ΜΕΡΟΣ Β’

 

1

 

    Ήταν ακόμα πρωί. Κι αυτήν την ημέρα ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος, γερασμένος, σκεβρωμένος, λιγνός και τυλιγμένος στο τρίπαλιο πανωφόρι του, που το φορούσε πάντα το χειμώνα για το σπίτι, εκατέβηκε ανήσυχος πάλι στο γραφείο του. Ο νους του ήταν σκοτισμένος∙ η πραγματικότητα του φαινότουν απίστευτο νειροπλάκωμα, ένα βάρος μεγάλο τόσο, που έκανε να σκύφτει το αδυνατισμένο γέρικο κορμί του.

    Δεν είχε σκεφτεί ποτέ του πριν πως η ζωή ημπορούσε να λάβει για κείνον τόση τραγικότητα, ξεφεύγοντας άξαφνα από τον κανονικό ρυθμό της. Εφανταζότουν σκληρή την τύχη μαζί του, γιατί είχε φτάκει κιόλας στην άκρη του δρόμου της ανθρώπινης ζωής, χωρίς να υποψιαστεί ποτέ του πως στιγμές τέτοιες θα μπορούσαν να τον περιμένουν. Τον κόσμο δεν τον είχε ποτέ του αληθινά γνωρίσει ο γέρος∙ δεν είχε θελήσει να τον γνωρίσει στην ουσία του∙ και ως τότες με μικρές προσπάθειες είχε κατανικήσει κάθε δυσκολία. Αλλά τώρα οι δυσκολίες, που εσηκωνόνταν εμπρός του, καταντούσαν σαν ένα αδιάβατο βουνό, κάτι ασάλευτο και τεράστιο, που τον έσκιαζε, που εμηδένιζε τη μικρή του θέληση, και σήμερα πάλι, έπειτα από τόσες αναβολές, έπειτα από τόση σκέψη, δεν είχε κάμει ούτε ένα βήμα στα εμπρός∙ η θυγατέρα του δεν έστεργε στο γάμο της με το γιατρό Στεριώτη, ο Περικλής Βαλσάμης δεν αποφάσιζε να παραιτήσει σύντομα τούτον τον κόσμο, ο γιος του ο Σπύρος δεν επιτύχαινε ακόμη τίποτε με την άσκημη θυγατέρα του Αστέρη κι ούτε ο Γουλιέλμος Αρκούδης, ο γιος του τραπεζίτη, δεν εφαινότουν αρκετά ερωτεμένος από τη θυγατέρα του τη Λουίζα κι ας είχε αλλιώτικη γνώμη η γυναίκα του.

    Κι ωστόσο η τωρινή στιγμή ήταν τρομερή. Δεν έδινε καθόλου καιρό. Τα χρήματα έλειπαν, το σπίτι του στην εξοχή, που το αγαπούσε, του ’χε γκρεμιστεί, τ’ άλογά του εψοφούσαν, όλα του ερχόνταν ανάποδα. Και ο γιατρός Στεριώτης θ’ άρχιζε να βαριέται από τες αναβολές του και η Ευλαλία, που έβλεπε όλην αυτή τη δυστυχία, είχε βάλει ένα πείσμα ανεξήγητο να μην υποταχτεί στην ανάγκη! Δεν ήθελε ούτε να τον ακούσει! Δεν είχε ούτε κείνη συνείδηση, για να βλέπει τι έκανε με το πείσμα της. Και οι ανάγκες ήταν τόσο μεγάλες!

    Εσυλλογίστηκε αθέλητα τες δύο παλιές του ερωμένες. Τες είχε ακόμη και τες δύο. Ήταν περασμένες στα χρόνια και γρινιάρες και οι δύο, μα δεν είχε λάβει τη δύναμη να τες αποχωριστεί. Αλλά τες είχε αμελήσει αυτόν τον ύστερο καιρό και δεν τες έβλεπε παρά σπάνια και λίγο, γιατί ως κι εκείνες τώρα του ’διναν πάρα πολλές πίκρες… Τες εφοβότουν ο γέρος! Εφοβότουν την κακή τους όρεξη, τες βρισιές τους! Είχαν καταλάβει κι αυτές πως τώρα πλια είχε φτωχύνει κι εγινόνταν και οι δύο κάθε μέρα απαιτητικότερες, σα να ’χαν συμφωνήσει αναμεταξύ τους, μολονότι δεν εγνωριζόνταν καν, εκατοικούσαν σε ξεχωριστές γειτονιές κι εμισούσε η μία την άλλη. Ήθελαν να περιμαζέψουν αυτές τα τελευταία λείψανα του ναυαγίου. Τον εκατηγορούσαν και οι δύο με τα ίδια σκληρά λόγια, εθύμωναν και τον εκατηγορούσαν, γιατί επρόβλεπαν, έλεγαν, πως έπρεπε να πεθάνουν στην ψάθα και δεν είχαν θυσιάσει γι’ αυτό την τιμή τους και δεν είχαν σπαταλήσει γι’ αυτό τη ζωή τους και δεν είχαν γι’ αυτό προτιμήσει έναν άνθρωπο γέροντα… είχαν δώκει πίστη σ’ έναν πλούσιο, για να γλιτώσουν ίσια ίσια από τη σκληρή καταφρόνια, που άσφαλτα τες επερίμενε! Τι συνείδηση είχε αυτός ο Οφιομάχος τότες που ήταν πλούσιος; Γιατί δεν τες ασφάλιζε τότες, όπως μπορούσε; Ας τους έδινε τώρα ένα σπίτι, ένα χτήμα, αν δεν είχε χρήματα! Κι ωστόσο όλος ο κόσμος ήξερε πως και οι δύο ετόκιζαν χρήματα στους φτωχούς, που τα χρωστούσαν μόνο στη γενναιοδωρία του!

    Το αίσθημα της στενοχώριας, που τον έπνιγε, του ’φερε όπως πάντα στο νου τους χωριάτες του. Εκείνοι τον είχαν καταστρέψει, γιατί δεν επλήρωναν. Κι εθύμωσε άξαφνα με κείνους. Τον είχαν στο λαιμό τους… έφταιγε η καλοσύνη του! Αυτοί του ’τρωγαν όλα τα εισοδήματα, ό,τι εγεννούσε η γης του, τα προγονικά του τα χτήματα. Αυτοί ήταν οι αληθινοί κληρονόμοι του πατέρα του… μόνο αυτοί! Και οι άδικοι οι νόμοι τους επροστάτευαν! Μα έπρεπε με κάθε τρόπο να τους κυνηγήσει τους χωριάτες, κάποιος τουλάχιστο για παραδειγματισμό. Με τα πρώτα χρήματα που θα ’πιανε θα τους έδειχνε! Κι ας ήταν ακριβά, πολύ ακριβά τα δικαστήρια!

    Ωστόσο για να κάμει κάτι, σα να ήθελε από τα τώρα να ετοιμάσει τες δίκες, εκατέβασε από ένα ράφι ένα μεγάλο κατάστιχο, το άνοιξε απάνω στο τραπέζι, εκάθισε ομπρός του κι άρχισε να το φυλλομετρά και να το διαβάζει. Εδιάβαζε ονόματα απάνω σε ονόματα, έκανε λογαριασμούς με τα δάχτυλά του, εσημείωνε αριθμούς σ’ ένα χαρτί. Όλους αυτούς τους ανθρώπους τους εγνώριζε, κάποιους από τα μικρά του χρόνια, άλλους τους είχε ιδεί να γεννηθούν και να γίνουν άντρες, άλλοι είχαν γεράσει μαζί του… Εγνώριζε του καθενού την ιστορία, την οικογένεια και την κατάσταση∙ κάποιους τους είχε φίλους, τους εθεωρούσε αφοσιωμένους του ανθρώπους και τίμιους, είχε κάμει χάρες σε πολλούς, είχε περάσει πολλές ώρες της ζωής του στη συντροφιά τους, τους είχε βοηθήσει στες ανάγκες τους, και δεν εμισούσε κανέναν απ’ όλους. Οι χωριάτες αυτοί του χρωστούσαν τα μαλλοκέφαλά τους, αληθινούς θησαυρούς, και μάλιστα οι πλιο πλούσιοι εφαινόνταν σε κείνο το βιβλίο οι λιγότερο φερέγγυοι. Να μπορούσε να εισπράξει τα μισά ή το τέταρτο, θα γλίτωνε! Μα ποιος θα μπορούσε να του κανονίσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς… πώς θα ’βαζε μπροστά τόσες δίκες… πώς θα ξεδιάλυνε τόσα μπερδέματα; Αυτός δεν είχε εργαστεί σοβαρά ποτέ του… θα ’πρεπε να βρεθούν και ν’ αντιγραφτούν παλαιά συμβόλαια, δικαστικές απόφασες, βαφτιστικά, διαθήκες… θα ’πρεπε να ανανεωθούν οι εγγραφές και οι υποθήκες… ένας σωρός δουλειές που ποτέ του δεν είχε φροντίσει να τες κάμει, γιατί είχε ευχαριστηθεί να δέχεται μόνο ό,τι του ’φερναν κι όλη του τη ζωή δεν είχε λάβει ποτέ τη δύναμη να φανεί σκληρός με κανέναν, παρά μόνο όταν εθύμωνε. Μα κι ο θυμός του δε βαστούσε πολύ. Και τώρα ανανοήθηκε πως από κείνα τα χρέη που ελογάριαζε τα περισσότερα ήταν παραγραμμένα, γιατί πολλά χρόνια είχαν κιόλας περάσει σ’ αυτήν την απώλεια.

    Τότες ο γέρος Οφιομάχος εθύμωσε με τον εαυτό του, όπως συχνά του συνέβαινε. Εσηκώθηκε από το τραπέζι, σπρώχνοντας οπίσω με βία την καρέκλα του, βρίζοντας τον εαυτό του σε δεύτερο πρόσωπο:

    -Μωρέ Αλέξανδρε, έλεγε, παλιόγερε, παλιάνθρωπε! Έπρεπε να σου βγάλω τα μάτια, να σε ψοφήσω, παλιόσκυλο! Βλέπεις πού τα κατάφερες; Είναι πράματα αυτά, ν’ αφήκεις να χαθεί έτσι το δικό σου; Πού το ’χες το μυαλό σου τόσα χρόνια;

    Κι εβάλθηκε να περπατεί άνω κάτω, θυμωμένος, στη μεγάλη την κάμαρη κι εβλαστημούσε σ’ αυτόν τον τρόπο την καλοσύνη του, την νωθρή ζωή του, την πατροπαράδοτη αμέλειά του, εκείνην τη φυσική αδυναμία, που δεν τον άφηνε να ’ναι εργατικός και δραστήριος, όπως τόσοι άλλοι, που τους ζήλευε, όπως οι καταραμένοι οι δανειστές του τώρα, που τον είχαν χάσει από κόσμο! Τι θα ’κανε; Όλα τα φύλλα του μεγάλου κατάστιχού του ήταν άσπρα, τόσα χρόνια τώρα, οι άνθρωποί του, εκατό, διακόσιοι άνθρωποι, δεν του ’χαν φέρει τίποτα και δεν είχε μιλήσει… κι αυτόν οι δανειστές τον εστενοχωρούσαν, τον ετρομοκρατούσαν, απαιτούσαν να πουληθεί ζωντανός αυτός, να τους πουλήσει τα παιδιά του, για να μην αρνηθεί την οικογενειακή του τιμή, το αριστοκρατικό τ’ όνομά του…

    Αυτοί οι στοχασμοί τον έκαμαν σαρκαστικά να γελάσει. Κάπου κάπου εσταματούσε κι εκοίταζε ψηλά, σα να ’θελε να ρωτήσει τον ουρανό, που ήταν η θεία δικαιοσύνη, γιατί έβρισκε αληθινά άδικα όλα τα βάσανα εκείνα που τον κατάτρεχαν, κατόπι από μια ζωή γεμάτη μακροθυμία κι ελεημοσύνη για τόσους μικρούς ανθρώπους, που, αν το ’χε θελήσει άλλοτε, θα τους είχε καταστρέψει και κείνος. Ήταν δικαιολογημένο λοιπόν ένα τέτοιο τέλος;

    Η απελπισία τον εκυρίεψε. Το στόμα του ήταν πικρό και φρυμένο, μέσα στο στήθος του γρικούσε μια στενοχώρια, που του δυσκόλευε την πνοή, ανατριχίλες εδιάβαιναν το κορμί του∙ ήρθε στο παράθυρο κι εκοίταξε μέσα από τα μουντά τζάμια μια στιγμή το δρόμο, ξανάρθε στο γραφείο του, εσταμάτησε άλλη μία στιγμή, ζητώντας από το νου του να στοχαστεί κάποια ιδέα που θα μπορούσε να βοηθήσει, ξανακοίταξε έπειτα το δρόμο από τ’ άλλο παράθυρο κι όλο αισθανότουν μέσα του την ταραχή να περισσεύει… Δεν ημπορούσε βέβαια να μείνει άπραχτος, άνεργος σε μια τέτοια στιγμή… Κι εκατέβασε τότες απ’ όλα τα ράφια κάμποσες χοντρές δεσμίδες, δεμένες με επιμέλεια μέσα σε χοντρά χαρτόνια, σκονισμένες όλες και γεμάτες παλαιά συμβόλαια, δικαστικά έγγραφα κι άλλα δικόγραφα. Τες ετίναξε αναστενάζοντας και κοιτάζοντας ολόγυρά του, τες έλυσε μία μία κι άρχισε να μελετά τα χαρτιά ένα ένα, βλαστημώντας κι αναθεματίζοντας τα ονόματα των πεθαμένων, που εδιάβαζε σε εκείνα.

    Η εργασία όμως τον εκούρασε γλήγορα. Τρομαγμένος ανανοήθηκε πόσο ήταν άσκοπη, γιατί η ανάγκη δε θα περίμενε βέβαια. Πού θα βρισκόνταν τα κεφάλαια για ν’ αρχίσει τες δίκες; Πού; Κι αν εβρισκόνταν, τα δικαστήρια θ’ αργούσαν μήνες, χρόνια ίσως, για να βγάλουν την απόφασή τους… έτσι εδούλευαν τώρα τα δικαστήρια! Κι αν έβγαινε τέλος η απόφαση, θα ’μενε ανεχτέλεστη, όπως τόσες άλλες, που ’χε στα χέρια του, άσπρο χαρτί, που κανένας χωριάτης δεν το εφοβότουν. Εσταύρωσε τότες τα χέρια απάνω στο στήθος του κι έμεινε ακίνητος μια ώρα κοιτάζοντας στο καπνισμένο νταβάνι τα σοβαντισμένα δοκάρια. Η καρδιά του έκλαιγε…

    Τι έπρεπε λοιπόν να κάμει; Μα ας έκανε τέλος πάντων κάτι, ας εκινιότουν, ας έβρισκε κάτι να κάμει! Κάτι που να τον εγλίτωνε… Γιατί δεν τον εβοηθούσαν τώρα τα παιδιά του, γιατί δεν εμιλούσε πλια η γυναίκα του; Όλοι λοιπόν τον είχαν παραιτήσει; Όλοι;

    Εχτύπησε ρυθμικά για κάμποσες στιγμές με το πόδι του το πάτωμα κυριεμένος από τη στενοχώρια και με την παλάμη του δυνατά το ξύλο της πολυθρόνας του κι εζάβωσε το στόμα του, σα να τον πονούσε κάποιο σπλάχνο. Κι ολομεμιάς θυμωμένος με τους δικούς του, γιατί εκείνοι ήταν ήσυχοι, γιατί δεν εσκεφτόνταν παρά τον εαυτό τους, ενώ αυτός εμαρτυρούσε βυθισμένος σε τόσες απελπισίες, αποφάσισε να μη γνοιαστεί πλια για τίποτε, να ησυχάσει, να λησμονήσει τα πάντα… Δε θα εδεχότουν πλια τον τοκογλύφο… ποτέ πλια… κι ας έτρεχαν τα πράγματα μόνα τους, όπου ήθελαν, όπως ήθελαν, όσο ήθελαν… Ας επήγαιναν κατά διαβόλου! Αυτός τόσο και τόσο δεν μπορούσε να κάμει τίποτα!

    Μα την ίδια στιγμή εκείνη η απόφαση δεν τον ευχαρίστησε. Δεν ήταν διόρθωμα αυτό, μα ασυλλόγιστη πράξη που τες συνέπειές της ίσια ίσια ήθελε να τες ξεφύγει! Μα πώς; Και πάλι πώς;

    Κι η στενοχώρια του ξανάρθε, παίρνοντάς του το νου, κάνοντάς τον να γυρίζει από δω και από κει το κεφάλι. Μα πώς; Μα πώς; Δεν ημπορούσε να βρει ησυχία, δεν ήξερε ούτε ο ίδιος τι ήθελε κι οι βαριές φροντίδες δεν ήθελαν να φύγουν από το μυαλό του πλια, δεν ήθελαν να τον αφήκουν να ησυχάσει!  Πώς θα ησύχαζε, όταν χαλασμός τέτοιος εκρεμότουν στο κεφάλι του; Και η Ευλαλία, η Ευλαλία ήταν αδιάφορη! Ανήκουστο πράμα! Απίστευτο! Εκείνη έπρεπε να κάμει την αρχή! Δεν ήταν καμιά άλλη σωτηρία! Δεν ήταν!

    Και χωρίς να ξέρει τι κάνει εχτύπησε με τα δυο του χέρια δυνατά το κεφάλι του. Κι επόνεσε. Κι εσκέφτηκε πως σε στιγμές τέτοιες έπρεπε να πονεί και το κορμί του, καθώς κι η ψυχή ήταν συγχυσμένη, βυθισμένη σ’ εκείνο το σκότος της απελπισίας του. Έμπηξε τα νύχια του στες παλάμες του, αντικράτησε την πνοή του, εδοκίμασε να κομματιάσει τη σάρκα του μηριού του και ξαναχτύπησε με τον ένα γρόθο του πάλι το κεφάλι του… Καλύτερος ο θάνατος, εσκέφτηκε, παρά το ντρόπιασμα, που τον επερίμενε… όχι δε θα το περίμενε εκείνος… δε θα το περίμενε!

    Άξαφνα έσπρωξε οπίσω του μ’ όλη του τη δύναμη την πολυθρόνα του κι εβρέθηκε ορθός. Κάποια ιδέα, που δεν την ομολογούσε στον εαυτό του, είχε φέξει αυτήν τη στιγμή στο σκοτεινό μυαλό του. Χωρίς να καταλαβαίνει καλά τι έκανε, έβγαλε το τρίπαλιο πανωφόρι του, εφόρεσε την τριμμένη ρεδιγκότα του, επήρε το καπέλο του κι εβρέθηκε στο δρόμο. Ήταν ωχρός, κουρασμένος και λαχανιασμένος∙ και εκρύωνε.

    Τα βήματά του τον έφεραν στη μεγάλη δεντροφυτεμένη πλατεία. Εξάλλαξε κάμποσα χαιρέτια με κάποιους γνώριμούς του, που εσεργιάνιζαν αυτήν την ώρα στη χειμωνιάτικη ακόμη λιακάδα, μα η ανησυχία του δεν εσταματούσε. Δεν ημπορούσε ν’ ανοίξει ομιλία με κανέναν, όπως έκανε κάθε μέρα απ’ όταν ήταν νέος. Τα πόδια του τον έπαιρναν μόνα τους. Ακολούθησε τον πλατύ το δρόμο, που εκατέβαινε μακρύς μακρύς ως τη θάλασσα, κοιτάζοντας τα μαγαζιά που εγνώριζε, αντιχαιρετώντας τους εμπόρους που τον καλημέριζαν με σέβας. Σ’ εκείνον το δρόμο ήταν το σπίτι του Άλκη. Εκεί επήγαινε, εκεί τον είχε οδηγήσει η απελπισία του. Θα του μιλούσε! Θα του ’λεγε ν’ αφήκει αυτός την Ευλαλία, θα του εξηγούσε όλες τες πικρές του φροντίδες, θ’ απαιτούσε από αυτόν ν’ αφήκει την Ευλαλία, να του γλιτώσει μ’ εκείνην την θυσία το σπίτι του! Έτσι θα του ’λεγε… θα του ’λεγε… θα ’βρισκε αυτό το θάρρος τουλάχιστο! Κι ας μολογούσε σ’ αυτόν τον τρόπο, πως δεν εξουσίαζε αυτός ο ίδιος το σπίτι του… Δεν έπρεπε να ντραπεί! Δε θα ντρεπότουν ούτε να μολογήσει που ήξερε πως η θυγατέρα του εσυμπαθούσε τον Άλκη! Η ώρα η σκληρή είχε φέρει όλα τα πράματα ανάποδα. Κι έπειτα τώρα τα κορίτσια έβρισκαν μονάχα τους τον άντρα που θα ’παιρναν!

    Αυτήν τη στιγμή αντάμωσε τους δύο γιους του, που επήγαιναν μαζί καλοντυμένοι και που τον εσταμάτησαν. Ο Γιώργης τον ερώτησε ανήσυχος και κοιτάζοντας το πονεμένο του πρόσωπο τι είχε. Κι ο γέρος του απάντησε μ’ ένα πικρό χαμόγελο, που μολογούσε τες βαριές του φροντίδες κι εκοίταξε κατάματα τους δύο νέους, σα να ζητούσε από αυτούς παρηγοριά κι ελπίδα. Μα εκατάλαβε πως αυτοί είχαν αποφασίσει να ’ναι αδιάφοροι σ’ ό,τι συνέβαινε σπίτι τους. Κι ερώτησε το Γιώργη με γλυκύπικρο ύφος:

    -Πώς είναι σήμερα ο άντρας της; Κι εχαμογέλασε μ’ ένα άσκημο χαμόγελο.

    -Δεν ξέρω! του απάντησε πειραγμένος. Αλλά από κει κανείς ας μην περιμένει.

    -Πώς! του ’πε ανοίγοντας τα μάτια. Στην αρχή είχα θυμώσει μαζί σου. Δε μ’ άρεσε αυτό το μπέρδεμα, δε μ’ άρεσε αυτή η γυναίκα, μα, αφού τα πράματα ήρθαν καθώς ήρθαν, είπα και γώ πως εσύ τουλάχιστο εγλίτωσες! Κι ολομεμιάς σα να ’χε φέξει μία άλλη σκέψη στο νου του εκοίταξε συλλογισμένος το Γιώργη κατάματα, ενώ το πικρό του το στόμα χαμογελούσε παράξενα και του ’πε χαμηλώνοντας το πρόσωπο: Ποιος ξέρει… Ίσως κάνεις καλά, παιδί μου. Ποιος θα πει το εναντίο;

    Μα ο Σπύρος τώρα εγέλασε περγελώντας. Εκοίταζε ανήσυχος γύρω του. Το μωρό του το πρόσωπο είχε μίαν αλλόκοτη όψη αυτήν την ημέρα, γιατί κι η καρδιά του, που συνηθισμένη δεν ήταν να αισθάνεται, ήταν κι αυτή πικραμένη. Κι ο πόνος τού ήταν ανυπόφερτος, κάτι που θα ’θελε με κάθε θυσία να ξεφύγει. Η μικρή του η ψυχή καταδίκαζε αυτήν τη στιγμή την απόφαση του αδερφού του, που μπορούσε να περιφρονήσει τόση ευτυχία, την ησυχία μιας ζωής πλούσιας και χωρίς φροντίδες, ενώ την ίδιαν ώρα αυτός επονούσε, γιατί έβλεπε διαλυμένο πλια εκείνο τ’ όνειρο που τον είχε γεμίσει ελπίδες, που τόσον καιρό είχε αγωνιστεί για κείνο!

    Κι ο Γιώργης τον εκοίταξε, συμπονώντας τη λύπη του κι είπε του πατέρα τους. 

    -Ως κι ο Σπύρος βρίσκεται σήμερα σ’ άσκημα νερά. Η θυγατέρα του Αστέρη, την είδαμε στο αυτοκίνητο, πηγαίνει στην εξοχή. Μαζί της και η κυρία Ευτέρπη, η μητέρα της, κι ο ξένος νέος, ο ανιψιός της κυρίας Θεοφανώς, που τον έφερε επίτηδες, αφού του συμφώνησε πρώτα το γάμο…

    -Έτσι, έτσι, είπε ο γέρος σαν αποβλακωμένος και τηράζοντας πότε τον έναν πότε τον άλλον υγιό του… Ήταν λοιπόν το τυχερό να διαλυθούν όλα σε μια μέρα!

    Κι εσκέφτηκε φοβισμένος, αν δεν του φύλαγε η μοίρα και καμίαν άλλη συφορά μέσα σ’ εκείνο το γενικό ναυάγιο, που άλλαξε όλους τους όρους της ζωής τους.

    Και δεν τους είπε πλια καμιά άλλη λέξη, παρά τους εγύρισε τες πλάτες και χωρίς να συλλογιστεί περισσότερο εβάδισε προς το σπίτι του Άλκη κι εμπήκε αποφασιστικά στην πόρτα.

    Μάνα και γιος εκαθόνταν στην ίδια κάμαρη. Η κυρία Φωτεινή εδούλευε σιωπηλή και σκυμμένη με τα μεγάλα ματογυάλια της στη μύτη μπρος στο παράθυρο, εκείνος συλλογισμένος εδιάβαζε σ’ ένα βιβλίο. Μάνα και γιος μ’ αληθινή χαρά εκοίταζαν τον Οφιομάχο και η κυρία Φωτεινή τον ερωτούσε μ’ ένα χαμόγελο, για τη γυναίκα του, για τα παιδιά του και για τον εαυτό του.

    Κι ο γέροντας που ’χε μπει σ’ εκείνο το σπίτι αποφασισμένος να μιλήσει, εβρέθηκε άξαφνα πάλι άνοπλος μπρος στο φιλικό χαμόγελο του Άλκη και της μητέρας του. Του φαινότουν πως είχε λησμονήσει κάθε πρωτύτερη σκέψη και σκοτισμένες οι ιδέες του παρουσιαζόνταν στο νου του χωρίς συνοχή. Εκοίταζε σαν απομωραμένος πότε την κυρία Φωτεινή και πότε το γιο της και τους απαντούσε μηχανικά με τη φυσική του ευγένεια, μα ανήσυχος και λυπημένος. Και εκοίταζε ολόγυρά του τα καθαρά έπιπλα της κάμαρας, τους ανοιχτόχρωμους μπερντέδες, τες μικρές εικόνες που εστόλιζαν τον πρασινωπό τοίχο, το μεγάλο γραφείο, τα ομορφοδεμένα βιβλία στην καινούρια βιβλιοθήκη κι επάσκιζε να ξανάβρει την πρώτη του απόφαση κι ήξερε ωστόσο πως ούτε δε θα τολμούσε να προφέρει τ’ όνομα της θυγατέρας του κι εκαθότουν στενοχωρημένος στην καρέκλα του, παιδεύοντας τα ρούχα του, σαν ντροπιασμένος εκεί μέσα, ζητώντας τώρα πάλι την ευκαιρία για να φύγει, χωρίς να κάμει τίποτα, γιατί η καρδιά του του ’λεγε πως εκείνο που ’χε μελετήσει να κάμει ήταν από τα πράματα που δεν εγινότουν και πως έπρεπε να ’βρει άλλον τρόπο, για να επιβάλει την πατρική του εξουσία στο σπίτι του, χωρίς να φορτώνεται εκείνους που δεν τον είχαν ενοχλήσει. Θα ’ταν αλλιώς βέβαια, αν ο Άλκης πρωτομιλούσε, αν του ζητούσε ή αν έστελνε να του ζητήσει την Ευλαλία! Ω, τότες θα ’ξερε ν’ απαντήσει. Μα τώρα τι θα ’λεγε;

    Κι ωστόσο η κυρία Φωτεινή του ’λεγε καλότροπα και μ’ ένα γλυκύ χαμόγελο, βγάζοντας τα ματογυάλια της και φυλάγοντάς τα μ’ επιμέλεια:

    -Πώς να τες λησμονήσω, τόσες καλοσύνες σ’ εκείνες τες φοβερές στιγμές! Η Ευλαλία μάς τον ανάστησε από τον τάφο!

    Ο Άλκης εγέλασε. Ο γέροντας αναστέναξε θλιβερά. Μία άσκημη ιδέα, που τον εστενοχώρησε, επέρασε αθέλητα από το νου. Την απόδιωξε με φρίκη κι εκοίταξε ανυπόμονα ολόγυρά του, σα φοβισμένος μην οι άλλοι την είχαν διαβάσει στο μέτωπό του που εκοκκίνισε και στην ταραχή του ενόμισε μια στιγμή πως τώρα θα ’βρισκε τέλος τη δύναμη να μιλήσει. Μα ο λόγος δε βγήκε από τα χείλη του. Απάντησε μόνο μ’ ένα δειλό χαμόγελο. Κι εθύμωσε με τον εαυτό του, γιατί εθυμήθηκε πόσο εκείνη η παράξενη μικροψυχία, που τον έκανε τραχύ κι ευκολοθύμωτο, γιατί τότες μόνο η γλώσσα του ελυότουν, τον είχε βλάψει σ’ όλη την ζωή του. Πόσες φορές αυτή τον είχε κάμει να χάσει τα δίκια του ή να φανεί κατώτερος από τους άλλους. Και τώρα ακόμη το ίδιο εκείνο ελάττωμα τον εσυνόδευε όπου κι αν επήγαινε, θα το ’χε πάντα μαζί του ώσπου θα τέλειωνε η ζωή του!

    Και η κυρία Φωτεινή ξακολουθούσε ωστόσο:

    -Ποιος θα το ’λεγε τότες! Και τώρα εχόρεψαν κιόλας μαζί, τα παιδιά μας! Α, εδιασκέδασε όλος ο κόσμος περίφημα στο χορό του Αστέρη! Τι σπίτι πλούσιο. Τι φιλόξενοι εκείνοι οι άνθρωποι…

    Άξαφνα ο Οφιομάχος εκατέβασε το βλέμμα του, εσούφρωσε το μέτωπό του και κοιτάζοντας γύρω του κι ανοίγοντας τα μάτια του ολομεμιάς εξεστόμισε τούτα τα λόγια, σα να ελευτερωνότουν από ένα βάρος μεγάλο:

    -Γι’ αυτό ήρθα!

    Και το βλέμμα του ανήσυχο εσταμάτησε απάνου στον Άλκη για μια μόνη στιγμή.

    -Τι τρέχει; του ’πε γλυκά ο νέος, καταλαβαίνοντας πως χτυπούσε ασυνήθιστα η καρδιά του.

    -Τι τρέχει! ξανάπε ο Οφιομάχος, με την ίδια πάλι στενοχώρια και κουνώντας το κεφάλι του. Τι τρέχει! Πρέπει αχ! να μιλήσω και δεν ξέρω πώς να πω, γιατί να, εδώ μέσα, κάτι δεν αφήνει να βγαίνουν τα λόγια από το λαιμό μου. Έρχονται ως εκεί και πρέπει πάλι να τα καταπιώ. Πάντα μου ήμουνα έτσι… δειλός, κακομοίρης! Και πρέπει ωστόσο να μιλήσω… εγώ το ξέρω! Γιατί διόρθωση άλλη δεν υπάρχει. Καμία άλλη. Και μην πείτε πως δεν εξουσιάζω εγώ το σπίτι μου, α όχι… εγώ μονάχα ορίζω εκεί μέσα, εγώ έκαμα πάντα ό,τι ήθελα, κανένας δε μου αντιστέκεται… το είδα και σε τούτην την περίσταση… μόνο ο λόγος μου περνάει… το πιστεύετε ε; Μα γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί δεν μπορώ να πω εκείνο που πρέπει να πω… δε ξέρω τι έχω… μα πρέπει ν’ απαντήσω σε κάτι που δεν το ρωτήθηκα… σε κάτι που η γνώμη μου δεν εζητήθηκε. Ναι, Άλκη! Τα ξέρω όλα, τα ξέρω! Από την ημέρα εκείνη, που σ’ ανάστησε, λες, σα το Λάζαρο… ναι, όλα… Και γι’ αυτό ήρθα εδώ, γι’ αυτό! Αχ, άφησέ την ήσυχη, Άλκη. Πικραίνεται περισσότερο και μου κλαίει… από την ημέρα του χορού έχουμε πάλι τα ίδια. Κι όταν αυτή κλαίει, εγώ θυμώνω και γίνομαι κακός και τυραννώ όλο το σπίτι. Κι ακούω τότες εδώ μέσα, στα στήθη μου, όπως και τώρα που σου μιλώ, κάτι να σπάει… μέσα εδώ βαθιά, στη μέση της καρδιάς. Ναι, όπως τώρα, γιατί μου πονεί, δεν ξέρεις πόσο… μου πονεί να υποφέρει, να βασανίζει τη ζωή της και να μη μπορώ να τη φχαριστήσω! Να μη μπορώ! Ναι, αυτός είναι ο σωστός ο λόγος. Και τώρα υποφέρω, γιατί θα τη λυπήσω πάλι, Άλκη. Ναι, λέω, τα ξέρω όλα, όλα! Μα δεν μπορεί να γένει… Δεν μπορεί να γένει τίποτα. Άκουσέ με μια στιγμή και μου μιλείς κατόπι. Μου λες και συ όσα θέλεις. Έχε την υπομονή μια στιγμή, αλλιώς δε θα βρω πλια τα λόγια… Μια στιγμή ακόμα. Δε μπορεί να γένει… αυτός είναι καθαυτό ο λόγος! Και τώρα που το λέω, πάλι αυτό το κάτι κόβεται εδώ μέσα και με λιγώνει! Το ξέρω, το ξέρω καλά, πολύ καλά. Θα ’τανε ευτυχισμένη μαζί σου, ευτυχισμένη στο σπίτι σου, στο ωραίο σου σπιτάκι, εδώ μέσα, σιμά στη μητέρα σου και γώ ευτυχισμένος να σας βλέπω και να σας βλογάω, σαν παιδιά μου, κάθε ώρα και στιγμή… Αχ! γιατί έπρεπε να τελειώσει έτσι ένα πράγμα τόσο καλό! Ευτυχισμένος θα ’σουνε, Άλκη, ως και συ, γιατί έχει καρδιά χρυσή η Ευλαλία μου, ολόχρυση καρδιά! Και ξέρει ν’ αγαπάει αυτή,  η καλύτερη κι από τα τέσσερα παιδιά μας! Σου το λέω εγώ, Κι είσαι κι εσύ, Άλκη, καλός, το ξέρω, καλός όπως εκείνη. Μα τι να κάμω; Μη ρωτάς περσότερα. Δεν πρέπει σου ’πα. Αυτός είναι καθαυτό ο λόγος!

    Κι έβγαλε το μαντήλι του κι εσφούγγιζε τα μάτια του.

    Η κυρία Φωτεινή τον εκοίταζε ανήσυχα, ωχρή και λυπημένη. Εφοβότουν μήπως ο γέροντας είχε χάσει τα φρένα. Ο Άλκης ήθελε κάθε στιγμή να του μιλήσει, ήταν ωχρός και κείνος κι η ψυχή του αναστατωνότουν, γιατί ο γέρος ήθελε να σβήσει τες πλιο γλυκιές του ελπίδες, ανίσως αλήθεια ήταν αυτό το νόημα στα λόγια του. Μία λύπη βαριά τον εκυρίευε ολοένα∙ ο κόσμος όπως τον είχε δημιουργήσει με τον έρωτά του εσάλευε συθέμελος, εσυλλογίστηκε πως έπρεπε ν’ αρχίσει έναν καινούριον αγώνα με τη ζωή κι αισθανότουν τον εαυτό του αδύνατον και κουρασμένο.

    Ο γέρος δεν εμιλούσε πλια σα να ανάμενε κιόλας την απάντησή του και τον εκοίταζε ανήσυχος πάντα και κατακόκκινος κι έριχνε κάπου κάπου παρακαλεστικό ένα βλέμμα στην κυρία Φωτεινή, σα να της εζητούσε συχώρηση.

    -Πώς; Πώς; τον ερώτησε ο Άλκης.

    Ο γέρος δεν του ’δωκε καιρό να ειπεί περσότερα και του απάντησε με την ίδια συγκίνηση:

    -Αυτό ήρθα να σου ειπώ… αυτό… να το ειπώ και της κυρίας μητέρας σου. Όσο ακόμη τα πράματα βρίσκονται στην αρχή τους, άφησέ το το κακότυχο κορίτσι, άφησέ το, σου λέω, γιατί χανόμαστε όλοι!

    -Μα γιατί; Μα γιατί; είπε τώρα ο Άλκης με πόνο, αφήνοντας την καρέκλα του και σιμώνοντας το παράθυρο.

    Όξω η ζωή ακολουθούσε το ρυθμό της. Στο μικρό καφενείο άνθρωποι συνομιλούσαν, σαν πάντα∙ ένα πουλί εκελαδούσε στον κλάδο της πασκαλιάς που επερίμενε κιόλας την άνοιξη, ένας αμαξάς εχτυπούσε κι εφώναζε τ’ άλογό του. Και ο Άλκης παρατηρούσε με πικρή μελαγχολία αυτή την αδιαφορία της δημιουργίας για κάθε πόνο και για το θάνατο του ατόμου. Αυτός ημπορούσε να υποφέρει, ημπορούσε να μην κοιμάται, ημπορούσαν οι στοχασμοί του να είναι μαύροι και πικροί, μα σε τι άλλαζαν το αρμονικό σύνολο που τον περιτριγύριζε. Η φύση θα του αποκρινότουν πάντα με τη σιωπή της ή με το φαιδρό γέλιο της ζωής που δεν έπαυε να ξαναγεννιέται!

    -Γιατί; είπε κι η μητέρα κουνώντας το κεφάλι της.

    Ο γέρος τους εκοίταζε φοβισμένος και το χείλι του εβάλθηκε να τρέμει.

    -Κύριε Αλέξανδρε, του ’πε τώρα με σεβασμό σιμώνοντας ο Άλκης, έσφαλα ίσως που δεν τη ζήτησα ακόμη∙ αλλά δεν είχα άλλο στο νου μου, σας το ορκίζομαι! Και το κάνω τώρα εδώ με τον επισημότερον τρόπο. Όχι, μητέρα;

    Η κυρία Φωτεινή εσφούγγισε ένα δάκρυ κι έπιασε τα χέρια του γιου της μ’ ένα χαμόγελο.

    -Μα αυτό είναι εκείνο που δεν πάει! ξαναφώναξε ο γέρος στενοχωρημένος. Αυτό μονάχα δεν πάει, γι’ αυτό ήρθα εδώ, για να σου το ειπώ, μονάχα γι’ αυτό! Όχι, Άλκη, δε θα μείνεις στην απόφασή σου. Δε θα θελήσεις να με βυθίσεις, εμέ τον πατέρα της! Δεν είναι έτσι; Πώς να σου τα πω όλα αυτά; Έχω και γω αίμα στο πρόσωπο, έχω ντροπή που μου κλει το στόμα, με σφίγγει εδώ στο λαιμό, μου μαζεύει τες πλάτες, μου χαμηλώνει το κεφάλι, όταν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, ως κι όταν είμαι μονάχος και τα σκέφτομαι. Πώς να τα λέω μπρος στους ξένους; Τέλος πάντων, αυτό είναι, πώς να στο πω; Δε θα θελήσεις την καταστροφή μας! Όχι, Άλκη. Έτσι δεν είναι; Η Ευλαλία, ω, η Ευλαλία, η καλή μου, κι αυτή σ’ αγαπάει, το ξέρεις πόσο! Αυτή θα κάμει ό,τι θελήσεις! Μα δε θα θελήσεις εκείνο που είπες, εκείνο που θα μ’ ευχαριστούσε κι εμέ, που θα το ηθέλαμε όλοι και μεις και σεις! Δε θα το θελήσεις, για μας τους άλλους, για μέ το γέροντα. Εσύ θα μπορέσεις να βρεις μίαν άλλην, όποια θελήσεις, σου ζητώ κι εσέ μία θυσία!

    Κι εσώπασε, γιατί του ’λειπε τώρα η πνοή. Τα μάτια του ήταν θολά, το πρόσωπό του έγινε ωχρό και τα χοντρά του χείλη δεν έπαυαν να τρέμουν. Τα δάχτυλά του επαίδευαν πάντα τα ρούχα του και συχνά έσιανε την παλιά ρεδιγκότα του σα να εκρύωνε.

    Το πρόσωπο του Άλκη εσκοτείνιαζε. Τι θυσία ήταν εκείνη που του ζητούσε ο γέρος; Μία θυσία ανώτερη από τη δύναμή του, μία θυσία του εαυτού του, με ό,τι πλιο βαθύ, πλιο ριζωμένο, πλιο δικό του ήταν μέσα του, με ό,τι έκανε για τον εαυτό του, τον κόσμο του, το εγώ του, την πίστη του! Μία θυσία που δεν ημπορούσε να γίνει όσο εκείνος εζούσε, μία από κείνες που ποτέ δεν εγινότουν. Εκοίταζε με πικρή περιέργεια τον ελεεινό γέροντα, που περίμενε αμίλητος και περίφοβος την απάντησή του και που ’χε τώρα καρφωμένο χάμου το βλέμμα κι ανοιγοκλειούσε ρυθμικά τα δυο του γόνατα.

    Χίλιες ιδέες επέρασαν από το μυαλό του Άλκη κι ερωτούσε αδιάκοπα τον εαυτό του τι εδηλούσαν όλες αυτές οι πικρές ομιλίες του Οφιομάχου. Τι ήθελε να κρύψει ο γέρος μέσα σε τόσα λόγια; Και ποιο ήταν πραγματικά το αληθινό εμπόδιο, που τον εφόβιζε τόσο;

    -Μα γιατί; ξανάπε ζωηρά του γέρου, κοιτάζοντας τη μητέρα του, μη δεν είμαι άξιος, εγώ για την Ευλαλία; Εκείνη όσο θα ζω θα ’ναι η μόνη φροντίδα μου, η ευτυχία της θα ’ναι η δική μου! Δεν μπορώ να σκεφτώ αλλιώς!

    -Και γιατί, είπε η κυρία Φωτεινή μ’ έναν αναστεναγμό, να συντριφτεί έτσι μία ζωή καρποφόρα, που αρχίζει μ’ ένα χαμόγελο της τύχης! Ο Άλκης πλούσιος δεν είναι, το ξέρουμε… αλλά είναι σπουδασμένος… Δεν είναι κι αυτό περιουσία; Και τι αξία μπορούν να ’χουν όλα τ’ άλλα τα πράματα μπρος στην αγάπη; Οι άρχοντες, τα πλούτη, η μεγάλη ζωή; Εκείνοι που αγαπούν δε γυρίζουν ούτε να τα κοιτάξουν.

    Ο Άλκης ευχαρίστησε μ’ ένα βλέμμα τη μητέρα του. Αυτή με την αγάπη της του υπεράσπιζε κάτι πολύτιμο, που ήθελαν να του πάρουν, που εφοβότουν μην το ’χανε από μπρος του και χωρίς δικό του κανένα, χωρίς δικό του κρίμα, μόνο και μόνο γιατί τυφλή η Τύχη τον καταδίκαζε. Και μία στιγμή εσυλλογίστηκε με τρόμο τη γυναικεία αδυναμία και την τρυφερή καρδιά της Ευλαλίας. Ίσως εκείνη δε θα μπορούσε ν’ αντισταθεί ως το τέλος και γι’ αυτό θα την έχανε!

    Το ωχρό του πρόσωπο έδειξε εκείνην τη στιγμή μία βαθιάν οδύνη, που δεν εξέφυγε το ανήσυχο βλέμμα της κυρίας Φωτεινής. Ήταν συγκινημένη και κείνη και γεμάτη φροντίδες για την υγεία του γιου της κι ο Οφιομάχος ωστόσο έμενε λυπημένος ολόγυρα και αναστενάζοντας πικρά, σα να τον ανασήκωσε δυο φορές το κεφάλι λέγοντας:

    -Όχι, όχι! χωρίς να προφέρει άλλη λέξη.

    Αλλά τώρα πάλι εμιλούσε η μητέρα ανήσυχη.

    -Από κείνο το βράδυ, έλεγε, από κείνο το βράδυ, που τον ανάστησε, εγώ το είδα πως έτσι θα τέλειωνε. Το είδαμε όλοι, θαρρώ, εκείνο το βράδυ! Τον Άλκη της έγραφε το Τυχερό της! Κι αφού τον αγαπάει και κείνη, γιατί δε θα τον πάρει; Εγώ ξέρω τι ζητά ο Άλκης από τη ζωή, γι’ αυτό και του πρέπει η καλύτερη κόρη!

    -Η ζωή! είπε ο Άλκης πικρά, κατεβάζοντας το βλέμμα και πηγαίνοντας πάλι προς το παράθυρο.

    Κι εσκέφτηκε: Η ζωή! Αυτή ήταν το μεγάλο μυστήριο∙ αυτήν ο άνθρωπος ήθελε να νικήσει! Ένα μυστήριο γεμάτο πόνους που επάσκιζε αδιάκοπα να τους κρύβει, μια θέληση που δεν έστεργε τον αφανισμό, κάτι αιώνιο και αθάνατο μέσα σ’ ένα χάος, μέσα σε μια πάλη ακατάπαυστη και τυχαία, σαν ένα σύστημα βγαλμένο από την καθολική αναρχία!

    Κι ωστόσο η κυρία Φωτεινή ξακολουθούσε έπειτα από μία σιωπή:

    -Είμαι η γριά του μητέρα και θέλω να του αφήκω σιμά του έναν άνθρωπο, που να τον αγαπήσει όπως εγώ! Κι εγνώρισα την Ευλαλία, ναι, την εγνώρισα. Περιμένουμε μόνο το λόγο σου. Μόνο το λόγο σου, κύριε Αλέξανδρε!

    -Όχι! ξανάπε λυπημένος ο γέρος. Κι άκουσε τώρα μέσα του μίαν ανάγκη να ξεμυστηρευτεί, να τους μολογήσει τέλος όλα τα μυστικά του σπιτιού του, σα να ’χε το χρέος να ξευτελίσει τον εαυτό του μπροστά στην καλοσύνη εκείνων των ανθρώπων. Η ταραχή του του ’δινε τώρα το θάρρος και συγχυσμένος άρχισε να μιλεί, χρωματίζοντας με τα ζοφερότερα χρώματα την οικονομική του απελπισία, την καταστροφή του, την ανάγκη της μαύρης στιγμής. Δεν έβλεπε από πουθενά καμία δυνατή βοήθεια. Δεν τον αγαπούσε πλια κανένας. Οι γιοι του, η γυναίκα του, η Λουίζα τον κακόβλεπαν κι είχαν δίκιο. Μόνη η Ευλαλία, η πικρή του Ευλαλία, ήταν διαφορετική. Κι ούτε ο θάνατός του δε θα διόρθωνε τίποτα. Μόνο που θα ’μνησκαν τα κορίτσια του στο δρόμο κι η γριά γυναίκα του απροστάτευτη.

    Κι έτσι η μόνη σωτηρία που επαρουσιαζότουν ήταν ακόμη ο γιατρός Στεριώτης, αν ίσως μόνο η Ευλαλία δεν έμενε ακλόνητη στην άρνησή της. Γι’ αυτό είχε έρθει, γι’ αυτό παρακαλούσε τον Άλκη, γι’ αυτό μόνο δεν του την έδινε… Ας μην επέμενε ούτε εκείνος… δεν είχαν χαθεί από τον κόσμο οι γυναίκες, ούτε εκεί, ούτε αλλού, όπου ήθελε. Ας άφηνε μόνο την άτυχη Ευλαλία ελεύτερη, γιατί τότες βέβαια εκείνη θα καταλάβαινε πως είχε το χρέος να κάμει αυτήν τη θυσία, όσο κι αν ήταν σκληρή, όσο κι αν έπρεπε να πονέσει!

    Ενώ ο γέρος μιλούσε, μέσα στο στήθος του Άλκη η καρδιά του αναστατωνότουν. Τέτοια ήταν η κοινωνική κατάσταση του τόπου, της εποχής του, που τόσοι νόμοι την εθέσπιζαν και την επροστάτευαν και την οργάνωναν και που η ασυνείδητη θέληση τόσων καταπιεσμένων ανθρώπων, τόσων καταδυναστεμένων, τη βαστούσε ορθή μ’ όλη την πολυποίκιλη τυραννία της! Τρεις άντρες ήταν μέσα σ’ εκείνο το σπίτι κι άλλο δεν έβρισκαν διόρθωμα παρά την απάνθρωπη θυσία της Ευλαλίας, καταδικασμένοι κι οι τρεις τους από μίαν ταπεινή πρόληψη σε μίαν ανούσια κι οκνηρή ζωή που τους ξευτέλιζε. Κι έπρεπε σύμφωνα με τους λόγους του γέρου και ο ίδιος ο Άλκης να υποταχτεί, για να μη παρασαλέψουν από την κοινωνική τους παράδοση οι Οφιομάχοι! Ο ξετρελαμένος γέρος είχε φανταστεί πως τα εσεβότουν όλα αυτά κι ο Άλκης… αυτός που εκήρυχνε κι εποθούσε ολόψυχα το σηκωμό και την επανάσταση, τον ελευτερωμό και την ανεξαρτησία, την περήφανη ύπαρξη κάθε ανθρώπου… και δεν του ζητούσε λιγότερο τίποτε παρά τη θυσία της Ευλαλίας και ολόκληρου του εαυτού του… Μα αυτήν τη θυσία, δεν είχε τη δύναμη κι ούτε τη θέληση να την προσφέρει. Κι εφώναξε τώρα, ακούοντας τ’ όνομα εκείνου που με τον πλούτον του επιβουλευότουν έτσι την ευτυχία του:

    -Ο γιατρός Στεριώτης; Μα αυτός δεν είναι πλια νέος, μα αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που θ’ αγαπήσει την Ευλαλία!

    Ο Οφιομάχος κουρασμένος από τες πολλές ομιλίες του δεν του ’δωκε τώρα απάντηση παρά εκούνησε το κεφάλι, σα να ’λεγε στον Άλκη πως δεν ήταν λόγος για ευτυχία και για αγάπη παρά για θυσία. Η Ευλαλία δεν ήταν παρά το αθώο θύμα, γιατί τα πλούτη ημπορούσαν να καταπατήσουν τα δικαιώματα της αγάπης κι είχαν τη δύναμη να στηθούν αντιμέτωπα μπρος σε κάθε ανθρώπινο αίσθημα και να το μαράνουν.

    Καμπόσες στιγμές έμειναν σιωπηλοί και οι τρεις τους. Κι έπειτα ο γέρος ξαναμίλησε πάλι με ταπεινή φωνή, με κατεβασμένα μάτια. Ξανάλεγε πάντα τα ίδια, με άλλα λόγια, με παράπονο, με παρακάλια. Και ο πόνος και η ανυπομονησία εκύριευαν την καρδιά του Άλκη. Η όψη του όλο εσκοτείνιαζε κι ίδρος κρύος του μούσκευε τα χέρια. Δε θα παραδεχότουν ποτέ ο ίδιος την καταδίκη του. Και μέσα σ’ αυτήν την ταραχή της ψυχής του, εθυμήθηκε πάλι τον πατέρα του μπρος σ’ εκείνο το παλιό βενέτικο κάστρο στον έρημο γιαλό, το πρώτο εκείνο ξύπνημα σε μίαν ανώτερη ζωή, που την έβλεπε τώρα χαραγμένη εμπρός του και τη θαυματουργημένη νεκρανάστασή του και τέλος την ένθεη μανία, που μ’ ένα κύμα χαράς του φανέρωνε μια δύναμη σπάνια της ψυχής, μίαν πίστη στον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους και που τον έκανε να ποθεί τη λύτρωση μέσαθε από έναν αγώνα κοινής δημιουργίας.

    Η βεβαιότητα της αγάπης της Ευλαλίας τον είχε κάμει να πιστεύει στο θρίαμβο. Και τώρα πώς θ’ απαρνιότουν με την αγάπη του τα πάντα; Πώς θ’ απόμνησκε μία ραγισμένη ψυχή κι αδύνατη πλια για κάθε ενέργεια; Ένας αρρωστιάρης άνθρωπος, παραμερισμένος, χωρίς δικαιώματα στη ζωή και στην ευτυχία, ένας νους ανισόρροπος που ’χε συλλάβει για μια στιγμή ένα όνειρο απραγματοποίητο;

    Για καμπόσες στιγμές πάλι κανένας δεν εμίλησε. Η μητέρα προσεχτικά τον εκοίταζε περίλυπα. Ο Οφιομάχος επερίμενε ανυπόμονα την απάντησή του∙ μα η ψυχή του ήταν αλαφρωμένη, γιατί είχε πλια ξοδέψει όλη της την ενέργεια. Τώρα ο Άλκης εστεκότουν εμπρός του και του ’λεγε με απόφαση:

    -Όχι! δεν τη θυσιάζω! Κι έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα λύπης στο γέροντα που τον απέλπιζαν τόσο μικρόπρεπες φροντίδες.

    Η κυρία Φωτεινή ήρθε σιμά στο γιο της∙ του ’βαλε το χέρι στον ώμο ανήσυχη, γιατί εφοβότουν την μεγάλη συγκίνηση για την αδύνατη καρδιά του και εκοίταξε παρακαλεστικά το γέροντα.

    Αυτός έτρεμε, χλωμός μέσα στη φυσική κοκκινάδα του. Είχε καταβασμένο το βλέφαρο∙ εμαζευότουν όσο μπορούσε στην παλιά ρεδιγκότα του. Η ντροπή τον εκυρίεψε. Στο βάθος της ψυχής του η συνείδησή του τον κατηγορούσε πως αυτός ο ίδιος ήταν ο αίτιος της συφοράς του και του ’λεγε πως ο Άλκης είχε δίκιο. Και τώρα πάλι δεν έβρισκε πλια ξανά τη φωνή του. Ενόμισε πως η ζωή του θα τέλειωνε αυτήν τη στιγμή, σ’ εκείνην την πολυθρόνα, όπου εκαθότουν από ώρα∙ αλλά ημπόρεσε να βιάσει τον εαυτό του και να σηκωθεί και με κατεβασμένο κεφάλι εβγήκε από την πόρτα ψιθυρίζοντας μετά βίας ένα χαιρέτιο και αναστενάζοντας πονεμένα.

    -Δεν την αφήνει! Δεν την αφήνει! τον άκουσαν να μουρμουρίζει σαστισμένος, μάνα και γιος.

    Κι όταν είχε φύγει πλια, ο Άλκης είπε της μητέρας του:

    -Φοβούμαι… η Ευλαλία δε θα μπορέσει να βαστάξει!

    -Η ζωή, Άλκη, δεν είναι σα στα παραμύθια, του αποκρίθηκε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Γένεται πάντα μόνο ό,τι μπορεί να γένει. Σκέψου! Όλοι οι Οφιομάχοι προσμένουν την σωτηρία τους από την Ευλαλία. Είναι κρίμα, μα τι μπορεί να κάμει…

    Και του χάιδεψε πάλι τρυφερά τον ώμο. Αυτή δεν είχε άλλην αγάπη από τον γιο της κι έβλεπε τη ζωή καθώς ήταν κι έβρισκε μέσα της τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσει κάθε ατυχία.

    -Άφησέ με, μητέρα, της ξανάπε λυπημένος ο Άλκης κατάκαρδα.

    -Ξεχνιώνται, λες, εκείνες οι άσκημες στιγμές; Δε θέλω μόνο να μου αρρωστήσεις…

    Ο Άλκης την εκοίταξε με τρυφερό βλέμμα κι εσίμωσε πάλι το παράθυρο. Στο μικρό καφενείο άνθρωποι συνομιλούσαν σαν πάντα κι εδιασκέδαζαν, κάποια άμαξα εδιάβαινε, ένα πουλί εκελαδούσε στο κλωνάρι που ανάμενε κιόλας την άνοιξη. Ως κι αυτήν την ώρα τα πάντα ήταν γεμάτα ζωή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε σταματήσει ο αδιάφορος ρυθμός της δημιουργίας…

 

 

 

 

 6ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA