ ένα στράτσο με ζάχαρη.

-Τι κοιτάτε μωρέ; Λίμα σας έπιασε; Να, τώρα που θα σας απολύσω, θα φάτε κι εσείς, θα περιδρομιάσετε…

   Τον ζηλεύαμε για τη ζάχαρη που έτρωγε, μας φαινόταν γλύκισμα από τα πιο ακριβά, γιατί εμείς το μεσημέρι, ανεβασμένοι στα παράθυρα του Αηνικόλα ή κουρνιασμένοι στα γύρω τσουγκάρια, δεν είχαμε για προσφάι παρά ή αρμυρή πρέντζα[12] σε φύλλα κουτσουπιάς ή λίγα στεγνά φασούλια, «γρίλια», ή κρεμμύδια ψημένα στη χόβολη ή τέσσερες πέντε «κοκόσιες», καρύδες που τύχαινε να ’ναι και μισοσάπιες ή «κουστενίκες», δηλαδή δύσκολα έβγαινε το «σούμπρο» τους, η ψίχα. Αυτές τις πραμάτειες τις είχαμε στο μάλλινο σακούλι μας, στο «τσατσούλι», σε πάνινο χώρισμα στην άκρη, για να μη λερώνονται τάχα τα βιβλία.

   Ο δάσκαλος είχε φίλους, συνομηλίκους του, που συχνά έρχονταν να τον ζητήσουν απάνω στο μάθημα. Κάτι του λέγαν σιγά, έπιαναν τα γέλια κι εκείνος γυρνώντας σ’ εμάς έλεγε με σοβαρό ύφος:

-Εγώ έχω λίγη δουλειά τώρα. Διαβάστε μόνοι σας αρθιμητική (έτσι το πρόφερνε) κι όσοι έχετε μολύβια ζωγραφίστε τον Αηγιάννη τον Πρόδρομο… (μας έδειχνε την εικόνα στο τέμπλο).

   Σε τέτοιες στιγμές βιάζονταν πάντα να φύγει με την ανυπόμονη παρέα του, τον Κίτσο Καρά, τον Κώτσιο Μπατσή και τους άλλους. Η «λίγη δουλειά», που προφασίζονταν πως είχε, δεν ήταν άλλη από τα χαρτιά! Πήγαιναν παραπάνω στο μαγαζί και παίζαν κολτσίνα ή ξερή. Το χαρτοπαίγνιο άλλοτε βαστούσε λίγο (η πρώτη, η δεύτερη κι η «καλή» για να τα «πατσίσουν»), άλλοτε κράταγε μια ώρα και παραπάνω. Στην τελευταία περίπτωση οι επιμελητές λάβαιναν εντολή να μας βγάλουν διάλειμμα, για να ξεχυθούν οι περισσότεροι σαν ακράτητα κατσίκια κλεισμένα στο μαντρί, ν’ απολυθούν στα γύρω χωράφια και στα υψώματα διψασμένοι για τρέξιμο και για παιγνίδι.

   Οι πιο μεγάλοι, οι «βουνίσιοι» - αυτοί που ξεχώριζαν από μας, γιατί φορούσαν ανοιχτές, βλάχικες «μανίκες» και άσπρα σαλβάρια σαν τους πατεράδες τους, με κανένα μαχαιράκι κρυμμένο στη ζώνη – για να μένουν ξέμακρα απ’ τους άλλους, σα νταήδες που ήταν, έπιαναν ένα βραχάκι απέναντι απ’ την εκκλησιά, σαν υποψήφιοι κλαρίτες[13], και τα ’λεγαν, μοναχοί τους. Αν ζύγωνε κανένας δήθεν τυχαία εκεί κι έστηνε τ’ αυτί του για λίγο, θ’ άκουγε πως σχεδίαζαν ζωοκλοπές – κατά το πρότυπο των «τρανότερων» - ή (ποιος θα το πίστευε σήμερα;) καμιά απαγωγή χωριανής που τους χτύπησε στο μάτι.

   Έκανε πολύ καλά λοιπόν ο δάσκαλός μας και δεν άνοιγε λογαριασμούς μ’ αυτούς  τους επίφοβους μακρομάλληδες. Περνούσαν όμως και χατίρια σ’ αυτόν.

-Δάσκαλε, δάσκαλε, σήκωνε το δάχτυλό του κάθε δειλινό, την ώρα που ακουμπούσε ο ήλιος στη ράχη, ο Περικλής Τσουλογιάννης.

-Τι θέλεις;

-Να πάω στα στεφάνια για τα γίδια.

-Σύρε.

   Τα «στεφάνια» ήταν οι απότομοι γκρεμοί που υψώνονταν απάνω απ’ το χωριό. Εκεί έβοσκαν τα γίδια του μικρού Περικλή κι έπρεπε να πάει κάθε απόγεμα ο ίδιος να τα κατεβάσει. Μπορούσε να φύγει αργότερα, μα ζητούσε την άδεια από τρεις ώρες μέρα, για να γλιτώσει και το μάθημα με την ευκαιρία.

   Σε άλλους πότε επέτρεπε ο δάσκαλος να φύγουν και πότε όχι, ανάλογα με τις διαθέσεις του. Μα για τον Περικλή έκανε πάντα εξαίρεση, επειδή ήταν συγγενής του και επιπλέον του πήγαινε κάθε τόσο αυγά∙ το κρατούσε όμως κρυφό, για να μην το μάθουν οι άλλοι και γίνει τυχόν στον ίδιο ζημιά.

   Σε μια ειδική περίπτωση έδινε ο δάσκαλος μόνος του άδεια.

-Λεωνίδα! καλούσε μπροστά σ’ όλους το Γκοτζιά, τον πιστό μαθητή του, τον έξυπνο και καλό. Σύρε να ετοιμάσεις τα καλάμια και να βγάλεις σκουλήκια…

   Ξέραμε τότε πως σε μια ώρα το πολύ θ’ απολούσε κι εμάς απ’ το σκολειό. Τα σκουλήκια που έλεγε ήταν για δόλωμα και τα καλάμια για ψάρεμα στο ποτάμι. Ο δάσκαλος είχε συνήθεια να ψαρεύει, αφότου λαγάριζαν τα νερά, μαζί με το μαθητή του, θυμίζοντας – σ’ αυτό μονάχα – το Χριστό.

 

   Μα στους αδύνατους δε φερνόταν καθόλου ιπποτικά.

   Είχαμε ένα συμμαθητή που ήταν τραυλός, δε μπορούσε να τα προφέρει όλα καθαρά. Ο δάσκαλος έφερνε και το μεγάλο του αδερφό, το Γιαννούλη, κολίγα στα χαρτιά, να κάνουν γούστο μαζί:

-Πώς σε λένε; ρωτούσε το μαθητή, τάχα πως δεν ήξερε τ’ όνομά του.

-Άμπη… πρόφερνε εκείνος κατακόκκινος, μη μπορώντας να πετύχει το «Λάμπρη».

-Για πες λύκος.

-Ύκος.

-Όχι ύκος, μωρέ! Λύκος! Λύκος να σε φάει!

-Ύκος σι φάει…

-Εμένα, βρε χαμένε!

   Έκαναν τότε πως θύμωναν, τον έβαναν να το ξαναπεί και δώσ’ του γέλια από μεγάλους και μικρούς μαθητές και θαμώνες.

   Ένας άλλος μαθητής που του είχε προτίμηση να τον κακοποιεί ο δάσκαλός μας, ήταν κάποιος Δημητράκης της Ρίνας, μοναχοπαίδι χήρας. Αυτός έδινε και αφορμή με τις αταξίες του, κακομαθημένος απ’ το σπίτι, μα κι ο δάσκαλος είχε συνηθίσει, θαρρείς, να τον δέρνει κάθε μέρα. Εκείνος βέλαζε, ρέκαζε, ούρλιαζε, γινόταν κυνηγητό μεταξύ δασκάλου και μαθητή μέσα στο σκολειό, σηκώνονταν όλοι στο ποδάρι, οι φωνές έφταναν όξω, πέρα, ώσπου από γειτονιά σε γειτονιά ροβολούσαν κάτω στα Λακκώματα, εκεί που καθόταν η μάνα του Δημητράκη, κι ερχόταν η ίδια η χήρα, τρεχάτη, αναμαλλιασμένη, φωνάζοντας το δάσκαλο «Γιούδα» απάνω στον τυφλό της θυμό, ίσα ίσα για να πάρει θάρρος με την παρουσία της κι ο εξαντλημένος απ’ τα κλάματα μοναχογιός της, που αδιάντροπα και περιγελαστικά έβγαζε τώρα τη γλώσσα στον αποσβολωμένο αντίπαλό του, ενώ εμείς οι άλλοι διασκεδάζαμε από καρδιάς μας σα να βλέπαμε απλέρωτο θέατρο.

   Άλλη μια φορά η ξαδέρφη μου η Λάμπρω, που εξακολουθούσε να ’χει ζήλο για τα γράμματα, έκαμε κάποιο λάθος στην προπαίδεια. Ο δάσκαλος δεν της συχώρεσε κι έβαλε όλη την τάξη να τη φτύσουν – συνηθισμένη τιμωρία για τότε. Όταν μάλιστα βρήκε το σωστό κάποιος από μικρότερη τάξη, θριαμβευτικά, ο δάσκαλος μάς έβαλε όλους πια να τη φτύσουμε.

   Η κοπέλα στάθηκε καταντροπιασμένη για να υποστεί την εξευτελιστική καταδίκη. «Τφου, τφου!» περνούσαν μπροστά της και φτύναν, μερικοί στο πρόσωπο, οι πιο πολλοί στον αέρα.

-Εσύ, τι στέκεσαι; με αποπήρε ο δάσκαλος βλέποντάς με δισταχτικό.

-Δε θέλω… μουρμούρισα σαν να διαμαρτυρόμουν για τον ανήκουστο εξαναγκασμό του.

-Άιντε γλήγορα, γιατί θα βάλω να φτύσουν κι εσένα! με φοβέρισε έτοιμος να προχωρήσει.

   Τι να ’κανα, πέρασα κι εγώ την αράδα μου, υποκύπτοντας σε μια ποταπότητα, ευχαριστημένος που δεν κηλιδώθηκα περισσότερο παρά μ’ ένα φτύσιμο στον αέρα, σαν τους πιο διακριτικούς.

   Από κείνη όμως την ημέρα μίσησα το δάσκαλό μας κι η Λάμπρω έμεινε στο σπίτι της, κοντά στη θεία μου, έχοντας διδαχτεί αρκετά απ’ το σχολειό κι απ’ την απονιά του στην τρυφερή εκείνη ηλικία.

   

  



[1] άσχημος στη θωριά, κακομούτσουνος

[2] κλίτσες γράμματα: λιγοστά γράμματα

[3] ασκιά που βάζουν λάδι, εδώ: άνθρωποι βρωμιάρηδες

[4] άρρωστος από ελονοσία που του μεγάλωσε η σπλήνα

[5] θυρίδα, εσοχή στον τοίχο που χρησιμεύει σαν πρόχειρο ντουλάπι

[6] πρωί πρωί

[7] λιποθυμιά

[8] απότομοι γκρεμοί, «στεφάνια»

[9] προβατοβοσκός

[10] κέρματα

[11] τα δοσίματα στον παπά

[12] τυρί αποβουτυρωμένο

[13] οι άνθρωποι του κλαριού, οι κλέφτες

 

 

2ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA