Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ

 

   Τι αέρας ανάποδος, ποια φουρτούνα οργισμένη τον έριξε εκείνον τον άμοιρο νησιώτη στ’ απόκεντρα, στ’ απάτητα χωριά μας, που έπρεπε να περπατήσεις εδώθε μια μέρα για να φτάσεις σε δημόσιο δρόμο; Εκεί, εξόν απ’ τους ντόπιους που ήταν ριζωμένοι στο χώμα τους σαν τα δέντρα και τα κοτρόνια του τόπου, κανένας ξένος δεν πατούσε ποτέ. Οι μόνες αρχές που μας είχε στείλει το κράτος ήταν η χωροφυλακή: κάτι Κρητίκαροι με φουσκωτές βράκες και μαύρο κεφαλοπάνι, με βούρδουλα στο χέρι, σ’ έπιανε τρόμος να τους βλέπεις, μόλο που οι περισσότεροι ήταν ήρεμοι ανθρώποι. Κοντά στους χωροφυλάκους γνοιάστηκαν τότε να μας στείλουν και δάσκαλο, αφού ο δικός μας, ο βαλμένος από την κοινότητα, είχε φύγει με τους κληρωτούς.

   Έτσι λοιπόν μας ήρθε ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης.

   Πού να ήταν τάχα, σε ποιο μέρος της γης, αυτή η Κεφαλονιά; Στο σχολειό μας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται μες στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, δεν είχαμε βέβαια χάρτη, ούτε ήμασταν τόσο πολύ προχωρημένοι στη Γεωγραφία, για να ξέρουμε πού έπεφτε αυτό το νησί. Όμως θα βρίσκονταν πολύ μακριά, στα πέρατα του κόσμου, αφού κανένας δικός μας δεν είχε φτάσει εκεί, ούτε άλλος από κει μας ξανάρθε ποτέ.

   Και να τώρα που ξεφύτρωσε στο χωριό μας τούτος ο Κεφαλονίτης.

   Ήταν άμαθος από τέτοια μέρη, δεν ήξερε καλά καλά να περπατήσει. Το χωριό μας έρχονταν κατηφοριά κι είχε όλο κακοτοπιές. Πριν από λίγα χρόνια βούλιαξε κιόλας και η εικόνα που θα παρουσίαζε σ’ έναν πρωτόφερτο δε θα ’ταν καθόλου ευχάριστη. Μέρες, βδομάδες έκανε ο καινούριος δάσκαλος να το συνηθίσει, γιατί, λέει, του ’ρχόταν σκοτούρα!

   Μα ήταν κι ένα άλλο χειρότερο που τον πιλάτευε κει στη μοναξιά. Τα παιδιά δεν άργησαν να το μάθουν και το λέγαν αναμεταξύ τους σα να μην το πίστευαν:

-Ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης σκιάζεται τα σκυλιά…

Και όποτε τον καλούσαν στα σπίτια, δίσταζε πολύ να πάει μουσαφίρης.

-Ε, ε! φώναζε από παραπέρα με τη συρτή, αστεία φωνή του. Δέστε το σκύλο σας να περάσω!

   Όλοι έκαναν γούστο, κρυφογελούσαν μαζί του, γιατί ο φόβος του φαινόταν αλήθεια κωμικός. Να βλέπεις έναν κοτζάμ άντρα με μπαστούνι στο ένα χέρι, με πέτρες στο άλλο, να στέκεται στην άκρη της ρούγας φωνάζοντας στις απορημένες νοικοκυράδες να δέσουν τα σκυλιά τους, τους φύλακες των σπιτιών, που μονάχα όταν έπαιρναν να ψωμώσουν οι ρόκες τα περιόριζαν με τριχιές μερικά, όσα είχαν το κακό συνήθειο να τρων, σαν τα γιδερά ή τις γελάδες, καλαμπόκια, και τώρα ετούτος να θέλει να βάλει τάξη στους ανθρώπους και στα ζωντανά, ε, αυτό ήταν ένα θέαμα, ένα άκουσμα που δεν είχε ξανασταθεί στα χωριά μας.

   Εμείς που ήμασταν ανήλικα ακόμα, λιανόπαιδα, μαξούμια, δε μας ίδρωνε τ’ αυτί από τέτοια. Τραβάγαμε ίσια στο σπίτι του αλλουνού, οπλισμένοι με πέτρα ή με ραβδί, μακάρι και να ’χε ζαβό σκυλί ή από κείνα τα μουλωχτά, τα κρυφόσκυλα, που σου ρίχνονται χωρίς να το περιμένεις. Ακόμα κι αν το παρακινούσε με προτροπές «πάρτο, μωρέ!» το παιδί του σπιτιού, θέλοντας να δοκιμάσει τη δική σου αντρειά, ήταν ζήτημα τιμής για σένα να μη σταματήσεις. Εξ άλλου είναι παρατηρημένο από όλους πως το σκυλί κυνηγάει μονάχα όποιον το φοβάται. Αυτό έχει τα δόντια, εσύ το ξύλο, το λιθάρι. Αλλά και να σε δαγκώσει λίγο, τι θα πάθεις; Θα τρέξουν κάμποσες στάλες αίμα.

   Μα ο Κεφαλονίτης, μ’ όλα τα γράμματα που είχε μάθει, αποδειχνόταν ανήξερος σ’ αυτά, κατώτερός μας.

-Να προσέχετε από τους σκύλους, μας συμβούλευε κι εμάς σοβαρά. Μπορούν να σας κάνουν κακό, πιάνουν λύσσα.

   Τόσα χρόνια δεν έπαθε κανένας από λυσσασμένο σκυλί και τώρα θα βάναμε τέτοια έγνοια στο κεφάλι μας; Άσ’ τον να λέει.

   Ο ίδιος, όποτε πήγαινε σε σπίτι, ακολουθώντας πάντα κανέναν χωροφύλακα ομοτράπεζο ή τον ίδιο το νοικοκύρη για οδηγό, έβανε πάντα να δέσουν το «σκύλο» για όση ώρα θα έμενε κει, φοβόταν ακόμα και τα κουτάβια, που δεν ήξεραν ν’ αλυχτήσουν καλά, που κλάφνιζαν έτσι στον αέρα.

-Πωπώ, μαντρόσκυλα! έλεγε για τα πιο συνηθισμένα, τα πιο άκακα σχεδόν.

   Για να μην έχει μπερδέματα μαζί τους, προτιμούσε να κάθεται στην κατοικία του, στο κέντρο του χωριού, δίπλα απ’ την αστυνομία και τα μαγαζιά, εκεί που δεν είχαν βέβαια καμιά θέση τα σκυλιά, εκείνα είχαν τη δουλειά τους, το καθένα κοντά στο κονάκι του.

 

   Ακούγοντας όμως για κατοικία του δασκάλου, μην πάει ο νους σας σε τίποτε το ξεχωριστό! Κοιμόταν απλούστατα μες στο σχολειό, δηλαδή στο παρεκκλήσι, επειδή κανένα σπίτι στο χωριό δεν είχε διαθέσιμη κάμαρα να του παραχωρήσει. Έτσι κι αυτός το έπιασε στα δυτικά της εκκλησιάς, στην απάνω μεριά, το «γυναίκειο», όπου ανέβαινε κανείς με τρία τέσσερα σκαλοπάτια. Στην πλακόστρωτη εκείνη εξέδρα, να πούμε, είχε ένα κουτσοτράπεζο, χωρίς συρτάρι, για γραφείο, μ’ ένα σκαμνί απ’ το μπακάλικο για κάθισμα και κάτι παλιοσάνιδα παραπέρα, με κοτρόνες από κάτου, που του χρησίμευαν για κρεβάτι. Ο πρόχειρος κοιτώνας του με όλο το νοικοκυριό – μια τέντζερη κι ένα καπάκι, καθώς και το τσουκάλι για νερό – ήταν εκτεθειμένα στην κοινή περιέργεια.

   Όταν του πηγαίναμε καμιά φορά απ’ το σπίτι μας γάλα «γλυκό», αβάρετο, σε καμιά μπουκάλα βουλωμένη με γούτσι, ο δάσκαλος μας έλεγε:

-Άδειασ’ το μέσα στο πιάτο!

   Λέγοντας πιάτο εννοούσε ο καψερός το χαλκωματένιο καπάκι.

-Εσύ δεν είσαι για γράμματα, έλεγε πάλι σε κανέναν αμελή. Θα πω του πατέρα σου να σε στείλει να φυλάς γουρούνια…

   Μα από γουρούνια εμείς δεν είχαμε ιδέα, δεν είχαμε δει στα μάτια μας ποτέ, γιατί τέτοιο ζώο δεν το σήκωνε ο τόπος μας, δεν είχε με τι να το θρέψει. Μας ήταν αρκετή τιμωρία το να φυλάμε τα γίδια, όπου μας έστελναν οι δικοί μας, όποτε δεν είχαμε μάθημα.

 

   Ο δάσκαλός μας όμως είχε κι άλλες παραξενιές, λόξες με το σωρό.

   Μια μέρα με τ’ απόβροχο μας είδε στο διάλειμμα σκορπισμένους εκεί γύρω, στα χωράφια και στις μεγάλες πέτρες. Του κινήθηκε η περιέργεια, ήθελε να μάθει γιατί σκύβουμε έτσι.

-Μαζώνουμε μπομπόλια, δάσκαλε! τον πληροφόρησε κάποιος.

   Στην αρχή μόρφασε μ’ αποστροφή, γιατί πήγε ο νους του αλλού, στα «σαλίτια» που λέμε εμείς, στους σιχαμένους γυμνοσάλιαγκους. Μα όταν του πήγε ένα δείγμα κι είδε πως πρόκειται για σαλιγκάρια με τα στριφτά καβούκια, αλλάζοντας έκφραση και γνώμη, μας έβαλε να του βρούμε κι αυτουνού. Τα παιδιά σκόρπισαν αμέσως με χαρούμενους αλαλαγμούς, περίεργα να ιδούν τι θα κάνει ο δάσκαλος. Ήταν φανερό πως δεν τα ’θελε για πετροβόλημα, όπως τα μαθητούδια, ούτε για να τους τσακίζει ανώφελα τα τσόφλια, όπως έκαναν εκείνα με την παιδιάτικη αναισθησία τους. Ο δάσκαλος είχε άλλο σκοπό, ούτε λίγο ούτε πολύ θα τα έτρωγε.

-Θα τα κάμω γιαχνί, μονολογούσε χωρίς εμείς να καταλαβαίνουμε τη σημασία.

   Κι όταν τα παιδιά άδειασαν τις τσέπες τους εκεί στο πλακόστρωτο, μπρος στην έδρα ας πούμε, τα σαλιγκάρια, αφού ξεφοβίστηκαν, πρόβαλαν τα κεφάλια τους, τέντωσαν τα κέρατά τους και αγαθά, ανυποψίαστα, άρχισαν να σκαρφαλώνουν θεαματικά στους τοίχους, στον πίνακα, σημαδεύοντας το πέρασμά τους μ’ εκείνο το σάλιο, την κόλλα.

   Εμείς από τα θρανία κοιτάζαμε απορροφημένοι, χωρίς να προσέχουμε τη διδασκαλία, ενώ κάθε τόσο σηκωνόταν κάποιος από μόνος του να τα «στομώσει», να τα γυρίσει πίσω μη φύγουν, σαν τα γίδια.

   Κρίμα μόνο που δεν τον είδαμε να τα μαγειρεύει. Αυτή τη δουλειά την έκανε το βράδυ, όταν έμενε μόνος του στο σκολειό.

   Το φαΐ το ετοίμαζε πάντα με τα χέρια του, αναθέτοντας σ’ εμάς μόνο να του ζυμώνουμε το ψωμί, με δικό του αλεύρι, σμιγό ή ανεβατό… Μύριζε ωραία κείνο το ψωμί μες στον τορβά μας, φουσκωμένο, αφράτο, μόλις βγαλμένο απ’ το ταψί, ενώ το δικό μας το «λειψό», από σκέτο καλαμπόκι, ψημένο κατευθείαν στην πλάκα της γωνιάς, δεν είχε τίποτε το ζηλευτό. Μαζί με το ψωμί του πηγαίναμε και τίποτε δώρα απ’ το σπίτι μας: κανένα ζευγάρι αυγά ή κάμποσα φελιά πίτα ή χλωρό τυρί όσοι είχαν, και πιο σπάνια κανένα ποδάρι από λαγό, τα παιδιά των κυνηγών. Όχι, δε στερεύονταν τίποτε ο δάσκαλος σ’ εκείνα τα φιλόξενα μέρη. Αν έτρωγε μπομπόλια ή άλλες αφυσικιές το ’κανε από κεφαλιού του, από ξωπαρμάρα[14].

 

   Άλλη μια μέρα μας είδε απ’ το σκολειό αντίκρυ στη ρίπα, στο άδεντρο μέρος που κυνηγιόμασταν πετώντας ο ένας απάνω στον άλλον κατιτί. Επειδή αργήσαμε κιόλας να φτάσουμε, ζήτησε να μάθει τι ήταν εκείνο.

-Ένα πουλί, του απάντησε κάποιος τολμηρός απ’ την παρέα. Το σκότωσε ο Νάκος Νάσιος στον αέρα και μας το ’δωσε να παίξουμε. Δεν τρώγεται.

-Και πού ξέρει ο Νάκος Νάσης αν δεν τρώγεται; τον ακούσαμε να μουρμουρίζει. Έτσι στραβά τα έλεγε πάντα, και τα ονόματα των χωριανών και όλα.

   Χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε έναν από μας να του φέρει το πουλί πέρ’ απ’ το λαγκάδι, όπου το είχαμε πετάξει. Άργησε κάμποσο ο μαθητής, ίσως κι επίτηδες, για να γλιτώσει το μάθημα. Όταν γύρισε με το πουλί, ο Κεφαλονίτης το πήρε, το κοίταξε, το γύρισε από δω, το εξέτασε από κει, το απίθωσε απάνω στο τραπέζι, άνοιξε ένα βιβλίο – Ζωολογία, φαίνεται – και με ύφος ειδικού αποφάσισε:

-Αυτό τρώγεται. Γίνεται ωραίο στιφάδο…, πρόσθεσε πιο σιγά.

   Την τελευταία λέξη δεν την καταλάβαμε πάλι, αλλά μας έφτανε η απροσδόκητη ανακάλυψή του για το πουλί που δεν το ’χε σε τίποτε να το φάει.

   Γυρίζοντας στα σπίτια μας το αναφέραμε του μαχαλιώτη μας του Νάκου Νάσιου, που κάθονταν απάνω στο δρόμο κι εκείνες τις μέρες ήταν με λίγη άδεια στο χωριό, στρατιώτης ακόμα με τους άλλους.

   Εκείνος κούνησε το κεφάλι του:

-Φαίνεται πως ο δάσκαλός σας δεν έχει σπυρί μυαλό. Και τι γράμματα καρτερείτε να μάθετε απ’ αυτόν; Αμ εκείνο ήταν μπουφογέρακο, δεν τα γνωρίζω εγώ; Αλλά τέτοιοι είν’ οι Κεφαλονίτες, έχουμε κι έναν στο λόχο μας, φλογέρα το κεφάλι…

   Απάνω σ’ αυτό παραδέχτηκε πως υπάρχουν αλλού άνθρωποι που τρων ακόμα και μαγαρισμένα.

-Οι Ιταλοί, μας είπε με ύφος πολύξερου, κοσμογυρισμένου (είχε φτάσει με τις μετακινήσεις του στρατού ως τη Μακεδονία), οι Ιταλοί – μακριά από δω – τρώνε και φίδια και γκουστέρες[15] και μπακακάκια…

   Και μιλώντας για τα βατράχια, που ζούνε στους βρώμικους λάκκους σα να είχαν αγγίξει  κιόλας το στόμα του, σα να του λέρωσαν τη γλώσσα, έφτυσε καταγής μ’ αηδία:

-Διατανοσπάρματα, καταλαβαίνετε, μας εξήγησε αόριστα.

 

Αρχίσαμε να βλέπουμε μ’ άλλο μάτι, σαν είδος μασόνο, το δάσκαλό μας που έτρωγε μαγειρεμένα σαλιγκάρια, που δειπνούσε με μαγαρισμένα πουλιά. Παρόλο που δεν ήταν νευρικός, ούτε και μας χτυπούσε συχνά, θα προτιμούσαμε να έχουμε έναν δικό μας, ντόπιο, που να τον νιώθουμε κι ας μας έδερνε.

 

   Στο μεταξύ εκείνος, αποκλεισμένος σχεδόν εκεί στο μεσοχώρι, μη θέλοντας να πίνει ρακί στα μαγαζιά με τους χωριανούς μας, μην πολυκάνοντας παρέα ούτε τους γειτόνους του χωροφυλάκους, αποφεύγοντας να πηγαίνει και στα σπίτια απ’ το φόβο των σκυλιών, που φάνταζαν στα μάτια του σαν τρομερά θηρία, καθόταν κλεισμένος εκεί στην έρημη κόχη της εκκλησιάς, μπροστά στις αμίλητες σκυθρωπές εικόνες, ανάμεσα στην τέντζερη που την έλεγε κατσαρόλα και στο καπάκι που το έλεγε πιάτο, ασυνεννόητος, απομόναχος και πικραμένος, με μόνη του ελπίδα τη μετάθεση (όταν θα ξεθύμωνε ή θα εξουδετερώνονταν ο ισχυρός διώχτης του που τον είχε πετάξει εδωπέρα), με μόνη του συντροφιά γι’ αυτόν τον παντάξενο, τη χρυσόφλογη, φλύαρη φωτιά που έκαιγε κοντά στον τοίχο μαυρίζοντάς τον ολοένα και σχηματίζοντας σωρό τη στάχτη.

   Ήταν η μοναδική μας υπηρεσία στο δάσκαλο, γιατί εμείς του κουβαλούσαμε κάθε πρωί, από υποχρέωση παλιότερη, κληρονομημένη σαν έθιμο, από ένα ξύλο ο καθένας, χερόξυλο, σα χοντρό παλούκι, ξερό κιόλας, διαλεγμένο απ’ τη στοιβανιά.

-Φέρετε τίποτσι και στο σταθμό, που να σας μπει ο διάολος μέσα! μας απόπαιρνε καμιά φορά ο Κρητικός νωματάρχης με τη γουστόζικη προφορά του.

   Μα εμείς κάναμε τον κουφό, γιατί η ηλικία που είχαμε μας απάλλασσε για την ώρα από κάθε ενόχληση της αστυνομίας.

   Οι μεγάλοι, αυτοί που τους είχαν ανάγκη – ας έκαναν καλά μαζί τους, ας τους κέρναγαν στο μαγαζί όσα ρακογυάλια τραβούσε η καρδιά εκεινών, όσο βάσταγε η τσέπη των δικών μας.

-Ίντα θαρρείτε, μωρέ κοπέλια του διαόλου! μας φοβέριζε ξανά ο σταθμάρχης, καθώς μας έβλεπε να περνούμε για το σκολειό, ακολουθία ροπαλοφόρων.

   Και κουνούσε από μακριά το βούρδουλά του, χωρίς όμως να μας αγγίζει με τη «χέρα» του ο εύθυμος βρακάς, έτσι για να συνηθίσουμε από τώρα στην ιδέα της εξουσίας.

 

 

 

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ

 

   Κάθε ξένος δάσκαλος που διορίζονταν στο χωριό μας φρόντιζε να φύγει το γληγορότερο από κει. Θα ’πρεπε να μην έχει κανέναν προστάτη ή να τον κυνηγάει κάποιος με πείσμα, για να μην μπορέσει να μετατεθεί κάπου αλλού. Και πώς να ζήσει αλήθεια ένας ξενοφερμένος σ’ εκείνα τα κακοτόπια, όπου οι άνθρωποι δε χόρταιναν ούτε ψωμί; Δάσκαλος απ’ άλλο μέρος δε μπορούσε να φάει τη δική μας μπομπότα. Γι’ αυτό έστελνε να του φέρουν «χάσικο», αγοραστό ψωμί, απ’ το παζάρι, μαζί με τους χωροφυλάκους. Μα ώσπου να το φέρει ο αγωγιάτης απ’ την Άρτα, το καρβέλι ξεραίνονταν στο δρόμο, γινόταν κεραμίδα. Έπειτα ήταν και το ζήτημα της κατοικίας, που δεν περίσσευε ακόμα δωμάτιο πουθενά, για να μείνει ο δάσκαλος.

   Στο μεταξύ ο πάρεδρος του χωριού μας, ένας γέρος βαθύς, παλιός μπακάλης, που του έστελνε μπιλιέτα ο βουλευτής και που κατέβαινε στην πολιτεία τρεις τέσσερις φορές το χρόνο, με το να διαχειρίζεται τα επιδόματα που έπαιρναν οι οικογένειες των στρατευσίμων, έπαιρνε, λέγαν, κι αυτός το μερίδιό του και φαίνεται πως είχε γλείψει τα δάχτυλά του, έβαλε κι έχτισε στη μέση του χωριού ένα μεγάλο οίκημα, κούλα[16] σωστή, μ’ ανώγια και κατώγια, το πάνω να ’ναι για σκολειό, το κάτω για μαγαζιά με την αστυνομία κολλητά και παραδίπλα το κοινοτικό γραφείο. Έτσι θ’ αφήναμε πια το παρεκκλήσι τ’ Αηνικόλα, εμείς τα μαθητούδια, και θα ’χαμε σκολειό της προκοπής με κανονικά παράθυρα και με καινούρια θρανία, όχι εκείνα τα παλιά, τα ξεγοφιασμένα, που τα ’χαμε σακατέψει χαράζοντάς τα βαθιά με τους σουγιάδες για να καμαρώνουμε τα ονόματά μας, άσε που είχαν γίνει χάλια κι απ’ τις χυμένες μελάνες, τις αγοραστές –βαφή «μαν’σακί»[17]- ή τις άλλες που κάναμε μόνοι μας με νερωμένη καπνιά ή στύβοντας «βιζιάδια», κάτι ζουμερούς σπόρους άγριων χορταριών.

   Εκείνη την εποχή μας ήρθε κάποιος δάσκαλος Παυλόπουλος, απ’ τα μέρη του Αιγίου νομίζω. Αυτός είχε φέρει μαζί και τη γυναίκα του. Αλλά εμείς δεν τη βλέπαμε καθόλου, γιατί προσκολήθηκε σ’ ένα σπίτι κάπου εκεί κοντά και δεν έβγαινε όξω, στους κακόστρωτους δρόμους που μοιάζαν με γιδόστρατες. Σε λίγον καιρό χάθηκε η άμοιρη, πέθανε απάνω στη γέννα της. Ήταν άμαθη από τέτοιον τόπο και δεν είχε κανένα να την κοιτάξει. Ούτε γιατρός βέβαια, ούτε μαμή βρίσκονταν εκεί γύρω. Οι δικές μας γυναίκες ήταν μαθημένες να κάνουν τα παιδιά μόνες τους, ακόμα κι όξω στα χωράφια, ούτε πάθαινε καμιά τους από λεχωνιά. Μα η άμαθη ξένη πλήρωσε με τη ζωή της τον ερχομό της στο χωριό μας.

   Από τότε ο δάσκαλός μας άφησε άκοπα τα γένια του, όπως συνήθιζαν κι οι χωριανοί σε χάσιμο δικού τους. Μα περιπλέον κόλλησε και μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του, που την έλεγαν «πένθος». Κι έγινε πιο κατσούφης απ’ ό,τι τον ξέραμε, κλείστηκε στον εαυτό του με πείσμα, μην ανοίγοντας το στόμα παρά μόνον για να μας κάμει μάθημα. Καμιά φορά προς το βράδυ έβγαινε για σεργιάνι τάχα, δώθε προς το λαγκάδι κι εκεί τον άκουγε καμιά περαστική γυναίκα να μιλάει μόνος του, όπως «ξενοκρένουν» τα παιδιά στον ύπνο.

-Πάει ο δάσκαλος, αποχοντριάστηκε! λέγαν. Έτσι παθαίνουν αυτοί με τα πολλά γράμματα…

   Άλλη βέβαια ήταν η αιτία της κατάντιας του και όχι τα «πολλά γράμματα», γιατί είναι ζήτημα αν ο Παυλόπουλος είχε πατήσει στο γυμνάσιο. Αλλά τότε δε μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο στοιχίζει σ’ έναν ευαίσθητο άνθρωπο ο χαμός της γυναίκας του, ούτ’ εμείς τ’ ανήξερα παιδιά, ούτε οι μεγάλοι που τον σχολίαζαν άπονα! Οι χωριάτες παρηγοριούνται εύκολα στα δυστυχήματά τους, η σκληρή ζωή δεν τους αφήνει να πάρουν κατάκαρδα τίποτε.

   Ο Παυλόπουλος ήταν ο πρώτος δάσκαλος που άρχισε να βαθμολογεί. Μας έπαιρνε τα τετράδια και μας έβανε βαθμό. Αυτό ήταν κάτι το καινούριο για μας. Έτσι φροντίζαμε ποιος να γράψει ομορφότερα, πιο καθαρά. Γινόταν μια ξεσυνέρια μεταξύ μας, ένας ανταγωνισμός που είχε αποτέλεσμα να συνηθίζουμε στην καλλιγραφία. Μονάχα οι σβαρνιάρηδες, οι ανεπρόκοποι του παρουσίαζαν μουντζούρες κι έπαιρναν «σχεδόν καλώς» ή «μετρίως». Μα εκείνους πάλι δεν τους ένοιαζε καθόλου, ούτε τον κοίταζαν καν το βαθμό.

 

   Ύστερ’ απ’ ένα χρόνο έφυγε ο Παυλόπουλος, πάντα κακιωμένος με το χωριό μας, όπου άφηνε θαμμένη τη γυναίκα του, και μας ήρθε ένας νέος δάσκαλος, απόφοιτος του γυμνασίου, απ’ τα μέρη μας κιόλας, αντίκρια απ’ τον Άραχθο.

   Ψόφια ψείρα! τον παράστησε με δυο λόγια κάποια γειτόνισσα που τον πρωτοείδε στην εκκλησιά την Κυριακή.

   Ήταν αλήθεια λιανός, ντελικάτος, με μια χλωμάδα στο πρόσωπό του. Κι οι χωριάτες αγαπούν να βλέπουν γεμάτους, ροδοπρόσωπους, αποφασιστικούς ανθρώπους, γιατί γι’ αυτούς υπάρχει μόνο εκείνο που φαίνεται: τ’ ανάστημα, η ομορφιά. Την ψυχή, το πνεύμα, ποιος να τα ιδεί!

   Μολαταύτα ο καινούριος δάσκαλος, για μας τουλάχιστο τους πιο μεγάλους, ήταν εκείνο που θέλαμε. Δεν έστελνε κάθε τόσο τους υποταχτικούς του να κόψουν βέργες απ’ τη γειτονική αγριλιά για να μας τις τσούζει στην απαλάμη, ούτε κρατούσε στο χέρι το χάρακα για να μας κοπανάει στο κεφάλι με το παραμικρό, ούτε μας τραβούσε «για ξεκώλωμα» τ’ αυτιά, ώσπου να βγάλουν αίμα, σαν τους προκατόχους του. Από τα πολλά που ήξερε ο ίδιος μας μάθαινε κι εμάς αρκετά, και μάλιστα μ’ ευχάριστο τρόπο. Ήταν μια χαρά να τον ακούς.

   Στη Ζωολογία π.χ. όταν φτάσαμε στον παπαγάλο, μας διηγήθηκε πως αυτός είχε δει ένα τέτοιο πουλί, το είχε η σπιτονοικοκυρά του, λέει (άκου κει όνομα: σπιτονοικοκυρά! – τι μυστήριο πάλι να ’ταν αυτό) κι ο παπαγάλος άνοιγε το στόμα του και μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή και ξεχώριζες λόγια καθαρά κι έλεγε της κυράς του, για φαντάσου:

-Παπαγάου, θέου (θέλω) καφέ!

   Αυτά μας φαίνονταν απίστευτα, πρωτάκουστα. Αχ, τι πράματα, τι θάματα που έχουν αυτές οι πολιτείες! Και τι σοφός, τι πολύξερος που ήταν ο λιγοκρέατος, αμούστακος δάσκαλός μας! Να μπορούσε να γίνει δάσκαλος κανένας, υπάρχει μεγαλύτερο αξίωμα στον κόσμο;

   Ο ίδιος ζωγράφιζε κιόλας ωραία στον πίνακα. Παίζοντας με την κιμωλία, χωρίς να πολυαργεί μας στάφνιζε[18] ολόκληρο κεφάλι ή άλογο με χαίτη ή αετό με φτερά, που τα κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό στόμα.

-Αντιγράψτε το κι εσείς, μας παράγγελνε.

   Μα το δικό μας το χέρι έσερνε αδέξια γραμμές δίχως γούστο, που δεν έμοιαζαν καθόλου ούτε με τ’ άλογο, ούτε με τον αετό του δασκάλου μας. Εμείς ήμασταν άξιοι μονάχα για κανένα νομό, που τον χρωματίζαμε ύστερα με μπογιές, μ’ εκείνα τ’ αγοραστά κοντύλια, αφού τον ξεσηκώναμε είτε με το μάτι, υπομονετικά, είτε απ’ το χάρτη κρυφά, βάζοντας από κάτου ένα γυαλί.

   Καταλαβαίναμε πια τα μαθήματά μας, ο δάσκαλος δεν είχε ανάγκη να ξεφωνίζει και να μαλώνει για το τίποτα. Με ήρεμο ύφος, πειστικά μας μιλούσε για τα ζώα και τα φυτά, για τις πέντε ηπείρους και τους μακρινούς ανθρώπους που δοξάζονταν με τους πολέμους.

   Επιθεωρητής δεν είχε πατήσει ποτέ σ’ εκείνα τα χωριά, μα ήταν το ίδιο για το δάσκαλό μας, αφού είχε ζήλο, μεράκι στη δουλειά.

 

   Μέναμε τώρα στο καινούριο σκολειό με τους ασβεστωμένους τοίχους, με σανίδια αποκάτου, με νταβάνι ψηλά. Έμπαινε ήλιος, έμπαινε φως, κι εμείς ακούγαμε ή λέγαμε το μάθημα δίχως χτυποκάρδι. Λίγα θρανία πιο πίσω, κάθονταν η τρίτη τάξη, κι αυτοί διάβαζαν απ’ το νέο αναγνωστικό τους, τα «Ψηλά Βουνά». Παρακολουθούσαμε άθελά μας την όμορφη ιστορία του Λάμπρου και της Αφρόδως, που ζούσαν ανάμεσα στα πρόβατα, στις ράχες σαν εμάς. Τα περισσότερα από κει μέσα τα νιώθαμε σα να ’ταν δικά μας. Μονάχα πεύκος δεν ξέραμε ακόμα τι είναι:

-Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;

γιατί, γιατί;

-Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης

και περπατεί…

   Ωραία ήταν και τα ποιήματα και η διήγηση από κει μέσα. Κρίμα μονάχα που δεν είχαμε κι εμείς τέτοιο βιβλίο στον καιρό μας και περάσαμε την τρίτη τάξη με τ’ άλλο, το παλιό, που ήταν κρύο κι άχαρο.

   Κι οι μέρες, οι βδομάδες περνούσαν και δε μας αποφαίνονταν καθόλου, γιατ’ είχαμε το νου μας όλο στα μαθήματα και κοιτάζαμε ποιος να περάσει τον άλλον. Μόλις γυρίζαμε στο σπίτι, καθόμασταν αμέσως να γράψουμε το παρακάτω ή να λύσουμε τα προβλήματα, να τα προφτάσουμε πριν νυχτώσει, γιατί το λυχνάρι της νύχτας δεν περίσσευε να φέξει για μας, είχαν οι δικοί μας τόσες άλλες δουλειές, στο στενόχωρο εκείνο κονάκι, όπου φέρναμε γύρα όλοι μαζί. Καθόμουν κι εγώ, θυμάμαι, μπροστά στο δεξί μας παραθύρι γονατιστός, και με πονούσαν τα γόνατα απ’ τον ασβέστη, όπου ακουμπούσαν και στύλωνα τον αγκώνα μου στο πέτρινο πρεβάζι το ξασβεστωμένο και κοίταζα πέρα στα περήφανα Τζουμέρκα μες απ’ την ξύλινη «σταύρωση» παραθυριού (σε σχήμα κεφαλαίου Τ), να ιδώ μην «έγειραν τα ίσκια», μην κόντευε να σουρουπώσει και δεν πρόφταινα να τελειώσω την αντιγραφή και δεν έπαιρνα το συνηθισμένο μου «άριστα 6», την πολύτιμη αμοιβή, με την μονογραφή του δασκάλου, που την περνούσαμε κι αυτήν ύστερα με μελάνη, για να μην τυχόν και τη σβήσει ο χρόνος!

   Στο γράψιμο τα κατάφερνα μια χαρά, το άριστα το ’παιρνα με το σπαθί μου. Μόνο στην απαγγελία, στις φιγούρες, δεν έφτιανα τίποτε. Φοβόμουν, ήμουν άτολμος. Με πονούσε συχνά τ’ αυτί, μάζευε και καμιά φορά, λοιπόν αυτό μου έφερνε ντροπή που την κρατούσα μέσα μου και δεν την έδειχνα σε κανέναν. Έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερον απ’ τους άλλους και όπου χρειάζονταν θάρρος, απόφαση, εγώ ερχόμουν τελευταίος απ’ όλους.

   Έτσι μια φορά ο Παυλόπουλος, για να περάσει η ώρα, μας έβαλε να ειπούμε από ένα παραμύθι ο καθένας. Οι άλλοι άρχισαν πρόθυμα και μερικοί μάλιστα γελούσαν μόνοι τους εκεί που τα λέγαν, κάνοντας και τους άλλους να ξεκαρδιστούν. Μονάχα εγώ στάθηκε αδύνατο ν’ ανοίξω το στόμα μου.

-Να πάρε παιδί μου, κανένα κόσκινο για να σκεπάσεις το μούτρο σου! μου είπε ειρωνικά ο δάσκαλος δυσαρεστημένος.

   Κι εγώ ντροπιάστηκα ακόμα περισσότερο απ’ την παρατήρησή του, αντιπάθησα μάλιστα το δάσκαλό μας που θέλησε να μου διασύρει την αδυναμία.

   Ένας λόγος τώρα ν’ αγαπάω το διάδοχό του τον Αράπη – που γι’ αυτόν έγραψα πριν τα παραπάνω – ήταν πως δεν πείραζε κανέναν και σεβόταν, μπορεί να πει κανείς, τα τρωτά μας.

   Αλλά πριν τελειώσει ο χρόνος, μας έστειλαν άλλο δάσκαλο, έναν Κερκυραίο που τον έλεγαν Σταμάτη Κουλούρη. Φαίνεται πως είχαμε γίνει πολλοί πια και δεν μπορούσε να μας βγάλει πέρα ένας μοναχός του. Γι’ αυτό ήρθε ο Κερκυραίος βγαλμένος από διδασκαλείο, λέει (ο πρώτος του είδους τους που πάτησε στην περιφέρεια), κι επειδή είχε και προϋπηρεσία, έγινε διευθυντής του διτάξιου πια σχολείου.

   Μας φάνηκε κάπως παράξενο αυτό, να βρεθεί άλλος δάσκαλος ανώτερος απ’ τον Αράπη, μα το δεχτήκαμε, γιατί έτσι έπρεπε. Κι εμάς, την πιο μεγάλη τάξη, μας πήρε αυτός πια. Η αλλαγή όμως μας στοίχισε, τουλάχιστο σ’ εμένα.

   Ο νέος δάσκαλός μας έφερε δικά του σκέδια. Όπως ο Αράπης είχε προτίμηση στην ιχνογραφία και στην καλλιγραφία, ετούτος πρόσεχε την ωδική, λέει, και τη γυμναστική. Τι ήταν αυτά πάλι, πού τα ξόμπλιασε ο χριστιανός! Εμένα μια φορά δε μου άρεσαν καθόλου, επειδή δεν τα κατάφερνα ίσως.

   Έπαιρνε να μας μάθει τον Εθνικό Ύμνο – άλλος μπελάς:

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα γερά…

   Έτσι τα έλεγε, «γερά», ενώ το βιβλίο έγραφε «ιερά». Και χειρονομούσε κιόλας, έκανε κάτι κινήσεις που δεν τις είχαμε ξαναδεί. Μας ερχόταν να γελάσουμε, αλλά κρατιόμασταν, γιατί ο δάσκαλος ήταν σοβαρός, μας είχε επιβληθεί με το πρώτο.

   Καλός μπορεί να ’ταν, αλλά τι την ήθελε κι εκείνη τη ρημάδα τη γυμναστική! Έδινε αράδα παραγγέλματα κι οι άλλοι χαίρονταν να τα εκτελούν, σα να ’ταν σε χορό. Έτρεχαν αυτοί, φώναζαν, έπαιζαν, κι η γυμναστική τούς ερχόταν στα μέτρα τους. Αλλά εγώ μ’ εκείνον τον πόνο του αυτιού… άσ’ τα.

   Μια φορά ο Κερκυραίος μας πήγε κι εκδρομή, άκου πράματα! Μας ανέβασε ψηλά στο Ξεροβούνι, στη Γκούρα τη Βροδοΐτικη, απ’ όπου φαίνονταν ράχες και χωριά και λαγκάδια και δασωμένες πλαγιές, να ζαλίζεται κανείς απ’ το κοίταμα.

-Βλέπετε εκεί πέρα τα έλατα, μας έδειξε ο δάσκαλος στα χαμηλά του ψηλού βουνού, στ’ απόμακρα Τζουμέρκα.

   Μα τι νιώθαμ’ εμείς απ’ αυτά, κλαριά μας φαίνονταν σαν τ’ άλλα.

 

   Απόλαμπρα[19] έγινε κι ένας γάμος, παντρεύτηκε ο αδερφός του πατέρα μου. Ο δάσκαλος μας έβαλε να γράψουμε μια έκθεση (άλλη καινοτομία!) μ’ αυτό το θέμα. Περίμενα να ’ρθω πρώτος με την καλλιγραφία μου, κι επειδή ήμουν τόσο κοντινός του γαμπρού, αλλά πήρα μονάχα 3, για πρώτη μου φορά. Το μεγαλύτερο βαθμό τον έδωσε ενός αλλουνού, που είχε πατέρα παπά, εκείνος ορμήνεψε το γιο του τι να γράψει, μ’ εκκλησιαστικές ονομασίες.

   Μου φάνηκε άδικο, αλλά το κατάπια κι αυτό. Δοκίμασα όμως και μεγαλύτερη καταφρόνια όταν, προς το τέλος του χρόνου, μας έβαλε τα ελάχιστα ποιήματα του βιβλίου γι’ απαγγελία στις εξετάσεις. Τα πήραν οι τρεις τέσσεροι άλλοι συμμαθητές μου, κι εγώ, σαν ανίκανος βέβαια, έμεινα απέξω. Έλεγε το παπαδοπαίδι και ξανάλεγε για εξάσκησή του τη «Σκλάβα Πόλη», αυτή την πεντάμορφη που «κάθεται στο Βόσπορο και κλαίει» (εδώ σφούγγιζε τα μάτια του με τα δάχτυλα σαλιωμένα) «κι ο φιδωτός ο Βόσπορος…» (έκανε με το χέρι το σχήμα του φιδιού), όλο έτσι ως το τέλος, απαγγελία και μιμική. Μπορούσα να μη ζηλεύω τον τυχερό συμμαθητή;

   Επιτέλους ήρθαν κι οι εξετάσεις, έγιναν οι απαγγελίες των άλλων. Είχαν μαζευτεί κόσμος κι έκαναν γούστο μ’ εμάς. Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στα χρονικά του σχολείου. Στο τέλος ο δάσκαλος, καινοτομώντας ακόμα μια φορά, έβγαλε λόγο και μίλησε για την πατρίδα, για τον πόλεμο που γίνονταν στη Μικρασία. Ήταν έφεδρος αξιωματικός, είπε, και ίσως να μην ξανάρχονταν στο χωριό μας.

-Ουχ ήττον…συνέχισε.

   Τι ήθελε να πει μ’ εκείνο το «ουχ ήττον»; Κανένας από μας δεν το ’χε καταλάβει. Δε βαριέσαι, άσ’ τον να πάει στο καλό του. Τελείωσε το σχολικό έτος. Τελειώσαμε κι εμείς την πέμπτη.

 

 



[14] χαζομάρα

[15] σαύρες

[16] πύργος

[17] βαθυγάλαζη

[18] σκαρώνω, φτιάχνω

[19] μετά τη Λαμπρή

 

 

 

 

 

3ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA